Legislator Case Law & Legislation
1333/2012 AI generated

1333/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1333/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1333/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση δικανικού συλλογισμού ορθά η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και το δικαστήριο της ουσίας έκρινε, πως τα πραγματικά περιστατικά υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (Ολ.ΑΠ 36/1988, Ολ.ΑΠ 4/2006, ΑΠ 159/2004).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1333 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1333/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείoντος: Συνεταιρισμού περιωρισμένης ευθύνης υπό την επωνυμία "ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΟΣ-ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΟΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΠΕ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ ΚΤΕΛ ΝΟΜΟΥ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ", ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Δημητρούκα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Β. χήρας Σ. Σ., το γένος Ν. Ν., 2. Α. Σ. Σ., 3.Ν. Σ. Σ., 4. Θ. Σ. Σ., κατοίκων ..., 5.Α. χήρας Γ. Σ., το γένος Θ. Σ., κατοίκου ..., 6. Γ. συζ. Γ. Β., το γένος Θ. Σ., κατοίκου ..., 7. Λ. Θ. Σ., κατοίκου ... και 8. Κ. συζ. Α. Γ., το γένος Θ. Σ., κατοίκου .... Οι μεν 1η, 2η, 3η, 5η, 7ος και 8η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Παπαθανασίου, οι δε 4ος και 6η παραστάθηκαν με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-9-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 815/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 21-1-2010 αίτησή του και τους από 14-3-2011 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 29-4-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1297/1998). Δηλαδή, πρέπει να παραβιάζονται κανόνες, οι οποίοι ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεως και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρησή τους (ΑΠ 159/2004).

Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση δικανικού συλλογισμού ορθά η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και το δικαστήριο της ουσίας έκρινε, πως τα πραγματικά περιστατικά υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (Ολ.ΑΠ 36/1988, Ολ.ΑΠ 4/2006, ΑΠ 159/2004).

Για να είναι ορισμένος, και, άρα, παραδεκτός ο λόγος αυτός πρέπει: 1) να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης και μάλιστα ενάριθμα, η συγκεκριμένη διάταξη του συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου που παραβιάστηκε (Ολ.ΑΠ 32/1996, ΑΠ 1069/1983, ΑΠ 1148/1989, ΑΠ 1459/1997, ΑΠ 1658/1998, ΑΠ 1676/1998), καθώς και το περιεχόμενο της, 2) η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για την έννοια της διάταξης αυτής και 3) το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό της σφάλμα (Ολ.ΑΠ 32/1996).

Επιπρόσθετα δε, αν η προσβαλλόμενη με την αναίρεση, απόφαση, αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, είναι αναγκαίο να αναφέρονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχτηκε τα δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της κρίσης του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού (Ολ.ΑΠ 27/1998, ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1353/2001).

Και τούτο, γιατί, μόνο κατ' αυτόν τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό από το οποίο, εξαρτάται, τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 27/1998, ΑΠ 1036/2000, ΑΠ 1353/2001). Περαιτέρω, κατά τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης κρίνονται και οι παραβιάσεις των ερμηνευτικών κανόνων 173, 200 ΑΚ.

Αυτοί παραβιάζονται, εκτός των άλλων, και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, με την ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 79/1993, ΑΠ 254/2003, ΑΠ 1229/2004). Δεν απαιτείται, όμως, η εξειδίκευση στην απόφαση των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 1580/1995), υπόκειται, όμως σε έλεγχο, η ορθότητα ή μη της δοθείσας ερμηνείας.

Η έννοια, δηλαδή, της καλής πίστης αποτελεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου, είναι έννοια νομική και ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 994/2014, ΑΠ 32/1988). Ειδικότερα, οι πιο πάνω ερμηνευτικοί κανόνες παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέφυγε μεν στις διατάξεις αυτές προς άρση της ασάφειας ή προς πλήρωση του κενού, το οποίο εμφάνιζε η συγκεκριμένη δικαιοπραξία κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, όμως, το ερμηνευτικό συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε σε σχέση με το νομικά αποφασιστικό, νόημα του ερμηνευόμενου όρου της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο προς εκείνο που υπαγορεύεται από αυτούς τους ερμηνευτικούς κανόνες (ΑΠ 79/1996, ΑΠ 535/1996, ΑΠ 822/1998, ΑΠ 1462/1998).

Δηλαδή, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία αυτό, από τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης περίπτωσης εξάγει το στηριζόμενο στη βούληση, του δηλούντος (αρθρ. 173 ΑΚ) υποκειμενικό νόημα της δήλωσης βούλησης, όπως, επίσης, και εκείνη, με την οποία συνάγει το αντικειμενικό (αρθρ. 200 ΑΚ) νόημα της δήλωσης βούλησης είναι κρίση νομική και ως τέτοια, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Πάντως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, για το αν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν κενά ή ασάφεια στη δήλωση βούλησης είναι ανέλεγκτη (ΑΠ 1375/2002 ΑΠ 1326/1992, βλ. και Ολ.ΑΠ 11/2000 και Ολ.ΑΠ 26/2004, ΑΠ 1229/2004). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Έγγραφα είναι μόνο τα αποδεικτικά έγγραφα που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου (ΑΠ 44/2003). Πρέπει δε, η κρίση του δικαστηρίου να στηρίχθηκε, αποκλειστικά, ή, κατά κύριο λόγο, στα έγγραφα που, κατά την αναίρεση, παραμορφώθηκαν (ΑΠ 1440/2002, ΑΠ 627/2003). Αν, όμως, το έγγραφο, απλά συνεκτιμήθηκε με άλλες αποδείξεις, δεν θεμελιώνεται ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος (ΑΠ 506/1988, ΑΠ 686/2005).

Πρέπει, ακόμη, να υπάρχει παραδοχή κατάδηλα διαφορετικού περιστατικού από εκείνα, που, όντως, περιέχονται στο έγγραφο (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 4/2003, ΑΠ 507/2003, ΑΠ 437/2005). Παραμόρφωση δεν υπάρχει, όταν το δικαστήριο ορθά ανέγνωσε το έγγραφο και εκτίμησε το περιεχόμενο του διαφορετικά, από ό,τι θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων (σχ.

Ολ.ΑΠ 1/1999). Ακόμη, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος της αναίρεσης, θα πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια το έγγραφο και το περιεχόμενο του και "αυτολεξεί" το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο, ώστε να είναι εμφανές, από τη σύγκριση, το διαγνωστικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 422/1993, ΑΠ 194/2005, ΑΠ 1654/2005), ο ουσιώδης ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (ΑΠ 811/1998) και το επιζήμιο, για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας, ακριβώς λόγω της παραμόρφωσης του έγγραφου (ΑΠ 31/1997).

Ακόμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠοΛΔ, καθιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση κα ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες η έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός εδράζεται στο ότι η απόφαση είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή στηρίζει την κρίση της σε ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που δεν καλύπτει όλα τα απαιτούμενα, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου, στην περίπτωση, κανόνα δικαίου, στοιχεία (ανεπαρκείς αιτιολογίες).

Αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξαιτίας της, δεν προκύπτει, ποία πραγματικά περιστατικά δέχτηκε το δικαστήριο, για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο (ΑΠ 164/1994). Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, όμως, που αναφέρεται στην εκτίμηση ή αξιολόγηση των αποδείξεων, δεν ενδιαφέρει. (ΑΠ 1001/1998).

Τέλος, κατά το άρθρο 589 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, πλην άλλων, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.

Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου χωρίς ανάγκη ειδικής αιτιολόγησης καθενός ξεχωριστά, εφ' όσον, από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα, η λήψη υπόψιν του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 853/2006, ΑΠ 1072/2005, ΑΠ 694/ 2003, βλ. και ΑΠ 918/2006).

Στην παρούσα περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανέλεγκτα (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά απ' όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, αποδεικνύονται κατά τη κρίση του Δικαστηρίου τα εξής πραγματικά περιστατικά:

Με το από 28.1.1981 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως ο δεύτερος εναγόμενος Συνεταιρισμός με την επωνυμία "Προμηθευτικός Οικοδομικός και Καταναλωτικός Πιστωτικός Συνεταιρισμός Π.Ε. Ιδιοκτητών Υπεραστικών και Αστικών Λεωφορείων ΚΤΕΛ Αιτωλ/νίας" δια του Προέδρου του Δ.Σ. εξεμίσθωσαν στους Σ. Σ. και Β. Φ. δύο συνεχόμενα πλυντήρια - λιπαντήρια αυτοκινήτων μετά των μηχανημάτων και εργαλείων τους που βρίσκονται εντός του ακινήτου του το οποίο βρίσκεται στο Αγρίνιο επί της οδού ... .

Η διάρκεια της αρχικής μισθώσεως ήταν διετής (από 1.1.1981 μέχρι 31.12.1982) και στη συνέχεια παρετείνετο σιωπηρώς και κατέστη αορίστου χρόνου. Οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν μεταξύ των άλλων ότι οι μισθωτές θα παρείχαν τις υπηρεσίες τους στο πλύσιμο και λίπανση στα υπεραστικά και Αστικά λεωφορεία τα ανήκοντα στην ιδιοκτησία και εκμετάλλευση των μετόχων του εκμισθωτού Συν/σμού.

Συμφώνησαν επίσης ότι τα υλικά λιπάνσεως και καθαριότητος ως και κάθε άλλο υλικό του πλυντηρίου και λιπαντηρίου θα είναι της απολύτου αρεσκείας εκλογής και εγκρίσεως του Δ. Συμβουλίου του εκμισθωτού Συν/σμού. Επίσης συμφώνησαν ότι οι τιμές για την πλύση -καθαριότητα και λίπανση των λεωφορείων θα τίθενται απαραιτήτως υπό την έγκριση του Δ.

Συμβουλίου του εκμισθωτού Συν/σμού. Περαιτέρω οι ανωτέρω εκμισθωτές συνέστησαν ομόρρυθμη εμπορική εταιρεία με σκοπό την εκμετάλλευση του μισθωθέντος απ' αυτούς πλυντηρίου -λιπαντηρίου (βλ. το υπ' αριθ. 76/1.4.1981 προσαγόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό συστάσεως ομορρύθμου εταιρείας. Ενεγράφησαν στην ασφάλιση του ΤΕΒΕ και υπέβαλαν φορολογικές δηλώσεις ως ομόρρυθμοι εταίροι της ανωτέρω εταιρείας.

Όπως αναφέρθηκε για κάθε αυτοκίνητο που πλένανε και λιπαίνανε εισέπρατταν την τιμή που θα καθόριζε το Δ.Σ. του εκμισθωτού και προς τούτο κάθε μήνα τηρούσαν κατάσταση για τ' αυτοκίνητα που είχαν πλύνει την οποία κατάσταση υπέβαλαν στον εκμισθωτή και στη συνέχεια αυτός καθόριζε ποίο ποσό τους αντιστοιχούσε για είσπραξη, όπως ρητά αναφέρουν οι μάρτυρες των εναγόντων.

Το γεγονός τούτο δηλ. ο τρόπος πληρωμής τους ενισχύεται και από τις προσκομιζόμενες βεβαιώσεις από τους ενάγοντες τις οποίες έχει συντάξει και χορηγήσει το β' εναγόμενο. Από το περιεχόμενο αυτών προκύπτει ότι οι μισθωτές του χώρου του πλυντηρίου - λιπαντηρίου εισέπρατταν τα ποσά που τους αναλογούσαν από τις μηνιαίες εισπράξεις από την επιχείρηση εκμετάλλευσης του πλυντηρίου - λιπαντηρίου μετά την αφαίρεση από το σύνολο των εισπράξεων του ποσού του ενοικίου που κατέβαλαν για την μίσθωση του χώρου στο β' εναγόμενο και μετά την αφαίρεση των εξόδων για τα χρησιμοποιούμενα απ' αυτούς για τη συντήρηση των λεωφορείων υλικά (γράσσα - στουπιά) που κατέβαλαν (βλ.

προσκομιζόμενες με ημερ. 18.5.1981, 11.5.1981, 30.3.1983 και 15.3.1995 βεβαιώσεις). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων μερών, όπως ερμηνεύεται αυτή σύμφωνα με τους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών (άρθρα 173, 200 ΑΚ) στους οποίους (ερμηνευτικούς) κανόνες καταφεύγει το Δικαστήριο μετά την ασάφεια που διαπιστώνεται ως προς το περιεχόμενο της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως, κρίνει ότι πρόκειται για μικτή σύμβαση με προέχουσα μεταξύ των διαδίκων, αυτή της άτυπης εμπορικής συνεργασίας (άρθρο 361 ΑΚ) η οποία αφορούσε κυρίως τον καθορισμό της αμοιβής τους η οποία συναρτάτο με τον αριθμό των λεωφορείων τα οποία αυτοί (Σ.

Σ. και Β. Φ.) θα συντηρούσαν και με την παράλληλη συναφθείσα μεταξύ των συμβαλλομένων σύμβαση της μισθώσεως του χώρου και του μηχανολογικού εξοπλισμού για την πραγματοποίηση της εμπορικής δραστηριότητος τους (πρβλ. Επιθ. Δικαίου Πολυκατοικίας 1990 σελ. 241 Μισθώσεις πρατηρίων υγρών καυσίμων υπό Χαραλ. Παπαδάκη).

Περαιτέρω με βάση το άρθρο 11 του από 1.1.1983 συμφωνητικού μισθώσεως οι ως άνω συμβαλλόμενοι συμφώνησαν ότι "ο εκμισθωτής δικαιούται καθ' έκαστον όπως προβαίνει εις έλεγχον και απαίτηση την άμεσον διόρθωσιν ή αποκατάστασιν ή αντικατάστασιν των φθαρέντων δικαιούμενος εν αρνήσει των μισθωτών όπως καταγγέλη την παρούσα μίσθωσιν".

Από τη λεκτική και γραμματική διατύπωση του ως άνω όρου προκύπτει η αναμφισβήτητη ρητή και κατηγορηματική συμφωνία των συμβαλλομένων ότι η ευθύνη και η υποχρέωση συντηρήσεως του μηχανολογικού εξοπλισμού θα βαρύνει τον εκμισθωτή β' εναγόμενο. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι στις 23.9.1999 και περί ώρα 10η πρωϊνή ο Β.

Φ. είχε ανεβάσει στη δεξιά ράμπα του πλυντηρίου την οποία ο ίδιος δούλευε πάντα για πλύσιμο και γρασάρισμα το υπ' αριθ. ΡΡ-8276 λεωφορείο του ΚΤΕΛ διαστάσεων μήκους 12 μέτρων και ύψους 3,40 και ζήτησε βοήθεια από τον Σ. Σ. ο οποίος είχε ελεύθερο χρόνο εκείνη την ώρα. Και οι δύο μαζί τοποθέτησαν στο ανυψωτικό μηχάνημα και σήκωσαν το λεωφορείο αφού πρώτα το είχαν "τακάρει" και ασφαλίσει από απόψεως ισορροπίας.

Αφού είχαν σχεδόν τελειώσει τις εργασίες περιποίησης του λεωφορείου ακούσθηκε ένας θόρυβος "κρακ - κρακ" και το λεωφορείο κατέπεσε προς την αριστερή πλευρά γκρέμισε τον ενδιάμεσο τοίχο και των δύο χωριστών θέσεων του πλυντηρίου και καταπλάκωσε τους δύο παραπάνω εργαζόμενους κάτω απ' αυτό εκ των οποίων ο Β.

Φ., τραυματίσθηκε πολύ σοβαρά και ο Σ. Σ. έχασε ακαριαία τη ζωή του διαμελισθείς κυριολεκτικά. Συγκεκριμένα υπέστη κάταγμα κάτω γνάθου κάταγμα μετωπιαίου οστού, κατάγματα αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, κατάγματα πλευρών άμφω, ρινορραγία και ωτορραγία άμφω, κυάνωση προσώπου, εκχυμωτικά οιδήματα προσθίων κοιλιακών και θωρακικών τοιχωμάτων, αιμοθώρακα αμφοτερόπλευρα με ρήξη πνευμόνων και ρήξη των μεγάλων αγγείων βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση και διατομή του νωτιαίου μυελού από κατάγματα της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης μετατραυματική και μεθαιμορραγική καταπληξία συνεπεία των οποίων και ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ακαριαία ο θάνατος του.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η πτώση του λεωφορείου από τη ράμπα οφείλεται σε βλάβη του ανυψωτικού μηχανήματος. Συγκεκριμένα έσπασαν τα σωληνάκια και έφυγαν τα υδραυλικά υγρά - λάδια και ο αέρας πιέσεως από το ανυψωτικό μηχάνημα. Είχε φθαρεί το σύστημα λειτουργίας ανυψώσεως της ράμπας το οποίο λειτουργεί μ' αέρα και λάδια, είχε κυρτώσει ο μεταλλικός τάκος που χρησιμοποιήθηκε για τη στήριξη - τακάρισμα του εμπρόσθιου τμήματος του λεωφορείου λόγω συχνής και πολύχρονου χρήσεως.

Το τελευταίο τούτο επισημαίνεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Αποδείχθηκε ότι δεν εγίνετο η επιβαλλόμενη συστηματική συντήρηση των μηχανημάτων ανυψώσεως της ράμπας από εξειδικευμένο συνεργείο και η επιβαλλόμενη αντικατάσταση των αναγκαίων εξαρτημάτων για την ασφαλή τοποθέτηση και συγκρότηση του λεωφορείου και δεν ετηρείτο βιβλίο επιθεώρησης και ελέγχου.

Επίσης το εν λόγω πλυντήριο -λιπαντήριο λειτουργούσε χωρίς άδεια η οποία εκδόθηκε μετά το ατύχημα. Ρητή και κατηγορηματική είναι η κατάθεση του Β. Φ. που αυτός έδωσε προανακριτικώς για την έλλειψη συντήρησης των μηχανημάτων από συνεργείο ή εξειδικευμένο άτομο και ότι αυτοί οι ίδιοι, οι οποίοι εμπειρικά δούλευαν χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις για το είδος της εργασίας που εκτελούσαν, συμπλήρωναν τα λάδια των μηχανημάτων.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι δεν τηρήθηκαν βασικοί κανόνες ασφαλείας των εργαζομένων κάτω από τα ανυψούμενα μηχανήματα για την περιποίηση της κάτω πλευράς αυτών και το γρασάρισμα, δεν υπήρχαν τοποθετημένοι ειδικοί μηχανισμοί ασφαλίσεως της ράμπας ώστε να παραμείνει αυτή στην ίδια θέση και στο ίδιο ύψος σε περίπτωση απώλειας από οποιαδήποτε αιτία υδραυλικών ή διαρροών πιέσεως αέρος επί πλέον δεν μερίμνησαν για την προμήθεια και χρήση ειδικών ενισχυμένων μεταλλικών τριπόδων που θα εξασφάλιζαν τη συγκράτηση του οχήματος σε περίπτωση πτώσεως της ράμπας από οποιαδήποτε αιτία.

Οι ανωτέρω ελλείψεις έχουν επισημανθεί και διαπιστωθεί στην προσκομιζόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Προσέτι δε, δεν είχε κατασκευασθεί ασφαλής διαχωριστικός χώρος ο οποίος θα μπορούσε να συγκρατήσει και το βάρος ενός λεωφορείου. Οι ως άνω ελλείψεις και ο μη συστηματικός έλεγχος των μηχανημάτων από ειδικευμένο συνεργείο είχαν σαν συνέπεια την πτώση του λεωφορείου από το ανυψωτικό μηχάνημα και τον θανάσιμο τραυματισμό του Σ.

Σ.. Στο σημείο τούτο πρέπει ν' αναφερθεί ότι μετά το ατύχημα η περιποίηση των λεωφορείων γίνεται με μέτρα ασφαλείας. Την ευθύνη για το τραγικό συμβάν φέρει ο δεύτερος εναγόμενος Συνεταιρισμός ο οποίος αν και είχε το δικαίωμα κάθε μήνα να προβαίνει σ' έλεγχο και ν' απαιτεί την άμεσο διόρθωση ή αποκατάσταση των φθαρέντων δεν το έπραξε μ' αποτέλεσμα τα μηχανήματα να μην ελέγχονται επιμελώς, με το παραπάνω αποτέλεσμα.

Δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο ότι ο θανών είχε τοποθετήσει πλημμελώς το λεωφορείο στους τάκους και εξ αυτής της αιτίας κατέπεσε από τη ράμπα και ως εκ τούτου εξ αμελείας του επήλθε ο θανάσιμος τραυματισμός του. Αντίθετα το γεγονός ότι το λεωφορείο παρέμεινε στη ράμπα μέχρι το τέλος των εργασιών του πλυσίματος και λιπάνσεως του, που απαιτεί χρόνο, σημαίνει ότι τούτο είχε στηριχθεί ασφαλώς και δεν ήταν αυτή η αιτία της πτώσεως του, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι εναγόμενοι.

Απ' όλα τ' αποδεικτικά στοιχεία δεν προέκυψε ότι τα παραπάνω πρόσωπα (Σ. Σ. και Β. Φ.) συνεδέοντο με το πρώτο εναγόμενο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΚΤΕΛ Νομού Αιτωλ/νίας" με έννομη σχέση βάσει της οποίας θα εδημιουργείτο και γι' αυτό υποχρέωση και ευθύνη για το ένδικο συμβάν. Από τα προσκομιζόμενα ιδιωτικά συμφωνητικά και λοιπά έγγραφα προκύπτει ότι συμβαλλόμενο μέρος στην μικτή αυτή, όπως χαρακτηρίσθηκε, σύμβαση, είναι μόνο το β' εναγόμενο.

Δεν προσκομίσθηκαν αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει, ποία είναι η νομική σχέση που συνδέει το πρώτο εναγόμενο με το δεύτερο εναγόμενο και εάν ταυτίζονται, ώστε να προκύψει εις ολόκληρον ευθύνη και του πρώτου, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες και παραπονούνται με τον πρώτο λόγο της έφεσης τους.

Επομένως, η κρινόμενη αγωγή πρέπει ν' απορριφθεί ως προς αυτό ως παθητικά ανομιμοποίητη. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι ο θανών ηλικίας 52 ετών κατά τον χρόνο του ατυχήματος ενόψει της καλής κατάστασης της υγείας του των συνθηκών διαβίωσης και του κοινώς γνωστού μέσου όρου της ανθρώπινης ζωής θα εξακολουθούσε να εργαζόταν, με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, στα πλυντήρια -λιπαντήρια του ΚΤΕΛ Αγρινίου μέχρι το έτος 2008 εάν δεν μεσολαβούσε ο θανάσιμος τραυματισμός του και θ' απεκόμιζε το ποσό των 150.000 δραχ.

μηνιαίως που κέρδιζε μέχρι το χρόνο του θανάτου του και μάλιστα αυξημένο κατά τα συνήθη ποσοστά κάθε έτος. Από το εισόδημα αυτό διέθετε ανάλογα με τις οικογενειακές τους συνθήκες και τη κοινωνική τους θέση ως μηνιαία διατροφή για την πρώτη ενάγουσα σύζυγο του η οποία δεν εργαζόταν και δεν είχε εισοδήματα το ποσό των 60.000 δραχμών κατά την ημέρα του θανάτου του.

Το ποσό αυτό θα εξακολουθούσε να διαθέτει για το μετέπειτα χρονικό διάστημα που θα εξακολουθούσε να εργαζόταν ως εξής: α) από 24.9.06 - 31.12.1998 60.000 δραχ. (ή 176,08 ευρώ), β) από 1.1.1999 - 31.12.2000 το ποσό των 70.000 δραχ. (ή 205 ευρώ), γ) από 1.1.2001 - 31.12.2002 το ποσό των 80.000 δραχμ. (ή 234,77 ευρώ), δ) από 1.1.2003 - 31.12.04 το ποσό των 90.000 δραχ. (ή 264,12 ευρώ), ε) από 1.1.2005 - 31.12.2006 το ποσό των 100.000 δραχμ. (ή 293,4 ευρώ), στ) από 1.1.2007 -31.12.2008 το ποσό των 110.000 δραχ. (ή 322,8 ευρώ).

Συνεπεία του θανάτου του η ενάγουσα στερήθηκε το δικαίωμα διατροφής που είχε έναντι του συζύγου της από την υπαιτιότητα του β' εναγομένου και ζημιώθηκε από την αιτία αυτή τ' ανωτέρω ποσά.

Συνεπώς η ένδικη αξίωση της η οποία είναι πλήρως θεμελιούμενη στα κατά νόμο στοιχεία (βλ. ΑΠ 1276/2005 Ελλ Δνη 2007, 1021 ΑΠ 933/2002, Κρητικός Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα § 19 αρ. 70, 71, 72, 73) είναι αποκαταστατέα και θα πρέπει το εναγόμενο να της καταβάλει τ' ανωτέρω ποσά. Ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι η πρώτη ενάγουσα συνταξιοδοτήθηκε λόγω του ατυχήματος, πέραν της αοριστίας του, γιατί δεν αναφέρει από ποίο φορέα λαμβάνει σύνταξη και ποίο ποσό και δεν συνδέεται με κάποιο αίτημα, είναι προφανώς μη νόμιμος διότι η αξίωση της ενάγουσας γι' αποζημίωση δεν μπορεί ν' αποκρουσθεί από τον ζημιώσαντα β' εναγόμενο εκ του λόγου ότι άλλος εκ του νόμου υποχρεούμενος κατέβαλε στον παθόντα (άρθρο 930 § 3 ΑΚ ΕρΝΟ ΜΑΚ Βασ.

Βαθρακοκοίλη υπ' άρθρο 930 αρ. 12, 23, ΑΠ 1213/2001, ΑΠ 371/2001, ΑΠ 1127/2002). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από τον ξαφνικό, τραγικό και κάτω από τις συνθήκες που έλαβε χώρα ο θάνατος του Σ. Σ. επέφερε μεγάλη θλίψη, αβάσταχτο πόνο και συντριβή στην σύζυγο του πρώτη ενάγουσα, στα τέκνα του, δευτέρα, τρίτη, τέταρτο εκ των εναγόντων και στ' αδέλφια του, πέμπτη, έκτη, έβδομο και όγδοη εκ των εναγόντων και εκ του λόγου τούτου υπέστησαν αυτοί ψυχική οδύνη.

Για την αποκατάσταση αυτής και ανακούφιση από τον πόνο που ένιωσαν το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να τους επιδικασθεί, χρηματική ικανοποίηση, σταθμίζοντας τα αποδειχθέντα προαναφερόμενα στοιχεία ιδίως την υπαιτιότητα του β' εναγομένου, τις συνθήκες του ατυχήματος, την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών και ειδικότερα τα ποσό των σαράντα πέντε χιλιάδων (45.000) ευρώ για τη πρώτη ενάγουσα σύζυγο, το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για καθένα από τους δεύτερη, τρίτη και τέταρτο των εναγόντων τέκνα και το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ για καθένα από τους πέμπτη, έκτη, έβδομο και όγδοη των εναγόντων αδελφούς ...".

Σύμφωνα και με τις πιο πάνω παραδοχές: 1) το Εφετείο, κατά τα νομικά δεδομένα που προπαρατέθηκαν, δέχτηκε, ανέλεγκτα, την ύπαρξη κενού και ασάφειας στην επίδικη σύμβαση και, ακολούθως, προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου να την ερμηνεύσει. Τούτο, όμως, έπραξε, ως προς τον χαρακτηρισμό της σύμβασης και μόνο, χαρακτηρίζοντάς την μεικτή σύμβαση, 2) ως προς την ερμηνεία, όμως, του άρθρου 11 της ίδιας σύμβασης, δεν προσέφυγε στους πιο πάνω ερμηνευτικούς κανόνες, ως υπολαμβάνεται.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές του, το Εφετείο: A) έκρινε, ανέλεγκτα, ποιο, ακριβώς, ήταν, το ουσιαστικό περιεχόμενο της συμφωνίας των διαδίκων, δηλαδή η παροχή, η υποχρέωση που βάρυνε τον καθένα απ' αυτούς. 2) έκρινε, επίσης, κατ' ορθή νομική κρίση, πως η επίδικη σύμβαση με το συγκεκριμένο περιεχόμενο είχε νομικό έρεισμα στη γενική διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ και ότι περιεχόταν σ' αυτή και "σύμβαση μίσθωσης του χώρου και του μηχανολογικού εξοπλισμού" 4) ανεξάρτητα από τον τρόπο διατύπωσης των σκέψεων του, το Εφετείο σαφώς δέχτηκε, όχι με ερμηνεία, αλλά με ρητή, συγκεκριμένη ουσιαστική κρίση και παραδοχή, πως, κατά τη συμφωνία των μερών, η υποχρέωση της συντήρησης του μηχανολογικού εξοπλισμού βάρυνε τον αναιρεσείοντα συνεταιρισμό.

Διέλαβε δε, σχετικά, πλήρη, σαφή και ουδόλως αντιφατική αιτιολογία, δεχθέν ανέλεγκτα, πως η σχετική υποχρέωση, δεν εξήγετο ερμηνευτικά από το περιεχόμενο του όρου 11 της σύμβασης, αλλά από την αναμφισβήτητη "λεκτική και γραμματική" διατύπωση τούτου. Άρα, οι τα αντίθετα προβάλλοντες από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, πρέπει ν' απορριφθούν, ως αβάσιμοι.

Περαιτέρω για παραμόρφωση του πιο πάνω εγγράφου, δεν μπορεί να γίνει λόγος, εφ' όσον: 1)το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη και ανέγνωσε το πιο πάνω έγγραφα, απλά προσέδωσε σ' αυτό, διαφορετική εκτίμηση, από εκείνη που αξιώνει ο αναιρεσείων. 2) άλλωστε, για τον σχηματισμό της κρίσης του, στηρίχθηκε και σε άλλα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα). 3)δεν μπορεί να υπάρξει παραμόρφωση συγκεκριμένου εγγράφου για το λόγο ότι, δεν ερμήνευσε τούτο σε σχέση με άλλα έγγραφα (μίσθωση έως 1987).

δ)εντελώς αόριστα, γίνεται λόγος στο δικόγραφο της αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, εφ' όσον: 1)αναφέρεται πως υπάρχουν ανεπαρκείς, άλλως δεν υπάρχουν αιτιολογίες, χωρίς να αναφέρει ποιες αιτιολογίες είναι ανεπαρκείς και για ποιο λόγο, 2)γίνεται λόγος για παραμόρφωση, παραποίηση και παρερμηνεία της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, η οποία δεν παρατίθεται, ούτε, όσον αφορά την προβαλλόμενη παράβαση του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ παραθέτει το έγγραφο της πραγματογνωμοσύνης, ώστε να κριθεί, η προβαλλόμενη παραμόρφωση.

Άλλωστε, και η πιο πάνω έκθεση, αξιολογήθηκε, όχι αυτοτελώς, αλλά και με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία. Συνακόλουθα, ο σχετικός λόγος του κυρίως δικογράφου της αναίρεσης, ο οποίος προβάλλει τα αντίθετα και εκθέτει την από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμος.

Στη συνέχεια, ως προς τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Ι) Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, "όποιος ζημιώνει άλλο, παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Απαιτείται, άρα, πράξη ή παράλειψη του αδικοπραξήσαντα, η οποία μπορεί να καταλογιστεί σ' αυτόν (ΑΠ 2002/1990, ΑΠ 1320/1988).

Η παράνομη συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη (ΑΠ 1369/2007, ΑΠ 297/2007, ΑΠ 1197/2005 ΑΠ 547/2004). Στην έννοια της υπαιτιότητας δε, περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια (ΑΠ 1167/2004). Προσέτι, και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας, δηλαδή, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, η πράξη ή η παράλειψη ήταν ικανή να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και πραγματικά, το επέφερε (ΑΠ 1910/2007, ΑΠ 831/2005).

Αναιρετικά ελέγχεται η κρίση του δικαστηρίου, για το αν η συμπεριφορά ήταν ικανή να επιφέρει τα επιζήμια αποτελέσματα (ΑΠ 1910/2007, ΑΠ 1197/2005 ΑΠ 831/2005), όχι, όμως για το αν η πράξη ή παράλειψη αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος (ΑΠ 1760/2001, ΑΠ 167/2002). Η προσβαλλόμενη απόφαση, με τις πιο πάνω παραδοχές της, ουδόλως παραβίασε είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, τις διατάξεις των άρθρων 914, 330 εδ.β', 297, 298, 299, 928 και 932 ΑΚ.

Τούτο δε διότι: α)γίνεται σαφής λόγος σ' αυτή, πως ο αναιρεσείων Συνεταιρισμός, δεν έκανε τον προσήκοντα έλεγχο στα μηχανήματα του μισθίου. Και αν ακόμη δεν αναφέρεται η λέξη "αμέλεια", η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου είναι σαφής, και χωρίς παρερμηνείες, β) γίνεται, ωσαύτως, λόγος, για ευθύνη του αναιρεσείοντος, ο ίδιος δε δέχεται πώς ενεργεί μέσω των φυσικών -προσώπων-εκπροσώπων του.

Στηρίζεται δε σε εσφαλμένη προϋπόθεση η αιτίαση, ότι δεν αναφέρεται το φυσικό πρόσωπο που έλαβε γνώση της φθοράς του ανυψωτικού μηχανήματος, παράλειψε, όμως, να το συντηρήσει, ενώ πράγματι, έγινε δεκτό πως ουδείς έλεγχος έλαβε χώρα, γ) είναι εκτίμηση του αναιρεσείοντος πώς, αφού, οι μισθωτές είχαν εμπορική δραστηριότητα στο μίσθιο, κατά λογική ακολουθία, αυτοί θα έπρεπε να συντηρούν τα μηχανήματα.

Το θέμα, άλλωστε, συνέχεται με τις, αναιρετικά ανέλεγκτες, ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης. γ) δεν είναι αντιφατικό, το ότι δεν έγινε δεκτό πώς οι μισθωτές θα πλήρωναν τα υλικά συντήρησης (γράσα-στουπιά), ενώ, ταυτόχρονα κρίθηκε, πως το βάρος συντήρησης των μηχανημάτων θα είχε ο αναιρεσείων. Κι' αυτό γιατί πρόκειται για σαφώς διακεκριμένες υποχρεώσεις και η μία δεν προϋποθέτει, κατ' ανάγκην, την άλλη.

δ) δεν συνιστά προϋπόθεση, για την ύπαρξη της αποδιδόμενης στον αναιρεσείοντα αμέλειας, η προηγούμενη, από μέρους των μισθωτών, ειδοποίηση τούτου για βλάβη του ανυψωτικού μηχανήματος. Άλλωστε, ο αναιρεσείων δεν αναφέρει από πού πηγάζει τέτοια υποχρέωση, αλλά την εντάσσει, γενικά και αόριστα, στην ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας.

Άρα, η προσβαλλόμενη απόφαση, και ως προς τα σημεία αυτά, περιέχει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν, χωρίς αντιφάσεις το διατακτικό των. Έτσι, ουδεμία παράβαση περί την ερμηνεία των πιο πάνω διατάξεων υπήρξε, ούτε εκ πλαγίου παραβίασή τους, και ο πρώτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος πλήττει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για τις από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙ. Περαιτέρω, κατά τα προεκτεθέντα, το Εφετείο, έλαβε υπ' όψιν, για το σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσης του, άπαντα τα ενώπιόν του προσαχθέντα με επίκληση, αποδεικτικά στοιχεία (μάρτυρες, έγγραφα), έστω και αν δεν έγινε ειδική και συγκεκριμένη αναφορά σε κάποιο απ' αυτά. Άρα, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία πως έλαβε υπόψη την με αριθμό 897/1998 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου, με την οποία, κατά τα εκτιθέμενα, αθωώθηκε ο Β. Φ., για τον θάνατο του συνεταίρου του το από 7-10-1996 έγγραφο της από τον αναιρεσείοντα αναφερόμενης εταιρείας, σχετικά με τις συνθήκες και τα αίτια του ατυχήματος. Κατά ταύτα, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος αποδίδει στην εφετειακή απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.11γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Αναφέρθηκαν, ήδη, ικανά, για το θέμα της παραμόρφωσης εγγράφου και δή του από 1-1-1983 συμφωνητικό μίσθωσης. Ουδόλως το Εφετείο, έπρεπε να εκτιμήσει πως οι μισθωτές ήταν, αποκλειστικά, υπόχρεοι, για την συντήρηση του μηχανήματος ανύψωσης, εφ' όσον δε δεν το έπραξε, παραμόρφωσε το πιο πάνω έγγραφο. Απλά, τούτο, συνεκτιμήθηκε με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία και δόθηκε, μετά από την ανάγνωσή του σ' αυτό, διαφορετικό περιεχόμενο, από εκείνο που του αποδίδει ο αναιρεσείων. Αντίθετο συμπέρασμα, δεν μπορεί να συναχθεί από τα αναφερόμενα στο άρθρο 4 της σύμβασης, που αναφέρεται στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναίρεσης, όπου γίνεται λόγος για υποχρέωση διατήρησης του μισθίου και την καθαριότητα της μάνδρας, και στο άρθρο 5, όπου γίνεται λόγος για πέραν της συνήθους χρήσεως του μισθίου ως και των μηχανημάτων και εργαλείων και την υποχρέωση να παραδώσουν αυτά στην κατάσταση που τα παρέλαβαν, κατά τη λήξη της μίσθωσης. Και τούτο, διότι τα παραπάνω, δεν συνιστούν κατάδηλα διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που, το Εφετείο προσέδωσε, κατά τα παραπάνω στο προαναφερθέν έγγραφο, ώστε να το παραμορφώσει. Κατά ταύτα, ο τρίτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης που πλήττει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, για την, από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ πλημμέλεια, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

Μετά απ' αυτά πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους η αναίρεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρ.176, 180, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21 Ιανουαρίου 2010 αίτηση του Προμηθευτικού-Οικοδομικού και καταναλωτικού Πιστωτικού Συνεταιρισμού Π.Ε. Ιδιοκτητών Υπεραστικών και Αστικών Λεωφορείων ΚΤΕΛ Νομού Αιτωλοακαρνανίας, όπως αυτή, διαμορφώθηκε με τους από 14/3/2011 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της με αριθμό 815/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Και

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων από δύο χιλιάδες επτακόσιες (2.700) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2011. Και

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουλίου 2012.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ