Supreme Court allows appeal against commercial court decision for insufficient reasoning on commercial nature.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece accepted the appeal filed by Eurobank Ergasias against a First Instance Court ruling that denied the commercial nature of certain guarantees. The appellant argued that the lower court improperly excluded potential economic benefits and failed to provide sufficient legal reasoning regarding the commercial character of the transactions under the 1835 Commercial Law. Consequently, the Court declared the appeal admissible and annulled the contested judgment, remanding the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 2 of the 1835 Commercial Law and Article 1 of the 1835 Commercial Code; A judgment violating substantive law provisions regarding the commercial nature of acts due to inadequate reasoning is subject to annulment on appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1332 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1332/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων:
1) Α. χας Χ. Τ., το γένος Ε. Μ., κατοίκου ...,
2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα,
3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και
4) πιστωτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΧΑΝΙΩΝ ΣΥΝ.Π.Ε.", που εδρεύει στα Χανιά και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2015 αίτηση της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1223/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 118/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-4-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Α] Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες με αριθ. …/24-1-2020, …/13-1-20, …/13-1-2020 και …/24-1-2020 εκθέσεις επίδοσης των αρμοδίων δικαστικών επιμελητών της περιφέρειας Εφετείου Ανατολικής Κρήτης Μαρίας Αλεξανδρή, του Εφετείου Πειραιά Νικολάου Κατσιβάρδα, του αυτού δικαστικού επιμελητή Νικολάου Κατσιβάρδα και της περιφέρειας Εφετείου Κρήτης Εμμανουήλ Φυτράκη αντίστοιχα προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 22-04-2019 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 132/24-4-2019 αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας που επισπεύδει τη συζήτηση, σε κάθε ένα των αναιρεσιβλήτων οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη δικάσιμο αυτή. Κατά συνέπεια, αφού οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την εν λόγω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.
Η κρινόμενη από 22-04-2019 (αρ. κατ.856/ 2019) αίτηση αναίρεσης της κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (αρ. 3 Ν. 3869/2010 σε συνδυασμό με το αρ. 739 επ. ΚΠολΔ) εκδοθείσης υπ' αρ. 118/2019 οριστικής απόφασης του σε δεύτερο βαθμό δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) από την τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία, καθολική διάδοχος της οποίας είναι η παριστάμενη τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία μετά από απόσχιση του κλάδου τραπεζικής της δραστηριότητας από την πρώτη και μεταφοράς του στην δεύτερη ( βλ. ανακοινώσεις Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων με αρ. 31907/20 και 31909/20) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[Β] Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/ 2010, "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες), δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή".
Η προϋπόθεση της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας διατυπώνεται από τον νομοθέτη αρνητικά. Το σχετικό αρνητικό γεγονός δεν είναι κατ' αρχήν απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην αίτηση ως στοιχείο ενεργητικής νομιμοποίησης. Σύμφωνα με τον σκοπό του νόμου, στη ρύθμιση αυτού υπάγονται μόνο φυσικά πρόσωπα, και μάλιστα πρόσωπα που δεν ασκούν αυτοτελή οικονομική δραστηριότητα, που να τους προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου.
Προσθέτως, υπάγονται και όσοι ήταν έμποροι, έπαψαν όμως την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, χωρίς κατά την παύση αυτή να έχουν παύσει τις πληρωμές τους (άρθρ. 2 παρ. 3 ΠτΚ) (εντάσσονται στο Ν. 3869/2010, αν έπαυσαν να έχουν εμπορική ιδιότητα, συνέχισαν τις πληρωμές και έπειτα περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών).
Η εμπορική ιδιότητα, είτε υφιστάμενη, είτε αναγόμενη στο παρελθόν κατά το χρονικό όμως σημείο κατά το οποίο έπαυσαν οι πληρωμές, είναι η προϋπόθεση που προσδίδει πτωχευτική ικανότητα στο φυσικό πρόσωπο, αποκλείοντας την υπαγωγή του στο πεδίο εφαρμογής του νόμου. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠτΚ (Ν. 3588/2007) πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΕμπΝ και τη διδασκαλία του εμπορικού δικαίου, έμπορος είναι ο κατά σύνηθες επάγγελμα ασκών εμπορικές πράξεις. Οι έμποροι επομένως, για τους οποίους μάλιστα βάσει του όρθρου 8 παρ. 2 του Διατάγματος περί αρμοδιότητας των εμποροδικείων ισχύει το τεκμήριο της εμπορικότητας, σύμφωνα με το οποίο όλες οι συναλλαγές που γίνονται από τον έμπορο τεκμαίρεται ότι γίνονται χάριν της εμπορίας του, αποκλείονται από την εφαρμογή του Ν. 3869/2010, στη ρύθμιση του οποίου, συνεπώς, δεν υπάγονται ούτε τα ιδιωτικά χρέη του εμπόρου.
Γι' αυτούς, σε περίπτωση αδυναμίας εκπληρώσεως των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών τους κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών), ισχύουν οι ρυθμίσεις του Ν. 3588/2007 (ΠτΚ) και όχι αυτές του Ν. 3869/2010 (ΑΠ 803/2017).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 η έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας του οφειλέτη αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για τη δυνατότητα υπαγωγής του στις διατάξεις του Ν. 3869/2010. Πτωχευτική ικανότητα έχουν τα πρόσωπα, που έχουν αποκτήσει την εμπορική ιδιότητα, η οποία αποκτάται κατά το υποκειμενικό (ουσιαστικό σύστημα) σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΕμπΝ, εφόσον ενεργούν κατά σύνηθες επάγγελμα εμπορικές πράξεις.
Περαιτέρω, η από τα άρθρα 847 επ. ΑΚ σύμβαση εγγύησης είναι καθ' αυτή σύμβαση αστικού δικαίου, αφού κατά κανόνα παρέχεται χαριστικώς προς εξυπηρέτηση συμφερόντων άλλου. Στην περίπτωση όμως που η εγγύηση δίδεται από τον εγγυητή με την είσπραξη από αυτόν αμοιβής ή άλλης χρηματικής ωφέλειας ή με οποιοδήποτε άλλο άμεσο ή έμμεσο οικονομικό όφελος που αντλείται από τον λόγο για τον οποίο δόθηκε η εγγύηση και με την ανάληψη του σχετικού κινδύνου τότε αυτή είναι εμπορική πράξη για τον εγγυητή και μάλιστα ανεξάρτητα από τον εμπορικό χαρακτήρα της κύριας οφειλής ή της εμπορικής ιδιότητας του εγγυητή.
Είναι δηλαδή πράξη αντικειμενικά εμπορική κατ' αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 Β.Δ./τος 2/14-5-1835 περί αρμοδιότητας των εμποροδικείων, διότι συντρέχουν τα προσδιοριστικά στοιχεία της εξ αντικειμένου εμπορικότητας δηλαδή η διαμεσολάβηση στην παροχή πίστης με την ανάληψη κινδύνου προς τον σκοπό απόλαυσης οικονομικού οφέλους.
Επομένως τέτοιες εγγυήσεις, εφόσον παρέχονται κατά σύνηθες επάγγελμα, δηλαδή με σειρά ομοειδών πράξεων και με σκοπό απόλαυσης οικονομικού οφέλους αποτελούν αντικειμενικά εμπορικές πράξεις, που προσδίδουν στον παρέχοντα την ιδιότητα του εμπόρου, κατά το άρθρο 1 του ΕμπΝ (ΑΠ 1692/1998, ΑΠ 108/1997). Εξάλλου η παροχή εγγυήσεων τέτοιων προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου κατά την ανωτέρω έννοια στον παρέχοντα αυτές όταν ασκείται κατά σύνηθες και όχι απαραίτητα κύριο επάγγελμα.
Η κτήση δηλαδή της εμπορικής ιδιότητας δεν αποκλείεται από την παράλληλη με αυτή άσκηση άλλου μη εμπορικού επαγγέλματος ή άλλης ιδιότητας (ΟλΑΠ 1513/1980).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση: «[…]6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
[Γ] Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά ένα μέρος του η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι με το να δεχτεί το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο ότι οι επαναλαμβανόμενες κατά τις παραδοχές της επί επτά τουλάχιστον φορές χορηγήσεις εγγυήσεων από την πρώτη αναιρεσίβλητη στις συμβάσεις δανείου και πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό που είχε καταρτίσει ο έμπορος σύζυγος της με τα αναφερόμενα τραπεζικά ιδρύματα για τις ανάγκες της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, δόθηκαν από αυτή χωρίς προσδοκία οικονομικού οφέλους εκ μέρους της από τη χορήγηση των ως άνω εγγυήσεων, και συνακόλουθα δεν συνιστούν άσκηση εμπορικών πράξεων κατά σύνηθες επάγγελμα, παραλείποντας να αναφέρει περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι οι εγγυήσεις που είχε δώσει η αιτούσα είχαν δοθεί αποκλειστικά και μόνο για το συμφέρον του συζύγου της, χωρίς την προσδοκία οποιουδήποτε οικονομικού οφέλους για αυτήν, αμέσου ή εμμέσου από την αναμενόμενη βελτίωση των αποτελεσμάτων της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και την επίδρασή της στην οικονομική συνεισφορά του στις οικογενειακές τους ανάγκες, παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 2 του Β.Δ./τος 2/14-5-1 835 «περί της αρμοδιότητας των Εμποροδικείων».
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης πρέπει να λεχθούν τα εξής:
Η πρώτη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 22-12-2015 (αρ. κατ. 2462/641/2015) αίτησή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, με την οποία επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμών των ληξιπροθέσμων χρηματικών της οφειλών προς τις καθών η αίτηση πιστώτριες τράπεζες και την ήδη αναιρεσείουσα και λοιπές αναιρεσίβλητες, ζητούσε τη ρύθμιση των χρεών της, σύμφωνα με το σχέδιο που πρότεινε και την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της κύριας κατοικίας της, λαμβανομένης υπόψη της οικογενειακής της κατάστασης και των εισοδημάτων της, προκειμένου να απαλλαγεί από τα χρέη της. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1223/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, η οποία απέρριψε την αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Η πρώτη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 07-11-2017 (αρ. κατ. 3395/163/2017) έφεση κατά της εκκαλουμένης ως άνω απόφασης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αρ.118/2019 απόφαση του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε όσον αφορά το ενδιαφέρον εν προκειμένω θέμα τα ακόλουθα:
«Η αιτούσα έχει γεννηθεί το έτος 1954 στις ... και διάγει ήδη το 65° έτος της ηλικίας της, και τελεί σε χηρεία από την 03-01-2015 οπότε απεβίωσε ο σύζυγος της Χ. Τ.. Από τον γάμο της με τον τελευταίο απέκτησε δυο τέκνα, ήδη ενήλικα, την Ε. που γεννήθηκε το 1977 και τον Γ. που γεννήθηκε το 1980, που αμφότερα κατοικούν μαζί της στην ιδιόκτητη οικία της επί της οδού ....
Η αιτούσα πρώην εκπαιδευτικός, λαμβάνει σύνταξη από το έτος 2010 που μετά από μειώσεις ανήλθε στο ποσό των 985,75 ευρώ τον Οκτώβριο του 2016. Με την αιτούσα κατοικεί, εκτός των προαναφερομένων τέκνων της, και το εκτός γάμου τέκνο της κόρης της, που γεννήθηκε το 2007 και διάγει ήδη το 12° έτος της ηλικίας του. Εξαιτίας ψυχικής νόσου που αντιμετωπίζει η κόρη της από την ηλικία των 20 ετών, για την οποία κρίθηκε με ποσοστό αναπηρίας άνω των 67% και ανίκανη προς εργασία, λαμβάνει προνοιακό επίδομα ύψους 300 ευρώ το μήνα, με το οποίο συνεισφέρει στην διατροφή της και στα λειτουργικά έξοδα της συγκατοίκησης με την μητέρα της αιτούσα.
Επίσης στα λειτουργικά έξοδα της συγκατοίκησης συνεισφέρει και ο υιός της αιτούσας από την εργασία του ως μουσικός, με ποσό 300 ευρώ επίσης. Επομένως, τα εισοδήματα της αιτούσας από την σύνταξη που λαμβάνει και τις συνεισφορές των συνοικούντων με αυτήν τέκνων της, εκ των οποίων το ένα από αυτά καθώς και το εκτός γάμου ανήλικο τέκνο είναι προστατευόμενα μέλη της οικογενείας της, ανέρχεται σε 1.585,75 ευρώ το μήνα, ενώ έχει πενιχρά εισοδήματα από γεωργική εκμετάλλευση των αγροτικών ακινήτων της, που αναφέρονται κατωτέρω.
Τα ετήσια δε εισοδήματα της αιτούσας είναι τα κάτωθι : Α) για το έτος 2012 η αιτούσα δήλωσε εισοδήματα ύψους 15.369,49 (από συντάξεις) και 78,26 ευρώ από γεωργικές επιχειρήσεις, Β) για το έτος 2013 η αιτούσα δήλωσε εισοδήματα ύψους 15.085,66 (από συντάξεις) και 77,49 ευρώ από γεωργικές επιχειρήσεις, Γ) για το έτος 2014 η αιτούσα δήλωσε εισοδήματα ύψους 18.247,05 (από συντάξεις) και 0,57 ευρώ από μερίσματα - τόκους, Δ) για το έτος 2015 η αιτούσα δήλωσε εισοδήματα ύψους 17.822,23 (από συντάξεις) και 393 ευρώ από αυτοφορολογούμενα ποσά (βλ.
τα εκκαθαριστικά οικονομικών ετών 2012-2015 και πράξεις διοικητικού προσδιορισμού του φόρου 2012-2015).
Η αιτούσα σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, και συγκεκριμένα από το 2006 και έπειτα, είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης εξαιρουμένων δε των εμπραγμάτως ασφαλισμένων δανείων προς την πρώτη των καθ' ων, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης (αρθ. 6 παρ. 3 ν. 3869/2010), καθώς επίσης είχε εγγυηθεί σε δάνεια του συζύγου της για τις ανάγκες της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, καθότι ήταν έμπορος, με αντικείμενο την εμπορία πτηνών, διατηρών πτηνοτροφική μονάδα στο … και οφείλει τα κάτωθι ποσά:
Α) στην EUROBANK ERGASIAS ΑΕ 1) το ποσό των 41.367,05 ευρώ από την με αριθ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, 2) το ποσό των 151,30 ευρώ από την με αριθ. .../2004 σύμβαση πιστωτικής κάρτας• Β) στην Τράπεζα ΠΕΙΡΑΙΩΣ 1) το ποσό των 14.093,04 ευρώ από την με αριθ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, 2) ποσό 11360,86 ευρώ από την με αριθ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου• Γ) στην ALPHA BANK ΑΕ 1) το ποσό των 50.607,78 ευρώ από την με αριθ. .../12-4-2007 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, 2) το ποσό των 32.436,39 ευρώ από την με αριθ. .../19-10-2010 σύμβαση καταναλωτικού δανείου ρύθμισης οφειλών, 3) το ποσό των 83.587,59 ευρώ από την με αριθ. .../15-3-2006 σύμβαση ανοικτού δανείου (αρ.λογ. ...), 4) το ποσό των 39.313,77 ευρώ από την με αριθ. .../15-3-2006 πρόσθετη πράξη αύξησης σύμβασης ανοικτού δανείου (αρ.λογ. ...), 5) το ποσό των 6.695,49 ευρώ από την με αριθ. ...
σύμβαση ανοικτού δανείου (αρ.λογ. ...)• Δ) προς την Συνεταιριστική Τράπεζα Χανίων 1) το ποσό των 29.443,40 ευρώ, από την με αριθ. .../26-1-2006 σύμβαση πίστωσης δι αλληλοχρέου λογαριασμού και 2) το ποσό των 28.363,73 ευρώ, από την με αριθ. .../5-8-2009 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου κεφαλαίου κίνησης. Από τα ως άνω πιστωτικά προϊόντα η αιτούσα εγγυήθηκε ως πρωτοφειλέτης τα υπό στοιχεία Α2, Γ1, Γ3, Γ4, Γ5, Γ6, Δ1 και Δ2, τα οποία στην πλειοψηφία τους είναι δάνεια και συμβάσεις παροχής πίστωσης δι' αλληλοχρέου λογαριασμού με πιστούχο τον σύζυγο της Χ.
Τ., εκ των οποίων η συνολική της οφειλή κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης ανέρχεται στο ποσό των 249.372,62 ευρώ και τα υπόλοιπα αφορούν προσωπικά της καταναλωτικά δάνεια και κάρτες συνολικού ύψους 77.817,78 ευρώ.
Επιπλέον η αιτούσα δεν έχει πτωχευτική ικανότητα ως μετερχόμενη αντικειμενικά εμπορικές πράξεις και δη της παροχής εγγύησης εκ κερδοσκοπίας, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη οι καθών η αίτηση και επανυποβάλλουν τον ισχυρισμό τους στο παρόν Δικαστήριο. Τούτο διότι η παροχή εγγυήσεων από την αιτούσα στις παραπάνω συμβάσεις δεν γινόταν κατά σύνηθες επάγγελμα με σκοπό βιοπορισμού, αλλά χαριστικά από λόγους οικογενειακής αλληλεγγύης και ηθικού καθήκοντος, για τους ίδιους δε λόγους σε κάποιες από αυτές τις συμβάσεις εγγυήθηκαν και τα λοιπά μέλη της οικογενείας του πιστούχου, χωρίς να αποσκοπεί σε οικονομικά ανταλλάγματα λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η αιτούσα κατά τον χρόνο που παρείχε τις εν λόγω εγγυήσεις προς τον σύζυγο της εργαζόταν και αποκόμιζε ικανοποιητικά εισοδήματα. Άλλωστε δεν προσδοκούσε από την επαγγελματική δραστηριότητα του συζύγου της την απόλαυση κάποιου, άμεσου οικονομικού οφέλους, καθώς δεν αποδείχθηκε η ενασχόληση της με την επιχείρηση αυτής, ως συνεταίρος, η δε προσδοκία της για την απόλαυση μεγαλύτερης οικονομικής συνεισφοράς του συζύγου της στις οικογενειακές δαπάνες διαβίωσης, ως έμμεσο προσδοκώμενο οικονομικό όφελος, χωρίς αυτό να είναι βέβαιο και από πριν καθορισμένο ποσοτικά για την ίδια προσωπικά, δεν επαρκεί για να προσδώσει στην πράξη της εμπορικότητα.
Περαιτέρω η αιτούσα δεν εγγυήθηκε κατά σύνηθες επάγγελμα, αφού οι ανωτέρω εγγυήσεις της δεν στοιχειοθετούν την έννοια ούτε φέρουν τα χαρακτηριστικό γνωρίσματα της οργανωμένης επιχείρησης, καθώς η ίδια δεν υπέγραψε ως εγγυήτρια υπέρ και άλλων προσώπων, πλην του συζύγου της, ούτε οι πιστώσεις παρέχονταν στον σύζυγο της κατά εκμετάλλευση της πίστης που παρείχε το όνομα της και η οικονομική της επιφάνεια στις συναλλαγές.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, εν προκειμένω, λαμβανομένης υπόψη και της ενδεδειγμένης συσταλτικής ερμηνείας της διάταξης του άρθρου 1 ΕμπΝ δεν θεμελιώνεται η διαμεσολάβηση της αιτούσας στην παροχή πίστης με την ανάληψη του κίνδυνου προς το σκοπό απόλαυσης ίδιου οικονομικού οφέλους (κέρδους). Ως εκ τούτου, εφόσον η αιτούσα με την παροχή εγγύησης σε επιχειρηματικά δάνεια του συζύγου της δεν απέκτησε την εμπορική ιδιότητα, απορριπτέος τυγχάνει ο σχετικός περί του αντιθέτου ισχυρισμός που υπέβαλαν οι καθ' ων πιστώτριες ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο αν και δέχτηκε ότι η αιτούσα είχε εγγυηθεί κατ’ επανάληψη, ευθυνόμενη ως πρωτοφειλέτρια, σε δάνεια και συμβάσεις πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό (υπό στοιχεία Α2, Γ1, Γ3, Γ4, Γ5, Γ6, Δ1 και Δ2) που είχε καταρτίσει ο σύζυγος της με τα αναφερόμενα τραπεζικά ιδρύματα για τις ανάγκες της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, καθότι αυτός ήταν έμπορος, με αντικείμενο την εμπορία πτηνών, διατηρών πτηνοτροφική μονάδα στο … εκ των οποίων η συνολική της οφειλή κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης ανερχόταν στο σημαντικό ποσό των 249.372,62 ευρώ, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι επαναλαμβανόμενες κατά τις παραδοχές της επί επτά τουλάχιστον φορές χορηγήσεις εγγυήσεων αυτής στις συμβάσεις δανείου και πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό που είχε καταρτίσει ο έμπορος σύζυγος της με τα αναφερόμενα τραπεζικά ιδρύματα για τις ανάγκες της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, δεν συνιστούν άσκηση εμπορικών πράξεων κατά σύνηθες επάγγελμα, επειδή κατά τις παραδοχές της στην εγγύηση των ως άνω συμβάσεων προέβαινε "χαριστικά από λόγους οικογενειακής αλληλεγγύης και ηθικού καθήκοντος", αποκλείοντας έτσι την προσδοκία οποιουδήποτε οικονομικού οφέλους της απ' αυτή, παραλείποντας να παραθέτει, όπως όφειλε για την πληρότητα της αιτιολογίας της, συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία, να προκύπτει ότι οι ως άνω εγγυήσεις που είχε χορηγήσει η αιτούσα είχαν δοθεί αποκλειστικά και μόνο για το συμφέρον του συζύγου της, χωρίς την προσδοκία οποιουδήποτε οικονομικού οφέλους γι'αυτήν, αμέσου ή εμμέσου από την αναμενόμενη βελτίωση των αποτελεσμάτων της επιχειρηματικής του δραστηριότητας .και την επίδρασή της στην οικονομική συνεισφορά του στις οικογενειακές τους ανάγκες, καθώς και τους λόγους από τους οποίους απέρρεε το ηθικό της καθήκον για τη συστηματική χορήγηση εγγυήσεων σε επιχειρηματικά δάνεια του συζύγου της, αλλά αντιθέτως, αναφερόμενη σε άλλο σημείο της, σε έμμεσο προσδοκώμενο οικονομικό όφελος αυτής από τη χορήγηση των ως άνω συμβάσεων, συνιστάμενο στην απόλαυση μεγαλύτερης οικονομικής συνεισφοράς του συζύγου της στις οικογενειακές δαπάνες, το οποίο, όμως, όπως δέχτηκε στη συνέχεια δεν επαρκούσε για να προσδώσει στην πράξη της εμπορικότητα.
Με αυτά που δέχτηκε το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, το ως άνω Δικαστήριο, παραβίασε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθόσον αφορά στον αποκλεισμό οικονομικού οφέλους της αναιρεσίβλητης απ' αυτές, και την κρίση της περί μη εμπορικότητας αυτών, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 του Β.Δ./τος 2/14.5.1835 "περί αρμοδιότητας των εμποροδικείων" και 1 του Β.Δ./τος 19.4/1.5.1835 "Εμπορικός Νόμος" και επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Μετά απ' αυτά, παρέλκει η έρευνα των υπολοίπων λόγων της αναίρεσης καθώς η αναιρετική εμβέλεια του πρώτου λόγου κατά το μέρος που έγινε δεκτός καταλαμβάνει το σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης και καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λόγων αυτής που διατυπώνονται με την ερευνώμενη αίτηση αναίρεσης και οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα.
Συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, στο σύνολο της και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σε αυτήν (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του Ν. 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται" και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από 22-4-2019, αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias".
Αναιρεί την 118/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση. Και
Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ