Legislator Case Law & Legislation
1332/2017 AI generated

1332/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1332/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1332/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 5-1-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 19-6-2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 413/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Keywords

AI generated
contract for vehicle sale vehicle keeper action to recover possession withdrawal of driving license automobile industry driving without authorization
AI generated
1106/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1044/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1552/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
986/2012
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
1271/2021
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1332 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1332/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Λ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Τσώνη.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. - Θ. Λ. του Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά της ως δικηγόρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-5-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2833/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 413/2015 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-6-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 5-1-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 19-6-2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 413/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η αναιρεσίβλητη την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 3, του άρθρου 2 παρ. 1 έως 3 και του άρθρου 6 παρ. 1α’ του ν. 722/1977 "περί απλουστεύσεως της διαδικασίας χορηγήσεως των αδειών κυκλοφορίας και μεταβιβάσεως της κυριότητος των αυτοκινήτων οχημάτων και άλλων τινών διατάξεων", σε συνδυασμό με εκείνες, της, σε εκτέλεση του άρθρου 5 παρ. 2 του ιδίου νόμου, εκδοθείσας με αριθμ. ...

της 1-4 Νοεμβρίου 1977 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Συγκοινωνιών, δημοσιευθείσας στο Φ.Ε.Κ. (τεύχος Β’ σελ. 1099), από της ενάρξεως της ισχύος αυτών (8-11-1977, βλ. άρθρ. 14 ν. 722/1977) η μεταβίβαση της κυριότητας επιβατηγών αυτοκινήτων, με πράξη εν ζωή, ενεργείται, προκειμένου μεν για τα άνευ αριθμού (αδείας) κυκλοφορίας αυτοκίνητα, με απλή πράξη των μερών, που αναγράφεται μερίμνη και ευθύνη αυτών επί των πιστοποιητικών του τελωνείου ή του κατασκευαστού ή του Ο.Δ.Δ.Υ. (κατά τις διακρίσεις της παρ. 1 του άρθρου 1 του ανωτέρω ν. 722/1977), εφόσον έχει βεβαιωθεί προηγουμένως, από τον Οικονομικό Έφορο, επί του πιστοποιητικού, ότι καταβλήθηκαν οι πάσης φύσεως οικονομικές επιβαρύνσεις, προκειμένου δε για τα επιβατηγά, επίσης ιδ.

χρήσεως, αυτοκίνητα, που είναι εφοδιασμένα με άδεια κυκλοφορίας, του με την άνω κοινή απόφαση καθορισθέντος τύπου, η οποία (άδεια κυκλοφορίας) αποτελεί και τον τίτλον κυριότητας και χορηγείται όταν πρόκειται να μεταβιβασθεί η κυριότητα, σύμφωνα με τα εν άρθρο 13 του ανωτέρω νόμου οριζόμενα, εις αντικατάσταση της παλαιού τύπου άδειας, επίσης με απλή πράξη των μερών, που αναγράφεται μερίμνη και ευθύνη αυτών στη σχετική θέση της αδείας, εφόσον προηγουμένως έχει βεβαιωθεί πάνω σ’ αυτήν, από τον αρμόδιο Οικονομικό Έφορο, ότι καταβλήθηκαν οι πάσης φύσεως οικονομικές επιβαρύνσεις.

Στην τελευταία δε αυτή περίπτωση ο πωλητής του μεταβιβασθέντος αυτοκινήτου αποστέλλει ταχυδρομικώς, επί αποδείξει, το σχετικό τμήμα της άδειας στην υπηρεσία συγκοινωνιών, η οποία εξέδωσε την άδεια κυκλοφορίας, αυτός δε από του χρόνου της μεταβιβάσεως δεν έχει καμία υποχρέωση αποζημιώσεως απέναντι στους τρίτους, ούτε καταβολής τελών κυκλοφορίας, η δε νέα στο όνομα του αγοραστή άδεια κυκλοφορίας εκδίδεται μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από του χρόνου της μεταβιβάσεως και αποστέλλεται σ’ αυτόν επί αποδείξει.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η ενοχική σύμβαση με την οποία σκοπείται η μεταβίβαση επιβατηγού αυτοκινήτου δεν υπόκειται σε κάποιο τύπο, εγκύρως δε συνάπτεται και προφορικά ακόμη. Όμως η εμπράγματη, περί της μεταβιβάσεως της κυριότητας επιβατηγών επίσης αυτοκινήτων, που έχουν εφοδιασθεί με άδεια κυκλοφορίας σύμβαση, υποβάλλεται στον τύπο της καταχωρήσεως αυτής επί της άδειας κυκλοφορίας, μερίμνη των συμβαλλομένων, εφόσον προηγουμένως έχει βεβαιωθεί από τον Οικονομικό Έφορο ότι καταβλήθηκαν τα βαρύνοντα το αυτοκίνητο τέλη κυκλοφορίας και οι λοιπές επ’ αυτού οικονομικές επιβαρύνσεις.

Επομένως και η ατύπως καταρτισθείσα ενοχική σύμβαση, η οποία αποσκοπεί στη μεταβίβαση επιβατηγού αυτοκινήτου, γεννά υποχρέωση εκατέρου των συμβληθέντων έναντι του αντισυμβαλλομένου του προς δήλωση βουλήσεως, για την κατάρτιση της εμπράγματης περί της μεταβιβάσεως, κατά τον ανωτέρω τύπο συμβάσεως, για το λόγο δε αυτό, σε περίπτωση αρνήσεως του ενός εξ αυτών όπως δηλώσει τη βούλησή του περί μεταβιβάσεως της κυριότητος, χωρεί καταδίκη του σε δήλωση βουλήσεως, κατ’ άρθρον 949 του Κ.Πολ.Δ, κατόπιν αγωγής του άλλου, οπότε, με την τελεσιδικία της αποφάσεως:

α) η για τη μεταβίβαση του αυτοκινήτου δήλωση βουλήσεως θεωρείται γενομένη κατά το καθιερούμενο βάσει της προπαρατεθείσας διατάξεως του άρθρου 949 του Κ.Πολ.Δ. πλάσμα του νόμου, με αποτέλεσμα να επέρχεται έτσι αυτούσια η ικανοποίηση της οικείας αξιώσεως του δανειστού έναντι του αρνουμένου κατά τα άνω να δηλώσει οφειλέτη, χωρίς ανάγκη περαιτέρω καταναγκασμού του τελευταίου όπως εξωτερικεύσει τη δήλωση βουλήσεώς του προς τον δανειστή ενάγοντα ενώπιον του δημοσίου οργάνου που ορίζεται στην προκειμένη περίπτωση με τον νόμο 722/1977 και β) ο ενάγων, αποδεχόμενος την με αυτό τον τρόπο σχηματισθείσα δήλωση βουλήσεως του εναγομένου οφειλέτη (άρθρο 189 του Α.Κ), δύναται, προσκομίζοντας στην αρμόδια αρχή αντίγραφο της τελεσίδικης, όπως εκτέθηκε, αποφάσεως, η οποία, σημειούμενη επί της άδειας, αναπληροί την δήλωση του αντισυμβαλλομένου, να προβεί στην καταχώριση της δικής του δηλώσεως βουλήσεως, οπότε και συντελείται η μεταβίβαση του αυτοκινήτου.

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 713 επ. Α.Κ. συνάγεται ότι η εξώδικη εντολή δεν υποβάλλεται σε οποιονδήποτε τύπο, γι’ αυτό και μπορεί να αποδειχτεί με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, συνεπώς και με μάρτυρες, εφόσον συντρέχει νόμιμη προς τούτο περίπτωση. Η υποχρέωση του εντολοδόχου να αποδώσει στον εντολέα καθετί που απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής και ειδικά το πράγμα που αγόρασε σ’ εκτέλεση αυτής απορρέει από το άρθρο 719 Α.Κ.

Ειδικότερα, από το άρθρο 719 Α.Κ., το οποίο ορίζει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της, σαφώς συνάγονται τα ακόλουθα: α) τη ρύθμιση της ως άνω, ενδοτικού δικαίου διάταξης, οι ενδιαφερόμενοι με ρητή συμφωνία τους, είτε πριν από την εκτέλεση, είτε και μετά την εκτέλεση της εντολής, μπορούν να μεταβάλλουν, περιορίζοντας την άνω υποχρέωση του εντολοδόχου ή μεταθέτοντας την εκπλήρωση της εν λόγω υποχρεώσεως αυτού σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου που, χωρίς αρχική με την εντολή ή μεταγενέστερη ειδική συμφωνία, προέκυπτε από την εκτέλεση της εντολής, β) αν ο εντολοδόχος αγόρασε σε εκτέλεση της εντολής κινητό ή ακίνητο πράγμα κατά τους κανόνες της έμμεσης αντιπροσώπευσης, δηλαδή στο όνομα άλλου, αλλά για λογαριασμό του εντολέα, η υποχρέωσή του συνίσταται στη μεταβίβαση του πράγματος στον εντολέα του ή κατ’ άρθρο 417 ΑΚ, σ’ όποιον ο τελευταίος, ως δανειστής, έχει επιτρέψει και δεχθεί την καταβολή, που στην περίπτωση αυτή συνίσταται σε τέλεση δικαιοπραξίας, σύμφωνα με τις διατάξεις εκείνες που η εφαρμογή τους επιβάλλεται από την αιτία της μεταβιβάσεως του πράγματος από τον εντολοδόχο σύμφωνα με την εντολή (ΑΠ 454/1994), ενώ δεν αποκλείεται να επιδιώξει ο εντολέας, κατά το άρθρο 949 του ΚΠολΔ, την καταδίκη του εντολοδόχου σε δήλωση της σχετικής βουλήσεως, αφού, λόγο που δημιουργεί τέτοια αξίωση, πρέπει να αποτελέσει, εκτός από την ενοχική υποσχετική σύμβαση και η υποσχετική σύμβαση που δεν αποσκοπεί κυρίως στη σύναψη ορισμένης άλλης δικαιοπραξίας, αλλά η οποία παρεπομένως και για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού, καθιστά αναγκαία τη σύναψη κάποιας άλλης δικαιοπραξίας.

Δημιουργεί δηλαδή μεταξύ των αρχικώς συμβαλλομένων, αξίωση προς διατύπωση της σχετικής δηλώσεως βουλήσεως. Σ’ αυτή την κατηγορία υπάγεται και η αγωγή που απορρέει από τη σύμβαση εντολής.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα ταυ ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναιρέσως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "ως πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, λόγου έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).

Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη, από 6-5-2010 με αρ. καταθ. .../2010, αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε, ότι δυνάμει προφορικής συμβάσεως εντολής που συνήψε με τον εναγόμενο πατέρα της, αυτός αγόρασε στις 23-7-2009, στο όνομά του, το περιγραφόμενο στο δικόγραφο αυτοκίνητο, με τη συμφωνία να το μεταβιβάσει στην ίδια ή σε πρόσωπο που αυτή θα του υποδείκνυε, όταν του το ζητούσε, την κατοχή δε και χρήση του εν λόγω αυτοκινήτου θα την είχε η ίδια, αφού θα κατέβαλε και το τίμημα και τις δαπάνες συντηρήσεώς του.

Ότι μετά την αγορά του αυτοκινήτου και την αποπληρωμή του τιμήματος, η νομή και η κατοχή του περιήλθαν στην ίδια (ενάγουσα), η οποία το χρησιμοποιούσε ακώλυτα μέχρι τον Απρίλιο του 2010, οπότε ο εναγόμενος, κατά παράβαση της εντολής, της δήλωσε ότι προέβη στην έκδοση νέων πινακίδων, καθώς και άδειας κυκλοφορίας αυτού στο όνομά του, αμφισβητώντας τα απορρέοντα από την ως άνω σύμβαση εντολής δικαιώματά της και αρνούμενος, παρά τις οχλήσεις της, να συμπράξει στη μεταβίβαση του αυτοκίνητου στο όνομά της.

Με το ιστορικό αυτό ζήτησε να καταδικασθεί ο εναγόμενος σε δήλωση βουλήσεως για τη μεταβίβαση του αυτοκινήτου στο όνομά της και να της το παραδώσει, επικουρικά δε, σε περίπτωση αδυναμίας ή αρνήσεως μεταβιβάσεώς του, να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει, ως αποζημίωση, την αξία αυτού κατά το χρόνο που ζήτησε τη μεταβίβασή του, ανερχόμενης στο ποσό των 150.000 ευρώ, άλλως την αξία του κατά το χρόνο εκτελέσεως της εκδοθησομένης αποφάσεως, άλλως κατά το χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως, άλλως κατά το χρόνο της πρώτης συζητήσεως της αγωγής, άλλως κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεώς της μέχρι την εξόφληση.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, ερήμην του εναγομένου - αναιρεσείοντος, η υπ’ αριθμ. 2833/2013 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, κατόπιν δε ασκηθείσης εφέσεως κατ’ αυτής εκ μέρους του εναγομένου, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 413/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, λόγω της ερημοδικίας του εναγομένου, έγινε δεκτή η αγωγή κατά το κύριο αίτημά της και καταδικάσθηκε ο εναγόμενος να προέλθει σε δήλωση βουλήσεως για την οριστική μεταβίβαση του αυτοκινήτου προς την ενάγουσα.

Το δικάσαν Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Περί τα μέσα Ιουλίου του έτους 2009 η ενάγουσα συνήψε με τον πατέρα της προφορική σύμβαση εντολής, δυνάμει της οποίας ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση να ενεργήσει ότι απαιτείτο κατά νόμο για τη μεταβίβαση της κυριότητας του υπ’ αριθμόν ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου μάρκας PORSCHE τύπου CAYENNE, TURBOS στο όνομά του και στη συνέχεια να το μεταβιβάσει, όταν θα του εζητείτο, είτε στην ίδια την ενάγουσα, είτε σε τρίτο πρόσωπο, το οποίο αυτή θα του υποδείκνυε, την δε κατοχή και χρήση του εν λόγω αυτοκινήτου θα την είχε η ίδια, αφού θα κατέβαλε και το τίμημα καθώς και τις δαπάνες συντήρησης αυτού.

Σε εκτέλεση της ως άνω συμβάσεως εντολής, ο εντολοδόχος εναγόμενος, πατέρας της ενάγουσας δικηγόρου, υπέγραψε την από 14-7-2009 εξουσιοδότηση αγοράς αυτοκινήτου (την οποία συνέταξε η ίδια), με την οποία εξουσιοδοτούσε τους Α. Α., Δ. Α., Ι. Ρ., Θ. Τ. και Α. Κ. να προβούν αντ’ αυτού από κοινού ή ο καθένας ξεχωριστά στις απαραίτητες ενέργειες για την μεταβίβαση του άνω αυτοκινήτου σ’ αυτόν (εναγόμενο) κατά πλήρες ποσοστό κυριότητας, από την πωλήτρια εταιρεία με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...

Α.Ε.". Πράγματι, το προαναφερθέν αυτοκίνητο μεταβιβάσθηκε στον εναγόμενο εντολοδόχο πατέρα της ενάγουσας, στο όνομα του οποίου εκδόθηκε η άδεια κυκλοφορίας του στις 23-7-2009 και έκτοτε παρέλαβε η ίδια το αυτοκίνητο αυτό με αριθμό κυκλοφορίας ..., το οποίο χρησιμοποιούσε, χωρίς αντίρρηση από τον έχοντα την κυριότητα αυτού, σε εκτέλεση της εντολής, εναγόμενο.

Το ότι δε η ενάγουσα έκανε χρήση του αυτοκινήτου αυτού, προκύπτει, εκτός από την κατάθεση του μάρτυρα στο ακροατήριο και τους ενόρκως βεβαιώσαντες μάρτυρες στη συμβολαιογράφο, και από το υπ’ αριθμόν ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο αυτοκινήτου της εταιρείας ... με το οποίο ασφαλίσθηκε μεν αυτό για την τυχόν αστική ευθύνη προς τρίτους εκ της κυκλοφορίας του καθώς και για άλλες περιπτώσεις, στο όνομα του ιδιοκτήτη του εναγομένου, όμως ρητά αναφέρεται στο εν λόγω ασφαλιστήριο ως οδηγός του η ενάγουσα, η οποία κατέβαλε τα τέλη κυκλοφορίας και τα ασφάλιστρα (βλ.

υπ’ αριθ. .../9-12-2009 διπλότυπο είσπραξης, τον λογαριασμό της κάρτας ... της ενάγουσας και τα από 27-8-2009, 13-11-2009 και 12-10-2010 δελτία κατάθεσης ασφαλίστρων από την ενάγουσα στο όνομα Π. Π. που ήταν ο ασφαλιστικός της σύμβουλος). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τον Απρίλιο του 2010 ο εναγόμενος προέβαλε ίδιο δικαίωμα κυριότητας επί του άνω αυτοκινήτου αμφισβητώντας καταφανώς την ανωτέρω συμφωνία τους και τα εξ αυτής απορρέοντα δικαιώματα της ενάγουσας, συνάμα δε προέβη σε έκδοση νέων πινακίδων με αριθμό ...

και άδεια κυκλοφορίας με ημερομηνία 14-4-2010. Κατόπιν αυτού, η ενάγουσα με την από 7-5-2010 (αριθ. εκθ. καταθ. δικογρ. .../2010 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του εναγομένου, ζήτησε την λήψη του ασφαλιστικού μέτρου της δικαστικής μεσεγγύησης του εν λόγω αυτοκινήτου μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ενδίκου αγωγής της.

Το Δικαστήριο εκείνο, με την υπ’ αριθμ. 734/2012 απόφασή του έκανε δεκτή την αίτηση, διέταξε την δικαστική μεσεγγύηση του αυτοκινήτου αυτού και διόρισε μεσεγγυούχο την ενάγουσα. Ο εναγόμενος αρνούμενος την συμφωνία τους με την παραπάνω σύμβαση εντολής ισχυρίζεται ότι το επίμαχο αυτοκίνητο αγοράσθηκε με δικά του χρήματα, επικαλούμενος το υπ’ αριθμ. .../21-7-2009 δελτίο αποστολής-τιμολόγιο το οποίο πράγματι εκδόθηκε από την πωλήτρια εταιρεία στο όνομά του για την καταβολή του τιμήματος των 15.000 ευρώ, αφού κατά την συμφωνία τους με την εναγόμενη αυτός θα ήταν ο αγοραστής, στο όνομα του οποίου εκδόθηκε και η σχετική άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου.

Όμως, από το με αριθμό πρωτοκόλλου 10.10.11. 101.039 με ημερομηνία 15-10-2010 έγγραφο της τράπεζας ..., όπως διορθώθηκε με το υπ’ αριθμ. πρωτοκόλλου ... με ημερομηνία 2-8-2012 έγγραφο της ίδιας τράπεζας, στα οποία βεβαιώνεται η κατάθεση του ποσού των 15.000 ευρώ και το πρόσωπο του καταθέτη, αλλά κυρίως από το με ημερομηνία 21-7-2009 αντίγραφο του δελτίου κατάθεσης της ίδιας τράπεζας, προκύπτει ότι το ποσό του τιμήματος των 15.000 ευρώ κατατέθηκε την αυτή ημερομηνία στον με αριθμό ...

λογαριασμό της πωλήτριας εταιρείας "... ..." από την ίδια την ενάγουσα με αιτιολογία κατάθεσης "Π. Λ." (που τυπικά ήταν ο αγοραστής του αυτοκινήτου), γεγονός που δεν αμφισβητείται από τον εναγόμενο. Η κρίση δε του Δικαστηρίου ότι τα χρήματα της αγοράς του επίμαχου αυτοκινήτου καταβλήθηκαν από την ενάγουσα με την οποία είχε συναφθεί και η σύμβαση εντολής ν’ αγορασθεί στο όνομα του εναγομένου και να της το μεταβιβάσει όταν εκείνη θα το ζητούσε, ενισχύεται εκτός από το προαναφερθέν δελτίο κατάθεσης και από το ότι η ενάγουσα κατείχε και χρησιμοποιούσε το αυτοκίνητο, επιβαρυνόμενη με τα έξοδα κυκλοφορίας του, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε και κατατέθηκε και από τους μάρτυρές της, των οποίων η κατάθεση δεν αναιρείται κατά τρόπο πειστικό από τις καταθέσεις των μαρτύρων ανταποδείξεως.

Το επιχείρημα του εναγομένου ότι η αγορά του αυτοκινήτου στο όνομά του ήταν παρακινδυνευμένη λόγω της ηλικίας του (80 ετών), διότι μπορούσε να την εμπλέξει σε ανεπιθύμητη κληρονομική αντιπαράθεση με τις αδελφές της με τις οποίες δεν διατηρούσε καλές σχέσεις, δεν είναι επίσης πειστικό, καθόσον ο ίδιος σε άλλο σημείο των προτάσεών του ισχυρίζεται ότι η υγεία του είναι σε καλή κατάσταση και ικανός να οδηγεί αυτοκίνητο τέτοιου τύπου και απαιτήσεων ιδιαιτέρων.

Πρέπει δε να σημειωθεί, ότι στον τύπο που θεσπίζεται από τις παρατεθείσες στη μείζονα σκέψη διατάξεις του ν. 722/1977 "περί απλουστεύσεως της διαδικασίας χορηγήσεως των αδειών κυκλοφορίας και μεταβιβάσεως της κυριότητος των αυτοκινήτων οχημάτων και άλλων τινών διατάξεων" υπόκειται μεν η εμπράγματη δικαιοπραξία, πλην όμως οι διατάξεις αυτές δεν επηρεάζουν τις μεταξύ των συμβαλλομένων σχέσεις με σύμβαση εντολής, αντικείμενο της οποίας είναι η απόκτηση από τον εντολοδόχο, αμέσως ή εμμέσως αυτοκινήτου για λογαριασμό του εντολέα (Εφ.Αθ. 10373/1990 Επιθ.Συγκ.Δικ. 1991 σελ. 82) όπως στην προκείμενη περίπτωση, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών με τους λόγους της εφέσεώς του, πρέπει ν’ απορριφθούν ως αβάσιμα κατ’ ουσίαν.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη κατά το κύριο αίτημά της και να καταδικασθεί ο εναγόμενος να δηλώσει τη βούλησή του προς την ενάγουσα, η οποία απορρέει, σύμφωνα με όσα παραπάνω αποδείχθηκαν, από τη μεταξύ τους δικαιοπραξία". Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή σύμφωνα και με όσα στη νομική σκέψη αναφέρονται, είναι νόμιμη, κατά το κύριο και επικουρικό αίτημά της, ως προς το αίτημα καταβολής της αξίας του αυτοκινήτου σε περίπτωση αδυναμίας μεταβιβάσεώς του, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 949 ΚΠολΔ, 713, 714, 719, 345, 361 ΑΚ, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο τμήμα του, ότι δηλαδή η αγωγή είναι μη νόμιμη, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Περαιτέρω το Εφετείο, κρίνοντας με τις ανωτέρω σκέψεις του επί του αγωγικού αιτήματος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις περί εντολής διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα περιστατικά, πληρούν το πραγματικό της νομικής ως άνω έννοιας και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως κατά το δεύτερο τμήμα του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα.

Ο περιεχόμενος στον ίδιο (πρώτο) λόγο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι το Εφετείο δεν απάντησε στον προβληθέντα με την έφεση ισχυρισμό του περί εικονικότητος της επικαλουμένης συμβάσεως και εντεύθεν της ακυρότητός της, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το Δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις περί εντολής και ουσιαστικά βάσιμη, ενώ διέλαβε σκέψη, ότι στις διατάξεις του Ν. 722/1977 υπόκειται μεν η εμπράγματη δικαιοπραξία, πλην όμως οι διατάξεις αυτές δεν επηρεάζουν τις μεταξύ των συμβαλλομένων σχέσεις με σύμβαση εντολής, αντικείμενο της οποίας είναι η απόκτηση από τον εντολοδόχο, αμέσως ή εμμέσως αυτοκινήτου για λογαριασμό του εντολέα, όπως στην προκείμενη περίπτωση και απέρριψε ως αβάσιμα τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα με τους λόγους της εφέσεώς του.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων στην προκείμενη περίπτωση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία και η παράθεση άλλων για να αιτιολογηθεί η ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής.

Εξ άλλου στην προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. 6ο φύλλο αυτής) αναφέρεται, ότι τον Απρίλιο του 2010 ο εναγόμενος προέβαλε ίδιο δικαίωμα κυριότητος επί του ως άνω αυτοκινήτου, αμφισβητώντας καταφανώς τη συμφωνία του με την ενάγουσα και τα εξ αυτής απορρέοντα δικαιώματά της και προέβη σε έκδοση νέων πινακίδων με αριθμό ... και άδεια κυκλοφορίας με ημερομηνία 14-4-2010. Επιπλέον δε ότι, κατόπιν αυτών, η ενάγουσα υπέβαλε την από 7-5-2010 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατ’ αυτού και εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 734/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διορίσθηκε δικαστική μεσεγγύτρια του αυτοκινήτου. Κατά συνέπεια, τα περιεχόμενα στο δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, ότι το Δικαστήριο δεν παρέθεσε κανένα απολύτως πραγματικό περιστατικό οχλήσεως του αναιρεσείοντος από την ενάγουσα, για να της μεταβιβάσει το επίδικο αυτοκίνητο, προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αριθμού 19 του άρθρου 59 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή των παραβόλων που κατατέθηκαν για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο. Η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της, δεδομένου ότι πρόκειται για διαφορά μεταξύ συγγενών εξ αίματος πρώτου βαθμού (άρθρο 179, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-6-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 413/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ