Legislator Case Law & Legislation
1332/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of grounds regarding a second intervenor in a property dispute.

Case Number 1332/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a second intervenor in a property dispute. The appellants failed to provide specific grounds for appeal concerning this party, as all arguments addressed only the first intervenor and the dismissal of their own claims. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible for the second intervenor and ordered the appellants to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Article 566(1) of the Code of Civil Procedure; Article 281 of the Civil Code: An appeal must contain specific grounds for each defendant; failure to articulate distinct grounds for a particular intervenor renders the appeal inadmissible regarding that party.

Keywords

AI generated
appeal admissibility specific grounds requirement intervenor status inadmissible appeal legal costs award property dispute Civil Procedure Code

Cited Legislation

AI generated
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1332 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1332/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελ-λόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 συζ. Χ2, το γένος ... και 2. Χ2, κατοίκων ...., οι οποίοι εκπροσω-πήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Καλαβρό.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ιεράς Μητροπόλεως Παροναξίας, που εδρεύει στη ... και εκπροσω-πείται νόμιμα, 2. ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "TECHNOINVEST, ΤΕΧΝΙΚΗ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ, ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ, ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ, ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ, ΗΛΕΚΤ-ΡΟΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΩΝ," που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3. Ιδρύματος με την επωνυμία "ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΓΗΡΟ-ΚΟΜΕΙΟ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΠΑΡΟΝΑΞΙΑΣ - ...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τις πληρεξούσιες δικηγόρους τους Αικατερίνη Ημέλλου και Έμμα Αντωνιάδου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε: α) με την από 4-10-1997 αγωγή της αποβιωσάσης αρχικής διαδίκου Βασιλικής χας Ζ, β) με την από 4-9-2003 κύρια παρέμβαση της εταιρίας "TECHNOINVEST" και γ) με την από 9-9-2003 πρόσθετη παρέμβαση του Εκκλησιαστικού Γηροκομείου Ιεράς Μητροπόλεως "Ο ..." που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 314/2006 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσεί-οντες με την από 3-9-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 8-12-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιες των αναιρεσί-βλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120, να αναφέρει την προσβαλλόμενη απόφαση, τους λόγους της αναίρεσης... Η υπό κρίση αίτηση των Χ1 σύζ. Χ2 και Χ2, για αναίρεση της 314/2006 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου, όσον αφορά το δεύτερο αναιρεσείοντα δεν περιέχει κανένα λόγο αναίρεσης όλοι δε οι λόγοι της αίτησης αναίρεσης αναφέρονται στην πρώτη αναιρεσείουσα και σχετίζονται με την απόρριψη της ένστασής της για καταχρηστική άσκηση της αγωγής και της κυρίας παρέμβασης. Κατόπιν τούτου η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορά το δεύτερο αναιρεσείοντα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ απαγορεύεται η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, όταν, η προηγηθείσα συμπε-ριφορά του δικαιούχου και η εξ αυτής δημιουργηθείσα κατάσταση, δεν δικαιολογεί και καθιστά μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ιδίως εφόσον εκ τούτων δημιουργήθηκε εύλογα στον υπόχρεο η πεποίθηση, ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, του οποίου η άσκηση επιφέρει σ' αυτόν επαχθείς συνέπειες, δημιουργώντας του εύλογα αίσθημα αδικίας (ΟλΑΠ 17/1995). Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" δε κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (ΟλΑΠ 3/1997).

Συνεπώς δεν είναι πράγματα με την πιο πάνω έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανακοπής κλπ ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984). Περαιτέρω, επί ενστάσεως, καταχρήσεως δικαιώματος, κάθε ένα από τα πραγματικά περιστατικά που συνθέτουν την έννοια της καταχρηστικής άσκησης, αποτελεί αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό με την έννοια της λέξεως πράγμα, και για τη θεμελίωση αυτή της ενστάσεως λαμβάνεται υπόψη, προκειμένης μεταβιβάσεως του ακινήτου, και η συμπεριφορά του δικαιοπαρόχου του αποκτώντας, η δε παράλειψη της έρευνας των περιστατικών αυτών θεμελιώνει τον λόγο αυτόν αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του όλα τα περιστατικά της ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος που η πρώτη αναιρεσείουσα είχε προτείνει με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και παραδεκτά επίσης πρότεινε στο Εφετείο με λόγο έφεσης κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ, αφού είχε δικαστεί στο πρώτο βαθμό σαν να ήταν παρούσα και η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίστηκε, οπότε η εκκαλούσα-αναιρεσείουσα δικαιούταν να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς, που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως.

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του εφετηρίου τα περιστατικά που πρόβαλλε η πρώτη αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της έφεσής της και επανέλαβε με τις από 28-10-2006 προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, προς αντίκρουση της ένδικης διεκδικητικής αγωγής και της ασκηθείσας κυρίας παρέμβασης από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, στην οποία μεταβιβάστηκε το επίδικο ακίνητο μετά την άσκηση της αγωγής, για την στοιχειοθέτηση ένστασης από το άρθρο 281 ΑΚ είναι τα εξής: "Από πολλών ετών και συγκεκριμένα από της παιδικής μου ηλικίας" γνώρισα την ενάγουσα στην περιοχή ..., όπου υπάρχουν ακίνητα της οικογένειας μου, παρακείμενα του επιδίκου ακινήτου.

Κατά τους θερινούς μήνες της παραπάνω περιόδου, η ενάγουσα διέμενε, με την πατρική οικογένειά της στον οικίσκο, που βρίσκεται εντός του επιδίκου κτήματος. Στους χώρους αυτούς δημιουργήθηκε, μεταξύ της ενάγουσας και εμένα, μία ιδιαίτερη και στενή φιλία, η οποία, με την πάροδο του χρόνου, γινόταν πιο μεγάλη και πιο στενή, έτσι ώστε, μετά τον κατά μήνα Δεκέμβριο του έτους 1993, επελθόντα θάνατο του συζύγου της, Ζ, κάθε φορά που ερχόταν στη ..., διέμενε στη κατοικία μου, την οποία μάλιστα αποκαλούσε "δικό της σπίτι".

Μάλιστα, πολλοί γνωστοί και φίλοι, βλέποντας τη στενότητα της σχέσης μας αυτής και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, τη θεωρούσαν ως σχέση, που σε τίποτε δεν διέφερε από εκείνη μεταξύ μάνας και κόρης.

Επανειλημμένα η ενάγουσα, θέλοντας να μου δείξει το μέγεθος της αγάπης, που έτρεφε για μένα, μου υποσχόταν ότι θα μου δώριζε ένα κομμάτι από το αναφερόμενο και περιγραφόμενο στην κρινόμενη αγωγή της ακίνητο και συγκεκριμένα το τμήμα αυτού, εντός του οποίου βρίσκεται ο επίδικος οικίσκος.

Όλως αιφνιδίως, όμως, κατά το θέρος του έτους 1998, η ενάγουσα, εγκαταλείπουσα την παραπάνω υπόσχεση, που επανειλημμένα μου είχε δώσει, μου εγνώρισε ότι, για δικούς της αποκλειστικά λόγους, τους οποίους δεν θέλησε να μου αποκαλύψει, προτίθεται να πωλήσει το επίδικο ακίνητο. Στο ξαφνικό αυτό άκουσμα των διαθέσεων της ενάγουσας με έπιασαν, όπως ήταν φυσικό ακατάσχετοι λυγμοί και συνεχή κλάματα.

Ενόψει της όλης αυτής ψυχολογικής καταστάσεώς μου, η ενάγουσα, προκειμένου να διατηρήσει τις μεταξύ μας καλές σχέσεις, μου πρότεινε, το τμήμα του ακινήτου της, που εσκόπευε να μου δωρίσει, να μου το πωλήσει, πληρώνοντας το τίμημα αυτού με δόσεις, τέτοιες και τόσες, που να μη μου δημιουργήσουν δυσχέρειες ή άλλα ζητήματα.

Την πρόταση αυτή της ενάγουσας αποδέχθηκα για πολλούς λόγους, ο κυριότερος των οποίων ήταν ότι, συνεπεία των επανει-λημμένων υποσχέσεων που επί πολλά συνεχή έτη μου έδιδε η ενάγουσα ότι θα μου εδώριζε το εν λόγω τμήμα του ακινήτου της, είχαμε τόσο εγώ, όσο και τα μέλη της οικογένειάς μου, συνδεθεί βαθιά αισθηματικώς με το ακίνητο τούτο και μάλιστα με τον εντός αυτού υπάρχοντα παλαιόν οικίσκο.

Στην κατάσταση αυτή ευρισκόμενη, αποδέχθηκα την παραπάνω πρόταση της ενάγουσας και το θέρος του έτους 1998 συμφωνήσαμε και μου επώλησε, χωρίς να υπογράψουμε προς τούτο σχετική εγγραφή σύμβαση, όχι ολόκληρο το εκ 10.000 μ2 και πλέον ακίνητό της, που περιγράφεται στην κρινόμενη αγωγή, αλλά μόνον το προς δυσμάς αυτού τμήμα του, μετά του εντός αυτού υπάρχοντος οικίσκου και συγκεκριμένα το τμήμα τούτου, εκτάσεως 3.321,04 μ2, το οποίο εμφαίνεται στο από Φεβρουαρίου 1998 προσαγόμενο με επίκληση τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Μ με τον αριθμό 2 και συνορεύει:

βόρεια σε πλευρά 20-21-22-23 μήκους μέτρων 52,71 με ιδιοκτησία ... Η. ..., νότια σε πλευρά 17-1 μήκους μέτρων 36,89 με το τμήμα Ε1 του όλου οικοπέδου, ανατολικά σε πλευρά 17-18-19-20 μήκους μέτρων 61,38 με ιδιοκτησίες ... και Χ1, και δυτικά σε πλευρά 1-27-26-25-24-23 μήκους μέτρων 74.9 σε αμμώδη παραλία και πέρα από αυτήν με θάλασσα, αντί συνολικού τιμήματος εννέα εκατομμυρίων (9.000.000) δραχμών, καταβλητέων σε επτά (7) ετήσιες δόσεις εκ των οποίων οι μεν πέντε (5) πρώτες, 1.000.000 δραχμών εκάστη, κατά τα έτη 1988, 1989,1990,1991 και 1992, οι δε δύο (2) υπόλοιπες εκ δραχμών 2,000,000 εκάστη, κατά τα έτη 1993 και 1994, οι οποίες και πληρώθηκαν, εξοφληθέντος έτσι ολοσχερώς από του έτους 1994 του συνολικά συμφωνηθέντος ως άνω τιμήματος.

Από της παραπάνω, δια πλήρους καταβολής του συμφωνηθέντος ως άνω τιμήματος, εκ μέρους μου του προαναφερόμενου ακινήτου, άρχισα να περιποιούμαι αυτό όλως ιδιαιτέρως, να καλλιεργώ διάφορα τμήματα αυτού, να φυτεύω πλείστα καλλωπιστικά φυτά εκ των δυσχερώς δυναμένων να ευδοκιμήσουν στην περιοχή, να βάφω και να καθαρίζω εσωτερικά και εξωτερικά τον εντός του ακινήτου τούτου παλαιόν οικίσκο, τον οποίο κάθε φορά που κατά τους θερινούς μήνες ερχόταν στη ... η ενάγουσα, της παραχωρούσα αυτόν, για να διαμένει επί όσο χρονικό διάστημα αυτή επιθυμούσε, ενώ η ιδία κατά το χρονικό διάστημα της διαμονής της στον παραπάνω οικίσκο, αλλά και κατά τις επισκέψεις της στη ... και στην ..., επανειλημμένα και παρουσία πολλών γνωστών της και φίλων της, εξεδήλωνε την ικανοποίησή της για τη γενομένη προς εμέ πώληση του ανωτέρω τμήματος του ακινήτου της και του εντός αυτού οικίσκου, τονίζουσα, με όλως ιδιαίτερη ευχαρίστηση, ότι είναι απόλυτα βέβαιη ότι τα πωληθέντα αυτά πράγματά της βρίσκονται σε καλά χέρια και σε πρόσωπο που το θεωρεί σαν αληθινό παιδί της, δηλαδή εμένα.

Ήδη κατά τις αρχές Σεπτεμβρίου 1997, που επισκέφθηκα την ενάγουσα στην κατοικία της στην ..., μου εδήλωσε ότι από του χρόνου της πωλήσεως σ' εμένα του παραπάνω κτήματός της, η αγοραία αξία αυτού έχει κατακόρυφα αυξηθεί, γι' αυτό και πρέπει να της κληρώσω συμπληρωματικό τίμημα, ανερχόμενο τουλάχιστον σε πέντε εκατομμύρια (5.000.000) δραχμές, άλλως στην περίπτωση που απορρίψω την αξίωσή της αυτή, θα διεκδικήσει το πωληθέν ακίνητο και οπωσδήποτε θα το ανακτήσει, επειδή η συμφωνία μας περί πωλήσεως αυτού δεν είχε καταρτιστεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο.

Κατόπιν της κατηγορη-ματικής αρνήσεώς μου να ικανοποιήσω την εκβιαστική πω πάνω απαίτησή της η ενάγουσα άρχισε να διαδίδει ότι θα μου πάρει το εν λόγω ακίνητο και προς τούτο, αφ' ενός μεν με εκάλεσε με εξώδικη πρόσκληση να προσκομίσω στον Συμβολαιογράφο Νάξου Στυλιανό Βλησίδη τους τίτλους μου επί του ακινήτου τούτου, αφ' ετέρου δε προσέφυγε στον κ, Εισαγγελέα Πρωτοδικών Νάξου, κατηγορώντας με αναληθώς ότι παρανόμως κατακρατώ τον προαναφερόμενο οικίσκο, ότι φυλάσσω εντός αυτού κλοπιμαία και άλλα αρχαιολογικά αντικείμενα" τα οποία όμως, παρά την εξονυχιστική έρευνα των αστυνομικών αρχών, δεν ανευρέθησαν, για τον απλούστατο λόγο ότι ουδέποτε εναπέθεσα στον οικίσκο μου αυτόν μη νομίμως κατεχόμενο αντικείμενο, όπως αυτό προκύπτει και από το με επίκληση προσαγόμενο υπ' αριθμ.

πρωτ. ... έγγραφο του Αστ. Τμήματος .... Πέραν, όμως, τούτου η ενάγουσα με την προσαγομένη με επίκληση υπ' αριθμ. ... πράξη του ίδιου πιο πάνω Συμβολαιογράφου Νάξου Στυλιανού Βλησίδη συνέταξε πρόταση δωρεάς τμήματος του επιδίκου ακινήτου ιερός την τότε Κοινότητα ..., οποία όμως, όπως από τους όρους αυτής προκύπτει, απέβλεπε όχι στο να δωρίσει πράγματι το ακίνητο στην εν λόγω Κοινότητα" αλλά στο να με τρομοκρατήσει ότι θα αντιδικήσω με Κοινότητα, δηλαδή με νομικό πρόσωπο, το οποίο θα με εξαντλήσει οικονομικά με δικαστικούς αγώνες.

Περιττό να σημειωθεί επί του προκειμένου ότι η πρόταση αυτή δεν έγινε ποτέ δεκτή, από την Κοινότητα, ούτε άλλωστε ήταν δυνατό να γίνει τούτο, ως εκ των τεθέντων στην δωρεά όρων, Στη συνέχεια απογοητευθείσα η ενάγουσα από την αποτυχία των παραπάνω εκβιαστικών και αχαρακτήριστων ενεργειών της, ήγειρε εναντίον μου την ως άνω αγωγή της, επιδιώκουσα δι' αυτής την ανάκτηση του πωληθέντος εις εμέ ως άνω ακινήτου, μετά την πάροδο ολόκληρης δεκαετίας, κατά τη διάρκεια της οποίας, εκείνη μεν κατηγορηματικά, παρουσία γνωστών και φίλων, διαβεβαίωνε την προς εμέ πώληση αυτού, εγώ δε είχα πληρώσει προς αυτήν ολόκληρο το συμφωνηθέν για την πώληση τούτου τίμημα, το οποίο μάλιστα ανταποκρινόταν στην αληθή και αγοραία αξία του κατά το χρόνο της συνάψεως της εν λόγω πωλήσεως, και ως εκ τούτου, στηριζόμενη προσθέτως και στην μακρόχρονο φιλία μας, ευλόγως μου είχε δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι η ενάγουσα δεν θα ασκήσει κανένα δικαίωμά της, με το οποίο να ζητά την αναγνώριση της ανυπαρξίας της κυριότητας, νομής και κατοχής μου επί του εν λόγω ακινήτου, γεγονός, που τυχόν αναγνωριζόμενον εις αυτήν, όχι μόνο θα μου κλονίσει την εμπιστοσύνη προς τους ανθρώπους και μάλιστα προς τον άνθρωπο, που μου εδήλωνε ότι με θεωρεί ως παιδί του, αλλά θα έχει και επαχθείς για μένα συνέπειες, ακόμη και στις σχέσεις μου με τον σύζυγό μου, ο οποίος από την προς εμέ επίδοση της εν λόγω αγωγής, καθημερινά μου δημιουργεί ζητήματα για την εμπιστοσύνη που έδειξα προς την εν λόγω ενάγουσα.

Πρόδηλον λοιπόν είναι ότι η εκ μέρους της ενάγουσας άσκηση του δια της ως άνω αγωγής, καταγόμενου δικαιώματος, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν, η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, ακόμη δε και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (Α.Π. 907/82 ΝοΒ 1983/983). Επομένως η προκειμένη αγωγή της Σ χήρας Ζ έχει ασκηθεί καταχρηστικά (Α.Κ. 281) και θέλω να πιστεύω ότι το καλούν "Ίδρυμα", πληροφορούμενο τα προεκτεθέντα θα εγκαταλείψει τον κατ' εμού αρξάμενο από την ενάγουσα δικαστικό αγώνα, ως κατάφορα αντικείμενο στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, αλλά και στον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.

Υπό τα ως άνω δεδομένα, θεμελιώνεται πλήρως η ως άνω από το άρθρο 281 Α.Κ. ένστασή μου, καθ' όσον η διά της ένδικης αγωγής και κυρίας ως άνω παρεμβάσεως ασκουμένη αξίωση των αντιδίκων υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, ακόμη δε και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος".

Ακολούθως η πρώτη αναιρεσείουσα στο εφετήριο, αλλά και στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της διατύπωσε το αίτημα της να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη 35/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου και να απορριφθούν οι ένδικες αγωγές και κυρία παρέμβαση. Έτσι ο ως άνω ισχυρισμός της πρώτης αναιρεσείουσας είχε προταθεί ενώπιον του Εφετείου, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό. Όμως το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της πρώτης αναιρεσείουσας, ότι το θέρος του έτους 1988 αγόρασε ατύπως από την αρχική ενάγουσα, ένα τμήμα του επιδίκου, έκτασης 3.321,042 τ.μ., καταβάλλοντας σ' αυτήν ως τίμημα 9.000.000 δραχμές, απορρίπτοντας έτσι την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της ένδικης κυρίας παρέμβασης, που παραδεκτώς και νομίμως πρότεινε κατά τα ανωτέρω η πρώτη αναιρεσείουσα. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και επομένως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το δεύτερο τμήμα του από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Με θεώρηση δε των λοιπών (επικαλουμένων) περιστατικών η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος της κυρίας παρεμβαίνουσας, δεύτερης των αναιρεσιβλήτων δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ.

Συνεπώς το Εφετείο και αν δεν έλαβε υπόψη του τα ανωτέρω επιπλέον περιστατικά, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.β' ΚΠολΔ και ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο τμήμα του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 237 και 1 στοιχ. β', 453 και 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο., Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του.

Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (ΟλΑΠ 14/2005, 9/2000). Εξ άλλου κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 16 παρ. 4 του ν. 2915/2001 και ισχύει από 1.1.2002 κατά το άρθρο 15 ν. 2943/2001 να καταλαμβάνει την υπό κρίση υπόθεση δεδομένου ότι της ένδικης κυρίας παρέμβασης η πρώτη συζήτηση ορίστηκε στις 11-12-2003, αν ασκηθεί έφεση από τον διάδικο που δικάσθηκε σαν να ήταν παρών, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.

Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως.

Στην περίπτωση αυτή η προφορικά συζήτηση κατά τις διατάξεις του άρθρου 270 είναι υποχρεωτική και εφαρμόζονται λες οι διατάξεις του άρθρου 270. Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 237 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν το αργότερο είκοσι μέρες πριν από τη δικάσιμο προτάσεις και μαζί με τις προτάσεις οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν και με ποινή απαραδέκτου όλα τα αποδεικτικά μέσα και διαδικαστικά έγγραφα που επικαλούνται με τις προτάσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αίτησης προβάλλεται η από τον αριθ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την έκθεση πρακτικών που συνοδεύει την 353/2002 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου, στην οποία περιλαμβάνονται οι καταθέσεις των μαρτύρων ...

του ..., από τις οποίες προκύπτει ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας για την άτυπη αγορά του επιδίκου ακινήτου και την καταβολή τιμήματος ποσού 9.000.000 δραχμών, την οποία επικαλέ-στηκε με την από 13.11.2006 προσθήκη-αντίκρουση- σχολιασμό των μαρτυρικών καταθέσεων δηλ. μετά τη συζήτηση της έφεσης, που έλαβε χώρα στις 10-11-2006, και την οποία προσκόμισε στο Εφετείο, καθώς επίσης το Εφετείο δεν έλαβε το από Φεβρουαρίου 1988 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Μ, το οποίο επικαλέστηκε η πρώτη αναιρεσείουσα με τις από 28-10-2006 προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου και το προσκόμισε στο Εφετείο.

Όμως η επίκληση και προσκομιδή του πρώτου ως άνω εγγράφου δεν έγινε παραδεκτά με την προσθήκη των προτάσεων μετά τη συζήτηση της έφεσης, αλλά και του δευτέρου ως άνω εγγράφου από την επισκόπηση των προτάσεων της πρώτης αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου δεν προκύπτει ότι έγινε σαφής και ορισμένη επίκλησή του, αφού σ' αυτές γίνεται απλώς ιστορική αναφορά του ως άνω τοπογραφικού διαγράμματος και συγκεκριμένα αναφέρεται ότι: "Στην κατάσταση αυτή ευρισκόμενη, αποδέχθηκα την παραπάνω πρόταση της ενάγουσας, και το θέρος του έτους 1988 συμφωνήσαμε και μου πώλησε, χωρίς να υπογράψουμε προς τούτο σχετική έγγραφη σύμβαση, όχι ολόκληρο το εκ 10.000 μ2 και πλέον ακίνητό της, που περιγράφεται στην από 4.10.1997 αγωγή, αλλά μόνον το προς δυσμάς αυτού τμήμα του, μετά του εντός αυτού υπάρχοντος οικίσκου, και συγκεκριμένα το τμήμα τούτο, εκτάσεως 3.321,04 μ2, το οποίο εμφαίνεται στο από Φεβρουάριο 1998 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Μ με τον αριθμό 2 και συνορεύει:

βόρεια σε πλευρά 20-21-22-23 μήκους μέτρων 52,71 με ιδιοκτησία ...Η. ..., νότια σε πλευρά 17-1 μήκους μέτρων 36,89 με το τμήμα Ε1 του όλου οικοπέδου, ανατολικά σε πλευρά 17-18-19-20 μήκους μέτρων 61,38 με ιδιοκτησίες ... και Χ1, και δυτικά σε πλευρά 1-27-26-25-24-23 μήκους μέτρων 74,9 σε αμμώδη παραλία και πέρα από αυτήν με θάλασσα, αντί συνολικού τιμήματος εννέα εκατομμυρίων (9.000.000) δραχμών, καταβλητέων σε επτά (7) ετήσιες δόσεις, εκ των ο οποίων οι μεν πέντε (5) πρώτες, 1.000.000 δραχμών εκάστη, κατά τα έτη 1988, 1989, 1990, 1991, 1992, οι δε δύο (2) υπόλοιπες, εκ δραχμών 2.000.000 εκάστη, κατά τα έτη 1993 και 1994, οι οποίες και πληρώθηκαν, εξοφληθέντος έτσι ολοσχερώς από του έτους 1994, του συνολικά συμφωνηθέντος ως άνω τιμήματος", ενώ των υπολοίπων εγγράφων, εκτός του υπό στοιχεία 8 που αναφέρονται "όλα τα σχετικά που επικαλεστήκαμε και προσκομίσαμε στην πρωτόδικη δίκη", γίνεται σαφής επίκληση στις ως άνω προτάσεις της, όπου αναφέρεται: "Επικαλούμεθα και αναφερόμαστε στα παρα-κάτω έγγραφα, τα οποία ενώπιόν Σας προσκομίζουμε σε επικυρωμένα αντίγραφα:

1. αντίγραφο της από 4.10.1997 αγωγής της αρχικώς ενάγουσας Σ εναντίον μας, απευθυ-νόμενης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου (σχετικό 1), 2. αντίγραφο της από 2.9.2003 γνωστοποίησης και κλήσης της πρώτης εφεσίβλητης, δυνάμει της οποίας συνεχίσθηκε η ως άνω ανοιγείσα δίκη (σχετικό 2), 3. αντίγραφο της από 4.9.2003 κύριας παρέμβασης της τρίτης εφεσίβλητης εναντίον μας (σχετικό 3), 4.

αντίγραφο της από 9.9.2003 πρόσθετης παρέμβασης του δεύτερου εφεσίβλητου εναντίον μας και υπέρ της πρώτης και της τρίτης των εφεσίβλητων (σχετικό 4), 5. α. αντίγραφο των από 11.11.2004 πρωτόδικων προ-τάσεων της πρώτης από εμάς κατά της πρώτης εφεσίβλητης (σχετικό 5α), β. αντίγραφο των από 11.11.2004 πρωτόδικων προτάσεων της πρώτης από εμάς κατά της δεύτερης εφεσίβλητης (σχετικό 5β), γ.

αντίγραφο των από 11.11.2004 πρωτόδικων προτάσεων της πρώτης από εμάς κατά της τρίτης εφεσίβλητης (σχετικό 5γ), 6. α. αντίγραφο των από 11.11.2004 πρωτόδικων προ-τάσεων του δεύτερου από εμάς κατά της πρώτης εφεσίβλητης (σχετικό 6α), β. αντίγραφο των από 11.11.2004 πρωτόδικων προτάσεων του δεύτερου από εμάς κατά της δεύτερης εφεσίβλητης (σχετικό 6β), γ.

αντίγραφο των από 11.11.2004 πρωτόδικων προτάσεων του δεύτερου από εμάς κατά της τρίτης εφεσίβλητης (σχετικό 6γ), 7. αντίγραφο της προσβαλλόμενης υπ' αρ. 35/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου και των ταυτάριθμων πρακτικών του ίδιου δικαστηρίου (σχετικά 7 και 7α), 8. όλα τα σχετικά που επικαλεσθήκαμε και προσκομίσαμε στην πρωτόδικη δίκη, 9.

αντίγραφο της ένδικης έφεσής μας (σχετικό 8)".

Επομένως, αφού δεν ήταν παραδεκτή η επίκληση και προσκομιδή του πρώτου από τα προαναφερόμενα δύο έγγραφα και δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση του δεύτερου από τα έγγραφα αυτά, οι κρινόμενοι λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-9-2007 αίτηση των Χ1 συζ. Χ2 κλπ για αναίρεση της 314/2006 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ