Legislator Case Law & Legislation
1333/2007 AI generated

1333/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1333/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-1984 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1443/1985 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 907/1988 του Εφετείου Πειραιώς. Μετά από άσκηση αναιρέσεως εκδόθηκε η 1450/1990 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση του Εφετείο Αθηνών, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε τις 5557/1993 μη οριστική και 3588/2004 οριστική αποφάσεις. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24 Ιουνίου 2005 αίτησή τους και τους από 4-7-2005 και 12-9-2005 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 25 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1333/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 268 εδ. α΄ και 269 παρ. 1 του ΑΚ, κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή....Την παραγραφή διακόπτει η υποβολή σε διαιτησία ή σε διοικητική αρχή ή σε διοικητικό δικαστήριο ή σε άλλο ειδικό δικαστήριο της διαφοράς που αναφέρεται στην αξίωση.

Keywords

AI generated
boat tax freedom of navigation exploitation of the seas marine bill of lading marine equipment international waters
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1333 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1333/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων : 1)...... χήρας Χ1, 2)..... και 3)..... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ζήση Φασούλα.

Της αναιρεσίβλητης : Υπό εκκαθάριση Κοινοπραξίας Ελληνικών Ναυαγοσωστικών και Ρυμουλκών ....., που εδρεύει στον ....., νομίμως εκπροσωπουμένης και απαρτιζομένης από τις α)Ανώνυμη Ναυτική Εταιρία "Νικόλαος Ε. Βερνίκιος", που εδρεύει στον Πειραιά, νομίμως εκπροσωπουμένη, β)Ανώνυμη Ναυτική Εταιρία "Λουκάς Μάτσας και Υιοί - Ναυαγοσωστικά - Ρυμουλκά", που εδρεύει στον Πειραιά, νομίμως εκπροσωπουμένη και γ)Ναυτική Εταιρία "......", που εδρεύει στον ....., νομίμως εκπροσωπουμένη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Αντάπαση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-1984 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1443/1985 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 907/1988 του Εφετείου Πειραιώς. Μετά από άσκηση αναιρέσεως εκδόθηκε η 1450/1990 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση του Εφετείο Αθηνών, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε τις 5557/1993 μη οριστική και 3588/2004 οριστική αποφάσεις. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24 Ιουνίου 2005 αίτησή τους και τους από 4-7-2005 και 12-9-2005 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 25 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ, αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε σε έναν από τους συμβαλλόμενους ή σε τρίτον, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει με δίκαιη κρίση. Αν δεν έγινε με δίκαιη κρίση ή βραδύνει, γίνεται από το δικαστήριο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 867 ΚΠολΔ, διαφορές ιδιωτικού δικαίου μπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία με συμφωνία, αν εκείνοι που τη συνομολογούν έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς.

Οι διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 663 δεν μπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία. Από την τελευταία διάταξη συνάγεται ότι για την έγκυρη συμφωνία περί διαιτησίας απαιτείται: α) ύπαρξη ιδιωτικού δικαίου διαφοράς, ήτοι διαφορά που υπάρχει μεταξύ των συμβαλλομένων σχετικά με το είδος, το ύψος ή άλλα στοιχεία της παροχής και β) εξουσία ελευθέρας διαθέσεως του αντικειμένου της διαφοράς, η δε συμφωνία αυτή είναι επιτρεπτή και όταν πρόκειται περί προσδιορισμού αορίστου παροχής, εφόσον οι συμβαλλόμενοι, αντί του προσδιορισμού της αντιπαροχής κατά τον από το άρθρο 371 ΑΚ καθιερούμενο τρόπο, επέλεξαν τον καθορισμό δια διαιτητικής αποφάσεως, οπότε στην τελευταία περίπτωση ο διαιτητής διαφέρει του κατά το άρθρο 371 ΑΚ τρίτου, διότι δικάζει διαφορά περί αμφισβητούμενου δικαιώματος.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 247 εδ. α΄ του Κώδικα Ιδιωτικού Δικαίου (ΚΙΝΔ) "πάσα πράξις αρωγής ή διασώσεως πλοίου, εφόσον έσχεν ωφέλιμο αποτέλεσμα, παρέχει δικαίωμα ευλόγου αμοιβής", ενώ κατά τους ορισμούς των άρθρων 290 αριθμ. 3 και 291 εδ. α΄ του ίδιου Κώδικα, η αξίωση από επιθαλάσσια αρωγή ή διάσωση για την πληρωμή της αμοιβής και των εξόδων υπόκειται σε διετή παραγραφή, η οποία αρχίζει μόλις λήξει το έτος κατά το οποίο συμπίπτει η αφετηρία.

Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 268 εδ. α΄ και 269 παρ. 1 του ΑΚ, κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή....Την παραγραφή διακόπτει η υποβολή σε διαιτησία ή σε διοικητική αρχή ή σε διοικητικό δικαστήριο ή σε άλλο ειδικό δικαστήριο της διαφοράς που αναφέρεται στην αξίωση.

Οι διατάξεις των άρθρων 261 έως 263, 267 έως 268 εφαρμόζονται αναλόγως. Επομένως, ο χρόνος παραγραφής επιμηκύνεται σε είκοσι χρόνια και όταν η αξίωση βεβαιωθεί με διαιτητική απόφαση, έστω και αν αυτή είναι αλλοδαπή, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 903 ΚΠολΔ. Με τους τρείς λόγους αναιρέσεως και τον πρώτο του από 12.9.2005 δικογράφου των προσθέτων λόγων, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 371 ΑΚ, 290 αριθμ. 3 και 291 εδ.

α΄ του ΚΙΝΔ, τις οποίες παρέλειψε να τις εφαρμόσει, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, ότι με τις παραδοχές της στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση, διότι περιέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα του νομικού χαρακτήρα της πράξεως του αλλοδαπού τρίτου ως διαιτητικής αποφάσεως ή προσδιορισμού αόριστης παροχής, και, τέλος, παραβίασε τις ερμηνευτικές των δικαιοπραξιών διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ έπρεπε να τις εφαρμόσει.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε επί των ως άνω ζητημάτων τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα κοινοπραξία, που βρίσκεται σε εκκαθάριση από το έτος 1979, έχει ως κύριο έργο τη θαλάσσια αρωγή και ρυμούλκηση. Εξ άλλου, οι εναγόμενοι είναι εξ αδιαθέτου οι κληρονόμοι του Χ1, που πέθανε στις 6-11-1980, η πρώτη ως σύζυγός του νόμιμη, οι δε άλλοι δύο ως νόμιμα παιδιά του, ενεχόμενοι και οι τρεις για τα χρέη της κληρονομίας του κατ΄ αναλογία της κληρονομικής τους μερίδας, δηλαδή κατά τα 2/8 η πρώτη και κατά τα 3/8 ο καθένας από τους άλλους δύο.

Στις 6 Ιουνίου 1979, το Κυπριακής σημαίας πλοίο ".....", πλοιοκτησίας της εταιρίας "PORTOHELI SHIPPING COMPANY LIMITED" που είχε την καταστατική έδρα της στη Λευκωσία της Κύπρου και διαχειριστή και κύριο μέτοχο (κατά 50%) τον παραπάνω Χ1, ήταν αγκυροβολημένο στον προλιμένα Πειραιώς, όπου άρχισε να παίρνει κλίση προς τα΄ αριστερά, που αύξανε επικίνδυνα.

Για την αποτροπή της καταβύθισης του πλοίου προσέτρεξαν τα τότε υπό κοινή διαχείριση και εκμετάλλευση της κοινοπρακτούσας ενάγουσας ναυαγοσωστικά "...." και ".....", τα οποία και κατόρθωσαν να το συγκρατήσουν και ρυμουλκήσουν σε ασφαλές μέρος, όπου και το προσάραξαν, ν΄ αντλήσουν τα νερά του και να συνδράμουν στη μεταφόρτωση του από κουτιά τοματοπολτού, αποτελούμενον φορτίο του.

Κατά τη διάρκεια της πιο πάνω επιχειρήσεως διάσωσης συμφωνήθηκε μεταξύ του πλοιάρχου ..... στο όνομα και για λογαριασμό των ιδιοκτητών του πλοίου "....." του φορτίου του, και του ναύλου, και .... στο όνομα και για λογαριασμό της ενάγουσας κοινοπραξίας, με το από 6.6.1979 συμφωνητικό "LLOYD΄S STANDARD FORM OF SALVAGE AGRREEMENT)", να καθοριστεί η αμοιβή της ενάγουσας από διαιτητή στο Λονδίνο, με βάση το πιο πάνω τυποποιημένο συμβόλαιο των LLOYD΄S, που προσκομίζεται σε κεκυρωμένο φωτοαντίγραφο και νόμιμη μετάφραση από την Αγγλική στην Ελληνική Γλώσσα.

Με το ίδια συμφωνητικό (ρήτρα 12) προβλεπόταν η άσκηση εφέσεως κατά της διαιτητικής αποφάσεως, και η αρμοδιότητα δευτεροβάθμιου διαιτητικού οργάνου για την τελεσίδικη κρίση επί των ζητημάτων της αμοιβής της ενάγουσας, ενώ με το ίδιο συμφωνητικό προβλεπόταν η παροχή εξασφαλίσεων από τους ασφαλιστές που κάλυπταν το πλοίο και το φορτίο και η κατάθεση εγγυήσεως από την πλοιοκτήτρια εταιρεία στην επιτροπή των LLOYD΄S.

Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι διεξήχθη κανονικά η συμφωνηθείσα διαιτητική διαδικασία μεταξύ της ενάγουσας και της πλοιοκτήτριας εταιρείας και επί της υποθέσεως εκδόθηκε η από 60801981 τελεσίδικη απόφαση του κατ΄ έφεση δικάζοντος διαιτητού GERARD RALPH AHCHINCECK DARLING, η οποία επιδίκασε ως αμοιβή το ποσό των Δολ. ΗΠΑ 350.000 για η διάσωση του φορτίου και του πλοίου κατ΄ αναλογία της διασωθείσης αξίας, την οποία προσδιόρισε για μεν το πρώτο σε Δολ.

ΗΠΑ 747.385, για δε το δεύτερο σε Δολ. ΗΠΑ 149.800. Το ποσό αυτό, από το οποίο αναλογεί υπέρ της ενάγουσας ποσό 58.425 Δολ. ΗΠΑ, επιδικάσθηκε εντόκως προς 18% ετησίως από 1ης Φεβρουαρίου 1980 μέχρι της ημέρας της δημοσιεύσεως της πρωτοδίκου διαιτητικής αποφάσεως, δηλαδή μέχρι της 9ης Φεβρουαρίου 1981 και από της 12ης Μαρτίου 1981 εντόκως προς 22% ετησίως μέχρι εξοφλήσεως, βάσει ειδικής συμφωνίας, συμπεριλαμβανομένης στον 11ο όρο του συμφωνητικού διασώσεως.

Η διαιτητική αυτή απόφαση κηρύχθηκε εκτελεστή στην Ελλάδα με την υπ΄ αριθ. 1149/1987 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Εν όψει όλων αυτών και των οριζομένων από τις διατάξεις των άρθρων 201, 210, 268 και 269 ΑΚ και 903 ΚΠολΔ με την έκδοση της προαναφερθείσας τελεσίδικης διαιτητικής απόφασης την 5.8.1981, η ένδικη αξίωση της ενάγουσας κατά την κύρια βάση της από τη σύμβαση θαλάσσιας αρωγής και την σωρευτική αναδοχή χρέους του δικαιοπαρόχου των εναγομένων στο χρονικό εκείνο σημείο πληρώσεως της αναβλητικής αιρέσεως - προθεσμίας υπό την οποία τελούσε, υπόκειτο έκτοτε πλέον σε εικοσαετή παραγραφή, συνέπεια που δεν προκύπτει από πουθενά να είχε αποκλεισθεί από την ενάγουσα και το δικαιοπάροχο των εναγομένων κατά την κατάρτιση της συμβάσεως σωρευτικής αναδοχής χρέους υπό την αναβλητική αίρεση - προθεσμία του τελεσίδικου διαιτητικού καθορισμού της απαιτήσεως της ενάγουσας.

Για τους λόγους αυτούς, η σχετική ένσταση των εναγομένων από τη διάταξη του άρθρου 290 αριθμ. 3 του ΚΙΝΔ για διετή παραγραφή της ένδικης αξιώσεως της ενάγουσας κατά την πιο πάνω κύρια αγωγική βάση της, που ασκήθηκε το Δεκέμβριο 1984, που παραδεκτά προβλήθηκε στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρθηκε και στο Δικαστήριο τούτο προσηκόντως για την απόκρουση της εφέσεως της ενάγουσας, κρίνεται απορριπτέα, κατά παραδοχή της σχετικής αντενστάσεως της ενάγουσας ως βάσιμης και κατ΄ ουσία, που όπως κρίθηκε και από την υπ΄ αριθμ. 1450/1990 αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου, παραδεκτά προβλήθηκε καθ΄ υποφορά με το δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ενώ ειδικότερα, σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ, επιτρεπτώς οι διάδικοι συμφώνησαν όπως ο καθορισμός της εύλογης αμοιβής για την επιθαλάσσια αρωγή γίνει με αλλοδαπή διαιτητική απόφαση. Περαιτέρω περιέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα ότι η τελεσίδικη απόφαση του αλλοδαπού διαιτητή, που ορίστηκε από την επιτροπή των LLOYD΄S, η οποία απόφαση, ως αλλοδαπή διαιτητική απόφαση, κηρύχθηκε εκτελεστή στην Ελλάδα με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επιμήκυνε το χρόνο παραγραφής της απαίτησης της αναιρεσίβλητης κοινοπραξίας από δύο χρόνια σε είκοσι, κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 268 εδ.

α΄ και 269 παρ. 1 του ΑΚ, ενώ, τέλος, το Εφετείο δεν διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας σε σχέση με τις δηλώσεις των συμβαλλομένων ως προς το αντικείμενο της συμφωνίας, δηλ. αν επρόκειτο όντως για συνυποσχετικό διαιτησίας περί διαφοράς ιδιωτικού δικαίου, ώστε να καταφύγει στην εφαρμογή των ερμηνευτικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις οποίες και δεν παραβίασε.

Επομένως, οι ως άνω από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ αντίθετοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

Με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από την προαναφερθείσα διαιτητική απόφαση. Το Εφετείο, όπως από τις ως άνω παραδοχές προκύπτει, δέχθηκε ότι η απόφαση του διαιτητή είναι αλλοδαπή διαιτητική απόφαση, η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή στην Ελλάδα (άρθρο 906 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου αποτελεί δεδικασμένο κατά τη διάταξη του άρθρου 903 ΚΠολΔ. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη της περ. 16, ούτε αυτές των περιπτώσεων 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Περαιτέρω το δεδικασμένο περιλαμβάνει και τα όσα δέχθηκε κατ΄ ουσίαν η διαιτητική απόφαση, όπως την επιδίκαση συμβατικών τόκων, κατά τα οριζόμενα στον 11ο όρο του τυποποιημένου συμβολαίου των LLOYD΄S, ενώ δεν απαιτούνταν η προσβαλλόμενη απόφαση να αναφέρει ότι η αμοιβή που επιδικάστηκε από τη διαιτητική απόφαση ήταν "εύλογη". Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος πρόσθετοι από το άρθρο 16, 1 και 19 ΚΠολΔ, καθ΄ ορθή υπαγωγή, αντίθετοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει..... Όμως βασική προϋπόθεση για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι το δικαστήριο της ουσίας να έλαβε παρά το νόμο υπόψη αποδεικτικά μέσα προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα το τυποποιημένο συμβόλαιο των LLOYD΄S, το οποίο ήταν διατυπωμένο στην Αγγλική γλώσσα κατά τον 11ο όρο, που ως δέχεται η προσβαλλόμενη, προβλέπει συμβατικούς τόκους, ενώ νόμιμα μεταφρασμένα στην Ελληνική γλώσσα ήταν μόνον οι 10 πρώτοι όροι.

Ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ αυτός λόγος αναιρέσεως, οποίος και μόνον προβλήθηκε στον πέμπτο πρόσθετο λόγο, είναι αβάσιμος, διότι ο πραγματικός ισχυρισμός της προβλέψεως ή μη συμβατικών τόκων στον 11ο όρο του τυποποιημένου συμβολαίου των LLOYD΄S, δεν ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, προκειμένου να σχηματισθεί δικανική πεποίθηση επ΄ αυτού, λόγω του υπάρχοντος δεδικασμένου από την ανωτέρω τελεσίδικη διαιτητική αλλοδαπή απόφαση, η οποία όπως προκύπτει από τις παραδοχές του Εφετείου, είχε αποφανθεί επί του ζητήματος των συμβατικών τόκων.

Περαιτέρω με τους έκτο και όγδοο προσθέτους λόγους αναιρέσεως προβάλλεται αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της τραπεζική επιταγή, ποσού 90.000 δολλαρίων ΗΠΑ, η οποία είναι άκυρη ως πλαστή, αφού φέρεται ότι εκδόθηκε από τον δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων Χ1 στις 28.12.1981, ενώ αυτός είχε ήδη πεθάνει στις 6.11.1980.

Ο ως άνω λόγος εκ του άρθρου ομοίως 559 αριθμ. 11α ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, διότι η ως άνω τραπεζική επιταγή δεν ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η ευθύνη του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων στηρίχθηκε στην ως άνω τελεσίδικη αλλοδαπή διαιτητική απόφαση, η οποία καθόρισε την αμοιβή της αναιρεσίβλητης κοινοπραξίας για την επιθαλάσσια αρωγή και στην προφορικά συναφθείσα σύμβαση σωρευτικής από αυτόν αναδοχής χρέους και όχι στην ως άνω επιταγή που είχε μεταβιβαστεί με εν λευκώ οπισθογράφηση στην αναιρεσίβλητη κοινοπραξία προς εξασφάλιση της οφειλής του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων από τη σωρευτική αυτού αναδοχή χρέους.

Με τον έβδομο, ως εκτιμάται, λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα μαρτυρική κατάθεση μάρτυρα της αναιρεσίβλητης κοινοπραξίας, ενώ η εξέταση μαρτύρων απαγορευόταν από τη διάταξη του άρθρου 393 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Από την 5557/1993 προδικαστική απόφαση του Εφετείου προκύπτει ότι αυτή επέτρεψε την εξέταση των μαρτύρων "οι οποίοι εδώ συγχωρούνται λόγω της εμπορικότητας της διαφοράς, αλλά και λόγω αρχής έγγραφης αποδείξεως, που κατά την κρίση του δικαστηρίου, συνάγεται από την επικαλούμενη και μαζί με νόμιμη μετάφραση προσκομιζόμενη τραπεζική επιταγή (άρθρ. 394παρ. 1 εδ.

α΄ και δ΄ ΚΠολΔ". Επομένως, ο λόγος που προβάλλουν οι αναιρεσείοντες ότι η τραπεζική επιταγή είναι πλαστή και δεν μπορεί από αυτόν να συναχθεί αρχή έγγραφης απόδειξης, αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού αρκεί η πρώτη εξαίρεση της εμπορικότητας της διαφοράς, που δέχθηκε το δικαστήριο προκειμένου να επιτραπεί η εξέταση των αμφισβητουμένων θεμάτων και με μάρτυρες (άρθρ. 394 παρ. 1 εδ.

δ. ΚΠολΔ) και η οποία κρίση του δικαστηρίου είναι ανέλεγκτη αναιρετικά. Κατά συνέπεια ο ως άνω εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Με τον ένατο πρόσθετο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη πράγμα, δηλ. την ένσταση της πλαστότητας της τραπεζικής επιταγής που είχαν προτείνει με τις από 1.12.2003 προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, και που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Όμως ο ως άνω ισχυρισμός περί πλαστότητας δεν ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού, όπως προαναφέρθηκε, από τις παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι η ευθύνη του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων στηριζόταν στη σωρευτική αναδοχή από αυτόν του χρέους της πλοιοκτήτριας εταιρείας του πλοίου ".....", του οποίου διαχειριστής και κύριος μέτοχος, κατά ποσοστό 50%, ήταν αυτός και στην ως άνω αλλοδαπή διαιτητική απόφαση και όχι στην εν λόγω τραπεζική επιταγή.

Επομένως η παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει σε ισχυρισμό που δεν ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ο οποίος είναι αβάσιμος. Παραμόρφωση εγγράφου, κατ΄ άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο δέχθηκε ότι το έγγραφο έχει περιεχόμενο καταδήλως διάφορο από το αληθινό και κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, δηλαδή υπήρξε λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου.

Όμως το περιεχόμενο του εγγράφου πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ο ισχυρισμό. Περαιτέρω, παραμόρφωση μπορεί να γίνει και αρνητικά με την παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμης φράσης του εγγράφου. Πρέπει, όμως, την επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, που φέρεται ως παραμορφωμένο.

Με τον δέκατο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο της προαναφερόμενης τραπεζικής επιταγής και του από 10.11.1979 ιδιωτικού συμφωνητικού, των οποίων εγγράφων μνημονεύεται το περιεχόμενο, ως και τα όσα το Εφετείο δέχθηκε ή παρέλειψε να αναγνώσει.

Ειδικότερα, σε σχέση με την ως άνω τραπεζική επιταγή προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο ανέγνωσε ότι η επιταγή εμφανίστηκε εμπρόθεσμα την 28.12.1981 και σφραγίστηκε ως ακάλυπτη, ενώ στην εν λόγω επιταγή ανεγράφετο επί πλέον "και διότι ο φερόμενος ως εκδότης της επιταγής Χ1 απεβίωσε την 6.11.1980", τις οποίες φράσεις παρέλειψε να αναγνώσει, παραμορφώνοντας έτσι το έγγραφο αυτό της επιταγής, ενώ, περαιτέρω, παρέλειψε από το με ημερομηνία 10.11.1979 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, ως εκπροσώπου της πλοιοκτήτριας εταιρείας, και της αναιρεσίβλητης κοινοπραξίας να αναγνώσει τη φράση "οι πλοιοκτήται αναλαμβάνουν να ανανεώνουν την εν παραγράφω 1 του παρόντος αναφερόμενη επιταγή ανά επταήμερον".

Ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ αυτός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι, όπως και στους άλλους λόγους αναφέρεται, ως άνω επιταγή δεν ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, επομένως, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν ήσαν ουσιώδεις. Τέλος, προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρέλειψε να αναγνώσει από το ως άνω από 10.11.1979 ιδιωτικό συμφωνητικό τις φράσεις "Προς άρσιν της προσωρινής διαταγής απαγορεύσεως απόπλου του πλοίου....

οι πλοιοκτήται παρεχώρησαν προς τους σώστας τας εξής εξασφαλίσεις: α) επιταγή προσωπική του Χ1 επί της Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος (ναυτιλιακόν) δια ποσόν δολλαρίων ΗΠΑ 90.000, β) προσωπικήν εγγύησιν του Φ1", διότι αν τις είχε αναγνώσει δεν θα είχε καταλήξει στην κρίση ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων είχε αναδεχθεί σωρευτικά το χρέος της πλοιοκτήτριας εταιρεία.

Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν κατέληξε στην κρίση της συνάψεως προφορικής συμβάσεως αναδοχής χρέους αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, αλλά από τη συνεκτίμηση όλων των παραδεκτά προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων (μάρτυρες και έγγραφα).

Επομένως ο ως άνω λόγος, κατά το σκέλος αυτός, είναι αβάσιμος. Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 477 ΑΚ, αν κάποιος με σύμβαση που συνάπτει με το δανειστή υποσχεθεί την εκπλήρωση ξένου χρέους, ο οφειλέτης δεν απαλλάσσεται, αλλά παράγεται πρόσθετη ενοχή αυτού που υποσχέθηκε, εφόσον δεν προκύπτει σαφώς το αντίθετο, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 847 του ίδιου Κώδικα, με τη σύμβαση της εγγύησης ο εγγυητής αναλαμβάνει έναντι του δανειστή την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή.

Εξάλλου οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ παραβιάζονται σε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια μιας δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σε αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων ή δεν παραθέτει τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.

Με τον ενδέκατο πρόσθετο λόγο του από 12.9.2005 δικογράφου των προσθέτων λόγων και των πρώτου και δευτέρου λόγων του από 4.7.2005 ετέρου δικογράφου προσθέτων λόγων, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 411, 477, 847 και 850 παρ. 2 ΑΚ, δεν εφάρμοσε τις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ενώ έπρεπε να τις εφαρμόσει, και περιέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες για ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε, επί των κρισίμων ζητημάτων τα ακόλουθα: "Εν όψει της καταστάσεως αυτής, με προφορική σύμβαση που καταρτίσθηκε τον Οκτώβριο 1979, και πάντως μετά την έκδοση της προσωρινής διαταγής, ανάμεσα στην ενάγουσα κοινοπραξία και στον ήδη αποβιώσαντα και από τους εναγομένους κληρονομηθέντα Χ1, ο τελευταίος, που ήταν τότε και νόμιμος εκπρόσωπος και κύριος μέτοχος (κατά 50%) της πλοιοκτήτριας εταιρείας, αναδέχθηκε προσωπικά και σωρευτικά την πληρωμής της αμοιβής, που όφειλε η πλοιοκτήτρια εταιρεία στην ενάγουσα κοινοπραξία για τη διάσωση του πλοίου κατά τα προαναφερθέντα, ώστε να ευθύνεται εις ολόκληρο με την πλοιοκτήτρια εταιρεία κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 477 και 482 ΑΚ.

Με ρητό όρο της πιο πάνω συμβάσεως, που βρισκόταν σε απόλυτη συνάφεια και με την πιο πάνω πρόβλεψη του συμφώνου θαλάσσιας αρωγής για τη δυνατότητα ασκήσεως εφέσεως κατά της διαιτητικής αποφάσεως καθορισμού της αμοιβής της ενάγουσας, τα αποτελέσματα της συμβάσεως σωρευτικής αναδοχής χρέους εξαρτήθηκαν από την έκδοση της πιο πάνω τελεσίδικης διαιτητικής αποφάσεως.

Δηλαδή, συμφωνήθηκε ότι τα αποτελέσματά της θα άρχιζαν από το χρονικό σημείο της εν λόγω τελεσίδικης διαιτητικής αποφάσεως, εννοείται και για την ενάγουσα, που είχε την έννοια (τελεσίδικη απόφαση) της αναβλητικής αιρέσεως, ως γεγονότος μέλλοντος και αβέβαιου, από το οποίο είχε εξαρτηθεί η άσκηση της αξιώσεως της ενάγουσας, αφού άλλωστε δεν αποκλειόταν από πουθενά και η πιθανότητα εκδόσεως διαιτητικής απορριπτικής αποφάσεως, πέρα από το γεγονός ότι πριν από τον τελεσίδικο διαιτητικό καθορισμός της αμοιβής της ενάγουσας δεν υπήρχε απόλυτα ορισμένη κατά περιεχόμενο αξίωση της ενάγουσας, που τελούσε και υπό προθεσμία μέχρι την τελεσίδικη περάτωση της συμφωνημένης διαιτητικής διαδικασίας.

Για την εξασφάλιση της πιο πάνω οφειλής του, που αναδέχθηκε σωρευτικά ο Χ1, ύστερα από λίγες ημέρες μεταβίβασε με λευκή οπισθογράφηση και παρέδωσε στην ενάγουσα την υπ΄ αριθ. ..... τραπεζική επιταγή του, εκδόσεως του ιδίου, σε διαταγή του, ποσού 90.000 Δολλαρίων ΗΠΑ, πληρωτέας από το Ναυτιλιακό Υποκατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας Πειραιώς.

Παράλληλα, την 10 Νοεμβρίου 1979 ο ναυλωτής του πλοίου Φ1, με την ταυτόχρονη ενυπόγραφη επιστολή του, εγγυήθηκε ανεπιφύλακτα (παραιτούμενος του ευεργετήματος της διζήσεως υπέρ της πλοιοκτήτριας πρωτοφειλέτιδας εταιρείας) προς την ενάγουσα εταιρεία ότι θα κατέβαλε την αμοιβή της και μέχρι του ποσού των 90.000 Δολλαρίων ΗΠΑ με την εμφάνιση προς αυτόν αντιγράφου της σχετικής διαιτητικής αποφάσεως, και με την προϋπόθεση ότι θα έχει εμφανισθεί εμπρόθεσμα η προαναφερθείσα επιταγή για πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα και θα βρισκόταν ακάλυπτη.

Την ίδια ημέρα της υπογραφής της πιο πάνω εγγυητικής επιστολής, συντάχθηκε και το από 10.11.1979 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της ενάγουσας κοινοπραξίας και της πλοιοκτήτριας εταιρείας του διασωθέντος πλοίου, στο οποίο αφού έγινε μνεία των εξασφαλίσεων προς την ενάγουσα, δηλαδή της πιο πάνω προσωπικής επιταγής του δικαιοπαρόχου των εναγόντων Χ1 και της προσωπικής εγγυήσεως του Φ1, συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα θα επιστρέψει τις πιο πάνω εξασφαλίσεις στον Φ1 μόλις κατατεθεί από τους ασφαλιστές η εγγύηση που προβλεπόταν από το συμφωνητικό διασώσεως.

Οι πλοιοκτήτες αναλάμβαναν την ευθύνη της καταθέσεως της εγγυήσεως των ασφαλιστών εντός ενός μηνός, μετά την παρέλευση άκαρπου του οποίου εκχωρούσαν στην ενάγουσα τα ασφαλιστήρια του πλοίου μέχρι του ποσού των 90.000 Δολλαρίων ΗΠΑ. Σε περίπτωση μη καταθέσεως της εγγυήσεως των ασφαλιστών η ενάγουσα θα εισέπραττε μόνο μετά την έκδοση της διαιτητικής αποφάσεως, και μόνο μέχρι του ποσού που θα επιδίκαζε η διαιτητική απόφαση, από τις πιο πάνω εξασφαλίσεις, και με τον τρόπο που προέβλεπε η συνημμένη εγγυητική επιστολή του Φ1.

Δηλαδή, πρώτα θα εμφανιζόταν η επιταγή του δικαιοπαρόχου των εναγόντων για πληρωμή, και μετά θα ενεργοποιείτο η εντολή για την εγγυητική ευθύνη του Φ1. Εν όψει όλων όσων προαναφέρθηκαν, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο δικαιοπάροχός τους δεν αναδέχθηκε σωρευτικά το χρέος της πλοιοκτήτριας εταιρείας αλλά "εγγυήθηκε μόνο την πληρωμή του με την πιο πάνω επιταγή του, που είχε τον χαρακτήρα επιταγής ευκολίας με την οποία συνέστησε ενέχυρο του κοινού δικαίου υπέρ της ενάγουσας", κρίνεται αβάσιμος από ουσιαστική άποψη και απορριπτέος.

Αυτά δε ενόψει και του ότι αφ΄ ενός μεν εάν ο δικαιοπάροχος των εναγομένων ήθελε να εγγυηθεί υπέρ της ενάγουσας θα συνέτασε, όπως και ο Φ1, σχετική έγγραφη εγγυητική επιστολή στο πλαίσιο της διατάξεως του αρθρ. 849 ΑΚ, αφ΄ ετέρου δε εάν η σχετική επιταγή του Χ1 είχε μόνο το χαρακτήρα της επιταγής ευκολίας, δεν θα προβλεπόταν στην από 10.11.1979 έγγραφη σύμβαση και στην ταυτόχρονη εγγυητική επιστολή του Φ1 η διαχρονική κλιμάκωση της ευθύνης μεταξύ της προσωπική ευθύνης του Χ1 κατά πρώτο λόγο, σε συνδυασμό με την είσπραξη της επιταγής του και της ευθύνης του Φ1 κατά δεύτερο λόγο και μόνο αν η επιταγή ήταν ακάλυπτη.

Εξάλλου, ναι μεν το από 10.11.1979 συμφωνητικό υπογράφεται από τον Χ1 με την ιδιότητα του εκπροσώπου της πλοιοκτήτριας εταιρείας, πλην όμως, σ΄ αυτό και εκτός εκείνων που αφορούν την πλοιοκτήτρια εταιρεία, περιλαμβάνονται και στοιχεία - περιστατικά αφορώντα την αναληφθείσα σε προγενέστερο χρόνο, κατά τα προαναφερθέντα, από τον ίδιο προσωπική ευθύνη μέσω της συμβάσεως σωρευτικής αναδοχής χρέους, όπως η πληρέστερη διασφάλιση της αναληφθείσας υποχρέωσής του μέσω της προσωπικής επιταγής του, που μνημονεύεται στο συμφωνητικό, και η καθιέρωση της υλοποιήσεως συμβατικά της ευθύνης του αυτής σε προγενέστερο χρόνο, σε σχέση με την ευθύνη του εγγυητή Φ1".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με το να δεχθεί ότι συνέτρεχε περίπτωση σωρευτικής αναδοχής χρέους από μέρους του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων Χ1 και όχι περίπτωση εγγυήσεως, δεν διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, σε σχέση με τη φύση της συμβάσεως που συνήψαν, δηλ.

της προφορικά συναφθείσας σωρευτικής αναδοχής χρέους, ώστε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών 173 και 200 ΑΚ, τους οποίους και δεν παραβίασε, η δε έκθεση επιχειρημάτων στην προσβαλλόμενη απόφαση από το ως άνω με ημερομηνία 10.11.1979 ιδιωτικό συμφωνητικό γίνεται προκειμένου να κριθεί από το Εφετείο ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι ο δικαιοπάροχός των εγγυήθηκε και δεν αναδέχθηκε σωρευτικά το χρέος της πλοιοκτήτριας εταιρείας, και, τέλος περιέλαβε επαρκείς αιτιολογίες ως προς το προαναφερόμενο ζήτημα.

Με τον τρίτο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ πρόσθετο λόγο αναιρέσεως του δευτέρου ως άνω δικογράφου προσθέτων λόγων, οι αναιρεσείοντες προβάλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της έγγραφο που ο νόμος δεν το επιτρέπει και ειδικότερα το από 6.6.1979 συμφωνητικό ναυαγιαιρέσεως, που προσκόμισε στο Εφετείο η αναιρεσίβλητη κοινοπραξία, το οποίο ήταν αχαρτοσήμαντο, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 62, 64 του ΚΤΧ και 16 παρ. 5 του ν.2523/1997, ισχυρισμό τον οποίο είχαν προτείνει με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου. Όμως, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ότι όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία αυτή έλαβε υπόψη, προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους και, επομένως, μεταξύ αυτών και το ως άνω συμφωνητικό ναυαγιαιρέσεως. Κατά συνέπεια ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Με τον τέταρτο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της την ένσταση του αδικαιολόγητου πλουτισμού λόγω της ανυπαρξίας αιτίας προς σύναψη της σωρευτικής αναδοχής χρέους, την οποία είχαν προτείνει με τις προτάσεις τους στο Εφετείο. Όμως με βάση τις παραδοχές του Εφετείου έγινε δεκτό ότι υπήρχε νόμιμη αιτία προς σύναψη της σωρευτικής αναδοχής χρέους, και, επομένως, την ως άνω ένσταση του αδικαιολόγητου πλουτισμού την αντιμετώπισε και την απέρριψε με το να δεχθεί ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που τη συγκροτούν. Επομένως ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.6.2005 αίτηση των ..... χήρας Χ1, .... και .... για αναίρεση της 3588/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ