1333/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/9/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5020/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1188/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9/7/2015 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Τζανερρίκος ανέγνωσε την από 3/1/2018 έκθεση του Αρεοπαγίτη Αθανασίου Καγκάνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1333/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ωστόσο, το εν λόγω δικαίωμα για καταγγελία υπόκειται σε αποσβεστική προθεσμία, αφού ο ασφαλιστής δικαιούται να προβεί στην καταγγελία μέσα σε προθεσμία ενός μήνα από τότε που έλαβε γνώση της παραβάσεως. Ευνόητο είναι ότι μετά την άπρακτη πάροδο αυτής της προθεσμίας ο ασφαλιστής τεκμαίρεται αμάχητα ότι εμμένει στη σύμβαση. (ΑΠ 442 /2012, ΑΠ 720/2007, ΑΠ 1883/2006, ΑΠ 830/2004, ΑΠ 1119/2003).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1333 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1333/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. χήρας Α. Λ., 2) Π. Λ. του Α., κατοίκων ..., 3) Λ. Λ. του Α. κατοίκου ..., 4) Σ. Λ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάζαρο Παυλίδη που ανακάλεσε την από 29/1/2018 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..." (όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία με την επωνυμία "..."), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Παπαθανασίου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/9/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5020/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1188/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9/7/2015 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Τζανερρίκος ανέγνωσε την από 3/1/2018 έκθεση του Αρεοπαγίτη Αθανασίου Καγκάνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 3 §§1,2,6 και 7 του ν. 2496/97 προκύπτει ότι, κατά τη σύναψη της σύμβασης ασφάλισης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή.
Στοιχεία ή περιστατικά, για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε γραπτές ερωτήσεις, τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του ασφαλισμένου κινδύνου. Στην ασφάλιση προσώπων, αναφορικά με τη ζωή ή ασθένεια αυτών, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει την ασφαλιστική σύμβαση και να ζητήσει αποζημίωση, απαλλάσσεται δε της υποχρέωσης του προς καταβολή του ασφαλίσματος, μόνο στην περίπτωση που ο λήπτης της ασφάλισης δεν εκπλήρωσε το ασφαλιστικό αυτό βάρος της πληροφόρησης του ασφαλιστή, από δόλο. 0 ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρεώσεως του προς καταβολή του ασφαλίσματος και αν έλαβε γνώση της από δόλο μη δήλωσης του λήπτη της ασφάλισης, μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου.
Τα δικαιώματα αυτά παρέχονται στον ασφαλιστή, ανεξαρτήτως της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της από δόλο μη δήλωσης και της επέλευσης του ασφαλισμένου κινδύνου, δεν έχει δηλαδή σημασία, αν η από δόλο μη ανακοίνωση ή καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γραπτές ερωτήσεις του ασφαλιστή συνέχονται με τον ασφαλισμένο κίνδυνο, διότι οι άνω κυρώσεις (καταγγελία, μη καταβολή του ασφαλίσματος) παρέχονται στον ασφαλιστή λόγω της υπαίτιας (με πρόθεση) παραβίασης της υποχρεώσεως του λήπτη της ασφάλισης να ανακοινώσει στον ασφαλιστή τις σχετικές πληροφορίες, απαντώντας στις γραπτές ερωτήσεις του τελευταίου, ο οποίος ακολούθως θα προέβαινε στην εκτίμηση του ασφαλισμένου κινδύνου, αποδεχόμενος ή όχι τη σχετική πρόταση για κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, έναντι ορισμένου ποσού ασφαλίστρου. (ΑΠ 1101/2010, ΑΠ 1093/2010).
Έτσι σε περίπτωση παραβάσεως εκ μέρους του λήπτη της ως άνω υποχρεώσεως από δόλο, ο ασφαλιστής, λαμβάνοντας βέβαια γνώση της παραβάσεως και σταθμίζοντας τα συμφέροντα του, έχει δικαίωμα είτε να εμμείνει στη σύμβαση, δηλώνοντας ενδεχομένως τούτο ρητά στον λήπτη, είτε να καταγγείλει τη σύμβαση, επιφέροντας ασφαλώς τη λύση της, και έτσι να απαλλαγεί, μάλιστα δε αμέσως μετά την συντέλεση της καταγγελίας, της υποχρεώσεως του προς καταβολή του ασφαλίσματος.
Ωστόσο, το εν λόγω δικαίωμα για καταγγελία υπόκειται σε αποσβεστική προθεσμία, αφού ο ασφαλιστής δικαιούται να προβεί στην καταγγελία μέσα σε προθεσμία ενός μήνα από τότε που έλαβε γνώση της παραβάσεως. Ευνόητο είναι ότι μετά την άπρακτη πάροδο αυτής της προθεσμίας ο ασφαλιστής τεκμαίρεται αμάχητα ότι εμμένει στη σύμβαση. (ΑΠ 442 /2012, ΑΠ 720/2007, ΑΠ 1883/2006, ΑΠ 830/2004, ΑΠ 1119/2003).
Περαιτέρω, την ως άνω υποχρέωση για τις αληθείς και σωστές ανακοινώσεις, το ασφαλιστικό βάρος δηλαδή, το έχει ο λήπτης της ασφαλίσεως (αντισυμβαλλόμενος), που συνήθως είναι και ο ασφαλισμένος (το πρόσωπο για χάρη του οποίου συνάπτεται η ασφάλιση). Αν είναι διαφορετικά πρόσωπα, ο ασφαλιστής, αν δεν έχει συμφωνηθεί κάτι διαφορετικό, απαλλάσσεται, οποιοδήποτε από τα δύο πρόσωπα παρέβη το βάρος.
Στην περίπτωση, δηλαδή, που ο ασφαλισμένος δεν δηλώνει από δόλο στοιχεία ή περιστατικά, τα οποία μπορεί να επιφέρουν σημαντική επίταση του κινδύνου, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα καταγγελίας της συμβάσεως. Την καταγγελία αυτή της συμβάσεως ασφαλίσεως, συνεπεία της οποίας απαλλάσσεται ο ασφαλιστής της υποχρεώσεώς του προς καταβολή του ασφαλίσματος, μπορεί, εναγόμενος από το λήπτη της ασφαλίσεως ή τον ασφαλισμένο κλπ, να την προβάλει κατ' ένσταση, ενώ ο λήπτης της ασφαλίσεως μπορεί προς απόκρουση της ενστάσεως αυτής να προβάλει κατ' αντένσταση, ότι υφίσταται ευθύνη του ασφαλιστή προς καταβολή του ασφαλίσματος, διότι δεν είχε δικαίωμα καταγγελίας, καθόσον είχε γνώση της πραγματικής καταστάσεως του κινδύνου. (ΑΠ 1883/2006).
Εξάλλου, το ανωτέρω άρθρο 3 του ν. 2496/1997 "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις", ορίζει στην παράγραφο 5 η οποία όμως δεν εφαρμόζεται σε υποθέσεις ασφαλίσεων ζωής, όπως η ένδικη σύμφωνα με την παρ. 8 του ίδιου ως άνω άρθρου, τα εξής: Σε περίπτωση παράβασης από αμέλεια της υποχρέωσης που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής έχει τα δικαιώματα της παρ. 3 του άρθρου αυτού (δηλαδή να καταγγείλει τη σύμβαση ή να ζητήσει την τροποποίησή της μέσα σε προθεσμία ενός μήνα αφότου έλαβε γνώση αυτών των στοιχείων ή των περιστατικών) και επιπλέον, αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν τροποποιηθεί σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου αυτού η ασφαλιστική σύμβαση, ή πριν η καταγγελία αρχίσει να παράγει αποτελέσματα, το ασφάλισμα μειώνεται κατά το λόγο του ασφαλίστρου που έχει καθορισθεί προς το ασφάλιστρο που θα είχε καθορισθεί αν δεν υπήρχε η παράβαση.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι η από αμέλεια παράβαση της υποχρεώσεως του λήπτη της ασφάλισης (αντισυμβαλλόμενου), που επιβάλλεται ως ασφαλιστικό βάρος, να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό, που γνωρίζει και το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, δεν έχει ως συνέπεια, ούτε την ακυρότητα της ασφαλιστικής σύμβασης ούτε την απαλλαγή του ασφαλιστή από την καταβολή του ασφαλίσματος, εφόσον οι συνέπειες αυτές δεν προβλέπονται ρητά στο νόμο (όπως στην περίπτωση της εκ δόλου παράβασης της ανωτέρω υποχρέωσης του λήπτη της ασφάλισης, κατά την οποία ρητά προβλέπεται στην παράγραφο 6 του άρθρου 3 του ανωτέρω νόμου ως συνέπεια η απαλλαγή του ασφαλιστή από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματός), αλλά χορηγείται, σ' αυτόν δικαίωμα είτε να καταγγείλει τη σύμβαση είτε να ζητήσει την τροποποίηση της και επιπλέον, αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν τροποποιηθεί η ασφαλιστική σύμβαση ή πριν η καταγγελία αρχίσει να παράγει αποτελέσματα, δικαιούται να ζητήσει τη μείωση του συμφωνηθέντος ασφαλίστρου.
Τα ως άνω δικαιώματά του μπορεί ο ασφαλιστής, εναγόμενος από το λήπτη της ασφαλίσεως, να τα προβάλει κατ' ένσταση. (ΑΠ 1534/2008). Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.
ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 609/13, ΑΠ 495/13, ΑΠ 1976/2014).
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Αντίφαση στις διαλαμβανόμενες αιτιολογίες υφίσταται όταν (εξ αιτίας αυτής) δεν προκύπτουν αναμφιβόλως από την προσβαλλομένη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η τελευταία ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί περαιτέρω αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι απαιτούμενες για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διατάξεως προϋποθέσεις (ΑΠ 1131/2007) ενόψει του ότι κατά νόμο, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο .αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 217/2016 ΑΠ 2119/2014).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 632/2015, ΑΠ 2119/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναιρέσεως προβάλλονται από τους αναιρεσείοντες οι, από το άρθρο 59 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις με την επίκληση ότι, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 3 § 6 ν. 2496/1997, η προσβαλλομένη απόφαση έκανε δεκτή, ως και ουσιαστικά βάσιμη, την προς απόκρουση της ενδίκου αγωγής αυτών (αναιρεσειόντων) από την (εναγομένη) - αναιρεσίβλητο προταθείσα και επί της παραπάνω διατάξεως θεμελιωθείσα ένσταση καταγγελίας της επιδίκου ασφαλιστικής συμβάσεως, λόγω της εκ μέρους του ασφαλισμένου, δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, παραβάσεως από δόλο κατά τη σύναψη αυτής, της κατά την § 1 του άρθρου 3 ν. 2496/1997 προβλεπόμενης υποχρεώσεως αυτού (ασφαλισμένου) προς δήλωση στην αναιρεσίβλητο ασφαλίστρια "κάθε στοιχείου ή περιστατικού που γνωρίζει και είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου", δεχθείσας, με ελλιπή αιτιολογία της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό (μείζων πρόταση) του εφαρμοσθέντος ως άνω κανόνος δικαίου, την κατάφαση συνδρομής της δολίας προαιρέσεως του ως άνω ασφαλισμένου παρόλο που τα ως αποδειχθέντα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την ύπαρξη του δόλου επιβάλλοντα την απόρριψη της ενστάσεως ως ουσιαστικά αβασίμου.
Από την παραδεκτή (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή, μετ' εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, τα ακόλουθα: "Η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "..." προκείμενου να διασφαλίσει την αποπληρωμή των υπ' αυτής χορηγουμένων στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων, από την περίπτωση θανάτου ή μόνιμης ολικής ανικανότητας των δανειοληπτών της, είχε καταρτίσει με την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..." το με αριθμό ...8 ειδικό ασφαλιστικό πρόγραμμα, στο οποίο ασφαλιζόταν οι δανειολήπτες της των ως άνω δανείων (στεγαστικών και καταναλωτικών) κατόπιν σχετικής αιτήσεώς των και η τελευταία ανελάμβανε τον εν λόγω ασφαλιστικό κίνδυνο.
Ας σημειωθεί δε ότι, η ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία μετονομάσθηκε στη συνέχεια σε "...", η οποία ήδη απορροφήθηκε από την εκκαλούσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...", (αναιρεσίβλητη) δυνάμει της υπ'αρθμ. …1/30.06.2010 συμβάσεως συγχωνεύσεως της Συμβολαιογράφου Φ. Φ.-Ψ., που εγκρίθηκε με την υπ'αρθμ.
Κ3- 834/20.07.2010 Υπουργική Απόφαση, η οποία καταχωρήθηκε την 21-07-2010 στο Μητρώο Ανωνύμων Ασφαλιστικών Εταιρειών, και έτσι η εκκαλούσα ως οιονεί καθολική διάδοχος, υποκαταστάθηκε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ως άνω απορροφούμενης εταιρείας και συνεπώς νομίμως άσκησε την υπό κρίση έφεση ( ΑΠ 307/2011, ΑΠ Γ01/2006, ΑΠ 568/2005, ΑΠ 1515/2002, ΑΠ 913/2001, δημ.
Νόμος). Ο Α. Δ. και η σύζυγος του Μ. Δ. (πρώτη ενάγουσα και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη) ζήτησαν από την ανωτέρω Τράπεζα τη χορήγηση στεγαστικού δάνειου, ποσού 44.000 ευρώ και πριν από την υπογραφή της σχετικής δανειακής συμβάσεως, υπέβαλε ο Α. Δ. προς την ανωτέρω ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..." την από 5.1.2 006 αίτηση ένταξης του, στο υπ' αριθμ. ...8 Ομαδικό Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο Δανειοληπτών της ως άνω Τράπεζας Πειραιώς.
Το κείμενο της αιτήσεως αυτής είναι προδιατυπωμένο από την εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία και περιέχει τέσσερις θεματικές ενότητες και δη στην πρώτη αναγράφεται η δήλωση-πρόταση του υποψηφίου ασφαλισμένου προς κατάρτιση της ασφαλιστικής συμβάσεως, έχουσα το εξής περιεχόμενο: "Έλαβα γνώση ότι οι δανειολήπτες στεγαστικών/καταναλωτικών δανείων "ΟΑ ...8" ασφαλίζονται με Ομαδικό Ασφαλιστήριο για (Ζωή και Μόνιμη, Ολική Ανικανότητα από την ...
με ευνοϊκούς όρους και ασφάλιστρα. Με την παρούσα επιθυμώ να ενταχθώ στο ασφαλιστήριο αυτό και δηλώνω ότι έλαβα γνώση των όρων ασφάλισης που αναφέρονται στις επόμενες σελίδες της παρούσης", στη δεύτερη παρατίθενται τα στοιχεία του ασφαλισμένου, στην τρίτη υπάρχει το ερωτηματολόγιο προς τον ασφαλισμένο που αφορά την κατάσταση της υγείας του και για τις απαντήσεις υπάρχουν οι ενδείξεις "ναι" "όχι" καθώς και στήλες για σύντομη περιγραφή των απαντήσεων και στην τέταρτη παρατίθενται το κείμενο της υπεύθυνης δήλωσης του ασφαλισμένου που αναφέρεται στην ορθότητα και πληρότητα των απαντήσεων, στην μη παράλειψη οτιδήποτε σχετίζεται με την κατάσταση της υγείας του και στις συνέπειες της ψευδούς δηλώσεως συνιστάμενες στην εξ υπαρχής ακυρότητα της συμβάσεως ασφαλίσεως.
Ο παραπάνω δανειολήπτης, Α. Δ., υπέγραψε την ως άνω αίτηση για την ένταξη του στην ομαδική ασφάλιση και οι απαντήσεις του στο ερωτηματολόγιο της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας, που αφορούσε την μέχρι τότε κατάσταση της υγείας του είναι οι ακόλουθες: α) στην ερώτηση με αριθμό Β2: "Σχετικά με την ασφάλισή μου δηλώνω υπεύθυνα ότι βρίσκομαι σε καλή κατάσταση υγείας κατά τη διάρκεια των πέντε (5) τελευταίων ετών", απάντησε "ναι".
Στη δε στήλη με την ένδειξη: "Περιγραφή κατάστασης της υγείας σας" συμπλήρωσε η λέξη "Καλή" β) στην ερώτηση με αριθμό Β. 2α: "Υποφέρετε από κάποια (οποιαδήποτε) είδους ανικανότητα ή πάθηση που δεν έχετε αναφέρει παραπάνω ή λαμβάνετε σήμερα κάποιο είδος θεραπευτικής αγωγής;" απάντησε "όχι" και γ) στην ερώτηση με αριθμό Β. 2 β: "Έχετε νοσηλευθεί στο παρελθόν;" απάντησε "όχι".
Επίσης την ακρίβεια και την αλήθεια των ως άνω απαντήσεων βεβαίωσε, θέτοντας την υπογραφή του κάτω από το κείμενο της ως άνω υπεύθυνης δήλωσης, με την οποία επιπλέον όριζε ως ανέκκλητο δικαιούχο του ασφαλίσματος την ανωτέρω Τράπεζα και παρείχε στην ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία τη ρητή συγκατάθεσή του για την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων που ήταν απαραίτητα για την εκπλήρωση του σκοπού και την λειτουργία της ασφαλιστικής σύμβασης.
Συγκεκριμένα στο περιεχόμενο της εν λόγω υπεύθυνης δήλωσης εκτός των άλλων εκτίθεται αυτολεξεί και τα εξής: "Ο υπογράφων την παρούσα ΑΙΤΗΣΗ δηλώνω υπεύθυνα ότι οι ανωτέρω απαντήσεις μου είναι ορθές και πλήρεις και ότι δεν παρέλειψα να δηλώσω κάτι σχετικό με την κατάσταση της υγείας μου ή της σωματικής μου ακεραιότητας.
Επίσης, δηλώνω υπεύθυνα ότι αποδέχομαι πως κάθε ψευδής δήλωσή μου, ιδιαίτερα σε ότι αφορά τις παραπάνω απαντήσεις μου και κάθε απόκρυψη γνωστών σ'εμένα στοιχείων αποτελεί ουσιώδη λόγο για να θεωρηθεί η ασφάλιση άκυρη εξ' υπ' αρχής (Άρθρο 3 Ν. 2496/97). Δέχομαι ότι δεν θα υπάρξει ασφαλιστική κάλυψη σε περίπτωση που δεν εκδοθεί και παραδοθεί σε μένα Πιστοποιητικό Ομαδικής Ασφάλισης για το Ομαδικό Ασφαλιστήριο ...8, με το οποίο η ...
θα αποδέχεται, την ασφάλισή μου. Επίσης ορίζω ως ανέκκλητο δικαιούχο του ασφαλίσματος την ΤΡΑΠΕΖΑ …... Αναφορικά με τα προσωπικά δεδομένα μου που περιέχονται στην παρούσα αίτηση ή θα περιέλθουν στην εταιρεία σας κατά τη διάρκεια της συμβατικής μας σχέσης, ο υπογράφων ^co παρόν: 1. Παρέχω στην εταιρία σας τη ρητή συγκατάθεση μου για την επεξεργασία τους, Καθώς επίσης και για την άντληση και διαβίβασή τους από και προς Δημόσιες ή Δικαστικές αρχές, Ασφαλιστικά Ταμεία και άλλες ασφαλιστικές εταιρίες, κατόπιν αιτήματος τους.
Αναγνωρίζω δε ότι η συλλογή και επεξεργασία των άνω δεδομένων είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση του σκοπού και την εν γένει λειτουργία της ασφαλιστικής μου σύμβασης, η τυχόν δε άρση της παρούσας συγκατάθεσής μου στο μέλλον θα παρέχει στην εταιρία σας το δικαίωμα άμεσης καταγγελίας της ασφαλιστικής μου κάλυψης.".
Η παραπάνω αίτηση, που φέρει την γνήσια υπογραφή του ασφαλισμένου, Α. Λ., γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από τους ενάγοντες-εφεσιβλήτους, έγινε αποδεκτή στις 17.01.2006 από την ανωτέρω ασφαλιστική εταιρία για ασφάλιση ζωής και μόνιμης ολικής ανικανότητας, με ασφαλιστέο ποσό το εκάστοτε οφειλόμενο ποσό του δανείου, καθόσον η τελευταία πείστηκε για την ειλικρίνεια των απαντήσεων στις έγγραφες ερωτήσεις της και την ακρίβεια της ως άνω δηλώσεως του ανωτέρω και με βάση αυτά καταρτίσθηκε η επίμαχη ασφαλιστική σύμβαση ζωής και μόνιμης ολικής ανικανότητας.
Στη συνέχεια καταρτίσθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 7-2-2006 και η υπ' αριθμ. ...95/7-2-2006 σύμβαση στεγαστικού δανείου, μεταξύ αφενός της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." νομίμως εκπροσωπούμενης και αφετέρου των Α. Δ. και Μ. Λ. (πρώτης ενάγουσας και ήδη δεύτερης εφεσίβλητης), δυνάμει της οποίας η πρώτη τραπεζική εταιρεία χορήγησε στους ανωτέρω αντισυμβαλλομένους της, στεγαστικό δάνειο, ποσού 44.000 ευρώ, η αποπληρωμή του οποίου συμφωνήθηκε να γίνει σε 120 μηνιαίες δόσεις, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που αναφέρονται στη σύμβαση αυτή.
Με τον 5° όρο (5.2) της προαναφερθείσας σύμβασης, συνομολογήθηκε ότι σε περίπτωση που οποιοσδήποτε από τους υπόχρεους - δανειολήπτες υπαχθεί, μετά από αίτηση του και αποδοχή της από την ασφαλιστική εταιρία, σε ομαδικό ασφαλιστήριο, για τον κίνδυνο θανάτου και μόνιμης ολικής ανικανότητας του από ατύχημα ή ασθένεια, που έχει συνάψει η τράπεζα με ασφαλιστική εταιρία της επιλογής της, με ευνοϊκούς όρους, θα είναι υποχρεωμένος να πληρώνει τμηματικά και ταυτόχρονα με την καταβολή κάθε δόσης του δανείου, τα ασφάλιστρα που του αναλογούν, ανερχόμενα κατά το χρόνο υπογραφής της δανειακής συμβάσεως σε ποσοστό 0,2928% ετησίως για τον κίνδυνο θανάτου και σε ποσοστό 0,0888% ετησίως για τον κίνδυνο μόνιμης ολικής ανικανότητας επί του κάθε φορά υπολοίπου του ανεξόφλητου δανείου, το οποίο αποτελεί και το ασφαλιστέο ποσό, συμπεριλαμβανομένων και των νομίμων επιβαρύνσεων ΦΚΕ και Χαρτοσήμου.
Τα ασφάλιστρα αυτά θα καταβάλλονται τμηματικά και ταυτόχρονα με την καταβολή κάθε δόσης του δανείου, άλλως ο οφειλέτης καθίσταται υπερήμερος. Σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης δανείου παύει η ασφάλιση Ζωής και Μόνιμης Ολικής Ανικανότητας.". Επίσης, με τον όρο 5στ' της ανωτέρω σύμβασης, συμφωνήθηκε επί λέξει: "Από τις παραπάνω ασφαλίσεις ό οφειλέτης (ή ο εγγυητής) εκχωρεί από τώρα στην Τράπεζα σε περίπτωση επέλευσης του κινδύνου το ασφάλισμα που αναλογεί στο εκάστοτε υπόλοιπο του ασφαλίσματος θα καταβάλλεται στον ίδιο από την ασφαλιστική εταιρία.".
Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι ο προαναφερόμενος ασφαλισμένος- δανειολήπτης, Α. Λ., απεβίωσε στις 12.7.2009, από οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια, λοίμωξη αναπνευστικού και καρκίνο του πνεύμονα, σύμφωνα με την από 12.7.2009 πιστοποίηση θανάτου του ιατρού Π. Ζ., που μνημονεύεται στην υπ' αριθμ. ….2/7/2009 ληξιαρχική πράξη 'θανάτου, την οποία συνέταξε ο ληξίαρχος του Δήμου ….. (βλ.
ακριβές φωτοαντίγραφο αυτής). Ο ανωτέρω απεβίωσε, χωρίς να αφήσει διαθήκη, και κληρονομήθηκε από τη σύζυγο αυτού (πρώτη ενάγουσα) και τα τρία τέκνα του (λοιπούς ενάγοντες), οι οποίοι δεν αποποιήθηκαν την επαχθεί σα σε αυτούς κληρονομιά του αποβιώσαντος και. έγιναν έτσι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, στο σύνολο της κληρονομιάς αυτής, και σε ποσοστό επί της κληρονομιάς 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος (βλ.
το υπ' αριθμ. …4/15-9-2010 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου …., περί μη δημοσίευσης διαθήκης, το υπ' αριθμ. ….5/15-9- 2010 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου …., περί μη αποποίησης, και το υπ' αριθμ. πρωτ. ….0/15-7-2009 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών, που εξέδωσε ο Δήμαρχος ….). Οι ενάγοντες, με την ιδιότητα των κληρονόμων του Α.
Δ., γνωστοποίησαν το γεγονός του θανάτου αυτού στην ανωτέρω δανείστρια Τράπεζα, η οποία εν συνεχεία, στις 18.8.2009 απέστειλε στην εκκαλούσα- εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, σχετικό έγγραφο, από την επισκόπηση του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι, γνωστοποίησε στην τελευταία το γεγονός του θανάτου του παραπάνω ασφαλισμένου δανειολήπτη, καθώς και το υπόλοιπο ποσό του ανεξόφλητου δανείου ανερχόμενο σε 33.723,19 Ευρώ και ζητούσε ενημέρωση για την έγκριση της ασφαλιστικής αποζημίωσης, συνυποβάλλοντας, ταυτόχρονα και τα σχετικά έγγραφα.
Η εκκαλούσα - εναγομένη εταιρεία, αφού έλαβε το προαναφερθέν έγγραφο, έδωσε εντολή στον ιατρικό σύμβουλο της, καρδιολόγο, Ν. Α., (μάρτυρα ανταποδείξεως) να προβεί σε έλεγχο των στοιχείων του φακέλου του ως άνω αποβιώσαντος, και κυρίως του ατομικού βιβλιάριου ασθενείας του, όπως είχε προς τούτο δικαίωμα, δυνάμει της προαναφερόμενης, με την ως άνω υπεύθυνη δήλωση του αποβιώσαντα, ρητής συγκατάθεσής του. 0 ανωτέρω ιατρός, με την ως άνω ιδιότητα του ιατρικού συμβούλου της εκκαλούσας-εναγομένης, προέβη στην έρευνα του φακέλου του ως άνω ασφαλισμένου και συνέταξε την μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη από την εκκαλούσα "ιατρική γνωμάτευση-εισήγηση" στην οποία έκτος των άλλων αναφέρει ότι προέβη σε έλεγχο του βιβλιαρίου υγείας του ασφαλισμένου και διαπίστωσε ότι αυτός "έπασχε από υπέρταση (σελίδα 19 με ημερομηνία 21/2/2003, σελίδα 21 με ημερομηνία 9/3/2003, σελίδα 29 μη ημερομηνία 18/8/2003) και σακχαρώδη διαβήτη (σελίδα 20 με ημερομηνία 27/2/2003).
Επίσης, στη νοσοκομειακή περίθαλψη (σελίδα 31) αναγράφονται μεταξύ των άλλων δύο νοσηλείες, η πρώτη στο "..." νοσοκομείο (αριθμός εισιτηρίου 266, με ημερομηνία 15/2/1993 για τέσσερις ημέρες νοσηλείας) με διάγνωση προκάρδιο άλγος και η δεύτερη στην κλινική "..." (αριθμός εισιτηρίου 306, με ημερομηνία 10/3/1993 για τρείς ημέρες νοσηλείας) με διάγνωση ασταθής στηθάγχη - στεφανιογραφία.
Συνεπώς, πριν από την ημερομηνία ασφάλισης (16/3/2006) υπάρχει προΰπαρξη σοβαρών παθήσεων (αρτηριακή υπέρταση, σακχαρώδης διαβήτης, ασταθής στηθάγχη) για τις οποίες ο ασφαλισμένος πραγματοποίησε ιατρικές επισκέψεις αλλά και νοσηλείες στα δύο προαναφερόμενα νοσηλευτικά ιδρύματα.". Στη συνέχεια επισημαίνει τα ακόλουθα: "Αν η εταιρία γνώριζε την ύπαρξη των παραπάνω, οι όροι ασφάλισης θα ήταν εντελώς διαφορικοί και θα πρότεινα ο υποψήφιος προς ασφάλιση, να κριθεί μη ασφαλίσιμος.".
Πράγματι όπως προκύπτει από την επισκόπηση των βιβλιαρίων υγείας του αποβιώσαντος ασφαλισμένου υπάρχουν καταγραφές 1°) στο ατομικό βιβλιάριο ασθενείας του, για τις νοσηλείες του σε νοσηλευτικά ιδρύματα και ειδικότερα, νοσηλεία αυτού α) στην κλινική "...", λόγω οξείας οσφυοϊσχιαλγίας, για 28 συνολικά ημέρες, με ημερομηνίες εισαγωγής 12.10.1989, 22.10.1989 και 1.11.1989, β) στο νοσοκομείο "...", λόγω οσφυϊκής δισκοκήλης, για 15 ημέρες, με ημερομηνία εισαγωγής 20.2.1990, γ) στο νοσοκομείο "...", λόγω προκάρδιου άλγους, για 4 ημέρες, με ημερομηνία εισαγωγής 15.2.1993, και δ) στην κλινική "...", λόγω ασταθούς στηθάγχης και υποβολής σε στεφανιογραφία, για 3 ημέρες, με ημερομηνία εισαγωγής 10.3.1993 (βλ.
φωτοαντίγραφα των σελίδων 30 και 31 ατομικού βιβλιαρίου ασθενείας Τ.Υ.Δ.Κ.Υ) και 2°) στο βιβλιάριο εντολής υγειονομικής περίθαλψης ασφαλισμένου Τ.Υ.Δ.Κ.Υ, για τις ασθένειες "υπέρταση" και "σακχαρώδης διαβήτης", που φέρουν την υπογραφή και τη σφραγίδα του ειδικού παθολόγου, ... με την σημείωση "εξέταση στο Ιατρείο".
Συγκεκριμένα, η διαγνωσθείσα υπέρταση είναι καταγεγραμμένη, στη σελίδα 19 με ημερομηνία 21.2.2003, στη σελίδα 21 με ημερομηνία 9.3.2003 και στη σελίδα 29 με ημερομηνία 18.8.2003, ενώ ο διαγνωσθείς "σακχαρώδης διαβήτης", είναι καταγεγραμμένος, στη σελίδα 20 με ημερομηνία 27.2.2003 (βλ. φωτοαντίγραφα των σελίδων 19, 20, 21 και 29 του βιβλιαρίου εντολής υγειονομικής περίθαλψης ασφαλισμένου Τ.Υ.Δ.Κ.Υ).
Ας σημειωθεί δε ότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση του ανωτέρω βιβλιαρίου εντολής υγειονομικής περίθαλψης ασφαλισμένου σ'αυτό καταγράφονται από το θεράποντα ιατρό μόνον η ιατρική εξέταση του ασθενούς καθώς και η διάγνωση της ασθένειας του και δεν αποτελεί τούτο συνταγολόγιο, ώστε να υπάρχει καταγραφή και της προτεινόμενης φαρμακευτικής αγωγής, γεγονός εξάλλου που ρητώς κατατέθηκε στην πρωτοβάθμια δίκη και από τον προαναφερόμενο καρδιολόγο, Ν.
Α., ο οποίος εξεταζόμενος ως μάρτυρας ανταποδείξεως, εκτός των ανωτέρω επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της ως άνω ιατρικής γνωμάτευσης - εισήγησής του και επιπροσθέτως κατέθεσε αυτολεξεί και τα εξής: "Αν ήξερα ότι έχει υπέρταση, σακχαρώδη διαβήτη και στηθάγχη θα πρότεινα να είναι ανασφαλίσιμος.... Η αρτηριακή υπέρταση είναι χρόνια πάθηση οδηγεί σε εμφράγματα, σε αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια....
Δεν θεραπεύονται αυτές οι παθήσεις...". Όταν δε στις 19.08.2009 περιήλθε σε γνώση της εκκαλούσας- εναγομένης, η ως άνω έγγραφη ιατρική γνωμάτευση, με την από 31.8.2009 εξώδικη δήλωση και καταγγελία σύμβασης ασφάλισης, την οποία κοινοποίησε τόσο προς την ανωτέρω Τράπεζα στις 02.09.2009 (όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ.
…./2-9-2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου, Κ. Κ.) όσο και προς τους ενάγοντες στις 03.09.2009 (όπως προκύπτει από τις υπ'αριθμ. 4824 Ζ'/3-9-2009, 4825 Ζ'/3-9-2009 και 4826 Ζ'/3-9-2009 και 4827 Ζ'/3-9-2009 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου, Χ. Π.), επικαλούμενη, την δόλια απόκρυψη από τον ασφαλισμένο και ήδη αποβιώσαντα, των ως άνω προβλημάτων υγείας του, τα οποία προϋπήρχαν της υποβολής σ'αυτήν της προαναφερόμενης αιτήσεώς του για ασφάλιση και της σύναψης της ασφάλισης ζωής και τις εν γνώσει του αναληθείς και ανακριβείς απαντήσεις κατά την υποβολή της άνω αίτησής του για την ένταξη του" στην ομαδική ασφάλιση, στα σαφή και γραπτά σχετικά ερωτήματά της καθώς και το ότι η δόλια απόκρυψη περιήλθε σε γνώση της στις 19.8.2009 μετά τον διενεργούμενο έλεγχο των υποβαλλόμενων σε αυτήν εγγράφων, δήλωσε ότι ασκώντας τα από τον ν. 2496/1997 δικαιώματά της δεν θα καταβάλει το ασφαλιστικό ποσό και ότι καταγγέλλει, άλλως θεωρεί άκυρη εξ' αρχής, την εν λόγω ασφαλιστική σύμβαση, και ότι αυτή απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση καταβολής ασφαλίσματος.
Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι σε απάντηση της ανωτέρω εξώδικης δήλωσης και καταγγελίας της εκκαλούσας εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, με την από 24.9.2009 εξώδικη δήλωση-άρνηση καταγγελίας και απάντηση που κοινοποίησαν στην τελευταία στις 30.09.2009 (βλ την μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη υπ'αρθμ, 10531Ζ'/30.09.2009 έκθεση επίδοσης του αρμοδίου δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου, Ι.
Π.), αρνήθηκαν τη βασιμότητα της καταγγελίας, ισχυριζόμενοι ότι ο θάνατος του δικαιοπαρόχου τους δεν έχει καμία σχέση με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω καταγγελία, αλλά προήλθε από καρκίνο. Επίσης οι ενάγοντες με την από 17.11.2009 εξώδικη γνωστοποίηση-πρόσκληση δήλωση, που κοινοποίησαν στην προαναφερόμενη δανείστρια Τράπεζα στις 18.11.2009 (βλ και την υπ' αριθμ. 7543 Δ' /18 .11. 2009 έκθεση επίδοσης του αρμοδίου δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου, Ε.
Δ.), ενημέρωσαν αυτήν για την άρνηση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας να καταβάλει το ασφάλισμα που αντιστοιχεί στο υπόλοιπο οφειλόμενο δάνειο και την εκ μέρους της καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης καθώς και για το περιεχόμενο των ως άνω εξωδίκων δηλώσεων και διατεινόμενο ι ότι ο καρκίνος του πνεύμονα που αποτελεί την αιτία θανάτου του κληρονομουμένου των δεν έχει ουδεμία σχέση με τις αναφερόμενες στην εξώδικη καταγγελία της ασφαλιστικής εταιρείας, ασθένειες ήτοι "υπέρταση και σακχαρώδη διαβήτη, προκάρδιο άλγος και ασταθή στηθάγχη", ζήτησαν να ασκήσει η ως άνω Τράπεζα τα δικαιώματα του αποβιώσαντα ασφαλισμένου-δανειολήπτη που της εκχωρήθηκαν από τον τελευταίο με το σχετικό όρο της δανειακής συμβάσεως, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι σε περίπτωση αδράνειάς της θα ασκήσουν οι ίδιοι ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντα πλαγιαστική αγωγή εις βάρος της ασφαλιστικής εταιρείας διώκοντας να καταβάλει το ασφάλισμα σ'αυτήν (Τράπεζα).
Κατόπιν τούτου και λόγω αδράνειας της άνω Τράπεζας οι ενάγοντες άσκησαν την υπό κρίση πλαγιαστική αγωγή, κατά τη συζήτηση της οποίας στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία, προκειμένου να απαλλαγεί της υποχρεώσεώς της προς καταβολή του αιτούμενου ασφαλίσματος προέβαλε κατ' ένσταση την προαναφερόμενη καταγγελία της συμβάσεως ασφαλίσεως, επικαλούμενη τα προαναφερόμενα περιστατικά και διατεινόμενη ότι προέβη στην καταγγελία εντός μηνός από τότε που έλαβε γνώση την εκ δόλου παράβαση του ασφαλιστικού βάρους του ασφαλισμένου κατά τη συμπλήρωση του ως άνω ερωτηματολογίου καθώς και ότι δεν θα προέβαινε στην ασφάλισή του εάν γνώριζε την πραγματική κατάσταση της υγείας του.
Η ένσταση αυτή, η οποία με την εκκαλούμενη απόφαση απορρίφθηκε κατ' ουσία και επαναφέρεται από την εκκαλούσα με τους λόγους της υπό κρίση εφέσεως της, είναι, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, νόμιμη, ερειδόμενη, στο άρθρο 3 παρ.1 και 6 του ν. 24 96/19:97 και από τη συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση όλων των αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκε και η ουσιαστική της βασιμότητα σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί παραπάνω.
Ειδικότερα, αναλυτικά αναφέρθηκε παραπάνω ότι ο Α. Λ. α) την τελευταία τριετία πριν από την υπογραφή της ως άνω επίμαχης αίτησης και την κατάρτιση της σύμβασης ασφαλίσεως, έπασχε από υπέρταση και σακχαρώδη διαβήτη που δεν είναι θεραπεύσιμες ασθένειες, αλλά αντιμετωπίζονται με φαρμακευτική αγωγή και διαγνώσθηκαν από τον θεράποντα ιατρό του, ειδικό παθολόγο, ..., κατά τις επισκέψεις στο ιατρείο του στις ημερομηνίες 21.2.2003, 9.3.2003, 18.8.2003, οπότε καταγράφηκαν στο βιβλιάριο υγείας του και β) προ πενταετίας από την υπογραφή της ως άνω αιτήσεως και δη κατά το χρονικό διάστημα από 12.10.1989 έως 10.3.1993, είχε νοσηλευτεί σε Νοσηλευτικά Ιδρύματα διότι έπασχε από "οξεία οσφυοϊσχιαλγία" (με χρόνο νοσηλείας 28 ημέρες), "οσφυϊκή δισκοκήλη" (με χρόνο νοσηλείας 15 ημέρες), "προκάρδιο άγλος" (με χρόνο νοσηλείας 5 ημέρες), "ασταθή στηθάγχη" υποβλήθηκε δε και σε "στεφανιογραφία" (με χρόνο νοσηλείας 3 ημέρες), όπως έχει καταγραφεί στο ατομικό βιβλιάριο υγείας του.
Το υπ'αρθμ. πρωτ. ...2/16.9.2010 πιστοποιητικό του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου "...", που εκδόθηκε μετά την πάροδο ενός και πλέον έτους από το θάνατο του ασφαλισμένου και μετά την άσκηση της υπό κρίση αγωγής προκειμένου να χρησιμοποιηθεί στην παρούσα δίκη στο οποίο αναφέρεται επί λέξει: "Πιστοποιείται ότι όπως προκύπτει από τα στοιχεία που τηρεί το Νοσοκομείο μας ο Δ.
Α. του Κ. νοσηλεύθηκε στην Α'ΠΘ Κλινική από 11.3.09 έως 16.4.09 και μετά 28/5/09 έως 12.7.09 ότε και απεβίωσε πάσχων από Ca πνεύμονα εκ πλακωδών κυττάρων μέτριας-χαμηλής διαφοροποίησης-έκανε χημειοθεραπεία. Δεν έπασχε από σακχ. διαβήτη ούτε άλλη πάθηση.", δεν αποτελεί στοιχείο ικανό να οδηγήσει το Δικαστήριο στην κρίση ότι ο ανωτέρω ασφαλισμένος δεν έπασχε από τις προμνημονευόμενες ασθένειες.
Τούτο διότι, η ως άνω μνεία "Δεν έπασχε από Σακχ. Διαβήτη ούτε άλλη πάθηση.", βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τα όσα, σύμφωνα με όσα έχουν αναπτυχθεί παραπάνω, είναι καταγεγραμμένα στο βιβλιάριο υγείας του αποβιώσαντος, και έτσι καθίσταται προφανές ότι ο συντάξας το ανωτέρω πιστοποιητικό δεν είχε συμβουλευτεί το ανωτέρω βιβλιάριο και τις προαναφερόμενες καταγραφές για τις ασθένειες του αποβιώσαντα και την μακροχρόνιες νοσηλείες του σε Νοσηλευτικά Ιδρύματα. 'Άλλωστε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι οι προαναφερόμενες καταγραφές για τις ανωτέρω ασθένειες και την νοσηλεία του άνω ασφαλισμένου εμφιλοχώρησαν στο ατομικό βιβλιάριο υγείας του εκ παραδρομής ή ότι οι ασθένειες "υπέρταση" και "σακχαρώδης διαβήτης" αποτελούν διαγνωστικά σφάλματα του ως άνω θεράποντα ιατρού.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, ο ως άνω ασφαλισμένος και ήδη αποβιώσας παρότι γνώριζε τα περιστατικά αυτά, ότι δηλαδή πριν την υπογραφή της επίμαχης αιτήσεως και την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης έπασχε από τις ασθένειες αυτές και ότι είχε νοσηλευθεί για μεγάλα χρονικά διαστήματα σε νοσηλευτικά ιδρύματα για θεραπεία κάποιων από αυτές, παραβαίνοντας την υποχρέωση που είχε από το αρ. 3 παρ. 1 του ν. 2406/1997 και προκειμένου να πετύχει την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, απέκρυψε δολίως αυτές από την εκκαλούσα-εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία αν και υποβλήθηκαν σ'αυτόν σχετικές έγγραφες και σαφείς ερωτήσεις.
Συγκεκριμένα στο ενσωματωμένο στην επίμαχη αίτηση ερωτηματολόγιο της εκκαλούσας-εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας απάντησε α) "ναι" στην ερώτηση: "Σχετικά με την ασφάλισή μου δηλώνω υπεύθυνα ότι βρίσκομαι σε καλή κατάσταση υγείας κατά τη διάρκεια των πέντε (5) τελευταίων ετών" και στη στήλη με την ένδειξη "Περιγραφή κατάστασης της υγείας σας" έθεσε τη λέξη "καλή" β) "όχι" στην εξειδικευμένη ερώτηση: "Υποφέρετε από κάποια (οποιοδήποτε) είδους ανικανότητα ή πάθηση που δεν έχετε αναφέρει παραπάνω ή λαμβάνετε σήμερα κάποιο είδος θεραπευτικής αγωγής;" και γ) "Όχι", στη ερώτηση: "Έχετε νοσηλευθεί στο παρελθόν;" ενώ δεν συμπλήρωσε και την στήλη με την ένδειξη: "Αναφέρετε αναλυτικά πότε, σε ποιο Νοσηλευτικό Ίδρυμα, για ποια αιτία και την διάγνωση εξόδου".
Εν προκειμένω δε, δεν εναρμονίζεται με την κοινή λογική η άποψη περί άγνοιας του ασφαλισμένου για τις ως άνω ασθένειες του, αφού οι μεν "υπέρταση" και "σακχαρώδης διαβήτης" διαγνώσθηκαν από τον ως άνω θεράποντα ιατρό του κατά τις επισκέψεις στο ιατρείο του, ενώ για τις υπόλοιπες ασθένειες του νοσηλεύθηκε για μεγάλα χρονικά διαστήματα σε διάφορα νοσηλευτικά ιδρύματα.
Άλλωστε, δεν αποδείχθηκε ότι ο ασφαλισμένος από δικαιολογημένη αιτία ή από αμέλεια δεν γνωστοποίησε στην ασφαλιστική εταιρεία τις προϋπάρχουσες της ασφάλισης νόσους ή παθήσεις, και ούτε εξάλλου προβλήθηκε από τους ενάγοντες τέτοιος ισχυρισμός. Εξάλλου την ορθότητα και την πληρότητα των απαντήσεων για την κατάσταση της υγείας του βεβαίωσε ο ως άνω ασφαλισμένος και με την προαναφερόμενη υπεύθυνη δήλωσή του που ήταν ενσωματωμένη "στην επίμαχη αίτηση, θέτοντας την υπογραφή του κάτω από προδιατυπωμένο κείμενο της, στο οποίο γινόταν ρητή επισήμανση, δυσμενών σε βάρος του συνεπειών από ψευδή δήλωση ή αποσιώπηση γνωστών περιστατικών, συνισταμένων στο ότι αποτελούν "ουσιώδη λόγο για να θεωρηθεί η ασφάλιση άκυρη εξ υπαρχής (Άρθρο 3 Ν.2496/97).".
Η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, πεισθείσα, ως προεκτέθηκε, στην ειλικρίνεια των απαντήσεων αυτών, έκανε δεκτή την αίτηση για σύναψη συμβάσεως ασφαλίσεως και προέβη στην κατάρτιση του σχετικού ασφαλιστήριου συμβολαίου ζωής. Εντούτοις οι πιο πάνω απαντήσεις του ασφαλισμένου στις αντίστοιχες ερωτήσεις της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, καταφανώς δεν είναι αληθείς και σύμφωνα με τις προηγηθείσα νομική σκέψη, αφορούσαν περιστατικά που ήταν αντικειμενικά ουσιώδη, κατά την κρίση του μέσου συνετού ασφαλιστή και όχι αποκλειστικά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, για την εκτίμηση του κινδύνου, τα οποία, άλλωστε, εφόσον η τελευταία έθεσε γι'αυτά σαφείς γραπτές ερωτήσεις, τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου και συνεπώς ο ασφαλισμένος Δ.
Α., σύμφωνα με το αρ. 3 παρ. 1 ν. 2496/1997, είχε υποχρέωση να δηλώσει στην εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνώριζε σχετικά με την υγεία του. Επομένως, εφόσον η ύπαρξη των προαναφερομένων περιστατικών που δεν δήλωσε ο ως άνω ασφαλισμένος από πρόθεση, παρότι τα γνώριζε, ήταν αντικειμενικά ουσιώδη για την εκτίμηση του κινδύνου από την εναγομένη που δεν τα γνώριζε και για τα οποία περιστατικά η εναγομένη είχε θέσει σαφείς γραπτές ερωτήσεις, γιατί ακριβώς η ύπαρξη ή μη αυτών επηρέαζαν την εκ μέρους της εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου που αναλάμβανε με τη σύμβαση, τόσο ώστε αν τα γνώριζε δεν θα κατάρτιζε τη σύμβαση, όπως ρητώς κατέθεσε ο μάρτυρας ανταποδείξεως και εν πάση περιπτώσει δεν θα την κατάρτιζε με τους ίδιους όρους, αλλά με δυσμενέστερους για τον ως άνω δικαιοπάροχο των εναγόντων, η εναγομένη απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος, εφόσον έλαβε γνώση της παράβασης μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, και μάλιστα προέβη σε εμπρόθεσμη καταγγελία, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη.
Η συνέπεια δε αυτή της απαλλαγής της εκκαλούσας-εναγομένης, παρά τα όσα αντιθέτως υποστηρίζουν οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες, επέρχεται εκ του νόμου, ο οποίος δεν διακρίνει σχετικά, παρότι η παράβαση της υποχρέωσης του και οι προϋπάρχουσες της ασφάλισης παθήσεις τους δεν επέδρασαν στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, ήτοι στο θάνατο του ασφαλισμένου, που οφείλεται σε καρκίνο του πνεύμονα.
Τούτο δε επειδή η σύνδεση αυτή δεν ανάγεται σε προϋπόθεση για την απαλλαγή, η δε κατά τα ανωτέρω παράβαση ήταν τέτοιας φύσεως, ώστε, αν η εναγομένη γνώριζε την αληθινή κατάσταση δεν θα κατάρτιζε τη σύμβαση ή δεν θα την κατάρτιζε με τους ίδιους ευνοϊκούς όρους, σύμφωνα και πάλι με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη.
Την παράβαση αυτής της προσυμβατικής υποχρέωσης, στην οποία η εναγομένη στηρίζει την καταγγελία της ασφαλιστικής συμβάσεως, για να απαλλαγεί από την υποχρέωσή της για την καταβολή του ασφαλίσματος, δεν γνώριζε η εναγομένη κατά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, εφόσον από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι ο ως άνω ασφαλισμένος είχε προσκομίσει το ασφαλιστικό του βιβλιάριο στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία καθώς και ιατρικές εξετάσεις, τα οποία άλλωστε δεν είχαν ζητηθεί από την τελευταία.
Συνακόλουθα τούτων, εφόσον αποδείχθηκε, ότι ο δικαιοπάροχος των εκκαλούντων-εναγόντων, κατά το προσυμβατικό στάδιο της σύναψης της ένδικης σύμβασης ασφάλισης, δολίως αποσιώπησε από την εναγομένη τα γνωστά από χρόνια στον ίδιο και ουσιώδη για την εκτίμηση του κινδύνου περιστατικά της κατάστασης της υγείας του, και ανεξαρτήτως του ότι αυτά δεν συνδέονται αιτιωδώς με την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, ήτοι του θανάτου του, η δε εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία ουδέποτε έλαβε γνώση της αλήθειας των περιστατικών τούτων, που απέκρυψε ο ασφαλισμένος και αφορούσαν τον κίνδυνο που εκείνη ανέλαβε να καλύψει, προκειμένου να την παραπλανήσει.
ώστε η εναγομένη να δεχθεί την πρότασή του και να προβεί στην κατάρτιση της επίμαχης σύμβασης ασφάλισης, είναι άκυρη η εν λόγω σύμβαση και, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 και 6 του ν. 2.496/1997, η εναγομένη απαλλάσσεται της υποχρέωσης προς καταβολή του ασφαλίσματος, και εντεύθεν κατά ουσιαστική παραδοχή της σχετικής ενστάσεώς της πρέπει να απορριφθεί ως κατ'ουσία αβάσιμη η υπό κρίση αγωγή κατά το μέρος που στρέφεται εις βάρος της.".
'Ετσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες, με τους από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτο και δεύτερο λόγους, πλημμέλειες καθόσον, μετ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεως του άρθρου 3 § 6 ν. 2496/1997, έκανε δεκτή, ως και ουσιαστικά βάσιμη, την προς απόκρουση της ενδίκου αγωγής των αναιρεσειόντων από την αναιρεσίβλητο εναγομένη προταθείσα και επί της ως άνω διατάξεως θεμελιωθείσα ένσταση καταγγελίας της επιδίκου ασφαλιστικής συμβάσεως δεχθείσα, με πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία την κατάφαση συνδρομής των προς θεμελίωση αυτής από την ως άνω διάταξη προβλεπομένων προϋποθέσεων και ειδικότερα: 1) την εκ μέρους του ασφαλισμένου δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων Α.
Λ. από δόλο παράβαση, κατά τη σύναψη της ενδίκου (από 5.1.06) ασφαλιστικής συμβάσεως, της από τη διάταξη του άρθρου 3 § 1 του ίδιου ως άνω νόμου (2496/1997) επιβαλλομένης υποχρεώσεως αυτού (ασφαλισμένου) προς δήλωση στην αναιρεσίβλητο - ασφαλίστρια κάθε στοιχείου ή περιστατικού που γνωρίζει και είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου και συγκεκριμένα τις ασθένειες από τις οποίες έπασχε (υπέρταση, σακχαρώδης διαβήτης, οξεία οσφυοισχυαλγία, οσφυϊκή δισκοκήλη, ασταθής στηθάγχη) και τις εξ αιτίας αυτών (τρεις) νοσηλείες του σε διάφορα νοσηλευτικά ιδρύματα επί 28, 15 και 5 ημέρες κατά το χρονικό διάστημα 12.10.89 - 10.3.93 με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή αιτιολογία ότι " ...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ως άνω ασφαλισμένο και ήδη αποβιώσας παρότι γνώριζε τα περιστατικά αυτά, ότι δηλαδή πριν την υπογραφή της επίμαχης αιτήσεως και την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης έπασχε από τις ασθένειες αυτές και ότι είχε νοσηλευθεί για μεγάλα χρονικά διαστήματα σε νοσηλευτικά ιδρύματα για θεραπεία κάποιων από αυτές, παραβαίνοντας την υποχρέωση που είχε από το αρ. 3 παρ. 1 του ν. 2406/1997 και προκειμένου να πετύχει την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, απέκρυψε δολίως αυτές από την εκκαλούσα - εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία αν και υποβλήθηκαν σ' αυτόν σχετικές έγγραφες και σαφείς ερωτήσεις.". 2) Τον αποκλεισμό (μη συνδρομή) της επικαλούμενης από τους αναιρεσείοντες παραβάσεως της παραπάνω υποχρεώσεως από αμέλεια με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή σαφή αιτιολογία ότι "Άλλωστε δεν αποδείχθηκε ότι ο ασφαλισμένος από δικαιολογημένη αιτία ή από αμέλεια δεν γνωστοποίησε στην ασφαλιστική εταιρεία τις προϋπάρχουσες της ασφάλισης νόσους ή παθήσεις ...".
Και, 3) την αξιολόγηση των μη δηλωθέντων ως άνω (υπ' αριθμ. 1) στοιχείων "ως αντικειμενικά ουσιωδών για την εκτίμηση του κινδύνου από την εναγομένη (αναιρεσίβλητο), η οποία, αν τα εγνώριζε, δεν θα κατάρτιζε τη σύμβαση και εν πάση περιπτώσει δεν θα την κατάρτιζε με τους ίδιους αλλά με δυσμενέστερους για το δικαιοπάροχο των εναγόντων (αναιρεσειόντων) όρους".
Υπό τις πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης απόφασης οι οποίες δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, υπό την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό του εφαρμοσθέντος ως άνω κανόνος δικαίου και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προβαλλόμενες από το άρθ. 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις οι οποίες, για το λόγο αυτό, κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες.
ΙΙ. Από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ β' προκύπτει ότι, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, [ήτοι τις γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα] για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή στον κανόνα των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν τις παραδοχές του και όχι όταν παραβιάζει αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 1662/2010).
Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η, από το άρθρο 559 αρ. 1β' ΚΠολΔ, αιτίαση υπό την επίκληση παραβάσεως από την προσβαλλόμενη απόφαση του διδάγματος της κοινής πείρας ότι "η προσωπική κατάσταση και συγκρότηση ενός εργάτη - χειρώνακτα και η ανάλογη κοινωνικοοικονομική του θέση (τάξη) δεν του επιτρέπουν να αντιληφθεί τη διαφορά μεταξύ του προβλήματος υγείας, οπότε και αν αυτό εκδηλώθηκε κατά το παρελθόν, και της υποχρεώσεως να δηλώσει - καταγράψει οποιοδήποτε περιστατικό προηγήθηκε σύμφωνα με το ερωτηματολόγιο". Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι τα επικαλούμενα προς θεμελίωση της προβαλλομένης αιτιάσεως αποτελούν δίδαγμα της κοινής πείρας κατά την έννοια που αναφέρεται στη σχετική μείζονα σκέψη, η οποία όμως δεν συντρέχει. Και τούτο, ανεξαρτήτως του ότι η ρητή παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως "δεν εναρμονίζεται με τη λογική άποψη περί άγνοιας του ασφαλισμένου για τις ως άνω ασθένειες αφού η μεν υπέρταση και ο σακχαρώδης διαβήτης διαγνώσθηκαν από το θεράποντα ιατρό του κατά τις επισκέψεις στο ιατρείο του ενώ για τις υπόλοιπες ασθένειες νοσηλεύθηκε για μεγάλα χρονικά διαστήματα σε διάφορα νοσηλευτικά ιδρύματα", αποκλείει την επικαλουμένη αδυναμία αντιλήψεως (ακόμη και ενός "χειρώνακτα-εργάτη") αναφορικά με την προβαλλομένη διαφορά.
ΙΙΙ. Μετά από τα παραπάνω, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε αυτή με τις προτάσεις της και επανέλαβε η πληρεξούσια δικηγόρος της στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στην παρούσα δικάσιμο (άρθρα 106, 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 09/07/2015 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμόν 1188/2013, αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως διορθώθηκε με την 116/2015 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Αυγούστου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ