Legislator Case Law & Legislation
1333/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, citing untimely objections and lack of substantive review.

Case Number 1333/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a bank's property seizure. The appellant argued that the lower court incorrectly treated certain procedural objections as untimely rather than dismissing them on substantive grounds. The court rejected these claims, ruling that the objections were indeed untimely and that the lower court correctly refused to examine them on the merits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The appeal must be based on a substantive review of the lower court's decision and is inadmissible if the contested decision rejected the appeal's grounds as untimely or legally inadmissible.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Appeal Admissibility Untimely Objection Substantive Review Procedural Bar Bankruptcy Seizure Legal Costs

Cited Legislation

AI generated
Article 138(1) of the Code of Civil Procedure
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 30 of Law 2789/2000
Article 934(1)(γ) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 147A of the Code of Civil Procedure
Article 174A of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1333 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1333/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας-καλούσας: Χ1, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σέφη Αναστασάκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων-καθών η κλήση: 1. Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ" και ως επισπεύδουσας, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρούλα Απαλαγάκη, 2. Ψ1 και 3. Ψ2 κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17236/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1786/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 19-12-2005 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 2109/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η καλούσα με την από 29-7-2008 κλήση της Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 24-10-2007 έκθεσή, του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες ....,...., ..., .... από .... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ...., ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αίτησης αναίρεσης, καθώς και της από 29-7-2008 κλήσης, με την σ` αυτήν πράξη ορισμού της προκείμενης δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατ` αυτήν, επιδόθηκε, με επίσπευση της αναιρεσείουσας, νομοτύπως και εμπροθέσμως, στους δεύτερο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, Ψ1 και Ψ2 σύμφωνα με το άρθρ. 138 παρ.1 ΚΠολΔ.

Επομένως, εφόσον οι εν λόγω διάδικοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσαν δήλωση κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ). Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως οι παράγραφοι 4 στοιχ.

β' και 7 τροποποιήθηκαν με το άρθρο 47 παρ.1 του ν.2873/2000 και οι παράγραφοι 1,4 στοιχ. β αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 42 παρ.1,2 του ν. 2912/2001,προκύπτει, εκτός των άλλων, ότι ο νόμος αυτός εγκαθίδρυσε υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν καταγγελθεί ή λήξει έως την 31.12.2000, ώστε η εκάστοτε προς αυτά συνολική οφειλή να μην υπερβαίνει ορισμένα " πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων ", πολλαπλάσια που περιοριστικά καθορίζει ο ίδιος ο νόμος, ότι τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να μην αρχίσουν διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης και να μην συνεχίσουν διαδικασίες που έχουν αρχίσει μέχρι και 31 Δεκεμβρίου 2001 και ότι από 1 Ιανουαρίου 2002 αίρεται η αναστολή της έναρξης ή της συνέχισης της διαδικασίας προς ικανοποίηση των απαιτήσεων που υπάγονται στην ρύθμιση της παρ.1 , εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά κατά τα αναφερόμενα στην παρ. 6 του εν λόγω άρθρου και με την προϋπόθεση ότι το πιστωτικό ίδρυμα με δήλωσή του, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, θα προσδιορίσει το οφειλόμενο κατ` εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου τούτου ποσό της απαίτησης.

Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 933 παρ. 1 ΚΠολΔ αντιρρήσεις του καθ' ου η εκτέλεση που αφορούν το έγκυρο του εκτελεστού τίτλου, τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή την απαίτηση, ασκούνται μόνο με ανακοπή, ενώ κατά τις διατάξεις του άρθρου 934 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανακοπή σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι παραδεκτή α) αν αφορά την εγκυρότητα του τίτλου ή την προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης μέσα σε δεκαπέντε ημέρες αφότου γίνει η πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης, β) αν αφορά την ακυρότητα των πράξεων της εκτέλεσης που έγιναν από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης και πέρα, ή την απαίτηση, έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης και γ) αν αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης και πρόκειται για εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης μέσα σε τριάντα ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού αν πρόκειται για κινητά και ενενήντα ημέρες αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, αν πρόκειται για ακίνητα.

Στην αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης για την κατάσχεση και τελευταία η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης(άρθρ.934 παρ.2). Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι λόγοι οι οποίοι αφορούν την εγκυρότητα του τίτλου, λόγω ουσιαστικού ελαττώματος, που εμποδίζει την επίσπευση έγκυρης εκτέλεσης, όπως όταν από αυτόν δεν προκύπτει το ύψος της απαίτησης(916ΚΠολΔ) ή αν δεν συγκοινοποιήθηκαν μ' αυτόν και τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης (άρθρ.915ΚΠολΔ), μπορούν να προβληθούν μόνο με ανακοπή του άρθρου 933ΚΠολΔ, η οποία πρέπει να ασκηθεί μέσα στην προβλεπόμενη από το άρθρο 934 παρ.1αΚΠολΔ προθεσμία.

Τέλος, από το συνδυασμό της ως άνω διάταξης του άρθρου 933ΚΠολΔ και των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 25 του Συντάγματος, συνάγεται ότι λόγο ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ. μπορεί να αποτελέσει και η προφανής αντίθεση της επισπευδόμενης διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Στην περίπτωση κατά την οποία η αντίθεση αυτή αφορά στην απαίτηση ή στη διαδικασία της εκτέλεσης, ο λόγος της ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1β ΚΠολΔ., ενώ αν αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, εφόσον πρόκειται για εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, προκειμένου περί ακινήτων, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 περ.

γ' ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 6-6-2003 αγωγή της, την οποία έστρεψε κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, ως επισπεύδουσας δανείστριας, και των δύο λοιπών αναιρεσιβλήτων, ως υπερθεματιστών, η αναιρεσείουσα ζήτησε να ακυρωθεί, ο πλειστηριασμός ακινήτου της, που διενεργήθηκε στις 6-11-2002 με επίσπευση της πρώτης αναιρεσίβλητης, και κατακυρώθηκε στους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, καθώς και η ...

έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού που συνέταξε, ως υπάλληλος του πλειστηριασμού, η συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης Αικατερίνη Μιχαηλίδου και η .... περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της ίδιας συμ/φου και να αναγνωρισθεί η κυριότητά της επί του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου. Με τον πρώτο λόγο της αγωγής αυτής, όπως προκύπτει από την κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.

επισκόπηση του δικογράφου της, η αναιρεσείουσα πρόβαλε ότι η διενέργεια του πλειστηριασμού του αναφερομένου ακινήτου της ήταν άκυρη, διότι έγινε κατά παράβαση των άρθρων 147,178,179,281ΑΚ,ύστερα από εξαπάτησή της, και ειδικότερα ότι αυτή (αναιρεσείουσα) την 1-11-2002, ήτοι πέντε ημέρες προ του πλειστηριασμού, κατέβαλε στον αρμόδιο δικαστικό επιμελητή, ...., παρουσία και της πληρεξούσιας δικηγόρου της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, Μαρίας Κατσαρή, 1.500 ευρώ, προς μερική εξόφληση του χρέους, για το οποίο η εκτέλεση, και εκείνοι τη διαβεβαίωσαν, ότι μετά την καταβολή αυτή ο πλειστηριασμός δεν θα διενεργηθεί και ότι το υπόλοιπο της οφειλής της, που ανέρχονταν σε 1000 ευρώ, θα καταβληθεί μετά από ένα μήνα, με συνέπεια, εκείνη να μην προβεί στις νόμιμες και αναγκαίες ενέργειες για την αναστολή του πλειστηριασμού, ο οποίος πραγματοποιήθηκε κατά την ημέρα που ορίσθηκε, να εκπληστηριαστεί το ακίνητό της και να κατακυρωθεί στους δεύτερο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων.

Με το δεύτερο λόγο της αγωγής ζητήθηκε η ακυρότητα των ανωτέρω πράξεων, λόγω ακυρότητας του τίτλου, βάσει του οποίου επισπεύδονταν η εκτέλεση, ήτοι της 2642/2001 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, γιατί ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε κατά παράβαση των άρθρων 30 του ν. 2789/2000,47 ν.2873/2000 και 42 ν.2912/2001, διότι η απαίτηση της επισπεύδουσας δεν είχε επανακαθορισθεί και αναπροσαρμοσθεί σε ορισμένα καθορισμένα από τις ανωτέρω διατάξεις ποσοτικά όρια, από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων, επομένως δεν ήταν βεβαία και εκκαθαρισμένη.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, εκτίμησε την αγωγή ως ανακοπή του άρθρου 933ΚΠολΔ και απέρριψε τους ανωτέρω λόγους ως απαράδεκτους, λόγω εκπρόθεσμης προβολής τους, καθόσον από της μεταγραφής της ... περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στις 6-12-2002,μέχρι την άσκηση της ένδικης ανακοπής, της οποίας η κατάθεση έγινε στις 12-6-2003 και η επίδοσή της στους αναιρεσιβλήτους στις 17-7-2003 και 1-6-2003, αντίστοιχα, παρήλθε άπρακτη η προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1γΚΠολΔ.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος, όπως εκτιμήθηκε, αποδίδεται στο Εφετείο η από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι εσφαλμένα εκτίμησε ως λόγο ανακοπής, το αίτημα περί ακύρωσης του πλειστηριασμού λόγω της αναφερόμενης σ αυτόν απατηλής συμπεριφοράς των ανωτέρω αναφερομένων προστηθέντων οργάνων της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, εξαιτίας της οποίας δημιουργήθηκε στην αναιρεσείουσα η ψευδής πεποίθηση ότι δε θα διενεργηθεί ο πλειστηριασμός, με αποτέλεσμα να μην προβεί στις νόμιμες ενέργειες για την αναστολή του πλειστηριασμού και έτσι απέρριψε αυτόν ως εκπρόθεσμο, ενώ επρόκειτο για αγωγικό αίτημα, με το ίδιο δε λόγο, δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ..1 ΚΠολΔ, μέμφεται το δικαστήριο της ουσίας διότι απέρριψε την ως άνω ένσταση κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 147ΑΚ Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ο μεν πρώτος διότι ορθώς το Εφετείο εκτίμησε τον ως άνω λόγο ως λόγο ανακοπής του άρθρου 933ΚΠολΔ, ο δε δεύτερος διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε το λόγο αυτό της ανακοπής ως εκπρόθεσμο και όχι κατ εσφαλμένη εφαρμογή της αναφερόμενης ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 174ΑΚ.Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το να απορρίψει το δεύτερο λόγο της ανακοπής παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 147ΑΚ και 30 ν.2789/2000,47 ν.2873/2000 και 42 ν 2912/2001.Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον ο λόγος αυτός της ανακοπής απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμος και όχι κατ 'εσφαλμένη εφαρμογή των εν λόγω ουσιαστικών διατάξεων.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. συνάγεται ότι ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και θεμελιώνεται μόνο αν το σφάλμα της αιτιολογίας ανάγεται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού. Επομένως, δεν έχει εφαρμογή όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή, ή την ανακοπή, ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτους, λόγω εκπρόθεσμης προβολής τους, τους ανωτέρω δύο λόγους της ανακοπής, ως μη νόμιμο δε το αίτημα για αναγνώριση της κυριότητας της αναιρεσείουσας επί του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου. Επομένως, οι πρώτος λόγος, τρίτο μέρος, και ο δεύτερος λόγος, δεύτερο μέρος, της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, όπως εκτιμήθηκαν, με τους οποίους αποδίδεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την απόρριψη των ανωτέρω λόγων της ανακοπής, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

Γ Ι Α ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-12-2005 αίτηση της Χ1 , για αναίρεση της 1786/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης αναιρεσίβλητης Τράπεζας Πειραιώς, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ