Legislator Case Law & Legislation
1333/2016 AI generated

1333/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1333/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Γεώργιο Παπαηλιάδη-Εισηγητή, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή-Χαλεβίδου και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1333/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η δήλωση αυτή του παθόντος υποβληθεί μετά την άσκηση ποινικής διώξεως, το δικαστήριο παύει οριστικά αυτήν. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι, επί προκλήσεως σωματικής βλάβης σε τρίτον κατά την οδήγηση οχήματος που εξυπηρετεί την βιοποριστική μεταφορά επιβατών ή πραγμάτων, η δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1333 / 2016 (Α Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1333/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Γεώργιο Παπαηλιάδη-Εισηγητή, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή-Χαλεβίδου και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιουλίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου ‘ Αννας Ζαΐρη και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Π. Σ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γλύκα, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ.ΑΤ5623/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Φεβρουαρίου 2016, επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 26 Φεβρουαρίου 2016 με αριθμό πρωτ. 1606/26-2-2016 αίτησή του αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 478/2016.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 315 του Π.Κ., στις περιπτώσεις των άρθρων 308 και 314 του Π.Κ., η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Δεν απαιτείται έγκληση (και συνεπώς η πράξη διώκεται αυτεπαγγέλτως) αν ο υπαίτιος της πράξεως του άρθρου 314 του Π.Κ. ήταν υπόχρεος λόγω της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή.

Η οδήγηση οχήματος εμπίπτει στο προηγούμενο εδάφιο, όταν εξυπηρετεί την βιοποριστική μεταφορά επιβατών ή πραγμάτων. Στην περίπτωση του άρθρου 314 του Π.Κ., αν η πράξη τελέσθηκε κατά την οδήγηση οχήματος και δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του δευτέρου εδαφίου του παρόντος (δηλαδή ιδιαίτερης επιμέλειας ένεκα του επαγγέλματος ή της υπηρεσίας του δράστη), η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως, ο εισαγγελέας όμως με διάταξή του απέχει από την ποινική δίωξη, αν ο παθών δηλώσει, ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του δράστη.

Αν η δήλωση αυτή του παθόντος υποβληθεί μετά την άσκηση ποινικής διώξεως, το δικαστήριο παύει οριστικά αυτήν. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι, επί προκλήσεως σωματικής βλάβης σε τρίτον κατά την οδήγηση οχήματος που εξυπηρετεί την βιοποριστική μεταφορά επιβατών ή πραγμάτων, η δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως.

Κατά την έννοια του νόμου, όπως διαγράφεται και στην αιτιολογική έκθεση, η οδήγηση οχήματος συνιστά επάγγελμα, όταν ο οδηγός του το χρησιμοποιεί ως βιοποριστικό μέσο για τη μεταφορά επιβατών ή πραγμάτων, δηλαδή όταν το όχημα, οποιασδήποτε κατηγορίας, αποτελεί κατά την κύρια και συνήθη χρήση του αμέσως ή εμμέσως αναγκαίο μέσο για βιοπορισμό.

Όταν η σωματική βλάβη σε τρίτον προκλήθηκε κατά την οδήγηση αυτοκινήτου, το οποίο ο οδηγός του δεν το χρησιμοποιεί ως βιοποριστικό μέσο, κατά την παραπάνω έννοια πάλι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως, λόγω της επικινδυνότητας του μηχανικού μέσου και της άμεσης ανάγκης συλλογής των αποδεικτικών στοιχείων.

Παρέχεται όμως το δικαίωμα στον παθόντα, μετά την επέλευση της βλάβης, να δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του δράστη. Υποκρύπτεται δηλαδή δικαίωμα εγκλήσεως, το οποίο υλοποιείται με την εκ των υστέρων δήλωση του παθόντος. Αποτέλεσμα της δηλώσεως αυτής είναι ότι ο αρμόδιος εισαγγελέας δεν ασκεί ποινική δίωξη δεσμευόμενος από τη δήλωση του παθόντος.

Αν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και επακολουθήσει μετά ταύτα η δήλωση του παθόντος, το δικαστήριο οφείλει να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη. Η δήλωση αυτή είναι απρόθεσμη και μπορεί να λάβει χώρα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας είναι δε ουσιαστικού περιεχομένου, εφόσον καταλύει το δικαίωμα της πολιτείας προς περαιτέρω ενέργεια, με συνέπεια την αποχή του εισαγγελέα από την ποινική δίωξη ή την έκδοση αποφάσεως που παύει οριστικά την ποινική δίωξη.

Επομένως, το δικαστήριο όταν προβάλλεται ή προκύπτει ότι έχει υποβληθεί δήλωση από τον παθόντα, ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του δράστη, οφείλει να κρίνει αιτιολογημένα, εάν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 315 παρ. 1 του Π.Κ., δηλαδή, αν το ζημιογόνο όχημα εξυπηρετεί ή όχι βιοποριστική μεταφορά επιβατών ή πραγμάτων, κατά την παραπάνω έννοια, και σε αρνητική περίπτωση να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη (Α.Π. 1708/2008).

Οι περιπτώσεις σωματικών βλαβών από αμέλεια, που τελούνται στα πλαίσια μη βιοποριστικής οδηγήσεως, διώκονται με έναν ιδιόρρυθμο τρόπο, χαρακτηριστικό του οποίου είναι ο συνδυασμός των αρχών της αυτεπάγγελτης και της κατ’ έγκληση διώξεως. Συγκεκριμένα τα εγκλήματα αυτής της κατηγορίας διώκονται μεν αυτεπαγγέλτως, προβλέπεται όμως η δυνατότητα αδρανοποιήσεως του διωκτικού μηχανισμού δια της υποβολής εκ μέρους του θύματος αρνητικής δηλώσεως, με την οποίαν καθιστά γνωστή στην αρμόδια αρχή την επιθυμία του να μην ασκηθεί ή να παύσει η ενδεχομένως ασκηθείσα ποινική δίωξη κατά του δράστη του εγκλήματος.

Σύμφωνα με την άποψη αυτή, η χρησιμότητα της σχετικής ρυθμίσεως εμφανίζεται μόνον όταν η πράξη διώκεται αυτεπαγγέλτως, διότι τότε έχει νόημα η δημιουργία μιας εξαιρέσεως, που προβλέπει ότι παρά την ύπαρξη αυτεπαγγέλτως διωκομένου εγκλήματος κατισχύει η επιθυμία του παθόντος. Επίσης, η δήλωση του παθόντος ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του δράστη έχει χαρακτήρα οιονεί παραιτήσεως από έγκληση, όταν η ποινική δίωξη δεν έχει ασκηθεί ακόμη και η υποβολή της έχει ως δικονομική συνέπεια την αποχή του εισαγγελέα από την άσκησή της.

Παράλληλα, έχει χαρακτήρα οιονεί ανακλήσεως της εγκλήσεως σε εκείνες τις περιπτώσεις που η ποινική δίωξη ασκήθηκε ήδη και η υποβολή της δηλώσεως έχει ως δικονομική συνέπεια την οριστική παύση της ποινικής διώξεως από το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο (Α.Π. 44/2000). Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 42, 46 και 52 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι η μεν έγκληση γίνεται απευθείας στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, αλλά και στους άλλους ανακριτικούς υπαλλήλους είτε από τον ίδιο τον μηνυτή είτε από ειδικό πληρεξούσιό του, η δε ανάκληση της εγκλήσεως, μπορεί, επίσης, να γίνει και στο ακροατήριο σε όλη την διάρκεια της δίκης και ωσότου δημοσιευτεί η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, αν δε γίνει η ανάκληση αργότερα είναι απαράδεκτη.

Εφόσον δε, η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 315 παρ. 1 του ΠΚ, δεν ορίζει διαφορετικά, για την δήλωση του παθόντος, ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του δράστη στην περίπτωση του άρθρου 314 του ΠΚ, έχουν ανάλογη εφαρμογή οι ως άνω διατάξεις περί εγκλήσεως και ανακλήσεως της εγκλήσεως (ΑΠ 189/1995). Εξάλλου, κατά το άρθρο 51 παρ. 1 του ΚΠΔ, η παραίτηση από του δικαιώματος της εγκλήσεως γίνεται από τον ίδιο τον δικαιούμενο ή από ειδικό πληρεξούσιο σε συμβολαιογράφο, στον εισαγγελέα ή σε οποιοδήποτε ανακριτικό υπάλληλο και συντάσσεται σχετική έκθεση.

Η παραίτηση από την έγκληση πρέπει να είναι ρητή και σαφής, απηλλαγμένη από ελαττώματα βουλήσεως, χωρίς όρους και προθεσμία, δεν μπορεί να συναχθεί συμπερασματικά και δεν απαιτείται αποδοχή της. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ Η’ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η υπέρβαση εξουσίας η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος ή αποφασίζει κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία (θετική υπέρβαση εξουσίας), ή παραλείπει να αποφασίσει κάτι για το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του (αρνητική υπέρβαση εξουσίας).

Περίπτωση θετικής υπέρβασης εξουσίας υπάρχει και όταν το Δικαστήριο απορρίπτει παρά το νόμο αυτοτελή ισχυρισμό περί απαραδέκτου της εναντίον του κατηγορουμένου ποινικής διώξεως, λόγω μη νόμιμης υποβολής της εγκλήσεως ή παραιτήσεως του δικαιουμένου από αυτήν (έγκληση) προ της ασκήσεως της ποινικής διώξεως.

Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλομένη υπ’ αριθμ. 5623/2015 απόφασή του, όπως από την παραδεκτή επισκόπησή της προκύπτει, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που αναφέρονται ως προς το είδος τους σ’ αυτήν, κήρυξε ένοχο σωματικής βλάβης από αμέλεια και κατεδίκασε σε ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών τον αναιρεσείοντα.

Ειδικότερα, εκήρυξε ένοχο αυτόν του ότι, κατά πιστή μεταφορά: "Στην Σαλαμίνα την 1-9-2008 από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποίαν όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προκάλεσε σωματική κάκωση άλλου, αποτέλεσμα το οποίο δεν προέβλεψε. Συγκεκριμένα, ενώ οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο που εκινείτο με αυτό στην οδό ..., με κατεύθυνση από Παλούκια προς το κέντρο της πόλεως, όταν έφθασε στην διασταύρωση της ανωτέρω οδού με την οδό ..., δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, ούτε είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και τέλος, δεν μείωσε την ταχύτητά του προ του ως άνω ισόπεδου οδικού κόμβου, με συνέπεια να επιπέσει με το εμπρόσθιο τμήμα τούτου επί της με αριθμό κυκλοφορίας ...

δίκυκλης μοτοσυκλέτας, η οποία οδηγούμενη από τον Α. Β., κάτοικο ..., που εκινείτο επί της οδού ... και ήδη είχε πραγματοποιήσει ελιγμό, για να εισέλθει αριστερά στην οδό ... και να την ανατρέψει, εξαιτίας δε της ως άνω συγκρούσεως και της ανατροπής να προκαλέσει στον οδηγό της Α. Β., βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, αποτέλεσμα που αυτός (κατηγορούμενος) δεν προέβλεψε".

Με την αυτή ως άνω απόφασή του, το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε, με την, επί λέξει, αιτιολογία ότι: "Επίσης πρέπει να απορριφθεί η ένσταση περί απαραδέκτου της ποινικής διώξεως, καθώς από την καταγραφή της δηλώσεως του παθόντος κατά την προανάκριση, δεν προκύπτει σαφώς παραίτηση από το δικαίωμά του, αφού έχουν καταγραφεί και οι δύο φράσεις", τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, τον οποίον, ως επίσης από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της (προσβαλλομένης αποφάσεως) προκύπτει, αυτός δια της εκπροσώπου του συνηγόρου υπερασπίσεώς του προέβαλε επ’ ακροατηρίου του δικαστηρίου και ανέπτυξε, υπό το εξής κατά πιστή μεταφορά περιεχόμενο: "Αυτοτελής ισχυρισμός περί οριστικής παύσης ποιν.

δίωξης. Στην από 23-10-2008 ένορκη κατάθεση του παθόντα ενώπιον της Τροχαίας Σαλαμίνας ο παθών Β. Α., δήλωσε ανεπιφύλακτα ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του Σ. Π., κατ’ αρ. 315 ΠΚ. Ως εκ τούτου ο Εισαγγελέας Πλημ/κών όφειλε να απέχει από την ποινική δίωξη, με διάταξή του. Ουδόλως, επηρεάζει η μετά την πάροδο εξαμήνου νέα κατάθεση (την 23-3-3009) του παθόντα ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη, καθόσον ο Νόμος δεν προβλέπει την δυνατότητα ανάκληση της δήλωσης του παθόντα περί μη ασκήσεως ποινικής διώξεως.

Ως εκ τούτου αιτούμεθα την οριστική παύση της ποινικής διώξεως εις βάρος του Σ. Π., λόγω της από 23-10-08 δηλώσεως του παθόντα περί μη ασκήσεως ποινικής διώξης, κατ’ άρθρον 315 ΠΚ. Πειραιάς 14-12-2015. Η συνήγορος υπερασπίσεως". Περαιτέρω από την παραδεκτώς, για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, επισκοπούμενη, κατά το οικείο μέρος της, από 23-10-2008 ένορκη κατάθεση του ανωτέρω παθόντος Β.

Α. του Ι. ενώπιον του ανθ/μου του Τ.Τ. Σαλαμίνας Η. Κ., την οποίαν σημειωτέον έδωσε εξ αφορμής του ανωτέρω τροχαίου ατυχήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, ο τελευταίος (παθών) εδήλωσε και διελήφθησαν στην σχετική αυτή έκθεση καταθέσεώς του, επί λέξει, τα εξής: "Δεν επιθυμώ την επιθυμώ την ποινική δίωξη του οδηγού του αυτ/του για τον τραυματισμό μου".

Η υπό το περιεχόμενο αυτό δήλωση του εν λόγω παθόντος δεν συνιστά την, κατά τις ειρημένες διατάξεις, απαιτούμενη σαφή και ρητή τοιαύτη (δήλωση) του παθόντος, ότι παραιτείται του δικαιώματός του προς άσκηση ποινικής διώξεως κατά του αναιρεσείοντος για τον λόγω τραυματισμό του, ώστε η μετά τούτο ασκηθείσα ποινική δίωξη, βάσει της οποίας συνεχίσθηκε η εναντίον του ποινική διαδικασία και εξεδόθη για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, να τυγχάνει απαράδεκτη και να τίκτεται υποχρέωση του ως άνω δικαστηρίου να την κηρύξει ως τοιαύτη.

Επομένως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπερέβη την εξουσία του απορρίπτοντας τον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και χωρώντας στην περαιτέρω εκδίκαση της εναντίον του κατηγορίας και έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και ως εκ τούτου ο σχετικός μόνος εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, είναι αβάσιμος.

Μετά ταύτα και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δικ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 26-2-2016, υπ’ αριθμ. πρωτ: 1606/26-2-2016, από 25.2.2016 αίτηση, του Π. Σ. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5623/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουλίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Αυγούστου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ