Legislator Case Law & Legislation
1333/2015 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal on land ownership classification under Cattle Registry Regulations.

Case Number 1333/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling that classified specific Dodecanese lands as private property. The State argued that the land should be categorized as public 'erazi-emirie' under the Cattle Registry Regulations, while the private owners claimed their rights derived from continuous possession and valid transfers. The court held that the lower court correctly applied the regulations to recognize the owners' rights based on their continuous possession and legal transfers, rejecting the State's claim of public ownership.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 2, 4 of the Cattle Registry Regulations; Article 63 of the Regulations: The court established that private ownership rights acquired through continuous possession and valid transfers are protected and cannot be reclassified as public land without violating the principle of acquired rights.

Keywords

AI generated
Cattle Registry Regulations Dodecanese land classification public vs private property continuous possession acquired rights protection State ownership claim land registry dispute

Cited Legislation

AI generated
Articles 1, 2 and 4 of the Cattle Registry Regulations
Article 8 paragraph 2 of Law 510/1947
Article 61 section b' of the Cattle Registry Regulations
Article 63 paragraph 5 of the Cattle Registry Regulations
Article 4 section st' of the Cattle Registry Regulations
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraph 1 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1333 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 1333/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Διονυσία Μπιτζούνη και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Νικολέττα Μπελίτση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ

Των αναιρεσίβλητων: 1.Θ. Σ. του Ν., 2Ι. Σ. του Ν., 3 Θ. Σ. του Μ., 4Γ. Σ. του Ρ., 5.Θ. Σ. του Ρ., 6Ι. Σ. του Ρ. κατοίκων ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Καραγκούνη

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-4-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 170/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 193/2013 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-10-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 21-9-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων, ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 4 του Κτηματολογικού Κανονισμού, που κυρώθηκε με το υπ' αριθ. 132/29 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη στη Δωδεκάνησο και διατηρήθηκε σε ισχύ ως τοπικό δίκαιο και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα, δυνάμει του άρθρου 8 παρ. 2 του από 30-12-1947 ισχύοντος νόμου 510/47, διατηρείται κατ' αρχήν η διάκριση των γαιών σε κατηγορίες, α) δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ, μιρί κλπ.), β) ελευθέρας ιδιοκτησίας (μουλκ) και γ) βακουφίων, όπως είχε κατά το προϊσχύσαν στη Δωδεκάνησο Οθωμανικό Δίκαιο.

Ως δημόσια κτήματα (γαίαι) της κατηγορίας "εραζί-εμιριέ" θεωρούνται οι γαίες που είχαν παραχωρηθεί κάποτε σε ιδιώτες με παραχωρητήρια (ταπία) μόνο για την ωφέλιμη κυριότητα "τεσσαρούφ" καθώς και εκείνες οι οποίες λόγω ελλείψεως τίτλου, θέλουν αναγνωρισθεί και ταξινομηθεί από τα όργανα του Κτηματολογίου κατά την ενέργεια της βεβαιώσεως, στην ανωτέρω κατηγορία, οπότε η καταγραφή αυτή, μετά την παρέλευση των προθεσμιών του όρθρου 37 και 39, καθίσταται αμετάκλητη (άρθ. 61 εδ.

β'). Κατά δε το άρθρο 63 παρ. 5 του ίδιου Κτηματολογικού Κανονισμού δεν συγχωρείται εις βάρος των δημοσίων περιουσιακών κτημάτων η παραγραφή της πλήρους ή ψιλής κυριότητας ως προς τις γαίες "μιρί ή εραζί-εμιριέ". Από το τελευταίο αυτό άρθρο συνδυαζόμενο και προς το άρθρο 4 εδάφ. στ', με το οποίο, προβλέπεται η από της ισχύος του Κανονισμού παραχώρηση της ωφέλιμης κυριότητας των δημοσίων περιουσιακών κτημάτων μόνο με πράξη του Κυβερνήτη, σαφώς συνάγεται ότι επιτρέπεται πλέον μόνο η παραγραφή (κτητική) του δικαιώματος ωφέλιμης κυριότητας (τεσσαρούφ) των δημοσίων κτημάτων και μάλιστα οπωσδήποτε αυτών που έχουν παραχωρηθεί, ενώ αντιθέτως δεν συγχωρείται η παραγραφή του δικαιώματος ψιλής κυριότητας των ίδιων κτημάτων.

Με το άρθρο, όμως, 65 του ίδιου Κτηματολογικού Κανονισμού ορίσθηκε ότι τα δημόσια κτήματα οποτεδήποτε και αν αναγνωρίσθηκαν ως τέτοια, ακόμη και αν η παραχώρησή τους σε ιδιώτες έγινε μετά την ιταλική κατάληψη των νήσων του Αιγαίου (1912), εξακολουθούν να διέπονται από τις διατάξεις του Οθωμανικού δικαίου, που ίσχυε κατά το χρόνο της κατάληψης, εφόσον συμβιβάζονται προς τις παρούσες κτηματολογικές διατάξεις.

Επομένως, ισχύει για τα ανωτέρω κτήματα και το άρθρο 78 του από 7 Ραμαζάν 1274 Οθωμανικού νόμου περί γαιών, με το οποίο αναγνωρίζεται δικαίωμα ανάλογο προς τη χρησικτησία, κατ' εξαίρεση των διατάξεων του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, οι οποίες δεν αναγνωρίζουν το θεσμό της χρησικτησίας, ως κτητική παραγραφή, και μάλιστα με περιεχόμενο όμοιο με εκείνο που αποκτάται με έκδοση τίτλου και παραχώρηση από το Δημόσιο (τεσσαρούφ), αφού η ανωτέρω διάταξη ορίζει ότι εκείνος ο οποίος έχει εξουσιάσει και καλλιεργήσει για 10 συνεχή έτη, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, δημόσιες γαίες (εραζί-εμιριέ) όχι όμως βακουφικές, αποκτά επ' αυτών δικαίωμα διηνεκούς εγκαταστάσεως, νομιμοποιούμενος στη δημιουργηθείσα και υφιστάμενη πραγματική κατάσταση (δικαίωμα ωφέλιμης κυριότητας).

Έτσι και μετά την ισχύ του Κτηματολογικού Κανονισμού στη Δωδεκάνησο είναι κατά νόμο δυνατή η απόκτηση δικαιώματος "τεσσαρούφ" επί δημοσίου κτήματος όχι μόνο με παραχώρηση από το Κράτος (τον Κυβερνήτη) αλλά και με δεκαετή εξουσίασή του, και μάλιστα χωρίς να είναι απαραίτητο, στη δεύτερη περίπτωση, να έχει αυτό παραχωρηθεί προηγουμένως σε ιδιώτη και να έχει καταγραφεί η σχετική πράξη στο κτηματολόγιο.

Η δεκαετής όμως εξουσίασή, μετατραπείσα σε πλήρες δικαίωμα κυριότητος με βάση τη ρητή διάταξη του άρθρου 9 ν. 2100/1952, έπρεπε να είχε συμπληρωθεί μέχρι την 10-1-1949, ημερομηνία ενάρξεως εφαρμογής του α.ν. 1539/1938 και για την περιοχή της Δωδεκανήσου, σύμφωνα με το Β.Δ/γμα της 31.12.48/10.1.49, διότι έκτοτε τα δημόσια κτήματα ήσαν ανεπίδεκτα νομής χρησικτησίας.

Το δικαίωμα δε αυτό διηνεκούς εξουσιάσεως μετατράπηκε σε πλήρες δικαίωμα κυριότητας με βάση τη ρητή διάταξη του άρθρου 9 του ν.2100/1952. Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 στοιχ. α' του ν. 510/1947, που ισχύει κατά το άρθρο 14 αυτού από τη δημοσίευσή του στην ΕτΚ (30-12-1947), εισάγονται στη Δωδεκάνησο ο Αστικός Κωδικός, ο Εισαγωγικός Νόμος του ΑΚ και το ν.δ. 7/10.5.1945 "περί αποκαταστάσεως του Αστικού Κώδικος και του Εισαγωγικού αυτού Νόμου", κατά δε το άρθρο 8 του παραπάνω ν. 510/1947, οι διατάξεις περί Κτηματολογίου, που ίσχυαν ήδη στη Δωδεκάνησο, διατηρούνται σε ισχύ, επομένως και η του άρθρου 63 του υπ' αριθ. 132/1.9.1929 δ/τος του Ιταλού Κυβερνήτη, το οποίο ορίζει ότι "κατά των εγγραφών του Κτηματικού Βιβλίου, των αφορωσών ακίνητα, ελευθέρας ιδιοκτησίας (μουλκ), συγχωρείται η παραγραφή, κατά τας αρχάς της ιταλικής νομοθεσίας, μετά δεκαπενταετίαν από τη επισυμβάσης εγγραφής", προς δε και ότι "ο νομεύς, όστις εχρησιδέσποσε, δύναται να επιτυχή την εγγραφήν του δικαιώματος είτε δια δικαστικής αποφάσεως, αναγνωριζούσης έναντι του εγγεγραμμένου τιτλούχου ή των κληρονόμων του ή εν ελλείψει τούτων, του Διευθυντού του Κτηματολογικού Γραφείου ότι η παραγραφή συνεπληρώθη".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η παραπομπή στις αρχές της ιταλικής νομοθεσίας είναι γνήσια παραπομπή, δηλαδή γίνεται με την έννοια ότι αυτές αποτελούν συμπληρωματικό κείμενο της παραπέμπουσας διάταξης, όπως ισχύουν κάθε φορά. Περαιτέρω, ενόψει των παραπάνω διατάξεων για εισαγωγή της ελληνικής νομοθεσίας και του άρθρου 3 του ΕισΝΑΚ, η πιο πάνω παραπομπή νοείται ότι γίνεται από την παραπάνω εισαγωγή του και εφεξής στις οικείες διατάξεις του ελληνικού ΑΚ.

Από όλες αυτές τις διατάξεις συνάγονται, εκτός των άλλων, και τα εξής: α) ότι καθιερώνεται η έκτακτη χρησικτησία (κτητική παραγραφή) με δεκαπενταετή νομή και β) ότι η καθιερούμενη κατά τ' άνω κτητική παραγραφή ισχύει ως προς το χρόνο αυτής και μετά την εισαγωγή της ελληνικής νομοθεσίας στη Δωδεκάνησο, ως προς τα λοιπά όμως στοιχεία, δηλαδή τις προϋποθέσεις έναρξης, διαδρομής και συμπλήρωσης αυτής, εφαρμόζονται οι διατάξεις στις οποίες γίνεται παραπομπή.

Επομένως, ισχύουν: 1) από την παραπάνω με το υπ' αριθ. 132/1.9.1929 δ/γμα του Ιταλού Κυβερνήτη θέσπιση του Κτηματολογίου στη Δωδεκάνησο, οι περί νομής διατάξεις του ιταλικού Αστικού Κώδικα του 1865, που ίσχυε τότε, δηλαδή οι διατάξεις των άρθρων 686 και 2106 αυτού, κατά τις οποίες η νομή είναι νόμιμη, όταν είναι συνεχής, αδιάκοπη, ειρηνική, δημόσια, όχι αμφίβολη και ασκείται με διάνοια να έχει κάποιος το πράγμα σαν δικό του, 2) από την εισαγωγή στη Δωδεκάνησο, με το υπ' αριθ. 170/1942 δ/γμα του Ιταλού Κυβερνήτη, του ιταλικού Αστικού Κώδικα του 1942 οι διατάξεις των άρθρων 1140 και 1158 του Κώδικα αυτού, κατά τις οποίες η κυριότητα αποκτάται και με την επί ορισμένα έτη συνεχιζόμενη νομή, δηλαδή εξουσία πάνω στο πράγμα, η οποία εκδηλώνεται σε δραστηριότητα, που ανταποκρίνεται στην ενάσκηση της κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος και 3) από την εισαγωγή της ελληνικής νομοθεσίας στη Δωδεκάνησο (30-12-1947) οι διατάξεις του ελληνικού Αστικού Κώδικα, που διαλαμβάνουν για τη νομή που οδηγεί στην έκτακτη χρησικτησία, δηλαδή οι διατάξεις των άρθρων 974, 976 - 979 και 1045 ΑΚ, κατά τις οποίες αυτός που αποκτά τη φυσική εξουσία επί του πράγματος (κατοχή) με διάνοια κυρίου και ασκεί αυτήν για ορισμένο χρόνο χρησιδεσπόζει επ' αυτού και αποκτά την κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία.

Και κατά τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1192 και 1198 ΑΚ για την απόκτηση κυριότητος επί ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και του αποκτώντος ότι για κάποια νόμιμη αιτία μεταβιβάζεται η κυριότητα, υποκείμενη στον έγγραφο συστατικό τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, που πρέπει να μεταγραφεί στα οικεία βιβλία μεταγραφών.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο, ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στη συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του, ή εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

Α.Π. 20/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ.), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση, αναφορικά με την ένδικη από 3-4-2009 (και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 999/ΤΠ 156/25-5-2009) αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά το ενδιαφέρον μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Δυνάμει των .../29.09.1989 και .../29.09.1989 συμβολαίων γονικής παροχής και δωρεάς εν ζωή, αντίστοιχα, της συμβολαιογράφου Καλύμνου Αικατερίνης Κουρεμιέτη Τσακριού, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα Βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αστυπάλαιας (Τόμος … και αριθμός … και Τόμος …αριθμός…), ο Ν. Σ. του Θ., μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής και δωρεάς, στους ενάγοντες, κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, ένα ακίνητο, που βρίσκεται στην περιοχή "..., εμβαδού 47.102.26 τ.μ. (που αποτυπώνεται υπό στοιχεία 1-2-3-4-5-6-7-21-22-23-24-25-40-41-42-47-48-49-50-51-52-53-54-55-56-57-61-62-63-64-77-78-79-80-81-89-90-91-92-93-94-115-116-117-118-119-120-121-122-123-124-125-126-150-151-152-153-154-155-156-157-158-1 στο από 10-12-1988 κτηματολογικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν.

Κ.), συνορεύει (σύμφωνα με το ανωτέρω αναφερόμενο διάγραμμα), βόρεια επί τεθλασμένης πλευράς (93-94-115-116-117-118-119-120-121-122-123-124-125-126), μήκους 192,80 μέτρων, με ακίνητο ιδιοκτησίας Κ. Κ., νότια επί τεθλασμένης πλευράς (156-157-158-1-2-3-4-5-6-7-21-22-23-24-25-40-41-42-47-48-49-50-51), μήκους 311,10 μέτρων εν μέρει με κληρονόμους Μ. Γ. και εν μέρει με δημοτική οδό, δυτικά επί τεθλασμένης πλευράς (51-52-53-54-55-56-57-61-62-63-64-77-78-79-80-81-89-90-91-92-93), μήκους 354,00 μέτρων, με ακίνητο ιδιοκτησίας Εκκλησιαστικού Φιλανθρωπικού Ταμείου Αστυπάλαιας (ΕΦΤΑ) και ανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς (126-150-151-152-153-154-155-156), μήκους 119 μέτρων, με ακίνητο ιδιοκτησίας Κ.

Κ.. Στον ως άνω άμεσο δικαιοπάροχο των εναγόντων, Ν. Σ., το εν λόγω ακίνητο είχε μεταβιβαστεί, το 1932, δυνάμει άτυπης δωρεάς από τον πατέρα του Θ. Σ., ο οποίος το είχε αγοράσει από το Μ. Ι. Λ., δυνάμει του, με επίκληση, προσκομιζόμενου, σε επικυρωμένο φωτοαντίγραφο, από 2-10-1916 πωλητηρίου συμβολαίου, που συντάχθηκε ενώπιον του Δημάρχου Αστυπάλαιας.

Σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, Π. Π. του Π., ο απώτατος δικαιοπάροχος των εναγόντων, Θ. Σ. ("ο ιδιοκτήτης", όπως χαρακτηριστικά τον αποκάλεσε ο ανωτέρω μάρτυρας στην κατάθεσή του) από την ανωτέρω ημεροχρονολογία, 2-10-1916, νεμήθηκε το παραπάνω επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιαλείπτως, ασκώντας επ' αυτού τις, στη φύση του και τον προορισμό του, ως εν μέρει καλλιεργήσιμου αγρού, διακατοχικές πράξεις νομής.

Συγκεκριμένα το καλλιεργούσε με σιτάρι, το χρησιμοποιούσε ως βοσκότοπο, διατηρούσε επ' αυτού "μαντριά" ζώων και γενικά το επέβλεπε και το φρόντιζε με διάνοια αποκλειστικού κυρίου αυτού, μέχρι το 1932, οπότε το μεταβίβασε, λόγω άτυπης δωρεάς, στο γιο του Ν. Σ., ο οποίος, έκτοτε, το εκμίσθωσε, μεταξύ των άλλων, στο θείο του μάρτυρα απόδειξης, Γ.

Κ., προς καλλιέργεια δημητριακών για ζωοτροφές και επιπλέον, συνέχισε τις ίδιες ως άνω αναφερόμενες διακατοχικές πράξεις νομής του άμεσου δικαιοπαρόχου πατέρα του, με διάνοια κυρίου, μέχρι το 1989, που το μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής και δωρεάς εν ζωή στους ενάγοντες, κατά ποσοστό 1/6 εξαδιαιρέτου στον καθένα, δυνάμει των προαναφερθέντων σχετικών συμβολαίων.

Οι τελευταίοι (ενάγοντες) συνέχισαν να νέμονται με διάνοια κυρίου το επίδικο ακίνητο, και δη εκμίσθωσαν τα μαντριά και το όλο ακίνητο ως βοσκότοπο στον Κ. Κ., λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα τυρί και ρύζι, το επέβλεπαν και γενικά το φρόντιζαν, με αποτέλεσμα να καταστούν συγκύριοι αυτού κατ' ισομοιρία, αφ' ενός με τον παραπάνω παράγωγο τρόπο (γονική παροχή και δωρεά), αφ' ετέρου δε και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) προσμετρώντας στο χρόνο νομής τους και το χρόνο νομής του ανωτέρω άμεσου δικαιοπαρόχου τους, Ν.

Σ., ο οποίος, το 1989 που μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο στους ενάγοντες, είχε ήδη καταστεί κύριος του μεταβιβαζόμενου ακινήτου, αφού το νεμήθηκε με διάνοια κυρίου, κατά τα προαναφερθέντα, για χρονικό διάστημα πλέον της εικοσαετίας (1932-1989). Είναι βέβαια γεγονός ότι μέσα στο επίδικο (το οποίο πλέον δεν καλλιεργείται σε κανένα σημείο του, αλλά έχει μαντριά και χρησιμοποιείται ως βοσκότοπος) υφίστανται θυμάρια, αστοιβές και λαδανιές και για το λόγο αυτό, με τη 2225/05.06.1998 πράξη χαρακτηρισμού του Διευθυντή Δασών Δωδεκανήσου, το συγκεκριμένο ακίνητο χαρακτηρίστηκε "ως χορτολιβαδική έκταση που ανήκει κατά τεκμήριο στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ.6 β' ν. 998/1979".

Ωστόσο, όπως, περαιτέρω, αποδείχθηκε από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, μέσα στο ακίνητο δεν υπάρχουν δένδρα, δάσος ή δασική έκταση, ούτε και περικλείεται αυτό από χορτολιβαδικές εκτάσεις, δεδομένου ότι το επίδικο συνορεύει με τις ιδιοκτησίες κληρονόμων Μ. Γ., Κ. Κ.) και Εκκλησιαστικού Φιλανθρωπικού Ταμείου Αστυπάλαιας, οι οποίες δεν αποδείχθηκε ότι αμφισβητούνται από το Ελληνικό Δημόσιο, αλλά αντίθετα υφίστανται επ' αυτών κτίσματα και μανδρότοιχοι.

Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι, όπως προκύπτει από το με αρ. πρωτ. 29070/30.09.2008 πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού του προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. Ρόδου, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ενόψει οφειλών του πέμπτου των εναγόντων, Θ. Σ. του Ρ., εξέθεσε, κατ' άρθρο 41 του Κ.Ε.Δ.Ε., στις 28-1-2009, σε αναγκαστικό πλειστηριασμό, το επίδικο και, συγκεκριμένα, ποσοστό 1/6 αυτού, αναγνωρίζοντας έμμεσα την κυριότητα του ως άνω οφειλέτη του, (5ου ενάγοντος), κατά το εν λόγω ποσοστό (1/6) στο επίδικο ακίνητο.

Ενόψει όλων των προεκτεθέντων, δεν αποδείχθηκε η βασιμότητα της καταλυτικής της αγωγής ένστασης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου περί ιδίας κυριότητας ως δημόσιας δασικής έκτασης. Τούτο δε καθόσον γαίες φύσης "εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί", δηλαδή δημόσιες γαίες, όπως και το δικαίωμα διαρκούς εξουσίασης επί δημοσίων γαιών (τεσσαρούφ) από της εποχής του τούρκου κατακτητή Σουλτάνου Σουλεϊμάν (1522 μ.Χ.) μέχρι την ισχύ του ν. 2100/1952 (26-4-1952) δεν υπήρξαν ποτέ στα Δωδεκάνησα εκτός της Ρόδου και της Κω, που ο τούρκος κατακτητής τις είχε κυριεύσει με τη "σπάθη και το δόρυ".

Στα άλλα νησιά της Δωδεκανήσου, όπως είναι και η Αστυπάλαια, που δεν ήταν "δορυάλωτα", δηλαδή δεν είχαν κατακτηθεί με τα όπλα, ο τούρκος κατακτητής Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής, όχι μόνο δεν δήμευσε τη γη, αλλά παραχώρησε δικαιώματα, με αποτέλεσμα όλα ανεξαιρέτως τα κτήματα, που κατείχαν, νέμονταν και εξουσίαζαν από τότε οι κάτοικοι των νησιών αυτών, να ανήκουν στις ιδιοκτησίες τους (γαίες μουλκ, βλ.

Αχιλ. Κωνσταντινίδη "Αρζί-μιρί και Ιστορία" Δωδ. Νομ. Επιθ. Τόμος 6ος, σελ. 1 επόμ., Γ. Παντελίδη "Η απόσβεση της ψιλής κυριότητας του Δημοσίου επί των παραχωρημένων δημοσίων γαιών" ο.π. τόμος 5ος σελ. 79 επ. Αλεξ. Καρανικόλα "Τα Συμιακά" τόμος Δ, σελ. 2, Εφ.Δωδ. 188/2005, 103/1999, 220/1997". Διέλαβε δε επιπλέον το δικάσαν Εφετείο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ως προς τον ισχυρισμό του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ότι "το επίδικο ακίνητο ανήκει στην κατηγορία των δημόσιων γαιών (εραζί-εμιριέ ή αρζί μιρί) και κείται στη νήσο Αστυπάλαια, όπου δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 63 του Κτηματολογικού κανονισμού, γιατί εκεί ουδέποτε καταρτίστηκε Κτηματολόγιο και δεν επιτρέπεται η κτητική παραγραφή για την κτήση με χρησικτησία δικαιώματος τεσσαρούφ σε βάρος του", την επάλληλη αιτιολογία, ότι, και επί τη, μη υιοθετούμενη υπ' αυτού, εκδοχή κατά την οποία το επίδικο ακίνητο έχει τα χαρακτηριστικά δημόσιας γαίας "εραζί-εμιριέ" (όπως έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη), "ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγόντων, Ν.

Σ., ο οποίος το νεμήθηκε, καλλιεργώντας το, με διάνοια κυρίου, κατά τα προεκτιθέμενα, συνεχώς και αδιαταράκτως από το 1932 μέχρι το 1989, που το μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής και δωρεάς στους ενάγοντες, δηλαδή το νεμήθηκε για χρονικό διάστημα πλέον της δεκαετίας πριν τις 10-1-1949, που τέθηκε σε ισχύ στα Δωδεκάνησα ο α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", είχε αποκτήσει στις 10-1-1949 δικαίωμα ωφέλιμης κυριότητας (τεσσαρούφ) έναντι του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρ. 78 του από 17 Ραμαζάν 1274 Οθωμανικού νόμου περί γαιών και, ακολούθως με το άρθρο 9 του ν. 2100/1952 απέκτησε αυτοδικαίως, χωρίς καμία άλλη διατύπωση την πλήρη κυριότητα επ' αυτού (επίδικου ακινήτου) και αποσβέστηκε το δικαίωμα ψιλής κυριότητας του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της απόφασης, απέκτησε όλη την ακίνητη περιουσία του Ιταλικού Κράτους στη Δωδεκάνησο με το άρθρ. 1 του παραρτήματος XIV της από 20-2-1947 συνθήκης των Παρισίων μεταξύ των συνασπισμένων συμμαχικών δυνάμεων και της Ιταλίας, που κυρώθηκε με το ν.δ. 423/1947".

Ακολούθως, το Εφετείο, κατ' επικύρωση της πρωτόδικης αποφάσεως, έκρινε ότι οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι (κατ' ισομοιρία και εξ αδιαιρέτου) του επίδικου ακινήτου, νομικής φύσεως ελευθέρας ιδιοκτησίας "μουλκ", το μεν κατά παράγωγο τρόπο, ήτοι δια της προς αυτούς μεταβιβάσεως της κυριότητας από τον άμεσο δικαιοπάροχό τους Ν.

Σ. του Θ. με τα στην απόφαση αναφερόμενα συμβολαιογραφικά έγγραφα, νομίμως μεταγραφέντα, λόγω γονικής παροχής και δωρεάς, αντίστοιχα, ο οποίος άμεσος δικαιοπάροχος απέκτησε την επ' αυτού κυριότητα δια της συνεχούς, διανοία κυρίου, νομής, ως εν μέρει καλλιεργήσιμης εκτάσεως και ως εν μέρει βοσκοτόπου, από το έτος 1932 μέχρι τη γενόμενη μεταβίβαση (29-9-1989), μετά των αναγκαίων προς τούτο προσόντων, δηλαδή κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 63 του περί Κτηματολογίου υπ' αριθμ. 132/1-9-1929 Διατάγματος του Ιταλού Κυβερνήτη της Δωδεκανήσου, κατά τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, ήτοι τις περί νομής του Ιταλικού Αστικού Κώδικα του 1942 και του Ελληνικού Αστικού Κώδικα, των οποίων τα στοιχεία παραθέτει, το δε πρωτοτύπως, με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στο χρόνο νομής τους και τον άνω χρόνο νομής του άμεσου δικαιοπαρόχου τους, ο οποίος το νεμήθηκε από το έτος 1932, δυνάμει άτυπης δωρεάς από τον πατέρα του Θ.

Σ., ο οποίος το είχε αγοράσει από το Μ. I. Λ., δυνάμει του από 2-10-1916 πωλητήριου συμβολαίου, που συντάχθηκε ενώπιον του Δημάρχου Αστυπάλαιας. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με εσφαλμένη εφαρμογή τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις, ο δε περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ., κατά τον οποίο το Εφετείο, εφαρμόζοντας τις πιο πάνω διατάξεις, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε με ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝ ΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθ. 134423/ 1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν.1738/1987 (ΑΠ 174/2014).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-10-2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά των Θ. Ν.Σ., Ι. Ν.Σ., Θ. Μ.Σ., Γ. Ρ.Σ., Θ. Ρ.Σ. και Ι. Ρ.Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 193/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ