Legislator Case Law & Legislation
1332/2015 AI generated

1332/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1332/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ν. Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ε. Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Διονυσία Μπιτζούνη και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1332/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή συναγόμενη από συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομία για ανάμιξη σ’ αυτήν και απόκτηση της. Εξάλλου, από το άρθρο 1094 ΑΚ προκύπτει ότι ενάγων στη διεκδικητική αγωγή είναι ο κύριος του πράγματος κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής, εφόσον στερείται τη νομή ή κατοχή του πράγματος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1332 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1332/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ν. Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ε. Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Διονυσία Μπιτζούνη και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Χ. Μ. του Δ., 2.Δ. Κ. του Β., 3.Ε. συζ. Δ. Κ., 4.Β. Γ. του Γ., 5.Α. Γ. του Γ. και 6.Ν. Γ. του Γ., κατοίκων ... οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεοχάρη Αναγνώστου.

Των αναιρεσίβλητων:1. Σ. Γ. του Δ., 2.Ε. Λ. Μ., το γένος Δ. Γ., 3. Ι. Ι. Γ., 4.Ε. θυγ. Ι. Γ., 5.Ε. χας Σ. Γ., 6.Ι. Σ. Γ., 7.Σ. συζ. Κ. Α., το γένος Σ. Γ. και 8.Θ. συζ. Σ. Π., το γένος Σ. Γ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Κασιούμη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-6-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 600/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 332/2013 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-5-2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 8-3-2015 έκθεση της, κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, Αρεοπαγίτη, Μαρίας Βαρελά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων, ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Κατά δε το άρθρο 974 Α. Κ. όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία επί του πράγματος (κατοχή) είναι νομέας αυτού αν ασκεί την εξουσία διανοία κυρίου. Σύμφωνα, με τις ως άνω διατάξεις, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με ειδική ή καθολική διαδοχή να συνυπολογίσει στο δικό του χρόνο χρησικτησίας το χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 Α.Κ.).

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι υλικές εμφανείς ενέργειες επάνω σ’ αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το κατέχει. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 785, 787, 980, 982, 983, 984 και 1113 ΑΚ συνάγεται ότι ο συγκοινωνός, όπως είναι και ο εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος, εάν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και για λογαριασμό των λοιπών κληρονόμων και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ’ αυτών κτητική ή αποσβεστική παραγραφή προτού καταστήσει σ’ αυτούς γνωστό ότι νέμεται το πράγμα δι’ ίδιο σκοπό αποκλειστικά στο όνομα του.

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων ν. 12 πανδ (28.7), ν 14 παρ.γ πανδ(11.7) και ν. 69 πανδ. (29.2) του προϊσχύσαντος του ΑΚ, Βυζαντινορρωμαϊκού Δικαίου, οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και η σύζυγος καθώς και οι μη υπεξούσιοι κατιόντες του κληρονομούμενου, δηλαδή οι ενήλικοι κατιόντες, αποκτούντες κληρονομία με μονομερή δήλωση της βούλησης τους για αποδοχή αυτής, η οποία αποτελεί δικαιοπραξία μη απευθυντέα (υπεισέλευση στην κληρονομία).

Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή συναγόμενη από συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομία για ανάμιξη σ’ αυτήν και απόκτηση της. Εξάλλου, από το άρθρο 1094 ΑΚ προκύπτει ότι ενάγων στη διεκδικητική αγωγή είναι ο κύριος του πράγματος κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής, εφόσον στερείται τη νομή ή κατοχή του πράγματος.

Επίσης, ενάγων είναι και ο ψιλός κύριος. Για τη νομιμοποίηση του ενάγοντος στη διεκδικητική αγωγή είναι αδιάφορο αν αυτός ουδέποτε υπήρξε νομέας ή κάτοχος του διεκδικούμενού πράγματος, αν είχε τη νομή και τη στερήθηκε, αν είναι νομέας μεν, αλλά στερείται την κατοχή. Εναγόμενος στη διεκδικητική αγωγή είναι ο νομέας ή κάτοχος του πράγματος κατά την έγερση αυτής.

Για τη νομιμοποίηση του εναγομένου στην πιο πάνω αγωγή αρκεί ότι αυτός νέμεται ή κατέχει το πράγμα κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής.

Κατά το άρθρο 554 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, απαιτείται να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός από τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο της ουσίας νομικό σφάλμα περί την εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου, όταν δε το δικαστήριο αποφάνθηκε επί της ουσίας της υπόθεσης με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας και ποια ακριβώς είναι η παραβίαση του κανόνα δικαίου.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν οι όροι της διάταξης που δεν εφαρμόσθηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι, ορισμένη ουσιαστικού δικαίου διάταξη. Αναφέρεται ο προκείμενος λόγος σε ελλείψεις αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή αιτιολόγηση κατά τρόπο ελλιπή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση νόμιμης βάσης, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της, εγένοντο δεκτά, μετά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του άρθρου 189 του Αγροτικού Κώδικα και των υπ’ αριθμ. …/1929 και ...1948 αποφάσεων της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Ιωαννίνων περιήλθε στην κυριότητα του Σ.

Γ. του Α. ο υπ’ αριθμ. ... κληροτεμάχιο, Α’ κατηγορίας του αγροκτήματος "..." (...) Ιωαννίνων και εν συνεχεία εξεδόθη στο όνομα του το υπ’ αριθμ. .../21-09-1953 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας, νομίμως μεταγραφέντος (τόμ. … και α/α … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων). Ο ως άνω κληρούχος, παππούς των τεσσάρων πρώτων εκ των εναγόντων και του αποβιώσαντος συζύγου της πέμπτης εξ αυτών και προπάππους των υπολοίπων τριών εκ των εναγόντων, απεβίωσε το έτος 1930 και κατέλειπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους τους 1) την σύζυγο του Ε.

χα Σ. Γ. κατά τα 2/8 εξ αδιαιρέτου και τα τέκνα του 2) Δ. Γ. και 3) Ι. Γ. κατά τα 3/8 εξ αδιαιρέτου έκαστος. Την 9-01- 1958 απεβίωσε ο Ι. Γ. και κατέλειπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους 1) την σύζυγο του Θ. χα Ι. Γ. κατά τα 3/32 εξ αδιαιρέτου και τα τέκνα του 2) Σ. Γ. (αποβιώσαντα ήδη σύζυγο της πέμπτης εκ των εναγόντων και πατέρα των έκτου, έβδομης και όγδοης εκ των εναγόντων) 3) Ε.

Γ. (τρίτη εκ των εναγόντων) και 4) Ι. Γ. (τέταρτο εκ των εναγόντων) κατά τα 3/32 εξ αδιαιρέτου έκαστος, συνταγείσης της υπ’ αριθμ. .../26-09-1986 δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ι. Λ., νομίμως μεταγραφείσης. Την 17-06-1963 απεβίωσε η Ε. χα Σ. Γ. και κατέλειπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους 1) το τέκνο της Δ.

Γ. κατά το 1/8 εξ αδιαιρέτου και τους εγγονούς της 2) Σ., Ε. και Ι. κατά το έτερο 1/8 εξ αδιαιρέτου έκαστος, Την 23-02-1994 απεβίωσε ο Σ. Γ. και κατέλιπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους 1) την σύζυγο του Ε. χα Σ. Γ. (πέμπτη εκ των εναγόντων) και 2) τα τέκνα του Ι., Σ. και Θ. (έκτο, έβδομη και όγδοη εκ των εναγόντων), συνταγείσης της υπ’ αριθμ. .../18-04-1995 δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Σ.

Συγκούνα, νομίμως μεταγραφείσης. Την 29-07-2001 απεβίωσε ο Δ. Γ., πατέρας των δύο πρώτων εκ των εναγόντων, ο οποίος δυνάμει της από 19-02-1999 ιδιόγραφης διαθήκης, νομίμως δημοσιευθείσης, εγκατέστησε κληρονόμους της περιουσίας του τα ανωτέρω τέκνα του, κατά τα 96/384 εξ αδιαιρέτου έκαστον, συνταγείσης της υπ’ αριθμ. .../30-02-2002 δηλώσεως αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ι.

Λέντζαρη, νομίμως μεταγραφείσης. Την 10-11-2004 απεβίωσε η Θ. χα Ι. Γ., μητέρα του τρίτου και τετάρτης εκ των εναγόντων, η οποία δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../19-08-2004 δημοσίας διαθήκης του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Χρ. Φαρμάκη, εγκατέστησε κληρονόμους τα τέκνα της κατά τα 18/384 εξ αδιαιρέτου σε έκαστον, συνταγείσης της υπ’ αριθμ. .../11-03-2009 αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Χρ.

Φαρμάκη, νομίμως μεταγραφείσης. Σύμφωνα με τις ανωτέρω αλληλοδιάδοχες κληρονομικές διαδοχές οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι του υπ’ αριθμ. ... κληροτεμαχίου, οι δύο πρώτοι εξ αυτών κατά ποσοστό 96/384 έκαστος, η τρίτη και ο τέταρτος εξ αυτών κατά ποσοστό 70/384 εξ αδιαιρέτου έκαστος και οι λοιποί τέσσερις εξ αυτών κατά ποσοστό 13/384 εξ αδιαιρέτου έκαστος.

Αλλά και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατέστησαν συγκύριοι διά της ασκήσεως πράξεων νομής αυτών και των δικαιοπαρόχων τους επί μία σχεδόν 75ετία, όπως καλλιέργεια εν μέρει καπνών και εν μέρει σιτηρών και εκμισθώσεως σε τρίτους (αρθρ. 1045 και 1051 του ΑΚ). Δυτικώς του ανωτέρω κληροτεμαχίου κείται το υπ’ αριθμ. ...

κληροτεμάχιο, κύριος του οποίου ήταν ο δικαιοπάροχος των εναγομένων Ν. Γ. και περιήλθε σε αυτόν από την οριστική διανομή του αυτού αγροκτήματος ... (...) του έτους 1929, εκδοθέντος στο όνομά του το υπ’ αριθμ. .../1953 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας, νομίμως μεταγραφέντος. Ακριβής οριοθέτηση των δύο ανωτέρω υπ’ αριθμ. ...

και ... κληροτεμαχίων, ανέκαθεν δεν υπήρχε, με συνέπεια οι διάδικοι και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι τους να ερίζουν περί τούτου. Ήδη από το έτος 1956 ο Ι. Γ., τέκνο του αρχικού κληρούχου Σ. Γ. και πατέρας του τρίτου και τετάρτης εκ των εναγόντων καθώς και η Ε. χα Σ. Γ., σύζυγος του αρχικού κληρούχου, ήγειραν την από 28-05-1956 αγωγή κατά του Ν.

Γ., δικαιοπαρόχου των εναγομένων, με την οποία επέτυχαν την απόδοση καταλειφθέντος τμήματος του κληροτεμαχίου τους, εκτάσεως 855 τ.μ (βλ. την υπ’ αριθμ. 20/1957 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων). Την 26-07-1978 οι Θ. χα Ι. Γ. και ο Σ. Γ., δικαιοπάροχοι των εναγόντων υπέβαλαν έγκληση σε βάρος του Ν. Γ., όπως προελέχθη, δικαιοπαρόχου των εναγομένων, για την καταστροφή φράκτου από σύρμα και πασσάλους και την κατάληψη εδαφικής λωρίδος από την ιδιοκτησία τους, πλάτους τεσσάρων (4) μέτρων και μήκους εκατόν είκοσι (120) μέτρων (βλ.

την από 26-07-1978 έγκληση και το από 21-09-1978 κλητήριο θέσπισμα). Περί το έτος 1990-1991 οι διενέξεις δεν έπαυσαν να λαμβάνουν χώρα, όταν ο Γ. Γ., τέκνο του Ν. Γ., κατασκεύασε αυθαίρετα τοιχείο αντιστηρίξεως στα όρια των κληροτεμαχίων (βλ. την από 19-08-1991 έκθεση συλλήψεως του Γ. Γ.). Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../17-01-1979 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Κ.

Τζάλλα ο Ν. Γ. μετεβίβασε στους Δ. Κ. και Ε. Κ., δεύτερο και τρίτη εκ των εναγομένων, έκταση 890 τ.μ, διαιρετό τμήμα, όπως αναφέρεται "αποσπώμενον εκ του υπ’ αριθμ. ... κληροτεμαχίου". Επίσης, ο Ν. Γ. δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../13-07-1983 πωλητηρίου συμβολαίου του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου Ιωαννίνων μετεβίβασε στον Χ.

Μ., πρώτο εκ των εναγομένων, έκταση 1.000 τ.μ από το υπ’ αριθμ. ... κληροτεμάχιο. Περαιτέρω η Β. Γ. και Α. Γ., τετάρτη και πέμπτη εκ των εναγομένων, δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../30-06-1987 δηλώσεως αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ευθ. ΠαπαΓ., απεδέχθησαν την κληρονομία του αποβιώσαντος την 1-02-1987 παππού τους και διαθέτου Ν.

Γ., αποτελούμενη από δέκα (10) στρέμματα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου εκάστη, διαιρετό τμήμα του υπ’ αριθμ. ... κληροτεμαχίου και τέλος ο πέμπτος εκ των εναγομένων Ν. Γ. του Γ. δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../15-02-1988 δηλώσεως αποδοχής της κληρονομιάς του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου, απεδέχθη την κληρονομία του παππού του και διαθέτου Ν.

Γ. του Α., αποτελούμενη από είκοσι πέντε (25) στρέμματα, διαιρετό τμήμα και αυτό του υπ’ αριθμ. ... κληροτεμαχίου. Βάσει των ανωτέρω τίτλων οι εναγόμενοι, χωρίς να προκύπτει δόλος, αλλά λόγω της εκτεθείσης πολύχρονης αμφισβητήσεως των ορίων των υπ’ αριθμ. ... και ... κληροτεμαχίων, κατέλαβαν εδαφικές λωρίδες του υπ’ αριθμ. ...

κληροτεμαχίου, όπως αυτές εμφαίνονται και αποτυπώνονται με ενάργεια στο από Ιούνιο του έτους 2004 τοπογραφικό διάγραμμα και την υπ’ αριθμ. ...18-06-2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου/μηχανικού Κ. Π., νομίμως διορισθέντος ως πραγματογνώμονος δυνάμει της υπ’ αριθμ. 463/1999 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, δικάζοντος επί της από 23-12-1991 διεκδικητικής αγωγής (αριθμ.

καταθ. 134/1992) των εναγόντων και των εγγυτέρων δικαιοπαρόχων τους εναντίον του Γ. Γ. του Ν.. Ειδικότερα ο πρώτος εκ των εναγομένων Χ. Μ. κατέλαβε εδαφική λωρίδα με τα στοιχεία 7-13-14-11-7, εκτάσεως 134,45 τ.μ, ο δεύτερος και τρίτη εκ των εναγομένων Δ. Κ. και Ε. Κ. κατέλαβαν εδαφική λωρίδα με τα στοιχεία 13-15-16-14-13, εκτάσεως 87,30 τ.μ και ετέρα εδαφική λωρίδα με τα στοιχεία 15- 19-23-15, εκτάσεως 62,50 τ.μ, οι τετάρτη και πέμπτη εκ των εναγομένων Β.

Γ. και Α. Γ. κατέλαβαν εδαφική λωρίδα με τα στοιχεία 19-18-21-22-19, εκτάσεως 825,60 τ.μ και ο έκτος εκ των εναγομένων Ν. Γ. κατέλαβε εδαφική λωρίδα με τα στοιχεία 18-33-34-21-18, εκτάσεως 596 τ.μ. Πρέπει ενταύθα να τονισθεί ιδιαίτερα η αναλυτική και σαφέστατη έκθεση πραγματογνωμοσύνη του διορισθέντος ως πραγματογνώμονος τοπογράφου/μηχανικού Κ.

Π., ο οποίος έλαβε υπόψη του τα παραχωρητήρια των αρχικών κληρούχων, όλα τα προσκομισθέντα συμβόλαια, τα διαθέσιμα στοιχεία της Τοπογραφικής Υπηρεσίας σχετικά με την διανομή του Αγροκτήματος "..." και όλα τα στοιχεία των ομόρων κληροτεμαχίων. Οι εναγόμενοι, πέραν της αρνήσεως της αγωγής, προέβαλαν πρωτοδίκως τον ισχυρισμό ιδίας κυριότητος.

Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι βάσει των εκτεθέντων ανωτέρω τίτλων ενέμοντο διάνοια κυρίου τις επίδικες εδαφικές λωρίδες υπέρ την εικοσαετία, όπως περιγράφουν τις πράξεις νομής και ότι απέκτησαν την κυριότητα επί αυτών με τα προσόντα της τακτικής και της έκτακτης χρησικτησίας (1041-1045 του ΑΚ), αφού τα επίδικα τμήματα, κείνται στην τουριστική περιοχή "..." όπως έχει χαρακτηρισθεί η περιοχή με την υπ’ αριθμ. 53.802/1975 απόφαση του EOT.

και συνεπώς επιτρέπεται η χρησικτησία, χωρίς τους περιορισμούς της κατατμήσεως. Ο ισχυρισμός αυτός είναι μη νόμιμος, δοθέντος ότι, όπως ελέχθη στην μείζονα σκέψη του Δικαστηρίου τούτου, στην θεσπισθείσα εξαίρεση του αρθρ. 1 παρ. 2 περ. Αβ του αν 431/1968 από τον περιορισμό της μη κατατμήσεως στους κλήρους, όπου πρόκειται να δημιουργηθούν τουριστικές εγκαταστάσεις, δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε εξαίρεση, αλλά μόνον η εκούσια, πράγμα το οποίο είναι ασυμβίβαστο με την έννοια της χρησικτησίας.

Συνεπώς, ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός λόγος εφέσεως. Επίσης οι εναγόμενοι προέβαλαν πρωτοδίκως την ένσταση παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής, επειδή παρήλθε εικοσαετία από της καταλήψεως των εδαφικών λωρίδων (αρθρ. 249 του ΑΚ). Η ένσταση αυτή, όπως προελέχθη στην μείζονα σκέψη του Δικαστηρίου τούτου, είναι μη νόμιμη, δοθέντος ότι είναι ανεπίτρεπτη όχι μόνον η κτήση της κυριότητος από τρίτο, σε βάρος του κληρούχου ή των καθολικών ή των ειδικών διαδόχων του, με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, αλλά και η λόγω συμπληρώσεως του χρόνου παραγραφής άρνηση αποδόσεως του τμήματος του κλήρου, αφού με αυτήν ουσιαστικώς παγιώνεται η μη ανεκτή από τον νόμο φυσική κατάτμηση του κλήρου.

Συνεπώς, ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση αυτή και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος εφέσεως. Τέλος, οι εναγόμενοι προέβαλαν πρωτοδίκως την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος (αρθρ. 281 του ΑΚ). Ειδικότερα, εξέθεταν ότι το δικαίωμα των αντιδίκων αποδυναμώθηκε.

Εφόσον αφ’ ενός μεν αδράνησαν επί μακρόν χρόνο και αφ’ ετέρου εδημιούργησαν διά της συμπεριφοράς των ευλόγως την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσουν πλέον το δικαίωμά τους. Ο δικαιοπάροχος των αντιδίκων και οι αντίδικοι συνήνεσαν στην περίφραξη και στην κατασκευή κοινού ορίου με χανδάκι, έβλεπαν και ανεχόταν τον δικαιοπάροχο μας να καλλιεργεί και να εξουσιάζει το επίδικο έγινε δενδροφύτευση εντός των επιδίκων από τον δικαιοπάροχο μας Ν.

Γ., ακολούθως όταν μεταβιβάστηκαν σε μας τα ακίνητα εγκατασταθήκαμε εμείς και ασκούμε έκτοτε φανερές υλικές πράξεις. Η ένσταση αυτή είναι αβάσιμη, αφού οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοι τους ουδέποτε αδράνησαν, αλλά διεξήγαγαν πολλάκις δικαστικούς αγώνες για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη των αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε αυτούς (ενάγοντες) συγκυρίους κατά τα αναφερόμενα σ’ αυτήν λεπτομερώς ποσοστά εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου και υποχρέωσε τους εναγομένους (αναιρεσείοντες) να αποδώσουν σε έκαστο των εναγόντων τα ανάλογα ποσοστά στον καθένα τους.

Στη συνέχεια, το Εφετείο, απέρριψε την ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε εκφέρει όμοια κρίση, επικυρώνοντας αυτήν. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με την προσβαλλόμενη απόφαση του τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1045, 1051, 249, 1094 Α.Κ. και των άρθρων 15 ν. 3958/1959, όπως τροποποιήθηκε με τον αν. 431/1968, τους ν. 666/1977, ν. 1644/1986, ν. 1206/1982, ν. 3741/2003 και 4061/2012, μη υποπέσαν στη νομική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

Αλυσιτελώς προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του παραβίασε τους προαναφερόμενους κανόνες δικαίου απορρίπτοντας ως μη νόμιμες τις ενστάσεις ιδίας κυριότητας και παραγραφής της ένδικης αξίωσης, που αυτοί νομίμως προέβαλαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επανέφεραν με λόγους έφεσης ενώπιον του Εφετείου, εφόσον και αν ήθελαν κριθεί νόμιμες οι ενστάσεις αυτές, παρόλο τούτο, υπάρχει παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι τα κατεχόμενα και νεμόμενα από αυτούς ακίνητα, είναι τμήματα άλλου κληροτεμαχίου, του υπ’ αριθμ. ...

και όχι του επίδικου υπ’ αριθμ. ... κληροτεμαχίου και με την προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται δεκτό ότι οι εναγόμενοι (αναιρεσείοντες) κατέλαβαν τα επίδικα τμήματα του επίδικου ... κληροτεμαχίου το έτος 1989, όπως ιστορείται στην αγωγή τους από τους αναιρεσίβλητους και έκτοτε δεν συμπληρώνεται ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας (εικοσαετία) μέχρι την άσκηση της κατ’ έτος 2007 ούτε τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση συμβόλαια με βάση τα οποία οι εναγόμενοι (αναιρεσείοντες) απέκτησαν την κυριότητα τμημάτων του υπ’ αριθμ. ...

κληροτεμαχίου, αναφέρονται στο υπ’ αριθμ. ... κληροτεμάχιο και δεν δικαιολογούν (τα συμβόλαια αυτά) κτήση κυριότητας με τακτική χρησικτησία επί των επιδίκων εδαφικών τμημάτων. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης, το Εφετείο, με αυτά που δέχθηκε, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις αναφερθείσες άνω διατάξεις διαλαβόν πλήρεις, σαφείς, και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.

Επομένως, οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού με αυτούς οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα. Επίσης, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την απόρριψη της ένστασης εκ του άρθρου 281 Α.Κ., που νομίμως είχαν προβάλει οι εναγόμενοι ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου με λόγο έφεσης, εφόσον από τα αποδειχθέντα ως άνω γεγονότα δεν μπορεί να θεμελιωθεί ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας, υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος και αποδίδει στο αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι, όμως, όταν το δικαστήριο ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει έστω και εσφαλμένο διαφορετικό πόρισμα από εκείνο το οποίο ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, διότι πράγματι στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για αιτίαση αναγόμενη στην εκτίμηση των αποδείξεων η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Σε κάθε όμως περίπτωση, για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν η παραμόρφωση, δεν αφορά σε έγγραφα που χρησιμεύουν σύμφωνα με τα άρθρα 339 έως 342 Κ.Πολ.Δ. ως αποδεικτικά μέσα, τα οποία περιέχουν δηλώσεις τρίτων ή των διαδίκων αλλά σε διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης, όπως αγωγή, ανταγωγή, προτάσεις των διαδίκων ή η έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε από το δικαστήριο ή τις γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης κατά το άρθρο 390 Κ.Πολ.Δ., διότι η πραγματογνωμοσύνη αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο διαφορετικό από εκείνα των οποίων η παραμόρφωση του περιεχομένου τους συνιστά λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το σχετικό λόγο αναίρεσης, αποδίδεται πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι, το Εφετείο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως περί αποδοχής της αγωγής, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ’ αριθμ. ...18-6-2004 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος ως πραγματογνώμονός δυνάμει της υπ’ αριθμ. 463/1999 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, τοπογράφου μηχανικού Κ.

Π. ως και την υπ’ αριθμ. 108/2006 οριστική απόφαση του ιδίου ως άνω δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα εκτεθέντα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά το μέρος που φέρεται παραμορφωθείσα η ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης και αβάσιμος κατά το υπόλοιπο μέρος του, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στήριξε το πόρισμα της αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο ως άνω έγγραφο.

Ερευνητέος είναι και ο λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό που προέβαλαν πρωτοδίκως και επανέφεραν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης και που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ότι επικυρώθηκε η κατάτμηση του ...

κληροτεμαχίου με τις ως άνω αναφερόμενες νομικές διατάξεις του άρθρου 15 παρ, 1 ν. 3958/1959, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του εδαφίου της παρ. 1 δια του άρθρου 3 παρ. 4 α,ν. 431/1968 και παρατάθηκε διαδοχικώς μέχρι το έτος 2012 και δυνάμει της υπ’ αριθ. 53802/1975 απόφασης του EOT. Ο λόγος αυτός εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ.

είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει παραδοχές και συνεπώς ελήφθη υπόψη της ο παραπάνω ισχυρισμός, ότι δια συμβολαίων μεταβιβάσθηκαν τμήματα του υπ’ αριθμ. ... κληροτεμαχίου της κυριότητας των και όχι τμήματα του υπ’ αριθμ. ... κληροτεμαχίου, που διεκδικούνται με την ένδικη αγωγή, οπότε η όποια επικύρωση δεν αφορά εν προκειμένω και δεδομένου ότι κατ’ άρθρο 15 παρ. 1 ν. 3958/1959, όπως τώρα ισχύει μετά την αντικατάσταση του με τις παραπάνω διατάξεις, "μεταβιβάσεις γεωργικών κλήρων, οικοπέδων ή οικημάτων γενόμεναι μέχρι της ισχύος του παρόντος δια δημοσίου εγγράφου κατά παράβασιν των διατάξεων της Αγροτικής Νομοθεσίας περί των περιορισμών των δια πράξεων εν ζωή μεταβιβάσεων των κλήρων, κυρούνται δυνάμει του παρόντος αφ’ ης εγένοντο, ως προς μόνον τας παραβάσεις ταύτας".

Επίσης, απορριπτέος ως αλυσιτελής είναι και ο σχετικός λόγος αναίρεσης με τον οποίο βάλλεται η προσβαλλομένη απόφαση με τον λόγο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγω του αποδιδόμενου σ’ αυτήν σφάλματος ότι για την κληρονομική διαδοχή που διαλαμβάνεται ότι έγινε κατ’ έτος 1930, πριν την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, δεν αναφέρονται και τα λοιπά προσόντα κατά το Βυζαντινορρωμαϊκό Δίκαιο στοιχεία της έκτακτης χρησικτησίας, δηλαδή εάν οι καθολικοί διάδοχοι του αρχικού δικαιοπαρόχου των εναγόντων μεταβιβάσαντες κατ’ έτος 1930 ήταν ανήλικοι, καλή πίστη και υπεισέλευση στην κληρονομία, δεδομένου ότι το δικανικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης βασίζεται αυτοτελώς και σε άλλη αιτιολογία εκείνης του παράγωγου τρόπου κτήσεως δια συμβολαίων αποδοχής κληρονομιών.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ’ Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 έως 338 και 340 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ’ αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, ήτοι αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η περί των πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τελευταίο λόγο αναίρεσης, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι προς αποδοχή της αγωγής και απόρριψη των ενστάσεων τους δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο για την απόρριψη των ενστάσεων τους την υπ’ αριθ. 20/1957 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων.

Αδιστάκτως προκύπτει από το περιεχόμενο της παραδεκτώς επισκοπούμενης προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του για αποδοχή της αγωγής και απόρριψη των ενστάσεων των αναιρεσειόντων το ως άνω έγγραφο και ακολούθως ο ισχυρισμός τους αυτός και ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ’ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος^ σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, που νικήθηκαν, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176, 180, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-5-2014 αίτηση των: 1) Χ. Μ. του Δ., 2) Δ. Κ. του Β., 3) Ε. συζ. Δ. Κ., 4) Β. Γ. του Γ., 5) Α. Γ. του Γ. και 6) Ν. Γ. του Γ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 332/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ