1332/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/2/2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 206/ΤΜ/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 636/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31/3/2017 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1332/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Α., που είχε επιβάλει, με βάση τις διατάξεις του ΚΕΔΕ, σε βάρος του οφειλέτη του Συνεταιρισμού, ήδη δευτέρου αναιρεσίβλητου, επί των αναφερομένων σ' αυτήν ακινήτων, το πρώτο αναιρεσίβλητο ΙΚΑ, στην δικονομική θέση του οποίου, από 01-01-2017, υπεισήλθε, κατ' άρθρα 51 παρ. 1 και 53 του Ν. 4387/2016, το παριστάμενο στην παρούσα δίκη ΝΠΔΔ, με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης", αποκαλούμενο Ε.Φ.Κ.Α.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1332 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1332/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Χ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Διαμαντόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" ως οιονεί καθολικού διαδόχου του αρχικά αναιρεσείοντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Λουτριανάκη και Μαρία Λουκά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Αγροτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "..." τελούντος υπό καθεστώς πτώχευσης που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον σύνδικο πτώχευσης, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/2/2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 206/ΤΜ/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 636/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31/3/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Aπό την προσκομιζόμενη από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. ...Γ/22-09-2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βεροίας Α. Κ., προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως με την επ' αυτής πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση έχει επιδοθεί, με επιμέλεια του ιδίου, νομίμως και εμπροθέσμως στον δεύτερο αναιρεσίβλητο Αγροτικό Συνεταιρισμό με την επωνυμία "...", για την παρούσα δικάσιμο (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, εφόσον το αναιρεσίβλητο αυτό νομικό πρόσωπο δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙ. Με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθ. 636/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην του και κατά την παρούσα συζήτηση απουσιάζοντος ήδη δευτέρου ανιαρεσίβλητου Συνεταιρισμού και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 03-11-2014 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, κατά της 206/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας, που είχε εκδοθεί, επίσης κατά την τακτική διαδικασία ερήμην του ήδη αναιρεσιβλήτου Συνεταιρισμού και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων και είχε απορρίψει την 40/ΤΜ-ΑΚ/2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, για ακύρωση της …8/2010 εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως, της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Βεροίας Μ.
Α., που είχε επιβάλει, με βάση τις διατάξεις του ΚΕΔΕ, σε βάρος του οφειλέτη του Συνεταιρισμού, ήδη δευτέρου αναιρεσίβλητου, επί των αναφερομένων σ' αυτήν ακινήτων, το πρώτο αναιρεσίβλητο ΙΚΑ, στην δικονομική θέση του οποίου, από 01-01-2017, υπεισήλθε, κατ' άρθρα 51 παρ. 1 και 53 του Ν. 4387/2016, το παριστάμενο στην παρούσα δίκη ΝΠΔΔ, με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης", αποκαλούμενο Ε.Φ.Κ.Α.
Η αίτηση αυτή, έχει ασκηθεί στις 05-05-2017 (α.α. έκθ. 74 της Γραμ. του Εφ. Θεσσαλονίκης), νομοτύπως και εμπροθέσμως, κατ' άρθρα 552, 553, 556, 558 και 564 παρ. 3, αφού, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης, η προσβαλλομένη απόφαση, που δημοσιεύθηκε στις 13-03-2017, δεν έχει επιδοθεί, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται την επίδοσή της, ενώ κατ' άρθρο 937 παρ. 1, β' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις διοικητικής εκτελέσεως, βάσει του ΚΕΔΕ (ΑΠ 1578/1991, ΑΠ 1530/1988), δεν μπορεί να προσβληθεί αυτή με ανακοπή ερημοδικίας, από τον ερημοδικασθέντα ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο.
Επομένως, η υπό κρίση αίτηση είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.1, 3 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Από την διάταξη του άρθ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.
ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 609/13, ΑΠ 495/13, ΑΠ 1976/2014).
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Αντίφαση στις διαλαμβανόμενες αιτιολογίες υφίσταται όταν (εξ αιτίας αυτής) δεν προκύπτουν αναμφιβόλως από την προσβαλλομένη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η τελευταία ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί περαιτέρω αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι απαιτούμενες για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διατάξεως προϋποθέσεις (ΑΠ 1131/2007) ενόψει του ότι το κατά νόμο, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 217/2016 ΑΠ 2119/2014).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 632/2015, ΑΠ 2119/2014).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 138 ΑΚ δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά, δηλαδή είναι εικονική, είναι άκυρη, κατά δε την διάταξη του άρθρου 139 του ίδιου Κώδικα η εικονικότητα δεν βλάπτει εκείνον που συναλλάχθηκε αγνοώντας την. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι καθιερώνεται μεν ακυρότητα της δηλώσεως βουλήσεως, η οποία έγινε εικονικά υπό την πιο πάνω έννοια, πλην όμως η ακυρότητα αυτή δεν ισχύει έναντι εκείνου ο οποίος όταν συναλλάχθηκε αγνοούσε, έστω και από αμέλεια (ελαφρά ή, ακόμη, και βαριά), την εικονικότητα της δηλώσεως βουλήσεως.
Και αυτό γιατί η εικονικότητα πρέπει να θεωρείται ως κάτι το εξαιρετικό στις συναλλαγές, αφού δεν πρέπει να υποχρεώνεται ο τρίτος να προβαίνει και στην έρευνα για το αν ο τίτλος εκείνου με τον οποίο συναλλάσσεται είναι εικονικός (ΑΠ 199/2002, ΑΠ 197/1999). Από την ως άνω, ευρεία και γενική, διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 139, συνάγεται ότι αυτή περιλαμβάνει όχι μόνο τον αντισυμβληθέντα, που αγνοούσε την εικονικότητα ή εκείνον προς τον οποίο απευθύνθηκε μονομερής εικονική δήλωση, χωρίς να γνωρίζει την εικονικότητα, άλλα και κάθε τρίτο, ο οποίος με βάση εικονική δήλωση, που αγνοούσε, προήλθε σε κάποια έννομη σχέση με τον εικονικώς πράξαντα ή τους διαδόχους του και θεμελίωσε δικαίωμα από την εικονική πράξη, το οποίο ανατρέπεται με την πρόταση της ακυρότητας από την εικονικότητα.
Καθ' όλων αυτών δεν αντιτάσσεται η εικονικότητα ούτε από τον εικονικώς δηλώσαντα ούτε από τους διαδόχους του (καθολικούς ή ειδικούς) ούτε από τους δανειστές τους ή από άλλον που έχει συμφέρον από την εικονικότητα. Επομένως, ο εικονικώς μεταβιβάσας δεν μπορεί να αντιτάξει την εικονικότητα, επικαλούμενος ακυρότητα της σχετικής δικαιοπραξίας, κατά του δανει¬στή του εικονικά αποκτήσαντος, ο οποίος (δανειστής) αγνοεί έστω και από βαρειά αμέλεια, την εικονικότητα και αποβλέποντας στο σχετικό περιουσιακό στοιχείο επιβάλλει κατάσχεση ή προβαίνει σε εγγραφή υποθήκης ή προσημείωσης επ' αυτού.
Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραδεκτώς επισκοπούμενη (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Κατόπιν της υπ' αριθ. 17/2869/12-3-2010 Παραγγελίας του Διευθυντή του πρώτου των καθών η ένδικη ανακοπή ν.π.δ.δ., με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.), προς αναγκαστική κατάσχεση κινητής ή ακίνητης περιουσίας, κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ, επέβαλε το τελευταίο αναγκαστική κατάσχεση εις βάρος του οφειλέτη του, δευτέρου των καθών η ανακοπή, Αγροτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "...", για το ποσό των 974.875,83 ευρώ, επί:
α) ενός αγρού, εμβαδού 1.414 τ.μ., με αριθμό κτηματολογίου …9, που κείται στην κτηματική περιοχή ... και συνορεύει με ...., και β) ποσοστού 70% εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας επί ενός αγρού συνολικής έκτασης 832 τ.μ., που, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 5623/4-12-1986 απόφαση του Νομάρχη Ημαθίας, περιλήφθηκε στα όρια του συνοικισμού …..
του Δήμου ….. και κατέστη οικόπεδο, συνορευόμενο με ...., το οποίο (ποσοστό) αντιστοιχεί, σύμφωνα με.... σε ανεγερθησόμενη οικοδομή, συνολικού εμβαδού 280 τ.μ., διεπόμενη από τις διατάξεις του ν.δ. 1024/1971, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ. Για την παραπάνω αναγκαστική κατάσχεση συντάχθηκε η υπ' αριθ.
….8/16-3-2010 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Βέροιας Μ. Α., η οποία εγγράφηκε στις 16-3-2010 στα βιβλία κατασχέσεων του Υποθηκοφυλακείου Βέροιας στον τόμο …. με αριθμό ….8. Για τα κατασχεθέντα ως άνω ακίνητα, τα οποία περιήλθαν στην κυριότητα του ανακόπτοντος Ι. Χ. του Θ. το μεν υπό στοιχ. α' δυνάμει του υπ' αριθ.
….1/30-11-1984 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Ε. Γ. - Χ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βέροιας στον τόμο ….8 με αριθμό ….., το δε υπό στοιχ. β' δυνάμει του υπ' αριθ. …4/11-10-1984 συμβολαίου πώλησης της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία μεταγραφών στον τόμο …2 με αριθμό ….1, ορίσθηκε χρόνος διενέργειας πλειστηριασμού η 8-2-2012, ενώπιον του συμβολαιογράφου Κ.
Π., ο οποίος ματαιώθηκε και δεν προσδιορίσθηκε έκτοτε νέος πλειστηριασμός. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, τα επίδικα ακίνητα είχε μεταβιβάσει ο ανακόπτων δυνάμει του υπ' αριθ. ...0/25-4-2000 συμβολαίου πώλησης, νομίμως μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία μεταγραφών στον τόμο …0 με αριθμό …6, στον δεύτερο των καθ' ων η ανακοπή Αγροτικό Συνεταιρισμό, ωστόσο, κατόπιν άσκησης της από 28-11-2005 αγωγής του ανακόπτοντος, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 226/ΤΠ/19-12-2011, ήδη αμετάκλητη, απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, ερήμην του εναγομένου Αγροτικού Συνεταιρισμού "...", με την οποία η σύμβαση αυτή πώλησης κρίθηκε ότι είναι άκυρη ως εικονική.
Συνεπώς, εφόσον η εικονικότητα της σύμβασης πώλησης, δυνάμει της οποίας απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα τα επίδικα κατασχεθέντα ακίνητα ο δεύτερος των καθ' ων η ανακοπή Αγροτικός Συνεταιρισμός, και η για το λόγο τούτο ακυρότητα της κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου, δεν μπορεί να ερευνηθεί εκ νέου από το παρόν Δικαστήριο το ζήτημα αυτό.
Κατά το χρονικό διάστημα μετά την άσκηση της ανωτέρω από 28-11-2005 αγωγής αναγνωριστικής ακυρότητας της υπόψη σύμβασης πώλησης λόγω εικονικότητας και πριν από την έκδοση της προαναφερθείσας υπ' αριθ. 226/ΤΠ/19-12-2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, επιβλήθηκε η επίμαχη αναγκαστική κατάσχεση από το πρώτο των καθών η ανακοπή ν.π., το οποίο από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι γνώριζε την εικονικότητα της εν λόγω σύμβασης πώλησης, κατά το χρόνο που απέκτησε την ιδιότητα του "συναλλαχθέντος" και συγκεκριμένα, στις 16-3-2010, όταν επιβλήθηκε η ανωτέρω αναγκαστική κατάσχεση και με βάση την περιλαμβανόμενη στο προαναφερθέν υπ' αριθ. ...0/25-4-2000 συμβόλαιο πώλησης εικονική δήλωση του δευτέρου των καθών η ανακοπή Αγροτικού Συνεταιρισμού, θεμελίωσε δικαίωμα επιβολής κατάσχεσης προς ικανοποίηση της απαίτησής του κατ' αυτού.
Το δικαίωμα αυτό του πρώτου των καθών η ανακοπή ν.π. δεν θ' ανατραπεί με την προτεινόμενη εικονικότητα, αφού στην περίπτωση αυτή η επίμαχη σύμβαση πώλησης έναντι αυτού είναι έγκυρη και αποκλείεται η επίκληση της ακυρότητας εναντίον του. Εξάλλου, και κατά το χρονικό διάστημα που προηγείται της επιβολής της αναγκαστικής κατάσχεσης, το πρώτο των καθών η ανακοπή ν.π.
αποδείχθηκε ότι δεν γνώριζε την επικαλούμενη από τον ανακόπτοντα εικονικότητα και δη τόσο κατά το χρόνο βεβαίωσης των ληξιπροθέσμων οφειλών του δευτέρου των καθών η ανακοπή Αγροτικού Συνεταιρισμού στις 15-1-2008, όσο και κατά το χρόνο έκδοσης της ανωτέρω υπ' αριθ. 17/2869/12-3-2010 παραγγελίας προς αναγκαστική κατάσχεση κινητής ή ακίνητης περιουσίας εις βάρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού.
Ο ισχυρισμός του ανακόπτοντος ότι το πρώτο των καθών η ανακοπή ν.π. γνώριζε την εικονικότητα, διότι η άνω από 29-11-2005 αγωγή του εγγράφηκε στα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Βέροιας στον τόμο ….8 με αριθμό ….8, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, καθόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν υποχρεούται ο τρίτος σε έρευνα εικονικότητας, η οποία αντιμετωπίζεται ως κάτι το εξαιρετικό στις συναλλαγές, δεν βλάπτεται δε από την εικονικότητα ο από οποιουδήποτε βαθμού αμέλεια αγνοών αυτήν, λαμβανομένου επιπλέον υπόψη ότι μόνο μετά την επιβολή της κατάσχεσης διαμορφώθηκε το δικαστικό πόρισμα περί της ακυρότητας της υπόψη σύμβασης πώλησης λόγω εικονικότητας.".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 206/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας, με την οποία απορρίφθηκε η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας ανακοπή του (αναιρεσείοντος), περί ακυρώσεως της 1068/2010 εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Βεροίας Μ.
Α., δυνάμει της οποίας το ΙΚΑ επέβαλε, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΕΔΕ, αναγκαστική κατάσχεση σε βάρος του οφειλέτη του (ήδη αναιρεσείοντος, ανακόπτοντος) ήδη δευτέρου αναιρεσιβλήτου συνεταιρισμού επί των αναφερομένων σ' αυτήν ακινήτων, δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες, με τους από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πλημμέλειες καθόσον, μετ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 138 και 139 του ΑΚ, δέχθηκε ότι η ακυρότητα της μεταβίβασης των ενδίκων ακινήτων, δυνάμει του υπ' αριθ. ...0/25- 4-2000 συμβολαίου πώλησης, που συνήψαν ο αναιρεσείων και ο δεύτερος αναιρεσίβλητος συνεταιρισμός, λόγω εικονικότητας, όπως έχει κριθεί με την υπ' αριθ. 226/ΤΠ/19-12-2011, ήδη αμετάκλητη, απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, δεν ισχύει έναντι του, ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, διότι όταν αυτό επέβαλε, στις 16-3-2010, την επίμαχη αναγκαστική κατάσχεση επί των ως άνω ακινήτων αγνοούσε την εικονικότητα, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 139 του ΑΚ, δεν το βλάπτει.
Οι προπαρατεθείσες δε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης δικαιολογούν το αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενομένων δεκτών, ως αποδειχθέντων, πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό της έλεγχο.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις από το άρθ. 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, που προβάλλονται με τους πρώτο και τρίτο, αντίστοιχα, αναιρετικούς λόγους δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής και, συνακόλουθα, αυτοί κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
IV. Ο λόγος αναίρεσης του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 109/12). Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται αν ο μη απαντηθείς ισχυρισμός είναι μη νόμιμος ή αλυσιτελής, αόριστος, εκπρόθεσμος και γενικά απαράδεκτος και, επομένως, δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 374/2012, 1/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον, αποτελούντα τη νομική βάση της αγωγής και της έφεσής του, ουσιώδη ισχυρισμό του, περί ιδίας κυριότητας επί των ενδίκων ακινήτων, την οποία ουδέποτε είχε απολέσει, αφού η μεταβίβασή τους απ' αυτόν προς τον δεύτερο ήδη αναιρεσίβλητο συνεταιρισμό ακυρώθηκε, με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, ως εικονική και, έτσι, απέρριψε την ως άνω ανακοπή του, αντί να την δεχθεί, όπως έπρεπε και ν' ακυρώσει την ένδικη αναγκαστική κατάσχεση.
Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού στηρίζεται στην ανακριβή προϋπόθεση ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων είναι κύριος των επιμάχων ακινήτων, λόγω ακυρώσεως ως εικονικής της μεταβιβαστικής τους δικαιοπραξίας (συμβολαίου) ενώ, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, αυτό δέχθηκε μεν την ακυρότητα της μεταβίβασής τους και, συνεπώς, την κυριότητα του μεταβιβάσαντος αναιρεσείοντος επ' αυτών, πλην, όμως, με την περαιτέρω παραδοχή ότι το πρώτο ήδη αναιρεσίβλητο, καθ' ου η ανακοπή αγνοούσε την εικονικότητα του επιμάχου συμβολαίου και ότι αυτή, ως εκ τούτου, σύμφωνα με την (ορθά εφαρμοσθείσα, κατά τα προεκτεθέντα) διάταξη του άρθρου 139 του ΑΚ, δεν το βλάπτει, και έτσι έκρινε απορριπτέα την ένδικη ανακοπή του.
V. Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Συνιστούν έγγραφα κατά την έννοια των αρθρ. 339 και 432 - 449 του ΚΠολΔ και οι αποφάσεις των ποινικών (ΑΠ 359/1993) ή πολιτικών δικαστηρίων (ΑΠ 185/1993) κατά το μέρος που έχουν αποδεικτική δύναμη ως προς τα βεβαιούμενα σ' αυτές πραγματικά περιστατικά ή ως προς το περιεχόμενο των διατάξεων τους (ΑΠ 339/1996) και όχι βεβαία ως προς το περιεχόμενο των τυχόν διαλαμβανόμενων σ' αυτές μαρτυρικών καταθέσεων.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται: α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου (κατά λέξη παρατιθέμενο), β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 333/2011, απ 113/2010, 1654/2005, 194/2005, 1315/1993).
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάται ο αναιρεσείων την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθμόν 226/ΤΠ/2011 αμετάκλητης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βεροίας, καθόσον την ανέγνωσε λανθασμένα, αφού σε πλήρη αντίθεση και αντίφαση με αυτήν, με την οποίαν αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα του υπ' αριθμ....0/2000 οριστικού συμβολαίου, λόγω εικονικότητας, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 138, 139 και 180 ΑΚ, δέχθηκε ότι το κατασχόν πρώτο αναιρεσίβλητο ΙΚΑ ήταν καλόπιστος τρίτος "συναλλαχθείς" και ότι η ακυρότητα από την εικονικότητα δεν ισχύει ως προς αυτό. Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο (κατά λέξη, ως προς το ενδιαφέρον μέρος της) το αληθινό περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης, προκύπτει ότι το Εφετείο ορθά ανέγνωσε την υπόψη απόφαση και δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενό της, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, δεχθέν ότι από την εικονικότητα αυτή και τη συνεπαγομένη ακυρότητα της μεταβιβάσεως των επίμαχων ακινήτων δεν βλάπτεται το πρώτο ήδη αναιρεσίβλητο, που την αγνοούσε όταν επέβαλε επ' αυτών την ένδικη αναγκαστική κατάσχεση.
VΙ. Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου (αναιρετικού) λόγου προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31/03/2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμόν 636/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Αυγούστου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ