Legislator Case Law & Legislation
1333/2008 AI generated

1333/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1333/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/5/1994 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 568/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2458/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/7/2007 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1333/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, το ορισμένο ή μη του δικογράφου της αγωγής ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αξιώνει στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτούς.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1333 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1333/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Δημήτριος Λοβέρδος), Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ......., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Ανδρόνικο Της αναιρεσιβλήτου: ......., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πατρινό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/5/1994 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 568/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2458/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/7/2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 17/4/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 878/17-7-2007 αιτήσεως για αναίρεση της 2458/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 878/17.7.2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 2458/26.4.2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ'επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με την 4615/16.5.1994 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος από δαπάνες που πραγματοποίησε κατά τα έτη 1977-1979 για τη διοίκηση της περιουσίας της ανήλικης κατά το χρόνο εκείνο ως γεννηθείσης το έτος 1967, εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης θυγατέρας του κατά την άσκηση της πατρικής του εξουσίας, με θεμελίωσή της, κατά τις ενδιαφέρουσες την παρούσα αναιρετική διαδικασία βάσεις της, στο υπό την παλαιά αρίθμηση άρθρο 1516 και υπό νέα 1530 ΑΚ, και επικουρικώς στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, η 568/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από τις (α) 3839/2-5-2006 και (β) 835/27-1-2006 εφέσεις των διαδίκων, συνεκδικαζομένων, η 2458/2007απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την εν λόγω απόφαση η με στοιχ. (α) έφεση του ενάγοντος απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Αντίθετα κατά παραδοχή της με στοιχ. (β) εφέσεως της εναγομένης, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής αποφάσεως και διακράτηση της υποθέσεως, απορρίφθηκε η αγωγή σε συνέπεια με την αξιολόγησή της ως μη νόμιμης κατά την κύρια και ως αόριστης κατά την επικουρική της βάση. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς ενάγων με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια. Ειδικότερα:

Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού δικαίου κανόνα, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο, σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Εξάλλου, το ορισμένο ή μη του δικογράφου της αγωγής ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αξιώνει στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτούς.

Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως. Αν τυχόν έλαβε υπόψη του γεγονότα που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή δεν έλαβε υπόψη, παρόμοια γεγονότα εκτιθέμενα εις αυτήν τότε ιδρύονται οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 λόγοι αναιρέσεως.

Περαιτέρω, κατά το υπό παλαιά αρίθμηση άρθρο 1516 και υπό νέα 1530 ΑΚ " Οι γονείς έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν τις δαπάνες που έκαναν για την επιμέλεια του προσώπου και την διοίκηση της περιουσίας του τέκνου, αν από τις περιστάσεις είχαν δικαίωμα να τις θεωρήσουν αναγκαίες και δεν είναι από εκείνες που τους βαρύνουν".

Κατά τους ορισμούς και την έννοια της εν λόγω διατάξεως, οι προϋποθέσεις αναζητήσεως των δαπανών που πραγματοποίησαν οι γονείς για την επιμέλεια του προσώπου και τη διοίκηση της περιουσίας του ανήλικου τέκνου τους είναι (α) οι δαπάνες πρέπει να αναφέρονται και να αφορούν την επιμέλεια του τέκνου ή τη διοίκηση της περιουσίας του, (β) να αφορά δαπάνες τις οποίες, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων, υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκαν, είχαν δικαίωμα οι γονείς να τις θεωρήσουν αναγκαίες, (γ) να μη βαρύνουν τους γονείς και (δ) να ασκούν την επιμέλεια του προσώπου και τη γονική διοίκηση της περιουσίας του.

Με το άρθρο αυτό εκφράζεται η βούληση του νομοθέτη να περιορίσει κατά το δυνατόν τις εν γένει δαπάνες επιμέλειας του προσώπου και διοικήσεως της περιουσίας του ανηλίκου, οι οποίες καταβάλλονται από τους γονείς, πλην βαρύνουν τον ανήλικο, χωρίς όμως να εμποδίζονται στην επιθυμία τους να καταβάλουν εξ ιδίων οποιαδήποτε δαπάνη θα έκριναν ωφέλιμη για την κανονική λειτουργία της επιμέλειας ή της διοικήσεως της περιουσίας του ανηλίκου.

Ηθέλησε δηλαδή ο νομοθέτης να δημιουργήσει με τον τρόπο αυτό κάποιο φραγμό στην εξουσίας προς διαχείριση της περιουσίας του ανηλίκου και ειδικότερα με την επιβάρυνση με αυτού του είδους τις δαπάνες. Για το λόγο αυτό και ορίζεται ότι οι γονείς είναι πάντοτε ελεύθεροι να πραγματοποιήσουν οποιαδήποτε δαπάνη, αναγκαία ή επωφελή, η οποία δεν τους βαρύνει, χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να περιορισθούν στις αναγκαίες.

Δεν μπορεί όμως και να αξιώσει όλες τις δαπάνες που κατέβαλε, αλλά μόνο εκείνες τις οποίες εδικαιούτο να θεωρήσει από τις περιστάσεις αναγκαίες, για τις οποίες γεννάται αξίωσή του κατά του υποχρέου ανηλίκου, ενώ οι λοιπές δεν αναζητούνται, θεωρούμενες δωρεά των γονέων, ή του ασκούντος την πατρική εξουσία πατρός υπό το προϊσχύσαν νομικό καθεστώς υπέρ του ανηλίκου.

Η διάγνωση της καταβληθείσης δαπάνης ως αναγκαίας ή μη γίνεται με βάση το συγκεκριμένο θέμα το οποίο αφορά και τις εν γένει συνθήκες λειτουργίας της επιμελείας του προσώπου ή της διοικήσεως της περιουσίας του τέκνου κατά το χρόνο πραγματοποιήσεως της. Το αναγκαίο της δαπάνης είναι ζήτημα νομικό. Κατά την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής κατά την κύρια βάση της. "Στην προκείμενη περίπτωση, στην ένδικη αγωγή του ο ενάγων και ήδη εκκαλών - εφεσίβλητος εξέθεσε ότι, κατά τα έτη 1977 και 1979, υπό την ιδιότητά του του ασκούντος την πατρική εξουσία επί της - τότε ανηλίκου και - ήδη ενηλίκου θυγατέρας του εναγομένη και ήδη εφεσίβλητου - εκκαλούσης, προέβη, στο όνομα και για λογαριασμό της τελευταίας και με δικά του χρήματα σε αναγκαίες δαπάνες, άλλως, σε δαπάνες που αυτός καλοπίστως εθεώρει αναγκαίες, για την διοίκηση της περιουσίας της.

Ότι, ειδικότερον δαπάνησε, τα έτη 1977 και 1979, για την αγορά με δικά του χρήματα, για λογαριασμό της τότε ανηλίκου εναγομένης - εφεσίσβλητου - εκκαλούσης, του στην αγωγή οικοπέδου, ήτοι:ποσό 1.500.000 δρχ. (τίμημα) και ήδη 23.708.333 δρχ. για λοιπά έξοδα, αμοιβή συμ/φου κλπ 10.000 δρχ. και ήδη 158.056 + 5000 δρχ και ήδη 79.028 δρχ. για ανέγερση και αποπεράτωση 3όροφης οικοδομής επ' αυτού ποσό 5.570.232 δρχ και ήδη 65.688.332 δρχ για την καταβολή και εξόφληση των τόκων τοκοχρεολυτικού δανείου προς τούτο 855.000δρχ, ήδη 879.870 δρχ.

Ότι, από το χρόνο πραγματοποιήσεως των άνω δαπανών επήλθε ουσιώδης υποτίμηση του νομίσματος και με βάση τον τιμάριθμο και την ανταλλακτική αξία του νομίσματος κατά το χρόνο πραγματοποιήσεως των δαπανών και εκείνης τη οποίαν έχει κατά τον χρόνο εγέρσεως της αγωγής, η χρηματική αξία των τότε υπ' αυτού γενομένων δαπανών ανέρχεται ήδη ως ανωτέρω και συνολικώς στο ποσό των 90.513.619 δραχμών, ποσό το οποίο, με βάση τα' ανωτέρω, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει, ως αναγκαίες δαπάνες άλλως, δαπάνες που αυτός καλοπίστως εθεώρει αναγκαίες, που έγιναν για την διοίκηση της περιουσίας της ανηλίκου τότε εναγομένης θυγατέρας του, άλλως κατά τις διατάξεις περί διοικήσεως αλλότριων, άλλως κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις".

Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή αξιολογείται κατά την θεμελιούμενη στο άρθρο 1516 ΑΚ του προϊσχύσαντος νομικού καθεστώτος και υπό νέα αρίθμηση 1530 ΑΚ βάση της μη νόμιμη, σε συνέπεια με την εκτίμηση (ι) ότι η διάθεση των χρημάτων του αναιρεσείοντος για την αγορά οικοπέδου στο όνομα της κατ' εκείνον τον χρόνο ανήλικης αναιρεσίβλητης θυγατέρας του δεν συνιστά πράξη διοικήσεως της περιουσίας της, αλλά του ιδίου, και με την έννοια αυτή δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1516 ΑΚ και (ιι) ότι η ανέγερση επί του οικοπέδου αυτού τριώροφης οικοδομής, ως ιδιαίτερα μεγάλη οικονομική επένδυση, με τη λήψη μάλιστα τοκοχρεωλυτικού δανείου για την αποπεράτωσή της, δεν μπορεί να θεωρηθεί από τον αναιρεσείοντα ότι αποτελεί, υπό τις επικαλούμενες περιστάσεις, αναγκαία δαπάνη, προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 1516 ΑΚ. Επομένως ο πρώτος κατά σειρά λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάση της ως μη νόμιμη, η αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, με την έννοια της ευθείας παραβίασης του άρθρου 1516 ΑΚ, ελέγχεται ως αβάσιμος.

ΙΙ. Με την διάταξη του άρθρου 904 παρ. 1 εδ. α'ΑΚ, κατά τους ορισμούς της οποίας όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από τη περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, καθιερώνεται ή έννοια της γενικής απαιτήσεως ή ρήτρας από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Το δεύτερο εδάφιο της αυτής παραγράφου του ίδιου άρθρου σημειώνει ενδεικτικώς ορισμένες ειδικές από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό απαιτήσεις, με τη μορφή παραλλαγών της άνω γενικής απαιτήσεως, των οποίων η σημασία περιορίζεται στα όρια εφαρμογής των ειδικών διατάξεων των άρθρων 905 έως 907, 911, 912 ΑΚ.

Μεταξύ των απαιτήσεων αυτών είναι και εκείνη του ζητούμενου κατά του λήπτη προς ανάληψη του συνεπεία αχρεωστήτου παροχής πλουτισμού του τελευταίου. Επομένως απαιτείται ανυπαρξία υποχρεώσεως, για την εκπλήρωση της οποίας έγινε η παροχή του ζημιουμένου προς τον λήπτη, ως κατ' άγνοια της ανυπαρξίας αυτής εκ μέρους του ζημιουμένου.

Ο κατά την έννοια του άρθρου 905 παρ. 1ΑΚ αποκλεισμός της απαιτήσεως αχρεωστήτου εφαρμόζεται αυτεπαγγέλτως και με την έννοια αυτή αναγκαίο στοιχείο για το ορισμένο κατά τούτο της αγωγής, είναι η αναφορά της αιτίας για την οποία έγινε η καταβολή, με βάση την οποία θα κριθεί η ανυπαρξία της υποχρεώσεως και η άγνοια αυτής, περίπτωση η οποία αποκλείει παράλληλα τη βούληση ελευθεριότητας του ζημιουμένου.

Κατά την υπό του δικαστηρίου της ουσίας κυριαρχικής εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής κατά την θεμελίωσή της στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις "εκθέτει ο ενάγων στη ένδικη αγωγή του ότι η εναγομένη καταστάσα αχρεωστήτως και χωρίς καμμία νόμιμη αιτία πλουσιότερα εις βάρος και επί ζημία της περιουσίας μου, κατά το ποσό των (προαναφερομένων) δαπανών ανερχόμενο σε δραχμές 90.531.619 υποχρεωμένη είναι να μου αποδώσει την προς αυτήν ωφέλεια, εκ της πραγματοποιήσεως από εμένα των παραπάνω δαπανών της ωφελείας αυτής ανερχόμενης στο ποσό των 90.513.619 δρχ.

κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού". Αξιολογούμενη η αγωγή με βάση το περιεχόμενό της αυτό αλλά και το λοιπό κείμενο αυτής, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ επισκόπησή της για τον έλεγχο της βασιμότητας του προσβαλλόμενου αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, ελέγχεται ως αόριστη κατά την ερευνώμενη επικαλούμενη βάση της, εφόσον δεν προσδιορίζεται η αιτία για την οποία έγιναν οι αναφερόμενες δαπάνες, με βάση την οποία θα κριθεί η άγνοια της ανυπαρξία αυτής, οπότε και αποκλείεται η βούληση ελευθεριότητα του φερομένου ως ζημιουμένου αναιρεσείοντος.

Επομένως ο απομένων προς έρευνα δεύτερος κατά σειρά λόγος, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε την αγωγή κατά την θεμελίωσή της στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις ως αόριστη, οι αναιρετικές αιτιάσεις του άρθρου 559 αρ. 1, 14 Κ.Πολ.Δ, ελέγχεται ως αβάσιμος.

Σε συνέπεια με τις παραδοχές αυτές πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά άξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 878/17.7.2007 αίτηση για αναίρεση της 2458/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2008. Και Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ