Supreme Court allows appeal against state's refusal to offset first-instance court costs due to misapplication of law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the State's refusal to offset first-instance court costs, finding a violation of substantive law. The State argued that the specific provision for cost offsetting did not apply to this litigation scenario, but the Court determined the provision was correctly applicable. Consequently, the Court ordered the offsetting of all first-instance costs between the parties and upheld the appeal's request regarding the State's liability.
Legislator headnote
AI generatedArticle 22, paragraph 2, item b of Law 3693/1957; When a first-instance court fails to offset mutual litigation costs between parties as required by law, the appellate court must set aside that decision and order the offsetting of all costs.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1333 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1333/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Απριλίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου Παρέδρου του Ν.Σ.Κ. Ευάγγελου Μαρίνη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Νικόλαο Καλλέ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:72/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 629/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-6-2008 αίτησή του και το από 18-9-2009 δικόγραφο των πρόσθετων λόγων του με αριθμό κατ. 178/25-9-2009 και 173/23-9-2009.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 22/9/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, την απόρριψη ως απαράδεκτου του από 18-9-2009 με αριθμό κατ. 178/25-9-2009 δικογράφου προσθέτων λόγων και την παραδοχή του από 18-9-2009 δικογράφου προσθέτων λόγων με αριθμό κατ. 173/23-9-2009 και την αναίρεση της υπ' αριθ. 629/2007 οριστικής απόφασης του Εφετείου Πατρών κατά το εις το σκεπτικό μέρος της.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών κλπ", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν 947/1979 αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφιστάμενων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτους αυτών, προκειμένου περί διάνοιξης εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.
Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε, ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφοι 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977 αντίκεινται στο άρθρο 1 του πρώτου (προσθέτου) πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης] δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που, μετά την επικύρωση της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διάταξης του Ν 653/1977 (άρθρο 28 παρ.1 Συντάγματος).
Το τεκμήριο ισχύει ως μαχητό και ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως και γι' αυτή.
Τέλος, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 33 του ν. 2971/19.12.2001, "το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του ν. 653/1977, είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου".
Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου "Ο εικαζόμενος 1 ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτηση του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης. Η υποβολή της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης".
Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή Επιτροπή ...". Με το άρθρο 37 του ίδιου ως άνω άρθρου, ορίζεται ότι "Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει α) Των διατάξεων του άρθρου 33 μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζεται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεσθεί.
Στις περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου αυτού άρθρου έχει παρέλθει η ανατρεπτική προθεσμία της παραγράφου 3 αυτού, η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του". Με το ανωτέρω άρθρο 33 του Ν. 2971/2001 θεσπίστηκε, ότι το τεκμήριο είναι μαχητό και από το συνδυασμό των διατάξεων αυτού και του άρθρου 37 σαφώς συνάγεται, ότι οι διατάξεις του πρώτου από αυτά εφαρμόζονται για τις απαλλοτριώσεις οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του, καθώς και γι' αυτές οι οποίες κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του, αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί η συντέλεσή τους μέχρι αυτή (έναρξη ισχύος), δεν εφαρμόζονται δε για τις απαλλοτριώσεις η συντέλεση των οποίων είχε ολοκληρωθεί πριν από την έναρξη ισχύος των ανωτέρω διατάξεων (ΑΠ 1056/2008), στις οποίες δεν ισχύει η προαναφερθείσα ανατρεπτική προθεσμία των δύο μηνών για την αντίστοιχη αγωγή, η οποία εκδικάζεται από το αρμόδιο καθ' ύλη δικαστήριο κατά την τακτική διαδικασία.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 72/2006 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, το οποίο είχε δικάσει κατά την τακτική διαδικασία αγωγή του αναιρεσιβλήτου για επιδίκαση αποζημίωσης, για τα τμήματα της ιδιοκτησίας του που δεν αποζημιώθηκε επειδή θεωρήθηκε ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης, καθώς και για τη διαφορά μεταξύ της προσωρινής και της οριστικής αποζημίωσης, και είχε δεχθεί αυτή ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη.
Ειδικότερα, ο αναιρεσίβλητος με την από 11-12-2003 αγωγή του ισχυρίστηκε ότι με την υπ' αριθμ. 1149641/9011/0010/23-12-1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στο τεύχος Δ' με αριθμό φύλλου 10/14-1-1994, απαλλοτριώθηκε για λόγους δημόσιας ωφελείας και συγκεκριμένα για τη βελτίωση της ευρείας παρακάμψεως Πατρών με την κατασκευή του τμήματος Κ1-Κ4 (Χάραδρος -Διακονιάρης) εδαφική έκταση συνολικού εμβαδού 494.585 τ.μ., που βρίσκεται πλησίον των Πατρών, εντός των διοικητικών ορίων του Δήμου Πατρέων, όπως απεικονίζεται στον από Ιουλίου 1993 και με αριθμό Τ1 κτηματολογικό πίνακα και στο αντίστοιχο με αριθμό Σ1 κτηματολογικό διάγραμμα της Διευθύνσεως Δ12 του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων.
Ότι μεταξύ των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν περιλαμβάνεται και το υπ' αριθμ. 3 ακίνητο που ανήκει στην ιδιοκτησία του, όπως απεικονίζεται στο από 22-9-1994 κτηματολογικό πίνακα, για το οποίο καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως και οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως με την υπ' αριθμ. 689/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και με την υπ' αριθμ. 891/1999 απόφαση του Εφετείου Πατρών, αντίστοιχα, και αναγνωρίστηκε δικαιούχος αποζημιώσεως με την υπ' αριθμ. 225/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
Ότι η συνολική έκταση του ακινήτου του που απαλλοτριώθηκε ήταν 840 τ.μ. με τα επικείμενα σ' αυτήν και έπρεπε να λάβει ως αποζημίωση σύμφωνα με την παραπάνω απόφαση το συνολικό ποσό των 33.132,79 ευρώ. Ότι το εναγόμενο παρακατάθεσε ως οριστική του αποζημίωση ο ποσό των 557,59 ευρώ για το απαλλοτριούμενο ακίνητό του, επικαλούμενο το τεκμήριο ωφελείας του από το άρθρο παρ. 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977.
Ότι το ακίνητο του δεν ωφελήθηκε από τη διάνοιξη της παραπάνω οδού, αφού δεν απέκτησε πρόσωπο στην οδό που κατασκευάστηκε, αλλά στο τμήμα της οδού αυτής Κ1-Κ4 κατασκευάστηκε υπόγεια σήραγγα σε βάθος είκοσι μέτρων και από την είσοδο της σήραγγας δεν υπάρχει πρόσβαση του ακινήτου του στην οδό αυτή ούτε από οποιαδήποτε άλλη πλευρά, αφού η οδός αυτή είναι κλειστή και οι κόμβοι επικοινωνίας βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση.
Γι' αυτό ζήτησε αυτός να του καταβάλει το εναγόμενο για την έκταση που δεν αποζημιώθηκε με τα επικείμενα σ' αυτήν το ποσό των 32.575,20 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής (33.132,79 ευρώ το συνολικό ποσό της αποζημιώσεως μείον 557,59 ευρώ το ποσό που παρακατέθηκε). Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε απορρίπτοντας αντίστοιχο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ότι η αγωγή κατά το παραπάνω ιστορικό και αίτημά της επειδή αφορά αποζημίωση που είχε συντελεσθεί μέχρι την ισχύ του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων και δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία, χωρίς να υπόκειται η άσκησή της στη δίμηνη ανατρεπτική προθεσμία του άρθρου 33 παρ. 3 του ν.2971/2001.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 33 και 37 του ν.2971/2001 και δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου με τον οποίον προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
κρίνεται αβάσιμος.
ΙΙ. Το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του κρίνοντας επί λόγου έφεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου δέχθηκε σχετικά με το ζήτημα της δικαστικής δαπάνης και το ύψος της που καθορίσθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο τα ακόλουθα: "Τα δικαστικά έξοδα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά επιβλήθηκαν κατά ένα μέρος σε βάρος του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου σύμφωνα με το άρθρο 178 παρ. 1 του ΚΠολΔ και δεν εφαρμόστηκε το άρθρο 22 του Ν. 3693/1957, αφού η παρούσα υπόθεση αφορά καταβολή αποζημιώσεως από αναγκαστική απαλλοτρίωση (Ολ ΑΠ 17/2000 Ελλ.Δνη 42, 958) ούτε μπορεί να εφαρμοστεί στην προκειμένη περίπτωση η διάταξη του άρθρου 179 του ΚΠολΔ περί συμψηφισμού των δικαστικών εξόδων λόγω εύλογης αμφιβολίας της δίκης, όπως ισχυρίζεται το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Επομένως, ο έκτος λόγος της εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου με τον οποίον παραπονείται ότι με την εκκαλούμενη απόφασή του το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα επέβαλε σε βάρος του (Ελληνικού Δημοσίου) μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος ποσού 1.200 ευρώ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 εδ. γ' του ν. 2882/2001, που ορίζει ότι στις απαλλοτριώσεις δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, και εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, γιατί η διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 εδ. γ' του ν. 2882/2001 αναφέρεται μόνο στις δίκες για τον προσωρινό και τον οριστικό καθορισμό της αποζημίωσης, και όχι στις δίκες που διεξάγονται κατά την τακτική διαδικασία του Κώδ. Πολ.Δικ., έστω και αν αυτές έχουν ως αντικείμενο την εκ της απαλλοτρίωσης αποζημίωση όπως στην προκειμένη περίπτωση (Α.Π. 1056/2006 και 821/2007). Επομένως τα όσα ισχυρίζεται το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με το μοναδικό λόγο του από 23-9-2009 δικογράφου προσθέτων λόγων από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται βάσιμα και πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της εκείνο που αφορά την απόρριψη του έκτου λόγου της έφεσης του αναιρεσείοντος, που είχε σχέση με την επιδικασθείσα σε βάρος του αναιρεσείοντος από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δικαστική δαπάνη.
Μετά τα παραπάνω πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 629/2007 οριστική απόφαση του Εφετείου Πατρών κατά το προαναφερθέν μέρος της και εφ' όσον η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση να κρατηθεί από το δικαστήριο τούτο (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 12 παρ. 4 του ν. 4055/2012) και να ερευνηθεί ο προαναφερθείς έκτος λόγος της από 23-2-2007 έφεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι η από 11-12-2003 αγωγή του αναιρεσίβλητου έγινε δεκτή από το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά ένα μέρος, εφ' όσον με αυτήν ζητήθηκε η επιδίκαση του ποσού των 33.132,79€ και επιδικάσθηκε τελικά το ποσό των 29.053,56€. Ενόψει τούτων, και σ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 22 παρ. 2 περ.β του Ν. 3693/1957 θα έπρεπε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο να συμψηφίσει όλα τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα του πρώτου βαθμού. Έσφαλε επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με το να καταδικάσει το αναιρεσείον και τότε εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο στην καταβολή του ποσού των 1.200 € για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου και τότε ενάγοντος, κρίνοντας ότι στην ένδικη περίπτωση δεν εφαρμόζεται η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 περ.β του ν. 3693/1957. Μετά από αυτά πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο έκτος λόγος της από 23-2-2007 έφεσης του αναιρεσείοντος, να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη με την έφεση υπ' αριθ. 72/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, κατά το μέρος της που επέβαλλε σε βάρος του τότε εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου μέρος των δικαστικών εξόδων του τότε ενάγοντος και τώρα αναιρεσίβλητου εκ 1.200€, και να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων όλα τα δικαστικά έξοδα του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας.
Λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων και στον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας μετά την απόρριψη του κυρίως δικογράφου της από 4-6-2008 αίτησης πρέπει να συμψηφισθούν όλα τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας σε εφαρμογή της ίδιας πιο πάνω διάταξης του άρθρου 22 παρ. 2 περ.β του ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από 4-6-2008 αίτηση αναιρέσεως και το από 23-9-2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης.
Αναιρεί την υπ' αριθ. 629/2007 οριστική απόφαση του Εφετείου Πατρών κατά το εις το σκεπτικό μέρος της. Κρατεί και δικάζει τον έκτο λόγο της από 23-2-2007 έφεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.
Δέχεται το λόγο αυτό της έφεσης.
Εξαφανίζει την εκκληθείσα υπ' αριθ. 72/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών κατά το μέρος της εκείνο που επέβαλε στο αναιρεσείον και τότε εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου και τότε ενάγοντος εκ χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ για τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας.
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων όλα τα δικαστικά έξοδα του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας.
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων όλα τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ