Legislator Case Law & Legislation
1333/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of specific and detailed reasoning in sentencing and procedural errors.

Case Number 1333/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a second-instance conviction for murder. The appellant argued the lower court lacked specific reasoning and committed procedural errors by examining witnesses and documents for the first time. The court rejected these claims because the appellant failed to provide the required specific and detailed grounds for each alleged defect, rendering the appeal inadmissible under the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 148-153, 473 para.2, 474 para.2, 509 para.1a, 510 para.1, 583 para.1 of the Code of Civil Procedure; An appeal for annulment is inadmissible if the grounds are not specific and detailed, and any alleged procedural defect must be substantiated with precise references to the contested decision's sections.

Keywords

AI generated
annulment appeal specific reasoning detailed justification procedural nullity Code of Civil Procedure murder conviction legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 148-153 of the Code of Civil Procedure
Article 473, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 474, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 509, paragraph 1a of the Code of Civil Procedure
Article 510, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 583, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 171, paragraph 1, letter delta of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 19/2001
Supreme Court 1419/1983

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1333 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1333/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Κωνσταντίνο Κούκλη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ελευθερίου Βορτσέλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Γιαλάογλου, για αναίρεση της 66/2004 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης.

Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θράκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1729/2005.

Αφού άκουσεΤον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης..

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα άρθρα 148-153, 473 παρ.2, 474 παρ.2 και 509 παρ.1α ΚΠΔ προκύπτει, ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως ή δηλώσεως αναιρέσεως κατ΄αποφάσεων είναι οι περιεχόμενοι σ'αυτές λόγοι, από τους περιοριστικώς διαλαμβανόμενους στο άρθρο 510 παρ.1 του ιδίου κώδικα, να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, γιατί διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη, από την ανωτέρω δε αξίωση του νόμου, είναι δηλαδή σαφείς και ορισμένοι οι αναιρετικοί λόγοι, δεν εξαιρείται και ο προβλεπόμενος στο παραπάνω άρθρο 510 παρ. 1Δ τέτοιος, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ. Ενόψει τούτων, για το ορισμένο του προαναφερθέντος λόγου αναιρέσεως πρέπει Α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να διευκρινίζεται επί πλέον σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 19/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τους δεύτερο και έκτο λόγους αναιρέσεως, προβάλλει την αιτίαση, ότι η προσβαλλομένη απόφαση του Μικτού Εφετείου Θράκης, με την οποία κατεδικάσθη σε κάθειρξη δέκα οκτώ (18) ετών, με την αναγνώριση υπέρ αυτού ελαφρυντικών περιστάσεων για ανθρωποκτονία από πρόθεση, στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ. 'Όμως, ενώ και στους δύο πιο πάνω λόγους αναιρέσεως προβαίνει σε πλήρη νομική ανάπτυξη, παραθέτοντας όσα δέχεται η νομολογία του Αρείου Πάγου, εν τούτοις δεν αναφέρει συγκεκριμένες νομικές πλημμέλειες της αποφάσεως, σε σχέση με τους εξεταζομένους λόγους. Μόνο στο δεύτερο λόγο αναιρέσεως υπαινίσσεται, ότι «υπέβαλε στο δικαστήριο αίτημα να καταχωρηθεί στα πρακτικά της δίκης η από 6-12-2004 ένστασή του, η οποία απορρίφθηκε αναιτιολόγητα», χωρίς να εξειδικεύει ποιο ήταν το περιεχόμενο της ενστάσεως και ποία ήταν η παραδοχή του δικαστηρίου, για να κριθεί από τον 'Αρειο Πάγο εάν το δικαστήριο της ουσίας, απορρίπτοντας το αίτημα, υπέπεσε ή όχι στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 Δ ΚΠΔ.

Συνεπώς, οι προαναφερθέντες δύο λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι.

Με το άρθρο 2 παρ.2 του Ν.2408/1996, αντικαταστάθηκε το άρθρο 105 του ΚΠΔ, ως ακολούθως: «Όταν ενεργείται προανάκριση σύμφωνα με το άρθρο 243 παρ.2 του παρόντος, η εξέταση γίνεται όπως ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 273 και 274 και εκείνος που εξετάζεται έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 103 και 104. Η κατά παράβαση του παρόντος εξέταση είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη.

Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της παρ.2 του άρθρου 31 «. Κατά το δεύτερο αυτό εδάφιο της παρ.2 του άρθρου 31 ΚΠΔ «αν, όμως, έγινε έγγραφη εξέταση του υπόπτου, η εξέταση αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της Εισαγγελίας». Με την αντικατάσταση αυτή του άρθρου 105 με τον παραπάνω Ν.2408/1996, που ισχύει από 4-6-1996, σκοπήθηκε, όπως από την εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού προκύπτει, να τερματισθεί το απαράδεκτο καθεστώς της παραβιάσεως των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου στη διάρκεια της αυτεπάγγελτης (αστυνομικής) προανακρίσεως που συνίσταται κυρίως στην απαγόρευση της επικοινωνίας του με το συνήγορο πριν από την εξέτασή του ως «μάρτυρα» που θάλπει την πρακτική αυθαιρέτων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και δημιουργεί αρνητική προδιάθεση σε βάρος των αστυνομικών οργάνων. 'Ετσι, με τη διάταξη της πρώτης παραγράφου του άρθρου αυτού καθίσταται πλέον υποχρεωτικό εκείνος που έχει συλληφθεί, ως δράστης ή σε βάρος του οποίου υπάρχουν υπόνοιες ότι ενέχεται στην πράξη για την οποία διεξάγεται προανάκριση, χωρίς προηγούμενη εισαγγελική παραγγελία να εξετάζεται, σύμφωνα με ό,τι ισχύει για την εξέταση κάθε κατηγορουμένου, ώστε να αποκλείεται η «μαρτυροποίησή» του και να διασφαλίζεται το υπερασπιστικό του δικαίωμα, ενώ με τη διάταξη της δεύτερης παραγράφου του ιδίου άρθρου ορίζεται ρητά ότι η κατά παράβαση του δεύτερου εδαφίου εξέταση του δράστη που έχει συλληφθεί ή του υπαιτίου, είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη, εφαρμοζομένης κατά τα λοιπά της παραπάνω διατάξεως του δευτέρου εδαφίου της παρ.2 του άρθρου 31 ΚΠΔ.

Και ναι μεν η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 31 παρ.2 εδ.δεύτερο του ΚΠΔ δεν απαγγέλλει ακυρότητα της, κατά παράβαση αυτής αναγνώσεως και αξιολογήσεως της ανώμοτης καταθέσεως του υπόπτου, όμως η διάταξη αυτή έχει θεσπισθεί προς υπεράσπιση του κατηγορουμένου, ο οποίος έχει δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεώς του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για «δίκαιη δίωξη», που του διασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ (ΝΔ 53/1974) καθώς και του δικαιώματός του από το άρθρο 223 παρ.4 ΚΠΔ να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη.

Επομένως, βάσει της διατάξεως αυτής, δεν είναι επιτρεπτό να αξιολογηθούν σε βάρος του όσα τυχόν επιβαρυντικά στοιχεία έχει καταθέσει γι'αυτόν κατά την ανώμοτη εξέτασή του κατά την διάρκεια της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως. Συνακόλουθα μόνον η κατά παράβαση των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 31 παρ.2 εδ.β' και 105 παρ.2 εδ.β' του ΚΠΔ ανάγνωση και αποδεικτική αξιολόγηση σε βάρος του κατηγορουμένου της ανώμοτης καταθέσεώς του που δόθηκε κατά το στάδιο της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως, εφόσον έγινε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 171 παρ.1 δ ΚΠΔ και θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 Α' ιδίου Κώδικα (Ολ.ΑΠ 2/1999), όχι δε και η ύπαρξη αυτής στη σχηματισθείσα δικογραφία και η μη παραμονή της στο αρχείο της Εισαγγελίας, εφόσον αυτή, όταν δεν αναγιγνώσκεται ή δεν αξιολογείται από το δικαστήριο, δεν επηρεάζει καθ΄οιονδήποτε τρόπο την άσκηση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου.

Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, αν αποτέλεσε στοιχείο της δικογραφίας και αξιολογήθηκε, μαζί με την απολογία του, ως κατηγορουμένου και η από 6-12-2001 ένορκη, ως μάρτυρος, κατάθεσή του ενώπιον του αστυνομικού προανακριτικού υπαλλήλου, η οποία εδόθη προς της κτήσεως της ιδιότητος του κατηγορουμένου, ανεξάρτητα από την καθ'υπόθεσιν και εκ τούτου απαραδέκτως, προβολή του λόγου αυτού αναιρέσεως, από την παραδεκτή, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν προκύπτει ότι αναγνώσθηκε και ελήφθηκε υπόψη και αποδεικτικώς αξιολογήθηκε η ως άνω μαρτυρική κατάθεση και ως εκ τούτου, ο συναφής λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος..

Η διάταξη του άρθρου 486 παρ.3 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ.19 του Ν.2408/1996 και ισχύει από 4-6-1996 (κατά το άρθρο 7 του νόμου αυτού), και που ορίζει ότι «η άσκηση της εφέσεως από τον Εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρο 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται, ως απαράδεκτη», έχει εφαρμογή επί αναιρέσεων που ασκούνται απ'αυτόν κατά αθωωτικών αποφάσεων, όπως τούτο συνάγεται και από τον τίτλο του ως άνω άρθρου 486 ΚΠΔ που ομιλεί για έφεση κατά αθωωτικής αποφάσεως (ΑΠ 919/2000).

Στην προκειμένη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση του ΜΟΔ Ξάνθης είναι καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα (κατεδικάσθη για θανατηφόρο σωματική βλάβη κατά μεταβολή της για ανθρωποκτονία από πρόθεση κατηγορίας) και κατ΄αυτής άσκησε έφεση ο κατηγορούμενος, αλλά και ο Εισαγγελέας Εφετών Θράκης με ημερομηνία 11-6-2003, με την οποία ζητεί την παραδοχή της εφέσεώς του, προς τον σκοπό κηρύξεως του αναιρεσείοντος ενόχου ανθρωποκτονίας από πρόθεση και επιβολής εις αυτόν της ποινής της ισοβίου καθείρξεως.

Με βάση τη σκέψη που προηγήθηκε, ο από το άρθρο 510 παρ.1 Η ΚΠΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση ότι καθ'υπέρβαση εξουσία δέχθηκε τυπικά την έφεση του Εισαγγελέως, ενώ θα έπρεπε να την είχε απορρίψει, ως απαράδεκτη, διότι δεν ήταν ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, ανεξαρτήτως του ότι η έκθεση εφέσεως είναι πλήρως αιτιολογημένη, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής προκύπτει, αφού ο Εισαγγελεύς, για την παραδοχή της εφέσεώς του επικαλείται κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ειδικότερα, ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθώς, οι καταθέσεις των μαρτύρων η από 10-12-2001 ενεργηθείσα αυτοψία-αναπαράσταση, περί της οποίας συνετάγη η 3/10-12-2001 έκθεση, η ιατροδικαστική έκθεση του Ιατροδικαστή .....

και τα λοιπά αναγνωσθέντα έγγραφα.

Κατά το άρθρο 211 β εδ.β' ΚΠΔ, με ποινή ακυρότητος της διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο, όσοι κηρύχθηκαν ένοχοι για την πράξη που εκδικάζεται και αν ακόμη δε τους επιβλήθηκε ποινή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι απαγορεύεται η εξέταση στο ακροατήριο, ως μάρτυρος, κάποιου από τους πολλούς κατηγορουμένους που όμως έχει κηρυχθεί ένοχος για την ίδια πράξη για την οποία κατηγορείται ο συγκατηγορούμενός του. Δεν απαγορεύεται, όμως, η εξέταση στο ακροατήριο, ως μάρτυρος, του συγκατηγορηθέντος για την ίδια πράξη, εάν αυτός έχει αθωωθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κλητεύθηκε και εξετάστηκε ως μάρτυρας ο X1 , ο οποίος ήταν συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος στον πρώτο βαθμό για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ανθρωποκτονία εκ προθέσεως και ο οποίος (X1) εκηρύχθη αθώος της αποδιδομένης εις αυτόν ως άνω αξιόποινης πράξεως. Επομένως, εφόσον η εξέτασή του είναι επιτρεπτή ουδεμία εξ αυτής (εξετάσεως) ακυρότητα δημιουργήθηκε και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το αντίστοιχο μέρος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Η διάταξη του άρθρου 212 παρ.1 του ΚΠΔ ορίζει, πλην άλλων, ότι η διαδικασία ακυρώνεται, αν εξετασθούν στην προδικασία οι συνήγοροι σχετικά με όσα τους εμπιστεύθηκαν οι πελάτες τους' οι συνήγοροι κρίνουν σύμφωνα με τη συνείδησή τους αν και σε ποιο μέτρο πρέπει να καταθέσουν όσα άλλα έμαθαν με αφορμή την άσκηση του λειτουργήματός τους. Περαιτέρω, οι διατάξεις των παρ.1 και 2 του άρθρου 49 του ΝΔ 3026/1954, ορίζουν ότι: ο Δικηγόρος υποχρεούται να τηρεί απαραβίαστον την απαιτουμένην υπέρ τους εντολέως αυτού εχεμύθεια περί όσων ούτος ενεπιστεύθη αυτώ. Περί όσων άλλων περιέχονται εις γνώση του εξ αφορμής της ασκήσεως του Δικηγορικού λειτουργήματος, αφίεται εις αυτόν να κρίνει εν συνειδήσει, αν και εν τίνι μέτρω πρέπει καλούμενος να καταθέσει ως μάρτυς. Εις πάσαν περίπτωση δεν δύναται να εξετάζεται ως μάρτυς επί υποθέσεως εις ην ανεμίχθη ως δικηγόρος άνευ προηγουμένης αδεία του ΔΣ του Συλλόγου εις ο ανήκει, ή εν κατεπειγούση περιπτώσει τους Προέδρου αυτού.

Από τις διατάξεις αυτές που ετέθησαν προς προστασία των διαδίκων και ενίσχυση των σχέσεων εμπιστοσύνης που πρέπει να υπάρχει, μεταξύ αυτών και των δικηγόρων προκύπτει ότι ακυρότητα δημιουργεί η κατάθεση από δικηγόρο γεγονότων που εμπιστεύθηκε σ'αυτόν ο πελάτης του, αφήνεται δε στο δικηγόρο να κρίνει, κατά συνείδηση, αν πρέπει να καταθέσει για γεγονότα που έμαθε με αφορμή την άσκηση του λειτουργήματός του. Απαραίτητη, όμως προϋπόθεση αποτελεί η προηγούμενη παραίτησή του από την υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, η έλλειψη άδειας του δικηγορικού συλλόγου ή του Προέδρου του δεν δημιουργεί ακυρότητα της καταθέσεώς του, αλλά συνεπάγεται πειθαρχικές κυρώσεις, κατά του παραβάτη δικηγόρου.

Συνεπώς, νομίμως εξετάστηκε, ως μάρτυρας στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση η δικηγόρος Δράμας 'Αννα-Μαρία Νταϊλάκη, συνήγορος του αναιρεσείοντος κατά το στάδιο της προδικασίας, μετά την παραίτησή της από την υπεράσπισή του κατηγορουμένου ουδεμίας ακυρότητος, εντεύθεν δημιουργηθείσης και ανεξαρτήτως του εάν είχε λάβει ή όχι άδεια του οικείου δικηγορικού συλλόγου ή του Προέδρου αυτού. Ως εκ τούτου, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το αντίστοιχο μέρος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 326 παρ.1 εδ.γ', 353 παρ.1 και 502 παρ.1 εδ.β' ΚΠΔ προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας μπορεί, ύστερα από αίτηση του Εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, να εξετάσει, εκτός από τους μάρτυρες που κλητεύθηκαν και άλλους μάρτυρες, την μαρτυρία των οποίων θεωρεί αναγκαία, αν είναι παρόντες και αν ακόμη δεν κλητεύθηκαν ή τα ονόματά τους δεν γνωστοποιήθηκαν και ασχέτως αν εξετάσθηκαν ή μη κατά την πρωτόδικη δίκη ή την προδικασία. Εάν, όμως, ο κατηγορούμενος εναντιωθεί στην εξέταση τέτοιων μαρτύρων και το δικαστήριο αρνηθεί να τον ακούσει ή παραλείψει να αποφανθεί, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα (άρθρ 171 παρ.1 δ ΚΠΔ).

Επομένως η για πρώτη φορά εξέταση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο του νομίμως κλητευθέντος μάρτυρος X2, ουδεμία επέφερε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το αντίστοιχο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι επήλθε απόλυτη άλλως σχετική ακυρότητα από την εξέταση του μάρτυρος αυτού για πρώτη φορά στο Εφετείο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, τόσο μάλλον καθόσον, που δεν δημιουργείται ακυρότητα και από την αυτεπάγγελτη εξέταση για πρώτη φορά στο Εφετείο, μαρτύρων, των οποίων κρίνεται αναγκαία η μαρτυρία, αν είναι παρόντες και αν ακόμη δεν κλητεύθηκαν ή τα ονόματά τους δεν γνωστοποιήθηκαν και ασχέτως αν είχαν εξετασθεί κατά την πρωτόδικη δίκη την προδικασία.

Ομοίως, ο αυτός τρίτος λόγος κατά την αιτίαση ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο εκ του ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του έγγραφα που για πρώτη φορά συσχετίστηκαν στη δικογραφία, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, γιατί δεν αναφέρει ποια είναι τα έγγραφα αυτά, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά παραδοχή ενστάσεως του αναιρεσείοντος εξαίρεσε από τη δικογραφία και δεν έλαβε υπόψη του για τον σχηματισμό της κρίσεώς του σχετικά με την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου τα εις την οικεία σκέψη μνημονευόμενα έγγραφα.

Εξάλλου, αλυσιτελώς παραπονείται ο αναιρεσείων με το αντίστοιχο μέρος του αυτού, τρίτου λόγου αναιρέσεως, για επελθούσα απόλυτη ακυρότητα λόγω αναγνώσεως των προανακριτικών καταθέσεων των μαρτύρων ..... και X2, γιατί από την (παραδεκτή) επισκόπηση της αυτής, ως άνω αποφάσεως, οι προανακριτικές καταθέσεις των ως άνω μαρτύρων δεν φέρονται αναγνωσθείσες.

Περαιτέρω, ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο δεν επιφέρει η μη ανάγνωση εγγράφων, ακόμη και αν είχε γνωστοποιηθεί στον κατηγορούμενο ότι θα αναγνωσθούν, εκτός εάν έγινε αίτηση να αναγνωσθούν και το δικαστήριο, είτε αρνήθηκε αδικαιολόγητα είτε παρέλειψε να απαντήσει στην αίτηση (ΑΠ 1419/1983).

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας (ορθόν: για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο) λόγω μη αναγνώσεως και κατ' επέκταση λόγω μη λήψεως υπόψη, «άλλης, ιδίας ημερομηνίας (26-11-2001) ιατροδικαστικής έκθεσης, του ιδίου ιατροδικαστή» (τον οποίο δεν αναφέρει), χωρίς και να προτείνεται ότι ζητήθηκε η ανάγνωσή της, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.

Απορριπτομένων όλων των λόγων αναιρέσεως και μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ 583 παρ.1 ΚΠΔ).

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 16 Σεπτεμβρίου 2005 αίτηση του ......, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 66/2004 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία προσδιορίζει σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ