1333/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/10/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 659/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 25/2013 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17/7/2013 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1333/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η δε υπέρβαση των ορίων καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 Α.Κ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1333 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1333/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΚΙΒΩΤΟΣ ΑΓΑΠΗΣ Φ.Σ." που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ρήγα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Μαρίας Ασημακοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/10/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 659/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 25/2013 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17/7/2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 16/1/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των 1ου, 2ου, 3ου, 4ου, 11ου, 12ου, 13ου και 14ου λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.
Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τα άρθρα 669 παρ. 2 Α.Κ., 1 του Ν. 2112/1920, 1 και 5 του Ν. 3198/1955, προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος της δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η δε υπέρβαση των ορίων καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 Α.Κ.
Είναι δε άκυρη η καταγγελία και όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου ή όταν διεκδίκησε νομίμως, δικαστικώς ή εξωδίκως, τα δικαιώματά του.
Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέσθηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 Α.Κ.
Εξάλλου κατά το άρθρο 7 εδ. α' του Ν. 2112/1920, "πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλο θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ήν ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου". Για την εφαρμογή της εν' λόγω διατάξεως απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ' αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία.
Περαιτέρω, από τις προαναφερθείσες διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648 και 652 ΑΚ προκύπτει ότι στην περίπτωση συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας ή κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του προβεί κατά κατάχρηση αυτού στον προσδιορισμό της παροχής εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες:
α) Να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) Να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε εάν ο εργοδότης δεν αποδεχτεί αυτή καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας, ή εκφράζοντας την αντίδρασή του να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης να τον απασχολεί με τους προ της μεταβολής όρους, και γ) Να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη καταγγελία, εκ μέρους του, της εργασιακής συμβάσεως και να απαιτήσει την καταβολή αποζημιώσεως που προβλέπεται από το Ν. 2112/1920.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, δικάζοντας έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος από το εναγόμενο είναι άκυρη ως καταχρηστική, οφειλόμενη σε προηγηθείσα νόμιμη αλλά μη αρεστή στο εναγόμενο συμπεριφορά της ενάγουσας να διεκδικήσει νόμιμα εργασιακά δικαιώματα, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:
Το εναγόμενο Ν.Π.I.Δ. λειτουργεί από της, κατά το έτος 1973, συστάσεώς του ως φιλανθρωπικό σωματείο μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, και έχει ως σκοπό την περίθαλψη παιδιών, που είναι νοητικά και κινητικά ανάπηρα και με την υπ' αριθμ. Γ4β/Φ.89/1783 / 15/9/1981 απόφαση του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών χορηγήθηκε σ' αυτό άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας Ασύλου χρόνιων παθήσεων παιδιών.
Στις 7/3/1990 η ενάγουσα προσλήφθηκε από το εναγόμενο, δυνάμει της 44 / 7/3/1990 αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες της ως πρακτική νοσοκόμα, αντί των εκάστοτε νομίμων αποδοχών και εργάσθηκε μέχρι τις 24/7/2009, οπότε το εναγόμενο κατάγγειλε τη σύμβαση εργασίας της, προσφέροντας σ' αυτήν ως αποζημίωση το ποσό των 15.000 ευρώ.
Η καταγγελία αποφασίσθηκε ομόφωνα από τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου, με την υπ' αριθμ. 22 / 21/7/2009 πράξη του Δ.Σ., λόγω της επικαλούμενης αντισυμβατικής συμπεριφοράς της ενάγουσας, με βάση τα παρατιθέμενα στην εν λόγω πράξη πραγματικά περιστατικά, προκειμένου να επιτευχθεί η εύρυθμη λειτουργία του Σωματείου.
Επί δεκαεπτά συναπτά έτη η ενάγουσα προσέφερε προσηκόντως τις υπηρεσίες της με την παραπάνω ειδικότητα, χωρίς μέχρι τότε να δημιουργηθεί κάποιο πρόβλημα. Βέβαια, συνεχίζει το Εφετείο, το εναγόμενο ισχυρίζεται γενικώς και αορίστως ότι στο παρελθόν η ενάγουσα είχε παρατηρηθεί για μια σειρά από παραβιάσεις του κανονισμού εργασίας, πλην όμως δεν αποδεικνύεται ούτε άλλωστε γίνεται ευθεία επίκληση από το εναγόμενο συγκεκριμένης μεμπτής συμπεριφοράς της, τόσο κατά την εκτέλεση των υπηρεσιών της, όσο και στις σχέσεις της με τους συναδέλφους της ή τα μέλη του Δ.Σ.
του εναγομένου ή τους προϊσταμένους της. Αντιθέτως, στην προσκομιζόμενη από την ενάγουσα βεβαίωση, που υπογράφει ο Πρόεδρος του Δ.Σ. του εναγομένου Α. Π., με ημερομηνία 11/12/1995, βεβαιώνεται ότι η ενάγουσα εργάζεται στο ως άνω Άσυλο από 7/3/1990 ως νοσοκόμος, υπήρξε συνεργάσιμη, πρόθυμη στην εκτέλεση των καθηκόντων της και εν γένει η διαγωγή της ήταν πολύ καλή.
Επίσης, και στην προσκομιζόμενη βεβαίωση με ημερομηνία 1/11/1989 του προηγούμενου εργοδότη της Κ. Τ., ιατρού ειδικού νεφρολόγου - παθολόγου Διευθυντή της Νευρολογικής Κλινικής "Ευαγγελισμός" - Μονάδα Τεχνητού Νεφρού της Πάτρας, βεβαιώνεται ότι η ενάγουσα, που εργάσθηκε στην εν λόγω Κλινική από τις 15/3/1980, ως νοσοκόμος, επέδειξε διαγωγή καλή, εκπληρώνοντας πλήρως τις υποχρεώσεις της ως νοσοκόμος.
Αποδεικνύεται, περαιτέρω ότι η εργασιακή σχέση της με το εναγόμενο άρχισε να διαταράσσεται κατά το τέλος Αυγούστου του 2007, όταν το εναγόμενο αρνήθηκε σ' αυτήν να της χορηγήσει την υπόλοιπη κανονική άδεια της, μετά από πολύμηνη απουσία της για σοβαρούς λόγους υγείας. Ειδικότερα, στις 6/6/2007 η ενάγουσα υποβλήθηκε σε σοβαρή χειρουργική επέμβαση στο δεξιό αυτί και έλαβε αναρρωτική άδεια, η οποία έληγε στις 31/7/2007.
Να σημειωθεί ότι λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας της, της χορηγήθηκε συνολική αναρρωτική άδεια από 2/8/2005 έως 31/7/2007, 235 ημερών. Μετά τη λήξη της μακροχρόνιας αναρρωτικής άδειάς της, στις 31/7/2007 ζήτησε και έλαβε την κανονική της άδεια που άρχισε ακριβώς την επομένη ημέρα (1/8/2007). Στις 7/8/2007 διέκοψε την κανονική της άδεια και έλαβε νέα αναρρωτική άδεια 15 ημερών, η οποία έληγε στις 22/8/2007.
Πριν από τη λήξη της άδειας αυτής, ζήτησε να συνεχίσει την κανονική της άδεια, αίτημα όμως που αρνήθηκε να ικανοποιήσει το εναγόμενο, επικαλούμενο ως λόγο ότι βρισκόταν ήδη σε κανονική άδεια η άλλη νοσοκόμα Ε. Β. και συνεπώς θα έμενε μία βάρδια ακάλυπτη από νοσοκόμα. Μετά την άρνηση του εναγομένου να της χορηγηθεί και δεύτερη φορά κανονική άδεια, η ενάγουσα έλαβε νέα αναρρωτική άδεια.
Μετά απ' αυτά η Διοίκηση του εναγομένου ανακάλεσε την κανονική άδεια της νοσοκόμας Ε. Β.. Από την επιστροφή της ενάγουσας στην εργασία της, κατά το Σεπτέμβριο του 2007, οι ήδη διαταραγμένες σχέσεις της με τον αντίδικο της κλονίστηκαν ακόμη περισσότερο, όταν εκείνη διεκδίκησε, αφενός το δικαίωμά της να εργάζεται νυκτερινές βάρδιες, καθώς και Κυριακές και επίσημες αργίες, που μονομερώς το εναγόμενο έπαυσε να την απασχολεί, με αποτέλεσμα τη δραστική μείωση των μηνιαίων αποδοχών της, και αφετέρου το επίδομα τροφοκατοικίας και το επίδομα θέσεως, οσάκις αναπλήρωνε την προϊσταμένη νοσηλεύτρια στα καθήκοντά της, βάσει του Εσωτερικού Κανονισμού Εργασίας.
Μετά από σχετική αίτηση που απηύθυνε η ενάγουσα στο Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Αχαΐας το τελευταίο της απάντησε ότι, α) σε περίπτωση που γίνεται διακριτική μεταχείριση των εργαζομένων νομιμοποιείται ο θιγόμενος εργαζόμενος να προσφύγει δικαστικώς για άνιση μεταχείριση β) το επίδομα τροφοκατοικίας καταργήθηκε, και γ) το επίδομα θέσεως που χορηγείται στους προϊσταμένους νοσηλευτές το δικαιούνται και οι αντικαταστάτες τους, για όσο χρονικό διάστημα ασκούν τα καθήκοντα αυτά.
Έκτοτε οι σχέσεις των διαδίκων οξύνθηκαν περισσότερο. Στις 17/11/2007 το μέλος του Δ.Σ. του εναγομένου Σ. Π. ενημέρωσε τα υπόλοιπα μέλη του Δ.Σ., ότι επισκεπτόμενος το χώρο εργασίας της εναγομένης απηύθυνε σ' αυτή χαιρετισμό, πλην όμως η τελευταία δεν του τον ανταπέδωσε, ενώ το ίδιο συνέβη όταν συναντήθηκαν στο χώρο του ανελκυστήρα.
Με βάση την ενημέρωση αυτή το Δ.Σ. του εναγομένου αποφάσισε να καλέσει σε απολογία την ενάγουσα, κρίνοντας ότι η ανωτέρω συμπεριφορά της αποτελεί βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. γ' εδ. 4 του από 2/4/1989 Εσωτερικού Κανονισμού Εργασίας που έχει εγκριθεί από το Νομάρχη Αχαΐας.
Η ενάγουσα με την υπ' αριθμ. 292 / 23/11/2007 έγγραφη απολογία της αρνήθηκε ότι συνέβη το γεγονός αυτό, πλην όμως με τη 43 / 7/12/2007 απόφαση του Δ.Σ. του εναγομένου της επιβλήθηκε για το πειθαρχικό αυτό παράπτωμα η πειθαρχική ποινή της έγγραφης επίπληξης, σύμφωνα με το άρθρο 9 περ. β' του Κανονισμού. Συνεχίζει το Εφετείο, ότι με την 619/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών επί αγωγής της ενάγουσας, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της ως άνω αποφάσεως, γιατί κρίθηκε ότι ήταν καταχρηστική η άσκηση της πειθαρχικής εξουσίας με τον ως άνω τρόπο και συνιστά προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας, γιατί επιφέρει ηθική μείωση αυτής έναντι των συναδέλφων της και της επιδικάσθηκε το ποσό των 300 ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση.
Στη συνέχεια, ακολούθησαν άλλες δύο πειθαρχικές ποινές σε βάρος της ενάγουσας και συγκεκριμένα: α) Με την 44 / 14/12/2007 απόφαση του Δ.Σ. του εναγομένου, της επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της αργίας των δέκα (10) εργάσιμων ημερών, διότι στις 11/10/2007 και στις 23/11/2007 απέστειλε σε δημόσιο νοσοκομείο δύο τροφίμους, χωρίς να έχει συμπληρώσει έντυπο συνοδευτικό (βεβαίωση), αλλά ένα πρόχειρο κακογραμμένο και ελλιπές σημείωμα, με αποτέλεσμα να εκτεθεί το Ίδρυμα και να γίνουν απαξιωτικά σχόλια σε βάρος του και β) με την υπ' 48 / 9/2/2008 απόφαση του Δ.Σ.
του εναγομένου της επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της αργίας των δέκα (10) εργάσιμων ημερών, διότι στις 18/12/2007 υπέβαλε αίτηση προς τον Ιατρικό Σύλλογο Πατρών, θέτοντας υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα των διαδικασιών που ακολουθούνται στο Άσυλο σχετικά με την αποστολή ασθενών στα δημόσια νοσοκομεία και την αλλαγή του τραχειοστομικού σωλήνα, με αποτέλεσμα να αναγκασθεί ο Ιατρικός Σύλλογος Πατρών να ζητήσει εξηγήσεις από το εναγόμενο.
Το τελευταίο έκρινε, ότι οι ανωτέρω πράξεις και παραλείψεις της ενάγουσας αποτελούν πειθαρχικό παράπτωμα οφειλόμενο σε βαρεία αμέλεια αυτής, που προβλέπεται και τιμωρείται από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. γ' περ. 8 και 17δ του Εσωτερικού Κανονισμού Εργασίας, το οποίο αναφέρει ότι συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα κάθε πράξη ή παράλειψη που μπορεί να επιφέρει ηθική ή υλική ζημία στο σωματείο, τους τροφίμους ή τους συναλλασσομένους ή διατάραξη στην ομαλή λειτουργία του ασύλου.
Με την ως άνω 619/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, κρίθηκε ότι οι δύο αυτές πειθαρχικές αποφάσεις (οι οποίες είχαν προσβληθεί και αυτές ως καταχρηστικές) δεν πάσχουν ακυρότητα, καθώς δεν λήφθηκαν κατά κατάχρηση δικαιώματος, ότι η ενάγουσα τέλεσε τα συγκεκριμένα πειθαρχικά παραπτώματα και η ποινή που επιβλήθηκε για καθένα από αυτά είναι ανάλογη της βαρύτητας του αντίστοιχου παραπτώματος και απορρίφθηκε η αγωγή κατά το μέρος αυτό.
Κατά της αποφάσεως αυτής η ενάγουσα έχει ασκήσει την από 23/11/2008 έφεση, ενώ έφεση έχει ασκήσει και το εναγόμενο κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αγωγή της εκείνη, οι εφέσεις δε αυτές εκκρεμούν. Μετά την επιβολή των ως άνω πειθαρχικών ποινών η ενάγουσα άσκησε κατά του εναγομένου και των μελών του Δ.Σ. αυτού, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών την από 5/3/2008 αγωγή, με την οποία ζητούσε να της επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση 15.000 ευρώ, για την ηθική βλάβη που υπέστη ως εργαζόμενη, συνεπεία των πειθαρχικών ποινών που επιβλήθηκαν εις βάρος της, κατά κατάχρηση του δικαιώματος άσκησης πειθαρχικής δίωξης.
Λόγω της διατάραξης των μεταξύ των διαδίκων εργασιακής σχέσης, το εναγόμενο δεν ανέθετε στην ενάγουσα ωράριο εργασίας κατά τη νυκτερινή βάρδια ή τις Κυριακές, όπως έπραττε παλαιότερα και επί σειρά ετών, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να μειωθούν οι μηνιαίες αποδοχές της και να υπολείπονται σημαντικά των αποδοχών των συναδέλφων της, οι οποίοι απασχολούνται τη νύκτα, τις Κυριακές και αργίες.
Παρά τις διαμαρτυρίες της προς το Δ.Σ. του εναγομένου για τη σε βάρος της διάκριση που έτεινε να λάβει μόνιμο χαρακτήρα, αυτό ουδέν έπραξε. Έτσι η ενάγουσα αναγκάσθηκε να προσφύγει για την επίλυση του ζητήματος αυτού στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας του Ν. Αχαΐας, με την από 1/6/2009 αίτησή της παραπονούμενη, ότι η σε βάρος της ως άνω διάκριση συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και οπωσδήποτε βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, δεδομένου ότι καθόλο το διάστημα της απασχόλησής της στο εναγόμενο, μέχρι το 2007, εργαζόταν και νύχτες, Κυριακές και αργίες, πλην όμως η ανάθεση σ' αυτή εργασιακών καθηκόντων σε εξαιρέσιμες ημέρες και νύχτα καταργήθηκε μονομερώς από το εναγόμενο για λόγους αντιπάθειας προς το πρόσωπο της.
Η εύλογη αυτή αντίδραση της ενάγουσας να ζητήσει τη διαμεσολάβηση του αρμόδιου για την επίλυση των εργασιακών ζητημάτων οργάνου, αποσκοπούσε στην προάσπιση της εργασιακής της θέσης και της επαγγελματικής της υπόστασης, με την απόκρουση της επιχειρούμενης από το εναγόμενο άνισης μεταχείρισης, σε σχέση με τους άλλους συναδέλφους της κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος.
Κατά τη συζήτηση της ως άνω προσφυγής της ενάγουσας στις 13/7/2009 το εναγόμενο εκπροσωπήθηκε από τον Πρόεδρο του Διοικητικού του Συμβουλίου Α. Π., ο οποίος παραδέχθηκε τη μη απασχόληση της ενάγουσας νύχτες Κυριακές και αργίες και αναφερόμενος μόνο στο θέμα των πιο πάνω πειθαρχικών ποινών δήλωσε ότι "Δεν τη βάζω νύχτα και Κυριακή γιατί δεν έχει δείξει μεταμέλεια.
Δεν ήρθε να πει και να ανακαλέσει όλα αυτά και συνεχίζονται οι παραβάσεις". Η Κοινωνική Επιθεωρήτρια συνέστησε προς τον εκπρόσωπο του εναγομένου να εφαρμόζει για την ενάγουσα ό,τι και για τους άλλους εργαζόμενους, δηλαδή να την απασχολεί και Κυριακές και νύχτες. Το εναγόμενο όμως δώδεκα μόλις ημέρες μετά, στις 24/7/2009 κατάγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας και της προσέφερε ως αποζημίωση το ποσό των 15.000 ευρώ.
Με βάση τα προεκτεθέντα, καταλήγει το Εφετείο, η απόλυση της ενάγουσας από το εναγόμενο είναι καταχρηστική, ως υπερβαίνουσα, κατά παράβαση της ΑΚ 281, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, διότι έγινε από τη Διοίκηση του εναγομένου για λόγους εκδίκησης, εξαιτίας του ότι διεκδίκησε νομίμως τα εργασιακά της δικαιώματα, προσφεύγοντας στη δικαιοσύνη με την άσκηση αγωγών για τις επιβληθείσες πειθαρχικές ποινές αλλά και στην Επιθεώρηση Εργασίας, καταγγέλλοντας παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας στο χώρο εργασίας της και ζητώντας τη μεσολάβησή της προς εκπλήρωση από τον εργοδότη της των νομίμων υποχρεώσεών του, για την επαναφορά των αρχικών όρων εργασίας, τους οποίους μονομερώς μετέβαλε ο εργοδότης της προς βλάβη της.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό του εναγομένου ότι απέλυσε την εναγομένη λόγω της πλημμελούς άσκησης των εργασιακών της καθηκόντων και της αντισυμβατικής της συμπεριφοράς, η οποία είχε καταστεί επικίνδυνη για την υγεία και τη ζωή των τροφίμων του Ασύλου, επικαλούμενο την, κατά παράβαση του ιατρού του Ασύλου Κ.
Ψ., σημαντική παράλειψή της να χορηγήσει στους πάσχοντες τροφίμους το φάρμακο κατά της δυσκοιλιότητας, που είχε συστήσει ο εν λόγω ιατρός, και την παράλειψή της να προβεί στους ενδεδειγμένους υποκλυσμούς, σύμφωνα με τις από 10/6/2009 και 3/7/2009 σχετικές έγγραφες αναφορές του εν λόγω ιατρού προς το Δ.Σ. του εναγομένου, δεν επιβεβαιώνεται κατά τρόπο πειστικό.
Ειδικότερα, με την πρώτη από τις έγγραφες αναφορές ο ανωτέρω ιατρός γνωστοποιούσε στο εναγόμενο ότι η ενάγουσα στις 26/5/2009, 27/5/2009 και 28/5/2009 που εργαζόταν πρωινή βάρδια, δεν χορηγούσε το φάρμακο DUPHALAC κατά της δυσκοιλιότητας και δεν έκανε υποκλυσμούς στα παιδιά του Ασύλου, σύμφωνα με τις οδηγίες που είχαν δοθεί, και επισημαίνοντας ότι οι υποκλυσμοί είναι απαραίτητοι στα παιδιά που πάσχουν από δυσκοιλιότητα, λόγω του ότι μπορούν να πάθουν εσωτερική απόφραξη (ειλεό), παρακαλούσε δε να γίνει σύσταση στην ενάγουσα.
Με τη δεύτερη ως άνω έγγραφη αναφορά του ο ίδιος ιατρός γνωστοποιούσε προς το Δ.Σ. του εναγομένου ότι στις 23/6/2009 η μη σωστή τήρηση των εντολών του συνεχίστηκε από την ενάγουσα, η οποία ενώ έπρεπε να κάνει υποκλυσμούς σε τρία (3) παιδιά, έκανε υποκλυσμούς σε δύο (2) άλλα παιδιά, στα οποία έπρεπε να χορηγηθεί το φάρμακο DUPHALAC.
Τον ισχυρισμό του εναγομένου ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας έγινε λόγω πλημμελούς άσκησης των εργασιακών της καθηκόντων, το Εφετείο έκρινε ως προσχηματικό, γιατί οι επικαλούμενες παραλείψεις της φέρονται να έλαβαν χώρα το Μάιο του 2009, ο εργοδότης της ενημερώνεται για πρώτη φορά από τον άνω ιατρό μετά από αρκετές ημέρες και όχι αμέσως μετά τη διαπίστωση των αποδιδόμενων σ' αυτή παραλείψεων.
Επιπλέον, ενώ το εναγόμενο φέρεται ως ενήμερο των επικαλούμενων παραλείψεων της ενάγουσας, λόγω των ως άνω αναφορών του ιατρού, ουδέν περί αυτών ανέφερε ο νόμιμος εκπρόσωπος του στις 13/7/2009, ενώπιον της Κοινωνικής Επιθεωρήτριας και ενώ ασκήθηκε πειθαρχική δίωξη σε βάρος της ενάγουσας για πειθαρχικά αδικήματα μικρότερης απαξίας, δεν ασκήθηκε πειθαρχική δίωξη, ήδη από τον Ιούνιο του 2009, για όσα διαλαμβάνονται στις έγγραφες αναφορές του παραπάνω ιατρού, ούτε καταγγέλθηκε η σύμβαση τον Ιούνιο του 2009, μόλις το εναγόμενο ενημερώθηκε για την ως άνω σημαντική παράλειψη κατά την άσκηση των καθηκόντων της.
Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση μόνο ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης, κατά παραδοχή σχετικού λόγου εφέσεως του εναγομένου, αναγνώρισε ότι είναι άκυρη η από 24/7/2009 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας, υποχρέωσε το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της και αναγνώρισε ότι το τελευταίο οφείλει να της καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 1.000 ευρώ.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., αφού τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως αυτής και ειδικότερα δεν ενέχουν προφανή υπέρβαση των αξιολογικών ορίων που θέτει το άρθρο 281 Α.Κ., ούτε άλλωστε γίνεται μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση για προφανή υπέρβαση των ως άνω ορίων.
Τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο πραγματικά περιστατικά που υπήχθησαν στη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. και συγκεκριμένα, η μη ανάθεση εργασίας στην ενάγουσα κατά τη νυκτερινή βάρδια, τις Κυριακές και τις αργίες, εξαιτίας της οποίας επήλθε υλική αλλά και ηθική ζημία στην ενάγουσα, δεν συνιστούν λόγο εκδίκησης προς το πρόσωπο της ενάγουσας και δεν καθιστούν την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της άκυρη ως καταχρηστική, αλλά συνδέονται με τη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως της ενάγουσας, στο πραγματικό της οποίας εμπίπτουν και η οποία (βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας) παρείχε στην ενάγουσα τις ως άνω διαζευκτικές ευχέρειες, η πάροδος δε χρονικού διαστήματος είκοσι δύο μηνών από της βλαπτικής μεταβολής μέχρι την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας (Σεπτέμβριος 2007 η βλαπτική μεταβολή, 24/7/2009 η καταγγελία) συνιστά αποδοχή της μεταβολής και σύναψη νέας συμβάσεως, εφόσον η ενάγουσα εξακολουθούσε να παρέχει την εργασία της με τους νέους όρους και δεν προσέφυγε στο δικαστήριο, ούτε θεώρησε τη μεταβολή αυτή ως καταγγελία.
Τα όσα επιπλέον αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η καταγγελία έγινε για λόγους εκδίκησης εξαιτίας της προσφυγής της ενάγουσας στη δικαιοσύνη με τη άσκηση αγωγής για τις επιβληθείσες πειθαρχικές ποινές, επίσης δεν μπορούν να υπαχθούν στην έννοια της εκδίκησης, αλλ' αντίθετα, η επιβολή των πειθαρχικών ποινών από το εναγόμενο, οι οποίες ήταν ενεργές κατά το χρόνο που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνιστούν αντισυμβατική συμπεριφορά της ενάγουσας έναντι του εναγομένου.
Περαιτέρω, στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα: α) Ενώ δέχεται (το Εφετείο) ως ανταποκρινόμενα στην πραγματικότητα όσα αναφέρονται στα έγγραφα του ιατρού Κ. Ψ., τα οποία συνιστούν πλημμελή εκπλήρωση των εργασιακών καθηκόντων της ενάγουσας, στη συνέχεια δέχεται, ότι είναι προσχηματική η επίκληση από το εναγόμενο της ως άνω συμπεριφοράς της ενάγουσας, χωρίς αναφορά συγκεκριμένων γεγονότων από τα οποία να προκύπτει το προσχηματικό του ισχυρισμού αυτού.
β) Ενώ δέχεται ότι υπήρξε αντισυμβατική συμπεριφορά της ενάγουσας, σύμφωνα με τις επιβληθείσες δύο πειθαρχικές ποινές στη συνέχεια δεν διαλαμβάνονται σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες για την απόρριψη του σχετικού ισχυρισμού του εναγομένου, η δε αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αντισυμβατική συμπεριφορά δεν προβλήθηκε από το εναγόμενο ως λόγος καταγγελίας δεν αίρει την ανεπάρκεια της αιτιολογίας, αφού στο έγγραφο της καταγγελίας δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται κάποιος λόγος καταγγελίας, ούτε πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το λόγο καταγγελίας.
Επομένως, οι ενιαίως κρινόμενοι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, ενδέκατος, δωδέκατος, δέκατος τρίτος και δέκατος τέταρτος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 25/2013 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ