Supreme Court dismisses appeal against absent party but overturns insurance company judgment on negligence grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the absent defendant, I.I.O. of T., while overturning the lower court's decision against the insurance company. The court found the insurance company failed to explain why the driver's conduct did not create danger for the child or prevent the accident. Consequently, the case is remanded for a new substantive hearing to determine liability.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1) and 502 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a default judgment is admissible, but a judgment must clearly establish why the defendant's behavior did not create danger or cause the accident to be remanded if such reasoning is absent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1332 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1332/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Ν. Γ. της Ε., συμβίας…., 2) Μ. Ο. Ε., 3) Τ. Ν. Ο. της Γ., εκτός γάμου ανηλίκου θυγατρός της πρώτης, η οποία ασκεί τη γονική της μέριμνα και την εκπροσωπεί και 4) Ν. Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Χελιδώνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Ι. Ι. Ο. του Τ., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης και συνεκδικάστηκε με την από 20-10-2011 παρεμπίπτουσα αγωγή του 2ου των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 128/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 14-1-2015 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 204/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Εκδόθηκε η 11/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-5-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και το 2ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του 2ου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., η οποία ορίζει ότι "Αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση", προκύπτει ότι απόφαση, η οποία έχει εκδοθεί ερήμην, δεν υπόκειται σε αναίρεση, εφόσον μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας.
Συνεπώς, κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ. Α.Π. 17/2013, Ολ. Α.Π. 18/2001, Ολ. Α.Π. 5/2001), ενεργοποιείται αμέσως με την έκδοσή της η δυνατότητα ασκήσεως κατ' αυτής από τον ερημοδικασθέντα διάδικο, ανακοπής ερημοδικίας (άρθρο 502 του Κ.Πολ.Δ.), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, που λήγει, είτε διότι παρήλθε, η κατ' άρθρο 503 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., δεκαπενθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην αποφάσεως, είτε διότι ο δικαιούμενος στην άσκησή της (ερημοδικασθείς) διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή από το σχετικό δικαίωμα, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην αποφάσεως αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία, αν παρ' όλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), με αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1, εδάφ.
β', περ. β' του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της εφέσεως και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατ' ερήμην αποφάσεως είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.
ΑΠ 11/1998, Α.Π. 165/2023, Α.Π. 1969/2022, Α.Π. 1833/2022, Α.Π. 1497/2022, Α.Π. 1181/2022, Α.Π. 996/2022, Α.Π. 792/2022, Α.Π. 460/2022, Α.Π. 453/2022, Α.Π. 208/2020, Α.Π. 309/2019, Α.Π. 33/2019, Α.Π. 230/2018), δηλαδή, καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των προβλεπόμενων ένδικων μέσων. Ο χαρακτήρας της αποφάσεως ως τελεσίδικης ή μη, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, κρίνεται κατά το χρόνο της ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, δηλαδή, κατά το χρόνο της καταθέσεώς της στον αρμόδιο γραμματέα, διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη (Α.Π. 453/2022, Α.Π. 963/2020).
Η απόδειξη της τελεσιδικίας γίνεται με την προσκόμιση της σχετικής εκθέσεως επιδόσεως ή με την βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην απόφαση που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του Δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο. Αν παραλειφθεί η επίδοση της ερήμην αποφάσεως, δεν αρχίζει καν η προθεσμία ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας κατ' αυτής, οπότε, αντιστοίχως, δεν υπάρχει χρονικό όριο για την άσκησή της, αφού σε σχέση με αυτή δεν είναι θεσπισμένη καταχρηστική προθεσμία αντίστοιχη με την καταχρηστική προθεσμία των άρθρων 518 παρ. 2 και 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., που ισχύει για την έφεση και την αναίρεση, αντιστοίχως.
Συνεπώς, η παράλειψη επιδόσεως της ερήμην αποφάσεως εμποδίζει εξακολουθητικώς την άσκηση κατ' αυτής αιτήσεως αναιρέσεως, με απότοκη συνέπεια την αναστολή και της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών που ισχύει για την αναίρεση και έχει ως αφετηρία τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως, αφού αυτονόητη προϋπόθεση της προθεσμίας αυτής είναι η ύπαρξη αποφάσεως υποκειμένης οπωσδήποτε σε αναίρεση (Α.Π. 453/2022, Α.Π. 688/2019, Α.Π. 2102/2017).
Το έννομο συμφέρον, εξάλλου, του απόντος διαδίκου να ασκήσει κατά της αποφάσεως, που εκδόθηκε ερήμην του, ανακοπή ερημοδικίας, όπως και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής, κρίνει μόνον το Δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων αυτής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (Ολ.
Α.Π. 15/2001, Α.Π. 453/2022). Στερείται, επίσης, σημασίας, για τον χαρακτηρισμό της αποφάσεως ως ερήμην εκδοθείσας, το ότι το Δικαστήριο παρέλειψε, τυχόν, να ορίσει παράβολο ερημοδικίας (Α.Π. 453/2022, Α.Π. 239/2020, Α.Π. 1422/2013). Εξάλλου, κατά το άρθρο 673 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται στις διαφορές για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από την σύμβαση της ασφαλίσεώς του (άρθρο 681Α του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε μέχρι την αντικατάστασή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015) και στην κατ' έφεσιν δίκη (άρθρο 674 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), επιτρέπεται ανακοπή ερημοδικίας αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην, δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νομίμως ή εμπροθέσμως ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας.
Τέλος, από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 553 παρ. 1β με αυτές των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και όταν ενάγονται περισσότεροι του ενός ως εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, η οριστική απόφαση που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και, συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη, έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους (Α.Π. 453/2022, Α.Π. 965/2017, Α.Π. 367/2014, Α.Π. 658/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 11/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, προκύπτει ότι αυτή εκδόθηκε ερήμην του πρώτου εφεσιβλήτου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου Ι. Ι. Ο. και κατ' αντιμωλίαν του δευτέρου εφεσιβλήτου και ήδη δευτέρου αναιρεσιβλήτου Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" και δημοσιεύθηκε στις 16-1-2018.
Οι αναιρεσείοντες, όμως, δεν επικαλούνται επίδοση της ως άνω προσβαλλομένης αποφάσεως του Εφετείου στον ερημοδικασθέντα πρώτο εφεσίβλητο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο Ι. Ι. Ο., ούτε από το φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι έχει κοινοποιηθεί σ' αυτόν η εν λόγω απόφαση, ώστε να αρχίσει να τρέχει γι' αυτόν, κατ' άρθρο 503 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας.
Επομένως, σύμφωνα με την αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, μέχρι την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως δεν άρχισε να τρέχει για τον πρώτο αναιρεσίβλητο η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας (άρθρο 503 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και, συνακολούθως, ως προς αυτόν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπόκειται εξακολουθητικώς σε ανακοπή ερημοδικίας, εφόσον στην αναιρετική διαδικασία ισχύει η αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων και δεν έχει καταστεί ως προς αυτόν τελεσίδικη, σε αντίθεση με το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ., με το οποίο συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας και ως προς το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη.
Συνεπώς, κατόπιν αυτών, η κρινόμενη, από 31-5-2018 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 43/19-6-2018), αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ' αριθμ. 11/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από την σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 681Α, 666, 667, 670 - 676 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015): Α) ως προς μεν τον πρώτο αναιρεσίβλητο πρέπει να απορριφθεί, αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη (ως δικόγραφο), κατ' άρθρο 577 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. και Β) ως προς δε το δεύτερο αναιρεσίβλητο, κατά του οποίου έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558 και 564 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως έχει ως εξής: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης ασκήθηκαν: 1) η από 8.3.2011 (αριθμ. εκθ. καταθ. ΕΓα22/11/11-3-2011) αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, της πρώτης εξ αυτών ατομικώς και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα της τότε ανήλικης ήδη ενηλικιωθείσας τρίτης αναιρεσείουσας, κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων "1)Ι.
Σ. Ο. του Τ. και 2)Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" εφεσιβλήτων, με την οποία ισχυριζόμενοι ότι στις 31-7-2009, στην Κομοτηνή, από αμέλεια του πρώτου αναιρεσιβλήτου, οδηγού και ιδιοκτήτη του υπ'αριθμ.... ΙΧΕ αυτοκινήτου, ο οποίος δεν είχε καλύψει με ασφάλιση την από την κυκλοφορία του εν λόγω οχήματος αστική ευθύνη του έναντι τρίτων, ως είχε εκ του νόμου υποχρέωση, προκλήθηκε το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, που είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο και της εκτός γαμού ανήλικης (ηλικίας ενός έτους) θυγατέρας των δύο πρώτων αδελφής της τρίτης και εγγονής της τέταρτης των αναιρεσειόντων ζήτησαν, μετά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι οφείλουν να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, και δή, ο μεν πρώτος ως οδηγός και ιδιοκτήτης του ως άνω οχήματος, το δε δεύτερο ως υπόχρεο εκ του νόμου (άρθρο 19 παρ.1 περ.β' του Ν.489/1976, ως ισχύει) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, που έχουν υποστεί λόγω του θανάσιμου τραυματισμού του ως άνω ανηλίκου, τα αναφερόμενα σ'αυτή χρηματικά ποσά, αφαίρεση ποσού 50€, για το οποίο επιφυλάχθηκαν να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου, στην πρώτη αυτών ατομικώς ποσό 99.950 ευρώ και υπό την ιδιότητά της ως ασκούσας αποκλειστικώς την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της, ήδη ενηλικιωθείσας τρίτης αναιρεσείουσας, ποσό 79.950 ευρώ, στο δεύτερο ποσό 99.950 ευρώ και στην τέταρτη αυτών ποσό 39.950 ευρώ και 2) η από 20-10-2011 (αριθμ.
εκθ. καταθ. ΕΓα95/11/21-10-2011) παρεμπίπτουσα αγωγή του δευτέρου αναιρεσιβλήτου Ν.Π.Ι.Δ. κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ενώπιον του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία το παρεμπιπτόντως ενάγον ζήτησε, μετά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της παρεμπίπτουσας αγωγής σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος είναι υποχρεωμένος να του καταβάλει όποιο ποσό αυτό θα καταβάλει στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες.
Επί των αγωγών αυτών, (κύριας και παρεμπίπτουσας) αρχικώς, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 57/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, με την οποία η μεν κυρία αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη, η δε παρεμπίπτουσα αγωγή απορρίφθηκε ως άνευ αντικειμένου. Κατά τη πρωτόδικης αυτής απόφασης οι ενάγοντες άσκησαν την από 30-5-2013 έφεσή του.
Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 128/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία η έφεση απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της ως άνω αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης οι ενάγοντες άσκησαν την από 14-1-2015 αίτηση αναιρέσεως επ'αυτής δε εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 204/2016 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία αναίρεσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεχθείσα ειδικότερα ότι υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 14, 8 και 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ αναφορικώς με τη στηριζόμενη στις περί αδικοπραξιών βάση της αγωγής (πρώτος λόγος) και τη στηριζόμενη στο Ν.ΓΠΝ/1911 βάση της (δεύτερος λόγος) και παρέπεμψε την υπόθεση, κατ'άρθρο 580 παρ.3 του ίδιου Κώδικα, ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, προς περαιτέρω εκδίκαση.
Με την από 13-10-2016 κλήση των καλούντων - εκκαλούντων (και ήδη αναιρεσειόντων) επαναφέρθηκε προς συζήτηση η υπόθεση και μετά ταύτα εκδόθηκε η υπ'αριθμ.11/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης ερήμην του πρώτου εφεσιβλήτου και ήδη του πρώτου αναιρεσίβλητου η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση (ως προς το δεύτερο εφεσίβλητο) και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δίκασε την ένδικη αγωγή στην ουσία της την απέρριψε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν.
Την τελευταία αυτή απόφαση προσέβαλαν οι εκκαλούντες με την ένδικη από 31.5.2018 αίτηση αναιρέσεως. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι, προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξεως ή παραλείψεως αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως και της επελθούσας ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Ειδικότερα, αμέλεια, κατ' άρθρο 330 του Α.Κ. υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από τον δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή στην επαύξηση της ζημίας του, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα (Α.Π. 453/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 550/2021).
Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το Δικαστήριο της ουσίας. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχάς, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένστασιν, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το Δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της, κατά το άρθρο 300 του Α.Κ.
Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 453/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 550/2021).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας, αφενός μεν, ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά, που το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου δε, ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικώς, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 453/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 550/2021 Α.Π. 12/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 εδάφ. α' του Ν. ΓΠΝ/4-5-1911 "Περί της εκ των αυτοκινήτων ποινικής και αστικής ευθύνης", για κάθε ζημία που προξενείται από το αυτοκίνητο κατά τη λειτουργία του προς τρίτους ενέχεται σε αποζημίωση ο οδηγός και ο κατά το άρθρο του νόμου αυτού, κάτοχος, ο δε ιδιοκτήτης, σε περίπτωση που είναι άλλος από τον κάτοχο, ενέχεται μόνο μέχρι της αξίας του αυτοκινήτου.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 5 εδάφ. α' του ιδίου νόμου, από την, κατά το προηγούμενο άρθρο αποζημίωση κανείς δεν απαλλάσσεται από τους ενεχόμενους σ' αυτήν από οποιονδήποτε λόγο, εκτός εάν αποδείξει ότι το ατύχημα προήλθε από ανώτερη βία ή από υπαιτιότητα του θύματος ή από πταίσμα τρίτου προσώπου μη ανήκοντος στην υπηρεσία του αυτοκινήτου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 9 του ιδίου νόμου "Ο δικαστής, κατά την επιδίκασιν της αποζημιώσεως, οφείλει να λαμβάνη υπ' όψιν τας κατ` ιδίαν περιστάσεις, οίον την τυχόν ύπαρξιν ή μη πταίσματος, το μέγεθος αυτού, τον ποινικόν ή μη χαρακτήρα της πράξεως ή παραλείψεως, τας περιουσιακάς συνθήκας ζημιώσαντος και ζημιωθέντος, προς δε και καταθέσεις μαρτύρων παρόντων κατά το ατύχημα και υποκειμένων, κατά τας διατάξεις της Πολ.
Δικονομίας εις εξαίρεσιν, λόγω συγγενείας". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, ο ως άνω νόμος καθιερώνει γνήσια αντικειμενική ευθύνη (ευθύνη από διακινδύνευση) εις βάρος των πιο πάνω προσώπων, που συνδέονται με το ζημιογόνο αυτοκίνητο με κάποια από τις παραπάνω σχέσεις (ιδιοκτήτης, κάτοχος, οδηγός).
Επομένως, για τη θεμελίωση αγωγής που έχει ως βάση τον Ν. ΓΠΝ/1911, το θύμα (τρίτος), ζητώντας αποζημίωση με βάση τον εν λόγω νόμο, έχει υποχρέωση να επικαλεστεί και να αποδείξει ζημία, που προήλθε από το αυτοκίνητο κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του και την ιδιότητα του εναγόμενου ως οδηγού, κατόχου ή ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου κατά τον χρόνο της προκλήσεως της ζημίας.
Στις προϋποθέσεις αυτές δεν περιλαμβάνεται ούτε η πράξη, ούτε το παράνομο. Επίσης, από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις του Ν. ΓΠΝ/2011 προκύπτει ότι προβλέπεται απαλλαγή του ενεχόμενου προσώπου, πλην άλλων και σε περίπτωση αποκλειστικής υπαιτιότητας του θύματος στη ζημία του, μη αρκούσης συντρέχουσας υπαιτιότητας του τελευταίου (άρθρο 300 του Α.Κ.).
Η υπαιτιότητα προϋποθέτει ικανότητα προς καταλογισμό, την οποία, κατά τη διάταξη του άρθρου 916 του Α.Κ., δεν έχει ο ανήλικος, που δεν συμπλήρωσε το δέκατο έτος της ηλικίας του. Στην περίπτωση αυτή, δεν υπάρχει λόγος απαλλαγής του εναγομένου από την υποχρέωσή του προς αποζημίωση του θύματος (Α.Π. 453/2022, Α.Π. 550/2021, Α.Π. 132/2019, Α.Π. 204/2016), συντρέχει, όμως, περίπτωση καθορισμού αποζημιώσεως ενδεχομένως κατώτερης από την πράγματι προξενηθείσα, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 9 του ως άνω νόμου (Α.Π. 204/2016, Α.Π. 1219/2015, Α.Π. 1446/2009, Α.Π. 1743/2007).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 703/2022, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση, πλήν άλλων, οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο μη συμμορφούμενο στην υπ' αριθμ. 204/2016 αναιρετική απόφαση του Δικαστηρίου, με το να δεχτεί ότι αποκλειστικώς υπεύθυνος για τον θανάσιμο τραυματισμό της ανήλικης συγγενούς των αναιρεσειόντων κατά το ένδικο ατύχημα είναι η πρώτη αναιρεσείουσα, μητέρα του θανόντος βρέφους, βαρυνόμενη με την εποπτεία του και ότι δεν υπήρχε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς του αναιρεσιβλήτου οδηγού και του επελθόντος αποτελέσματος παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 330 του Α.Κ.
και 4 και 5 του Ν. ΓΠΝ/1911, εφόσον, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα σε σχέση με τις συνθήκες του ατυχήματος και τη συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου οδηγού δεν επέτρεπαν να θεωρηθεί ότι η συμπεριφορά που υπέδειξε αυτός δεν τελούσε σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα και λόγω ανεπάρκειας και αντιφατικότητας των αιτιολογιών της σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δικάζοντας την από 30-5-2013 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ'αριθμ.57/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεώς του (άρθρο 681 Α' ΚΠολΔ) η οποία απέρριψε την από 8-3-2011 αγωγή των εναγόντων - αναιρεσειόντων κατά των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων, με την οποία αυτοί ζητούσαν χρηματική ικανοποίηση για τη ψυχική οδύνη που υπέστησαν από το θάνατο σε τροχαίο ατύχημα του ανηλίκου, ηλικίας ενός έτους, συγγενούς τους (τέκνου των δύο πρώτων, αδελφής της τρίτης και εγγονού της τέταρτης των εναγόντων, αντίστοιχα), οφειλόμενη σε παράνομη και υπαίτια οδηγική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ανασφάλιστο δέχθηκε ανελέγκτως κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "Την 31.07.2009, ο πρώτος εναγόμενος, Ι. Ι., του Τ. (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) είχε σταθμεύσει το υπό στοιχεία κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ανασφάλιστο, όπισθεν του Γενικού Νοσοκομείου Κομοτηνής, και δη απέναντι από ανώνυμη ασφάλτινη οδό, η οποία διασταυρώνεται σε δύο παράπλευρες οδούς.
Στο εν λόγω όχημα επέβαιναν, ως συνεπιβάτες, τα δύο ανήλικα τέκνα του πρώτου εναγομένου, ηλικίας οκτώ και εννέα ετών καθώς και η πρώτη από τους ενάγοντες (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) με το ανήλικο θήλυ βρέφος της, ηλικίας ενός έτους. Στη συνέχεια, ο πρώτος εναγόμενος απομακρύνθηκε προσωρινά για λίγο (διάστημα λίγων λεπτών) από το αυτοκίνητο, αφού προηγουμένως το ασφάλισε με χειρόφρενο και είχε μπλοκάρει το κιβώτιο ταχυτήτων, αφήνοντας μέσα σε αυτό τους υπολοίπους επιβάτες, ενώ πολύ σύντομα (σε διάστημα λίγων λεπτών από την αποχώρηση του οδηγού) βγήκε από το αυτοκίνητο η πρώτη ενάγουσα, κατευθυνόμενη προς παρακείμενη βρύση, προκειμένου να ξεπλύνει μπουκάλια που περιείχαν γάλα.
Κατά τη διάρκεια της απουσίας της, και σε ανύποπτο χρόνο (πάντως και πάλι σε διάστημα λίγων λεπτών) τα ανήλικα τέκνα του πρώτου εναγομένου απασφάλισαν το χειρόφρενο και το κιβώτιο ταχυτήτων, με συνέπεια τη μετακίνηση του αυτοκινήτου, την ολίσθησή του ("τσούλησε, κατρακύλησε") λόγω της κατωφέρειας του δρόμου στο σημείο εκείνο, και τον συνακόλουθο θανάσιμο τραυματισμό του βρέφους - που υπέστη πολλαπλά συντριπτικά κατάγματα, ιδιαιτέρως στη μεσότητα της μετωπιαίας έως και της ινιακής χώρας, διάχυτη υπαραχνοειδή αιμορραγία και μερική έξοδο εγκεφαλικής ουσίας με συνοδό διάλυση της αρχιτεκτονικής δομής του εγκεφάλου και μικρού βαθμού οίδημα πνευμόνων, σωματικές βλάβες, που ως μόνη ενεργή αιτία επέφεραν το θάνατό του - το οποίο στο μεταξύ είχε επίσης βγει από το αυτοκίνητο και τη στιγμή του ατυχήματος βρισκόταν πλησίον του εμπρόσθιου δεξιού τροχού αυτού.
Η έξοδος από το αυτοκίνητο και η κίνηση του μικρού παιδιού δεν έγινε αντιληπτή ούτε από τον οδηγό του οχήματος, ούτε από την ίδια τη μητέρα του, αλλά ούτε και από τα παιδιά του πρώτου εναγομένου που ήταν μέσα στο αυτοκίνητο αφού η προσοχή όλων ήταν στραμμένη αλλού και πάντως όχι στο μικρό παιδί, ώστε δεν κατόρθωσαν να ενεργήσουν άμεσα, είτε για την απομάκρυνση του πεζού, είτε για την ακινητοποίηση του οχήματος.
Η ενέργεια αυτή της πρώτης ενάγουσας είχε ως αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να ασκεί την εποπτεία της ανήλικης κόρης της και να μην μπορεί να την προφυλάξει από τον ενδεχόμενο κίνδυνο, καθώς εκείνη είχε εξέλθει, έχοντας απομακρυνθεί, κατά τα προαναφερόμενα, η ανήλικη κόρη της δεν βρισκόταν στο οπτικό της πεδίο και έτσι δεν μπορούσε να αντιληφθεί ότι είχε μετακινηθεί από το κάθισμα του αυτοκινήτου, όπου την είχε προσωρινά αφήσει.
Έτσι, η πρώτη ενάγουσα, μητέρα της θανούσας, δεν επέδειξε τη δέουσα προσοχή και επιμέλεια, όσον αφορά στην εποπτεία του ανήλικου τέκνου της, η οποία (εποπτεία) αποτελεί ειδικότερο περιεχόμενο της επιμέλειας, κατά το άρθρο 1518 παρ. 1 του ΑΚ, αφού όφειλε, ενόψει της πολύ μικρής ηλικίας του (ενός έτους), να έχει ιδιαίτερα τεταμένη την προσοχή της, ώστε να το παρακολουθεί και να το επιτηρεί, ανά πάσα στιγμή, προκειμένου να μην τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του και η σωματική του ακεραιότητα, ενόψει μάλιστα του γεγονότος, ότι στην περιοχή, όπου στάθμευσαν (όπισθεν του Γενικού Νοσοκομείου Κομοτηνής, και δη απέναντι από ανώνυμη ασφάλτινη οδό, η οποία διασταυρώνεται σε δύο παράπλευρες οδούς) μπορεί να μην υπήρχε μεγάλη κίνηση πεζών και οχημάτων, ωστόσο, παρότι δεν απαγορευόταν στο σημείο εκείνο η στάθμευση των οχημάτων, δεν αποτελούσε συνήθη χώρο στάθμευσης, που να πληροί τις σχετικές προδιαγραφές (χώρο αναψυχής, τουαλέτες, για την εξυπηρέτηση των επιβατών κλπ).
Κατά συνέπεια, εφόσον η πρώτη ενάγουσα παρέβη υπαίτια το καθήκον επίβλεψης του ανηλίκου τέκνου της, είναι καταρχήν τουλάχιστον συνυπαίτια, για το θανάσιμο τραυματισμό του, ο οποίος βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την παραμέληση της εποπτείας του, από αυτή. Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος βαρύνεται με κάποια υπαιτιότητα αναφορικά με το ένδικο ατύχημα, καταρχήν διότι απομακρύνθηκε προσωρινά για λίγο (διάστημα λίγων λεπτών) από το αυτοκίνητο, αφού προηγουμένως το ασφάλισε με χειρόφρενο και είχε μπλοκάρει το κιβώτιο ταχυτήτων, αφήνοντας μέσα σε αυτό τους υπολοίπους επιβάτες, μεταξύ των οποίων και την ενήλικη πρώτη ενάγουσα, και δεν ήταν δυνατό να προβλέψει την σχεδόν ταυτόχρονη ολιγόλεπτη απομάκρυνσή της (ούτε και τις τραγικές συνέπειες αυτής), περαιτέρω διότι δεν στοιχειοθετείται εν προκειμένω παραμέληση της εποπτείας των ανήλικων τέκνων του που βρισκόταν εντός του οχήματος, και τα οποία απασφάλισαν το χειρόφρενο του αυτοκινήτου, τόσο λόγω ακριβώς αυτής της παρουσίας ενήλικου επιβάτη (πρώτη ενάγουσα), όσο και λόγω της ηλικίας, ωριμότητας και πνευματικής ανάπτυξης αυτών, παρότι δεν κατέστη εν τέλει δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, το οποίο, ως προηγούμενα εκτενώς αναφέρθηκε ήδη, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, ήτοι σε έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει κατά τις περιστάσεις, ως μέσος συνετός οδηγός υπό παρόμοιες συνθήκες, οδηγώντας χωρίς σύνεση και μη έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ώστε να είναι σε θέση να εκτελεί τους απαραίτητους χειρισμούς, δηλαδή παρά τις κρατούσες συνθήκες, αφού η αιφνιδιαστική και απρόβλεπτη ενέργεια της πρώτης ενάγουσας να αποχωρήσει, από το όχημα, αφήνοντας μέσα το βρέφος, μαζί με τα επίσης ανήλικα παιδιά του εναγομένου οδηγού κατέστησε αναπότρεπτη την πρόκληση του ατυχήματος, και αδύνατη από μέρους του την επιχείρηση οιασδήποτε αποφευκτικής ενέργειας, αντίθετα με τα όσα εκτίθενται στην υπό κρίση αγωγή".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την από 30-5-2013 (αριθμ. εκθ. καταθ. 41/30-5-2013) έφεση κατά της υπ'αριθμ.57/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης και αφού διακράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της από 8-3-2011 αγωγής απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, το οποίο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ως απορριπτέα την ένδικη αγωγή, τόσο κατά την θεμελιούμενη στις περί αδικοπραξιών διατάξεις βάση της, όσο και κατά την θεμελιούμενη στον Ν.
ΓΠΝ/1911 δεχθείσα ότι το επίδικο τροχαίο ατύχημα και η εντεύθεν τραγική συνέπειά του, οφείλεται "σε συνυπαιτιότητα της πρώτης ενάγουσας", λόγο της προπεριγραφείσας αμελούς συμπεριφοράς της ιδίας, μητέρας του ανηλίκου (ασκούσης της γονικής μέριμνας της θανούσης θυγατέρας της), η οποία βαρύνεται με πταίσμα, λόγω παραμέλησης της εποπτείας της, διέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικώς με την κρίση του περί ελλείψεως υπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου οδηγού του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της οδηγικής συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος, ζητήματα τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, η παραδοχή του Εφετείου, σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσίβλητος οδηγός "...δεν βαρύνεται με κάποια υπαιτιότητα αναφορικά με το ένδικο ατύχημα, καταρχήν διότι απομακρύνθηκε προσωρινά για λίγο (διάστημα λίγων λεπτών) από το αυτοκίνητο, αφού προηγουμένως το ασφάλισε με χειρόφρενο και είχε μπλοκάρει το κιβώτιο ταχυτήτων, αφήνοντας μέσα σε αυτό τους υπολοίπους επιβάτες, μεταξύ των οποίων και την ενήλικη πρώτη ενάγουσα, και δεν ήταν δυνατό να προβλέψει την σχεδόν ταυτόχρονη ολιγόλεπτη απομάκρυνσή της (ούτε και τις τραγικές συνέπειες αυτής)... " έρχεται σε αντίφαση με τις παραδοχές σε άλλο σημείο της προσβαλλομένης αποφάσεως σύμφωνα με τις οποίες "...η πρώτη ενάγουσα ...
είναι καταρχήν τουλάχιστον συνυπαίτια, για το θανάσιμο τραυματισμό του (σ.σ. του ανηλίκου τέκνου της), ο οποίος βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την παραμέληση της εποπτείας του, από αυτή", γεγονός το οποίο αναιρεί την παραδοχή του, περί συνετής οδηγικής συμπεριφοράς από τον πρώτο αναιρεσίβλητο οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου του και επίδειξης εκ μέρους του τελευταίου της δέουσας προσοχής, που με αντικειμενική κρίση μπορούσε και έπρεπε να καταβάλει, με τις ίδιες περιστάσεις, ο μέσος, συνετός και ευσυνείδητος οδηγός οχήματος, με βάση τους νομικούς κανόνες, την κοινή πείρα και τις κατά τα άνω επικρατούσες συνθήκες, η οποία μάλιστα στην προκειμένη περίπτωση όφειλε να είναι ιδιαιτέρως αυξημένη, ενόψει και της απομάκρυνσής του από το αυτοκίνητο του με ανηλίκους εντός αυτού, οι οποίοι δεν έχουν την ωριμότητα να αντιληφθούν τους κινδύνους απασφάλισης του χειρόφρενου και του κιβωτίου ταχυτήτων του αυτοκινήτου, την συνεπεία των ενεργειών αυτών μετακίνησή του και την ολίσθησή, λόγω της υφιστάμενης κατωφέρειας της οδού.
Πέραν τούτου, το Εφετείο δεν αναφέρει αν τα γενόμενα δεκτά απ' αυτό περιστατικά της οδηγικής συμπεριφοράς του τελευταίου ήταν πρόσφορα ή όχι, αντικειμενικώς εκτιμώμενα, να επιφέρουν το ζημιογόνο αποτέλεσμα και, περαιτέρω, δεν εξηγεί με σαφήνεια και επάρκεια για ποιο λόγο, στην προκειμένη περίπτωση, η συγκεκριμένη συμπεριφορά του, ανεξαρτήτως από την συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσείουσας - μητέρας του ανηλίκου, δεν δημιούργησε συνθήκες κινδύνου για την ασφάλεια του τελευταίου και δεν συνετέλεσε στην πρόκληση του ζημιογόνου αποτελέσματος, ούτε αναφέρει τους λόγους, για τους οποίους δεν θα μπορούσε να αποφευχθεί το ατύχημα, εξ αιτίας του οποίου επήλθε ο θάνατος του ανηλίκου, εάν ο αναιρεσίβλητος οδηγός, τηρώντας τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας, συμμορφωνόταν και δεν εγκατέλειπε το αυτοκίνητό του, αφού προηγουμένως είχε ασφαλίσει αυτό κατά τέτοιον τρόπο ώστε να μην είναι δυνατή η καθ' οιονδήποτε τρόπο μετακίνησή του, καθόσον εντός αυτού βρίσκονταν ανήλικα παιδιά και η ενήλικη συνεπιβάτης είχε παντελή άγνοια για την λειτουργία ενός αυτοκινήτου.
Πρέπει επομένως να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, ενώ παρέλκει η έρευνα του δευτέρου λόγου αυτής, μετά την ευδοκίμηση, κατά τα προαναφερθέντα, του πρώτου λόγου, που συνέχεται απολύτως και με την συνολική αιτιολογία της προσβαλλομένης, σε συνδυασμό με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και προσβάλλεται με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης.
Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου στο σύνολο της προσβαλλομένης αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των προβαλλόμενων λοιπών αιτιάσεων και, ενόψει του ότι πρόκειται για δεύτερη αναίρεση πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση, προς ουσιαστική εκδίκαση στο τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που καταβλήθηκε για την άσκηση της ενδίκου αναιρέσεως στους καταθέσαντες (άρθρ. 495 παρ. 3, του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρ. 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως.
Δικαστικά έξοδα υπέρ του πρώτου αναιρεσιβλήτου δεν εκδικάζονται διότι λόγω της ερημοδικίας του δεν υποβλήθηκε σε τέτοια.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων Ι. Ι. Ο. του Τ..
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 11/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ".
Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που θα λάβει χώρα ύστερα από επίσπευση του επιμελεστέρου από τους διαδίκους.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες. Και
Καταδικάζει το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Αυγούστου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ