Legislator Case Law & Legislation
1332/2012 AI generated

Supreme Court dismisses bank's appeal on procedural grounds regarding evidence evaluation and consumer protection clauses.

Case Number 1332/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Eurobank's appeal against the First Instance Court's decision regarding a consumer credit contract dispute. The bank argued that the lower court failed to consider specific evidence and violated consumer protection laws, but the court found these grounds inadmissible or unfounded. The court ruled that the appellate court had properly evaluated the evidence and that the consumer protection provisions did not invalidate the contract's terms in this instance.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(10), 559(11)(c), and 559(12) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it challenges the appellate court's unreviewable factual findings, unfounded if it lacks basis in the record, and inadmissible due to vagueness if it fails to specify the incident violated.

Keywords

AI generated
consumer protection clauses appellate review standards evidence evaluation contract validity procedural admissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 2, paragraph 6 of Law 2251/1994
Article 10, paragraph 24, section b of Law 2741/1999
Article 2, paragraph 2 of Law 3587/2007
Article 559, paragraph 10 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 11, section c of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 12 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 15/2007
Case 26/2010

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1332 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1332/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "Eurobank Ergasias", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, πρώην "Τράπεζα EFG Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", ως καθολικής διαδόχου της πρώην "Τραπέζης Εργασίας Ανώνυμη Εταιρεία" λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μαρινάκο.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. συζύγου Χ. Κ. το γένος Ι. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Πουρνάρα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-5-2006 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4418/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 775/2009 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-12-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 7-11-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή των πρώτου, δεύτερου και τρίτου λόγων της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.6 ν. 2251/1994 που έχει τον τίτλο "προστασία καταναλωτών", όπως αυτή ίσχυε μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 10 παρ. 24 εδ. β ν. 2741/1999 και πριν από την αντικατάσταση του εδ. α αυτής με το άρθρο 2 παρ. 2 ν. 3587/2007 [και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση αφού η καταχρηστικότητα ενός Γ.Ο.Σ.

κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού (Ολ.Α.Π. 15/2007)], οι γενικοί όροι των συναλλαγών (Γ.Ο.Σ.), δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, ο δε καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της συμβάσεως ή άλλης συμβάσεως από την οποία αυτή εξαρτάται.

Εξάλλου, εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ. που συνεπαγόταν διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ.7 του ίδιου πιο πάνω άρθρου (2 ν. 2251/1994, όπως ίσχυε πριν από το ν. 3587/2007) απαριθμούνταν ενδεικτικώς και τριάντα μία περιπτώσεις γενικών όρων που θεωρούνταν άνευ ετέρου (per se) καταχρηστικοί, χωρίς ως προς αυτούς να ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας, αφού αυτοί θεωρούνται κατ' αμάχητο τεκμήριο ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα.

Στις περιπτώσεις αυτές περιλαμβανόταν και η υπό στοιχ. ε, κατά την οποία (όπως ίσχυε τότε) καταχρηστικοί είναι και οι όροι που επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς τροποποιήσεως ή λύσεως της συμβάσεως χωρίς ορισμένο, ειδικό και σπουδαίο λόγο. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 περ.

α' του ίδιου πιο πάνω ν. 2251/1994, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ.5 ν. 3587/2007, καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους.

Κατά την ίδια διάταξη όπως ισχύει μετά την κατά τ' ανωτέρω αντικατάστασή της, ως καταναλωτής νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους.

Τέλος μετά την αντικατάσταση του άρθρου 1 παρ. 4 ν. 2251/1994 με το άρθρο 1 παρ.5 ν. 3587/ 2007 προστέθηκε και υποπερ. ββ της ανωτέρω περ.α, κατά την οποία καταναλωτής είναι και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του.

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Δυνάμει της υπ' αριθμ. .../9-1-1991 συμβάσεως πιστώσεως δι' ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού και των ταυτάριθμων από 9-1-1991, 31-1-1991, 11-5-1995, 6-2-1997 και 25-6-1998 πρόσθετων (αυξητικών) πράξεων που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος αυτής, καταρτίσθηκαν δε μεταξύ της "Τράπεζας Εργασίας Α.Ε.", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η καθ' ης η ανακοπή "Τράπεζα E.F.G.

Eurobank- Ergasias Α.Ε." και του Ν. Κ. (υιού της ανακόπτουσας Α. συζύγου Χ. Κ. το γένος Ι. Π.) χορηγήθηκε στον τελευταίο πίστωση μέχρι του ποσού των 100.000.000 δραχμών, ως ίσχυε τότε στην Ελλάδα το εθνικό νόμισμα. Την πίστωση αυτή έλαβε ο εν λόγω δανειολήπτης στα πλαίσια της προσπάθειάς του να βελτιώσει και να εκσυγχρονίσει τη μονάδα επεξεργασίας ορειχάλκου που διατηρούσε στο ... .

Η ανακόπτουσα μητέρα του συμβλήθηκε εγγράφως ως δική του εγγυήτρια τόσο στην κύρια σύμβαση όσο και στις πρόσθετες πράξεις αυτής, ευθυνόμενη εις ολόκληρο με τον πιστούχο ως αυτοφειλέτης για την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική (κατά κεφάλαιο, τόκους, προμήθειες και λοιπά έξοδα) εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου που θα προέκυπτε κατά το κλείσιμο του τηρούμενου προς εξυπηρέτηση της εν λόγω πιστώσεως αλληλόχρεου λογαριασμού, αναλαμβάνοντας έτσι την ευθύνη έναντι της τράπεζας ότι θα καταβληθεί το χρέος του πρωτοφειλέτη σε όποια έκταση αυτό βρίσκεται κάθε φορά.

Ο υιός της ανακόπτουσας έλαβε το παραπάνω δάνειο, όπως ήδη σημειώθηκε ανωτέρω προς εξυπηρέτηση της εμπορικής του δραστηριότητας. Η μητέρα του όμως συμβλήθηκε ως εγγυήτρια όχι στα πλαίσια ασκήσεως κάποιας εμπορικής δραστηριότητας αλλά υπό την ατομική της ιδιότητα ως οικοκυράς, χωρίς να εξυπηρετεί καθ' οιονδήποτε τρόπο δικά της οικονομικά συμφέροντα.

Έτσι λοιπόν ... η ανακόπτουσα υπάγεται εν προκειμένω ως εγγυήτρια στην προστατευτική λειτουργία που επιτελεί για τους καταναλωτές (τελικούς αποδέκτες προϊόντος ή υπηρεσίας) ο ν. 2251/1994 ... Αποδεικνύεται ακόμη ότι με τον υπ' αριθμ. 5 όρο της παραπάνω κύριας συμβάσεως συμφωνήθηκε ότι στην περίπτωση που το χρεωστικό υπόλοιπο του τηρούμενου λογαριασμού ήθελε υπερβεί το όριο της πιστώσεως, ο πιστούχος είναι υποχρεωμένος, ειδοποιούμενος σχετικά, να καταβάλει αμέσως το ποσό της υπερβάσεως, αλλιώς η τράπεζα δικαιούται κατά την κρίση της να κλείσει οριστικά το λογαριασμό, οπότε ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό κεφαλαίου, τόκων, προμηθειών και εξόδων αθροίζεται και είναι αμέσως απαιτητό και καταβλητέο από τον πιστούχο που καθίσταται αυτοδίκαια υπερήμερος.

Αλλά και χωρίς οποιαδήποτε υπέρβαση η τράπεζα έχει απόλυτο δικαίωμα να κλείνει οριστικά κατά την κρίση της για οποιονδήποτε λόγο και σε κάθε χρόνο τη χορηγηθείσα πίστωση, εφαρμοζομένων των αμέσως ανωτέρω, ακόμη και άνευ ειδοποιήσεως του πιστούχου.

Στην προκειμένη περίπτωση ο πιστούχος έκαμε χρήση της παραπάνω χορηγηθείσας σ' αυτόν πιστώσεως, προς εξυπηρέτηση της οποίας τηρήθηκαν από την καθ' ης οι υπ' αριθμ. ... και ... ειδικοί λογαριασμοί χορηγήσεων. Την 1η Ιανουαρίου 2003 οι εν λόγω λογαριασμοί παρουσίασαν χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του πιστούχου και της εγγυήτριας (ανακόπτουσας) ποσού 98.858,53 ευρώ και 27.341,62 ευρώ αντίστοιχα, το οποίο ο πιστούχος αναγνώρισε με τις από 1-1-2003 επιστολές του προς την καθ' ης η ανακοπή τράπεζα.

Στη συνέχεια οι πιο πάνω λογαριασμοί κινήθηκαν μέχρι την 1η Ιουλίου 2003, οπότε παρουσίασαν συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 139.744,03 ευρώ, το οποίο η τράπεζα μετέφερε σε λογαριασμό οριστικής καθυστερήσεως αυθημερόν, κατήγγειλε τη σύμβαση και γνωστοποίησε το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού στον πιστούχο και στην εγγυήτρια.

Από τα παραπάνω αποδειχθέντα περιστατικά ... καθίσταται σαφές αφ' ενός ότι ο όρος της συμβάσεως πιστώσεως με τον οποίο η τράπεζα επιφύλαξε το δικαίωμα να καταγγέλλει μονομερώς σε κάθε χρόνο τη σύμβαση, ακόμη και χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου προς τούτο λόγου, είναι άκυρος ως καταχρηστικός και αφ' ετέρου ότι η υπό τις προαναφερθείσες περιστάσεις καταγγελία της συγκεκριμένης συμβάσεως από την καθ' ης η ανακοπή τράπεζα είναι επίσης άκυρη ως καταχρηστική.

Τούτο διότι αφ' ενός το ύψος του χρεωστικού υπολοίπου σε βάρος του πιστούχου δεν υπερέβαινε το ανώτατο συμβατικό όριο της πιστώσεως αλλ' αντίθετα υπολειπόταν σημαντικά τούτου και αφ' ετέρου δεν συνέτρεχαν αποδεδειγμένοι σοβαροί λόγοι καθιστώντες έκδηλη την αδυναμία του πιστούχου να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του και συγκροτούντες τον κατά νόμο απαιτούμενο σπουδαίο λόγο για την έγκυρη καταγγελία της συμβάσεως πιστώσεως παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα υπό της καθ' ης.

Η τελευταία υπεραμυνόμενη της εγκυρότητας της παρ' αυτής γενόμενης καταγγελίας της συμβάσεως πιστώσεως επαναφέρει... τον ισχυρισμό τον οποίο και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο διατύπωσε με τις προτάσεις της, ότι δηλαδή οι υφιστάμενες εξασφαλίσεις για την κάλυψη του χρεωστικού υπολοίπου δεν ήσαν αρκετές, λαμβανομένου κυρίως υπ' όψη ότι ορισμένες επιταγές που της είχαν παραδοθεί ως ενέχυρο επέστρεφαν απλήρωτες, πράγμα το οποίο υποδήλωνε την αδυναμία τακτοποιήσεως της οφειλής.

Μόνο το εν λόγω γεγονός εν τούτοις δεν κρίνεται επαρκές ώστε να στοιχειοθετήσει εν προκειμένω σπουδαίο λόγο που να δικαιολογεί την καταγγελία της ένδικης συμβάσεως πιστώσεως από την καθ' ης η ανακοπή τράπεζα, τούτο δε κυρίως διότι για την υπ' όψη πίστωση υπήρχε εμπράγματη εξασφάλιση σε ακίνητο της ανακόπτουσας (εγγυήτριας) του οποίου η αξία, όπως προκύπτει από την πληττόμενη δια της ανακοπής έκθεση κατασχέσεως και την Ζ' επαναληπτική περίληψή της εκτιμάται σε 500.000 ευρώ και γι' αυτό η τιμή πρώτης προσφοράς στον επισπευδόμενο πλειστηριασμό του ορίσθηκε στο ποσό των 333.333,32 ευρώ".

Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο, αφού αντικατέστησε εν μέρει τις αιτιολογίες της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ανακοπή της αναιρεσιβλήτου και είχαν ακυρωθεί οι προσβαλλόμενες έκθεση κατασχέσεως και επαναληπτική περίληψή της, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατ' αυτής.

Με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της αιτήσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.1 (εδ.α) Κ.Πολ.Δ., προβάλλει ότι η αναιρεσίβλητη δεν έχει την ιδιότητα του καταναλωτή, διότι δεν είναι ο τελικός αποδέκτης των προσφερομένων από αυτήν (την αναιρεσείουσα τράπεζα) υπηρεσιών και διότι δεν εγγυήθηκε υπέρ καταναλωτή αλλά υπέρ προσώπου το οποίο ενεργούσε στο πλαίσιο της επαγγελματικής και επιχειρηματικής του δραστηριότητας, γι' αυτό δεν έχουν ως προς αυτήν εφαρμογή οι διατάξεις του ν. 2251/1994.

Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως άπτονται ζητημάτων που, κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου, είναι γενικότερου ενδιαφέροντος, γιατί αφορούν όχι μόνο την παρούσα υπόθεση αλλά και ικανό αριθμό δανειοληπτών και εγγυηθέντων υπέρ αυτών τρίτων προσώπων. Συγκεκριμένα μ' αυτούς τίθενται τα ζητήματα: Α) αν η ιδιότητα του συμβληθέντος ως καταναλωτή κρίνεται με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 1 παρ.4 ν. 2251/1994 όπως ίσχυαν κατά το χρόνο επικλήσεως της ιδιότητας αυτής με την άσκηση σχετικής αγωγής ή ανακοπής ή την προβολή ενστάσεως ή όπως αυτές ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (άρθρο 533 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) και Β) αν με βάση τις διατάξεις που θα κριθούν εφαρμοστέες κατά τ' ανωτέρω:

α) οι δανειολήπτες οι οποίοι συνεβλήθησαν με σκοπό την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων έχουν την ιδιότητα των καταναλωτών και β) τα πρόσωπα που εγγυήθηκαν και ιδίως τα πρόσωπα που εγγυήθηκαν ως αυτοφειλέτες (παραιτηθέντες των οικείων ενστάσεων) υπέρ τέτοιων δανειοληπτών, όταν τα ίδια δεν ενεργούν στο πλαίσιο επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, έχουν αυτή την ιδιότητα.

Κατ' ακολουθίαν, λόγω των τιθεμένων γενικότερου ενδιαφέροντος ζητημάτων αλλά και για την ενότητα της νομολογίας, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ.2 στοιχ.β Κ.Πολ.Δ. να παραπεμφθούν οι λόγοι αυτοί της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον όρο πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Α.Π. 399/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ότι ως "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι προτεινόμενοι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί της ιδίας που συγκροτούν την ιστορική βάση και τείνουν στην κατά τα ήδη αναλυτικά εκτεθέντα θεμελίωση του ασκουμένου ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού η αναιρεσείουσα για τη θεμελίωσή του δεν εκθέτει ποιοι ήταν οι ισχυρισμοί της τους οποίους δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ.2 ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής καθιερώνεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσκομισθεί καμμιά απόδειξη (Α.Π. 39/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα ότι δέχθηκε τη μη συνδρομή σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της μεταξύ του πρωτοφειλέτη και της ίδιας συμβάσεως αλληλοχρέου λογαριασμού, χωρίς να λάβει υπόψη την κατάθεση του μάρτυρά της Ι.

Σ. που εξετάστηκε ενόρκως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκε νόμιμα με τις προτάσεις της, ήτοι τις από 1-1-2003 και 1-1-2003 επιστολές αναγνωρίσεως χρεωστικών υπολοίπων εκ 98.858,53 και 27.341,62 ευρώ, την από 1-7-2003 επιστολή οριστικού κλεισίματος των σχετικών λογαριασμών, πίνακα υπολογισμού απαιτήσεως, την καρτέλα του λογαριασμού οριστικής καθυστερήσεως και τις σχετικές πράξεις εκούσιας αναβολής του πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Αθηνών Ιορδάνας Μορφονιού.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι με αυτόν η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ., πλήττει την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του εφετείου. Αλλά και αν ήθελε κριθεί ότι ο λόγος αυτός είναι παραδεκτός, είναι σε κάθε περίπτωση απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το εφετείο εκθέτει ότι για το σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε υπόψη μαρτυρικές καταθέσεις και έγγραφα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.11 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτή επικαλέστηκε και προσκόμισε και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρθηκαν στον προηγούμενο λόγο αναιρέσεως, τα οποία αυτή (η αναιρεσείουσα) επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του εφετείου για την απόδειξη του ισχυρισμού της ότι η σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό καταγγέλθηκε για σπουδαίο λόγο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ειδικότερα από τη σχετική βεβαίωση του εφετείου αλλά και από το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, χωρίς να καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι ελήφθησαν υπόψη και τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.12 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη μολονότι την είχε κατά νόμο (Α.Π. 26/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.12 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού για τη θεμελίωσή του η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται οποιοδήποτε περιστατικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους αναφερόμενους στο σκεπτικό πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της από 15-12-2009 αιτήσεως της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία" για αναίρεση της 775/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Απορρίπτει τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ