1332/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/7/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2444/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6481/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/4/2007 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1332/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, η 2444/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από τις (α) 8431/30-9-2005 και (β) 7593/9-9-2005 εφέσεις των διαδίκων, η 6481/31-8-2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική κατ' ουσίαν κρίση επί της με στοιχ. (β) εφέσεως του εναγομένου.
Full text
Απόφαση 1332 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1332/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Δημήτριος Λοβέρδος), Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Δεμερούκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Σωματείου με την επωνυμία "......", που εδρεύει στην ...., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αντώναρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/7/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2444/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6481/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/4/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 17/4/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 525/26-4-2007 αιτήσεως για αναίρεση της 6481/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη απόφαση 525/26.4.2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 6481/31.8.2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με την 7037/1-8-2003 αγωγή εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου (ι) αποζημιώσεως ποσού 17300,58 ευρώ, ισόποσης προς εκείνο των 17.976,87 δολλαρίων ΗΠΑ, το οποίο αποδίδεται στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα ότι παράνομα ιδιοποιήθηκε, ως και (ιι) χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ποσού 2000,00 ευρώ, η οποία περιορίσθηκε κατά 40,00 ευρώ για τη νομιμοποίηση του ενάγοντος ως πολιτικώς ενάγοντος στην ποινική διαδικασία.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, η 2444/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από τις (α) 8431/30-9-2005 και (β) 7593/9-9-2005 εφέσεις των διαδίκων, η 6481/31-8-2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική κατ' ουσίαν κρίση επί της με στοιχ. (β) εφέσεως του εναγομένου.
Αντίθετα, κατ' αποδοχή της με στοιχ. (α) εφέσεως του ενάγοντος, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως, διακράτηση της υποθέσεως και μερική παραδοχή της αγωγής, υποχρέωσε τον δι' αυτής εναγόμενο να καταβάλει στο ενάγον σωματείο το ισότιμο σε ευρώ στις 13-5-2002 16.500 και στις 11-12-2002 551,13 δολλαρίων ΗΠΑ ως και ποσό 300,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Κατά της αποφάσεως αυτής εναντιώνεται ο ηττηθείς εναγόμενος με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια. Ειδικότερα: I. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ Κ.Πολ.δ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν βεβαιώνεται με την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δε συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση.
Περαιτέρω, ο κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης . Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Δεν αποτελούν όμως "πράγματα" και επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν δε ληφθεί υπόψη, μεταξύ άλλων, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι υποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από αυτές.
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.πολ.Δ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία κατά τον κανόνα δικαίου, που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Κατά τις αιτιολογίες και τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως. "από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα Γ1, τον οποίο πρότεινε το ενάγον και ήδη εκκαλούν-εφεσίβλητο σωματείο και Γ2, τον οποίο πρότεινε ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών-εφεσίβλητος, οι καταθέσεις των οποίων εμπεριέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όπως κάθε κατάθεση εκτιμάται χωριστά, αλλά και σε συνδυασμό με την άλλη, κατά το μέτρο αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα και από τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα, σε μερικά των οποίων γίνεται ειδική μνεία παρακάτω μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται α) οι υπ'αρ.615 έως 617/12-1-2005 ένορκες βεβαιώσεις, που συντάχθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, μετά από εμπρόθεσμη κλήτευση του εκκαλούντος -εφεσιβλήτου-εναγομένου και β) οι υπ'αρ.1796 και 1797/31-1-2006 ένορκες βεβαιώσεις του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που συντάχθηκαν μετά από εμπρόθεσμη κλήτευση του εκκαλούντος-εφεσιβλήτου σωματείου και λαμβάνονται υπόψη, αν και προσκομίζονται το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ως επιτρεπτά αποδεικτικά μέσα, εφόσον δεν προκύπτει πρόθεση στρεψοδικίας ή βαρείας αμέλειας, αποδείχθησαν πλήρως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Στις 31-1-2000 ιδρύθηκε το εκκαλούν σωματείο με την επωνυμία "......" και χάριν συντομίας ...., που εδρεύει στην Αθήνα, στην οδό ...... Με την υπ' αρ. 8105/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εγκρίθηκε και καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Πρωτοδικείου Αθηνών με αύξοντα αριθμό 23254/29-3-2001. Τα μέλη του .... είναι έλληνες επιστήμονες και συνδικαλιστές, Κούρδοι, Πόντιοι, Αρμένιοι και Τούρκοι πολιτικοί πρόσφυγες.
Ο σκοπός του μεταξύ άλλων, συνίσταται στην υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία, η ενδυνάμωση της φιλίας των λαών, Ελλήνων και Τούρκων, η συμπαράσταση και η προσφορά βοηθείας στους πολιτικούς πρόσφυγες, η διενέργεια πολιτιστικών εκδηλώσεων, η μετάφραση λογοτεχνικών κειμένων κλπ. Ο εκκαλών, Χ1 από την περίοδο των προκαταρκτικών συναντήσεων των ιδρυτικών μελών του σωματείου επέδειξε μεγάλο ενδιαφέρον και προθυμία στη διεκπεραίωση των υποθέσεων του σωματείου και στην εξυπηρέτηση των ατομικών υποθέσεων των πολιτικών προσφύγων, που αγνοούσαν την Ελληνική γλώσσα και αντιμετώπιζαν δυσκολίες στις συναλλαγές με τις δημόσιες υπηρεσίες και τις Τράπεζες.
Μετά τη σύσταση του σωματείου, περί το τέλος Μαρτίου, αρχές Απριλίου 2001, έγινε μέλος του σωματείου και, στις 25-10-2001, εξελέγη μέλος του ΔΣ και έλαβε εννέα ψήφους, ενώ στις 27-10-2001,όταν το ΔΣ συνήλθε σε σώμα, εκλέχτηκε στη θέση του Γραμματέα του ΔΣ. Το σωματείο έχει πόρους που προέρχονται από τακτικές και έκτακτες εισφορές των μελών και φίλων του, από δωρεές κλπ.
Επειδή όμως, ο τότε Πρόεδρος, Β1 και η τότε Ταμίας, Β2, αντιμετώπιζαν δυσχέρεια στο χειρισμό της ελληνικής γλώσσας, αποφασίστηκε να ανοιχτεί τραπεζικός λογαριασμός ταμιευτηρίου σε συνάλλαγμα, στο όνομα του εκκαλούντος-εναγομένου, Γραμματέα του σωματείου, ο οποίος συμφώνησε. Η απόφαση αυτή ελήφθη λόγω της εμπιστοσύνης, που είχε δημιουργηθεί στο πρόσωπο του εκκαλούντος-εναγομένου, αλλά και διότι, εξαιτίας της ιδιότητας του ως Προέδρου του πολιτικού κόμματος ......., είχε ευχερέστερη πρόσβαση στις διάφορες δημόσιες υπηρεσίες.
Τα περιστατικά αυτά αποδεικνύονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων του εκκαλούντος σωματείου και ενισχύονται από την από 2-9-2003 ένορκη εξέταση του Δ1 ενώπιον του 10ου Πταισματοδίκη Αθηνών, που κατέθεσε, ως μάρτυρας υπεράσπισης του εκκαλούντος-έναγομένου. Στις 1-8-2001 ο τότε πρόεδρος του σωματείου μετέβη στο κεντρικό κατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας (Σοφοκλέους αρ. 11) μαζί με τον εκκαλούντα -εναγόμενο, προκειμένου να ανοιχθεί ο παραπάνω τραπεζικός λογαριασμός.
Τους εξυπηρέτησε ο μάρτυρας Δ2 (τραπεζικός υπάλληλος), ο οποίος γνώριζε τη δράση του σωματείου και, ως εκπρόσωπος της Ομοσπονδίας Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδος (ΌΤΟΕ), είχε συμμετάσχει σε δύο αποστολές αλληλεγγύης στην Τουρκία, τους μήνες Μάιο και Αύγουστο του έτους 2001, τις οποίες είχε οργανώσει το σωματείο.
Πράγματι ανοίχθηκε ο υπ'αρ........ τραπεζικός λογαριασμός ταμιευτηρίου σε συνάλλαγμα-δολάρια ΗΠΑ, στο όνομα του εκκαλούντα-εναγομένου και ο τότε πρόεδρος του σωματείου κατέθεσε σ'αυτόν το ποσό των 34010 δολλαρίων ΗΠΑ. Το βιβλιάριο ταμιευτηρίου το παρέλαβε ο εναγόμενος. Ο ως άνω μάρτυρας, τραπεζικός υπάλληλος, βεβαιώνει στην υπ'αρ.616/2005 ένορκη βεβαίωση του, ότι αμφότεροι (πρόεδρος του σωματείου και εκκαλών-εναγόμενος) του εξήγησαν την ιδιομορφία του λογαριασμού και ότι του δήλωσαν, ότι θα συνταγεί συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, που θα αποδεικνύει την εντολή εκπροσώπησης του σωματείου από τον εκκαλούντα-εναγόμενο, ο οποίος, ως κάτοχος των χρημάτων, θα προέβαινε σε αναλήψεις κατ' εντολή του σωματείου και προς εξόφληση μόνον των οικονομικών υποχρεώσεων του σωματείου.
Πράγματι για την εντολή εκπροσώπησης του σωματείου συντάχθηκε λίγους μήνες αργότερα το ειδικό πληρεξούσιο ...... του συμ/φου Αθηνών, Γεωργίου ΑΘ. Αδαμίδη, το οποίο, στις 3-2-2003, ανακλήθηκε με το υπ' αρ. ..... συμβολαιογραφικό έγγραφο του ίδιου συμ/φου. Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από την εκτύπωση των κινήσεων του ως άνω λογαριασμού, ο εκκαλών- εναγόμενος από το ποσό των 34010 δολλαρίων ΗΠΑ (που μετά την πίστωση τόκων 142,74 δολλ.
και τη χρέωση φόρου 21,41 δολλ. είχε διαμορφωθεί σε 34152,74 δολλ.) προέβη σε ανάληψη των εξής ποσών: στις 17-4-2002,1027,15 δολλ., στις 23-4-2002, 2000 δολλ., στις 29-4-2002,13000 δολλ. και στις 13-5-2002,3000 δολλ. Τα ποσά αυτά ανέλαβε κατ' εντολή του σωματείου και τα απέδωσε σ' αυτό. Για τις ενέργειες αυτές δεν υπάρχει απόδειξη είσπραξης ή αντέγγραφο, το οποίο δεν φρόντισε το σωματείο να συντάξει, λόγω της μεγάλης εμπιστοσύνης, που είχε διαμορφωθεί στο πρόσωπο του εκκαλούντα-εναγομένου.
Στις 13-5-2002, το υπόλοιπο του λογαριασμού είχε διαμορφωθεί στο ποσό των 17000 δολλαρίων ΗΠΑ. Την ίδια ημερομηνία, όπως συνομολογεί ο εκκαλών-εναγόμενος ζήτησε ανάληψη 17000 ευρώ. Ο ταμίας εκ παραδρομής προέβη σε λογιστική ανάληψη 17000 δολλ. Γι'αυτό ο εκκαλών εναγόμενος κατέθεσε εκ νέου, λογιστικά, το ποσό των 17000 δολλ.(βλ.
τη στήλη του λογαριασμού "πίστωση") και αμέσως προέβη σε ανάληψη 16500 δολλ. που ήταν το ισόποσο των 17000 ευρώ. Ακολούθως, το υπόλοιπο του λογαριασμού (μετά την πίστωση 60,80 δολλ., που αφορούσε τόκους και την χρέωση 9,12 δολλ., που αφορούσε φόρο),διαμορφώθηκε, στις 28-6-2002, σε 502 δολλ. ΗΠΑ και στις 11-12-2002 το υπόλοιπο του λογαριασμού (μετά την πίστωση 0,26 δολλ.
ως τόκους και τη χρέωση 0,003 δολλ, ως φόρους) διαμορφώθηκε σε 126,78 δολλ. Την ημερομηνία αυτή (11-12-2002) ο εκκαλών-εναγόμενος έκλεισε το λογαριασμό, όπως προκύπτει από την εκτύπωση της κίνησης αυτού. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τον Οκτώβριο του έτους 2002 το εκκαλούν σωματείο ζήτησε από τον εκκαλούντα-εναγόμενο, να προβεί σε ανάληψη 5000 δολλ.
ΗΠΑ για τις ανάγκες του. Ο εκκαλών-εναγόμενος κωλυσιεργούσε με διάφορες δικαιολογίες. Για το λόγο αυτό ο τότε πρόεδρος του σωματείου, Β1, μετέβη στην Τράπεζα, όπου πληροφορήθηκε, ότι ο εκκαλών -εναγόμενος είχε αναλάβει το ποσό των δολλαρίων, στις 13-5-2002 και ότι υπήρχε μικρό υπόλοιπο, που όπως κατέθεσαν οι μάρτυρες ανερχόταν τότε σε 576 δολλ.
Κατόπιν τούτου το ΔΣ του σωματείου συνεδρίασε, στις 25-11-2002 και αποφάσισε ομόφωνα τη διαγραφή του εκκαλούντος-εναγομένου από το σωματείο και την άσκηση εναντίον του καταδιωκτικών μέτρων. Πράγματι ασκήθηκε εναντίον του η από 2-12-2002 (αρ. κατ. 13562/2002) αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητήθηκε η συντηρητική κατάσχεση κάθε περιουσίας του μέχρι το ποσό των 25000 ευρώ, για την εξασφάλιση απαίτησης του σωματείου ύψους 17300,586 ευρώ και η από 5-2-2003 μήνυση για υπεξαίρεση του ποσού των 17076,87 δολλαρίων ΗΠΑ.
Επί της αίτησης συντηρητικής κατάσχεσης εκδόθηκε η υπ'αρ.2022/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), κατά την οποία ο εκκαλών - εναγόμενος και τότε καθού η αίτηση υποστήριξε, ότι πραγματικός δικαιούχος του λογαριασμού συναλλάγματος δεν ήταν το σωματείο, αλλά το πολιτικό κόμμα .....
του οποίου ήταν πρόεδρος και ότι, επειδή υπήρχε και άλλο κόμμα με την ίδια επωνυμία, αλλά διαφορετικό πρόεδρο και υπήρχε ο κίνδυνος να γίνει από το άλλο κόμμα η ανάληψη του ποσού αυτού, ο λογαριασμός ανοίχθηκε στο όνομα του εκκαλούντα-εναγομένου. Το Δικαστήριο δέχτηκε τον ισχυρισμό του εκκαλούντος-εναγομένου και απέρριψε την αίτηση συντηρητικής κατάσχεσης ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Ας σημειωθεί, ότι μεταξύ του ήδη εκκαλούντος-εναγομένου και του πολιτικού κόμματος υπάρχει αντιδικία. Ειδικότερα, από την από 17-6-2002 δήλωση του ως άνω κόμματος προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και τον Πρόεδρο της Βουλής, την από 18-6-2002 εξώδικη διαμαρτυρία προς τον ήδη εκκαλούντα-εναγόμενο, που έχει κοινοποιηθεί στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, τον Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων και την από 19-5-2003 δήλωση, που απευθύνεται προς τη Γενική Διεύθυνση Διοικητικής Υποστήριξης της Βουλής των Ελλήνων και τον Γ' Αντιπρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων, προκύπτει, ότι το ως άνω πολιτικό κόμμα υποστηρίζει, ότι ο ήδη εκκαλών -εναγόμενος διετέλεσε πρόεδρος του κόμματος μέχρι την 24-10-2001, οπότε αποχώρησε οικειοθελώς, ότι από την 2-2-2002 πρόεδρος του κόμματος είναι ο Η1 και ότι ο ήδη εκκαλών σφετερίζεται το όνομα του κόμματος και το έμβλημα του, παρουσιάζει ως έδρα του κόμματος τη διεύθυνση της κατοικίας του (.....) και όχι τη νέα έδρα του κόμματος (οδό.......) με βάση τα από ...
και από ...... ιδιωτικά συμφωνητικά μίσθωσης, ότι έχει διαπράξει το αδίκημα της απάτης σε βάρος του πολιτικού πρόσφυγα, Ε1, που αφορά το επαγγελματικό ιστιοπλοϊκό σκάφος ..... και ότι εμφανίζει το κόμμα, ως ναυλωτή του ως άνω σκάφους. Επισημαίνεται επίσης, ότι για το τελευταίο αυτό ζήτημα ασκήθηκε, με βάση την από 5-2-2003 μήνυση του ως άνω Ε1, ποινική δίωξη με αριθμό ΑΒΜ Δ 2003/491 και ο ήδη εκκαλών παραπέμπεται, μετ' αναβολή, στις 18-9-2006 ενώπιον του Θ' 3μελούς Πλημ/κείου Αθηνών, για να δικαστεί για το αδίκημα της απάτης, από την οποία προξενήθηκε ιδιαίτερα μεγάλη ζημία.
Επίσης, εναντίον του εκκαλούντα-εναγομένου ασκήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η από 1-4-2004 (αρ.κατ.3045/2004) αγωγή αποζημίωσης λόγω προσβολής της προσωπικότητας του ως άνω πολιτικού κόμματος (με πρόεδρο τον Η1) και των μελών της Πολιτικής Εκτελεστικής Γραμματείας αυτού, για τις παραπάνω ενέργειες του εκκαλούντα-εναγομένου, αλλά και για άλλες ενέργειες αυτού, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην ως άνω αγωγή.
Εκτός τούτου, με αφορμή την προαναφερόμενη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων, υποβλήθηκε εναντίον του ήδη εκκαλούντα -εναγομένου η από 26-3-2003 μήνυση με ΑΒΜ Α 2003-1031 και ασκήθηκε ποινική δίωξη για το αδίκημα της απάτης επί Δικαστηρίου, με την οποία παραπέμφθηκε να δικαστεί στο ακροατήριο του Θ' 3μελούς Πλημ/κείου Αθηνών, στις 18-10-2005,οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε αορίστως σε άλλη δικάσιμο.
Τέλος, για την προαναφερθείσα από 5-2-2003 μήνυση του εκκαλούντος σωματείου ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του εκκαλούντα -εναγομένου, για το αδίκημα της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαιτέρας μεγάλης αξίας σε βαθμό κακουργήματος (άρθρο 375 παρ.2 εδ.α ΠΚ) και διατάχθηκε κυρία ανάκριση, μετά την περάτωση της οποίας εκδόθηκε το υπ'αρ.3959/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, με το οποίο ο εκκαλών -εναγόμενος παραπέμφθηκε να δικαστεί στο 3μελές Εφετείο Κακουργημάτων για την υπεξαίρεση του ποσού των 17076,87 δολλαρίων ΗΠΑ (τότε ισαξίου προς 17300,58 ευρώ), που ανέλαβε χωρίς την εντολή του σωματείου από τον παραπάνω λογαριασμό ταμιευτηρίου.
Ήδη ο εκκαλών -εναγόμενος με την κρινόμενη έφεσή του επαναφέρει τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς του και υποστηρίζει, ότι τα χρήματα του επίδικου λογαριασμού αποτελούσαν χρήματα του κόμματος, του οποίου είναι ο πρόεδρος, ότι ο λόγος που ανοίχθηκε ο λογαριασμός συναλλάγματος οφείλεται στην ύπαρξη του ως άνω πολιτικού κόμματος με το ίδιο όνομα, αλλά εκπροσώπους τους Ζ1 και Ζ2 και προς αποφυγή ανάληψης εκ μέρους τους του παραπάνω χρηματικού ποσού.
Εξάλλου, αποδίδει το σημερινό δικαστικό αγώνα σε εκδικητικούς σκοπούς του μάρτυρα απόδειξης του εκκαλούντος σωματείου, Γ1, επειδή ο εκκαλών δεν τον στήριξε στην υποψηφιότητά του στην Πολιτική Εκτελεστική Γραμματεία του κόμματος και ότι ο απώτερος σκοπός της δίκης είναι η διεκδίκηση του ποσού των 50.000.000 δραχμών, που έχουν κατατεθεί στο ΤΠΔ υπέρ του πολιτικού κόμματος ως κρατική οικονομική ενίσχυση.
Οι παραπάνω ισχυρισμοί όμως αντικρούονται ως ουσιαστικά αβάσιμοι, με πειστικότητα, από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που πρότεινε το εκκαλούν σωματείο. Ο εκκαλών εναγόμενος δεν δικαιολόγησε το άνοιγμα του λογαριασμού του κόμματος σε συνάλλαγμα και όχι σε ευρώ, δεν προσκόμισε καμιά απόδειξη για τη μετατροπή του αναληφθέντος συναλλάγματος των δολλαρίων σε ευρώ, δεν εξήγησε πειστικά, γιατί ενώ η αντιδικία του με το άλλο πολιτικό κόμμα υπάρχει από το έτος 1999, εντούτοις άνοιξε τον επίδικο λογαριασμό δύο έτη μετά (1-8-2001), δεν προσκόμισε έγγραφα για τη δήλωση του λογαριασμού συναλλάγματος, ως περιουσιακό στοιχείο του κόμματος στην Ελληνική Βουλή.
Αντίθετα, από τον κατάλογο εξόδων-εσόδων του πολιτικού κόμματος προκύπτει, ότι, στις 24-12-2001, το σύνολο των εξόδων ανερχόταν σε 1032263 δραχμές και το σύνολο των εσόδων, στις 31-12-2001, σε 530500 δραχμές. Υπήρχε λοιπόν κατά την επίδικη περίοδο, ελλειμματικό κεφάλαιο-παθητικό 501763 δραχμές και ουδεμία αναφορά υπάρχει για τον επίδικο λογαριασμό ταμιευτηρίου.
Πέραν τούτων, ο μάρτυρας Δ1, στην προανακριτική από 2-9-2003 κατάθεση του βεβαιώνει, κατ'ακριβή λεκτική διατύπωση "απ'ότι γνωρίζω στο κόμμα δεν υπήρχαν δολλάρια".Ο ίδιος μάρτυρας, στην παραπάνω προανακριτική κατάθεση, αναφέρει, ότι είναι ο γραμματέας του πολιτικού κόμματος με πρόεδρο τον ήδη εκκαλούντα από το Μάιο του έτους 2001, ενώ στην ένορκη βεβαίωσή του (υπ'αρ. 1796/2006), ότι ο εκκαλών έχει την ιδιότητα αυτή από τον Ιανουάριο του έτους 2002.
Επίσης, ο μάρτυρας του εκκαλούντα-εναγομένου, Γ2, στην από 2-9-2003. προανακριτική εξέτασή του, δήλωνε ότι είναι ο ταμίας του πολιτικού κόμματος με πρόεδρο τον ήδη εκκαλούντα ,ενώ στην υπ'αρ. 1797/2006 ένορκη βεβαίωση του αυτοχαρακτηρίζεται απλό μέλος του κόμματος και για πρώτη φορά αναφέρει ότι τα χρήματα του επίδικου λογαριασμού ανήκαν στο κόμμα και στον εκκαλούντα ατομικά.
Οι αντιφατικές αυτές καταθέσεις δεν αναιρούν τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων του εκκαλούντος σωματείου και τα έγγραφα, που αυτό προσκομίζει με νόμιμη επίκληση. Συμπερασματικά, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού αποδείχθηκε, ότι το ποσό του λογαριασμού συναλλάγματος ανήκε στο σωματείο και ότι ο εκκαλών -εναγόμενος, χωρίς την εντολή του τότε προέδρου του σωματείου, Β1, εκταμίευσε το χρηματικό ποσό των 16.500 δολλαρίων ΗΠΑ.
στις 13-5-2002, καθώς επίσης το ποσό των 551,13 δολλαρίων ΗΠΑ, που είχε απομείνει ,κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, ως υπόλοιπο αυτού (πλέον των τόκων και αφαιρουμένων των φόρων) και συνολικά 17051,13 δολλάρια ΗΠΑ, το οποίο παρακράτησε και ιδιοποιήθηκε παράνομα με αντίστοιχη ζημία του εκκαλούντος σωματείου" Από το περιεχόμενο των εν λόγω ανελέγκτων ουσιαστικά παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, χωρίς τη συναίνεση του τότε προέδρου του αναιρεσίβλητου σωματείου, εκταμίευσε από τον τηρούμενο τραπεζικό λογαριασμό του τελευταίου το συνολικό ποσό των 17051,13 δολλαρίων ΗΠΑ, το οποίο στη συνέχεια παρακράτησε και ιδιοποιήθηκε παράνομα, με ισόποση ζημία του αναιρεσιβλήτου, πραγματικά περιστατικά τα οποία δικαιολογούσαν την αποδοθείσα στον αναιρεσείοντα άδικη και υπαίτια πράξη, με τη μορφή της υπεξαιρέσεως.
Επομένως ο τρίτος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση εκ πλαγίου παραβίαση του παραλειπόμενου να προσδιορισθεί κανόνα δικαίου, με την έννοια της ανεπάρκειας και αντιφατικότητας των αιτιολογιών, με την διατύπωση επιχειρηματολογίας ως προς τις παραδοχές της αποφάσεως, αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και εναντίωση στην ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τους λόγους που ανοίχθηκε ο τραπεζικός λογαριασμός στο όνομα του αναιρεσείοντος, ελέγχεται ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως και την παράλληλη βεβαίωσή της ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αβίαστα προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσεώς του ότι δικαιούχος του τραπεζικού λογαριασμού ήταν το αναιρεσίβλητο σωματείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε (α) απορριπτική επί της αιτήσεως αυτού λήψεως του ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατασχέσεως 2022/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, (β) τα πρακτικά συνεδριάσεως του κόμματος των "......." της 13-11-2001 και 10-1-2002 περί αντικαταστάσεως του μάρτυρα του αναιρεσιβλήτου Γ1 από τη θέση του γραμματέα - συντάκτη και την διαγραφή του στη συνέχεια από μέλος του κόμματος αυτού, (γ) την 37175/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απορριπτική αγωγής του κόμματος "......", εκπροσωπούμενου από τους Ζ1 και Ζ2, κατά του κόμματος "...." εκπροσωπούμενου από τον ήδη αναιρεσείοντα και του τελευταίου ατομικώς, και (δ) τις 58/2004 και 136/2004 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, με τις οποίες απορρίφθηκαν προσφυγές του Γ1 προκειμένου να αποκλεισθούν από τις βουλευτικές και τις ευρωεκλογές ως και την 173/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία ανακηρύχθηκαν υποψήφια μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κατά τις εκλογές του μηνός Ιουνίου του έτους 2004, με άμεση δικονομική συνέπεια οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ, πρώτος και, τέταρτος λόγοι αναιρέσεως να ελέγχονται ως αβάσιμοι.
Όμοια αρνητικά αξιολογείται, ως αβάσιμος, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, υποστηρίζεται ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη τον δεύτερο λόγο εφέσεως, με τον οποίο, παραπονούμενος για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με τους αρνητικούς της θεμελιούμενης στην ιστορούμενη αδικοπραξία αγωγής ισχυρισμούς τους, και ειδικότερα ότι τα χρήματα του τραπεζικού λογαριασμού ανήκαν στο πολιτικό κόμμα ".....", αμφισβητεί την αξιοπιστία και την αποδεικτική αξία της μαρτυρίας του ταμία της τράπεζας Δ2 και παράλληλα επιχειρηματολογεί υπέρ των απόψεων του αντιδιαστέλλοντας το περιεχόμενο της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων σε σχέση με εκείνο της αγωγής, που δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την προδιαληφθείσα έννοια της προβαλλόμενης αναιρετικής αιτιάσεως του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., ισχυρισμο και αντίστοιχο λόγο εφέσεως, τον οποίο σε κάθε περίπτωση έλαβε υπόψη και απέρριψε, σε συνέπεια με την αιτιολόγηση του ως κατ'ουσίαν αβάσιμου.
ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 9 α,β Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο, κατά παράβαση της καθιερούμενης με το άρθρο 106 Κ.Πολ.Δ αρχής της διαθέσεως, επιδίκασε αξίωση που δεν ζητήθηκε ή περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Με τον απομένοντα προς έρευνα τελευταίο κατά σειρά λόγο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ, με την έννοια ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση επιδικάσθηκε το ισότιμο σε ευρώ στις 13-5-2002 16.500 και στις 11-12-2002 551,13 και συνολικά (16.500+551,13) 17.051,13 δολλαρίων ΗΠΑ αντί του αιτηθέντος ισάξιου σε ευρώ κύρια στις 5-2-2003 και επικουρικά στις 27-7-2003 17.076,97 δολλαρίων ΗΠΑ.
Σε συνέπεια με τη νομική παραδοχή ότι στο αίτημα προσδιορισμού της ισοτιμίας σε μεταγενέστερο χρόνο περιέχεται, ως "ελάσσον", και εκείνο της ισοτιμίας σε προγενέστερο χρόνο, δεν επιδικάσθηκε αξίωση που δε ζητήθηκε, χωρίς παράλληλα να συντρέχει περίπτωση επιδικάσεως περισσοτέρων όσων ζητήθηκαν, εφόσον με τον ελεγχόμενο ως αβάσιμο λόγο αυτό αναιρέσεως δεν διαλαμβάνεται παράλληλα ότι η διαφοροποίηση της ισοτιμίας έχει ως οικονομικό αποτέλεσμα την επιδίκαση σε ευρώ ποσού μεγαλύτερου του αιτηθέντος με βάση την ισοτιμία αυτού προς το αλλοδαπό νόμισμα κατά τον επικαλούμενο με την αγωγή χρόνο.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 525/26.4.2007 αίτηση για αναίρεση της 6481/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2008. Και Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ