Supreme Court dismisses appeal on smuggling charges due to lack of specific reasoning and erroneous application of customs code provisions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two defendants against a lower court's conviction for smuggling. The defendants argued the lower court failed to provide specific reasoning regarding the undervaluation of imported vehicles and applied substantive criminal laws incorrectly. The court rejected these claims, ruling that the lower court's decision was sufficiently reasoned and that the defendants' arguments did not constitute valid grounds for appeal under the relevant procedural articles.
Legislator headnote
AI generatedArticles 510 paragraphs 4 and 5 of the Code of Criminal Procedure; Article 100 paragraph 1 of the Customs Code: An appeal based on lack of specific reasoning or erroneous application of substantive laws is inadmissible if the lower court's decision is already fully reasoned and no other admissible appeal grounds exist.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1332 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1332/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣT΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Μιχαήλ Δέτση-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1. ..... και 2. ....., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 1538/2004 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγων το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. Γεώργιο Βαμβακίδη.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3-12-2004 αίτησή τους αναιρέσεως καθώς και στους από 26-10-2005 προσθέτους λόγους, οι οποίοι καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2070/2004..
Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 100 παρ.1 του Ν.1165/1918 «περί Τελωνειακού Κώδικα», οι οποίες είναι ταυτόσημες με εκείνες του άρθρου 155 παρ.1, εδ.α' και β' του Ν.2960/2001 «Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας» λαθρεμπορία είναι α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων που υπόκεινται, είτε σε εισαγωγικό δασμό, είτε σε εισπραττόμενο στα τελωνεία τέλος, φόρο ή δικαίωμα, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής και β) οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Δημόσιο από τους δασμούς, τέλη, φόρους και δικαιώματα που πρέπει να εισπραχθούν από αυτό για τα εισαγόμενα από την αλλοδαπή ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν σε χρόνο και τόπο διαφορετικό από εκείνον που ορίζει ο νόμος.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 89 παρ.1 του Ν.1165/1918, 75, 77 παρ.1 και 2, 79 παρ.1, 84 παρ.1 και 88 παρ.1 και 2 του Ν. 2127/1993 « Εναρμόνιση προς το Κοινοτικό Δίκαιο του φορολογικού καθεστώτος των πετρελαιοειδών προϊόντων κλπ», προκύπτει ότι υπό το καθεστώς του τελευταίου νόμου, που ισχύει από 1-1-1993 και πριν την αντικατάσταση των παρ.1 και 2 του άρθρου 88 αυτού με το άρθρο 2 παρ.13 του Ν.2447/1996, ο οποίος ισχύει από 3-12-1996, η με οποιοδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων για τα εισαγόμενα στη χώρα κοινοτικά αυτοκίνητα αποτελεί απλή τελωνειακή παράβαση του ΙΒ' Κεφαλαίου του Τελωνειακού Κώδικα και όχι λαθρεμπορία που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 100 και 102 του ίδιου Κώδικα, τα οποία βρίσκονται αντίστοιχα στα ΙΓ' και ΙΔ' Κεφάλαια αυτού.
Ετσι, υπό το καθεστώς του άρθρου 88 του Ν.2127/1993 (1-1-1993 έως 3-12-1996), όπως αυτό ίσχυε κατά την αρχική του διατύπωση, η διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής του προσωρινώς διατηρούμενου και για τα εισαγόμενα κοινοτικά αυτοκίνητα ειδικού φόρου κατανάλωσης (άρθρο 95 Συνθ. ΕΚ, παρ.3 Οδηγίας 92/12 ΕΟΚ, 75 επ. Ν.2127/1993), δεν αποτελούσε λαθρεμπορία, αλλά συνιστούσε συμπεριφορά, η οποία κατά νομοθετική επιταγή επέσυρε μόνο την επιβολή των κατά το άρθρο 87 παρ.2 του Τελωνειακού Κώδικα πολλαπλών τελών και σε περίπτωση συνδρομής και των όρων των κατά το άρθρο 88 παρ.2 του Ν.2127/1993 παραβάσεων και των προβλεπόμενων στο ίδιο άρθρο προστίμων.
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο «από κοινού» νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνην του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ειρημένου εγκλήματος.
Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται, είτε από τον ίδιο, είτε από το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι αλλιώς, είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους.
Η ίδια αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη αιτήματος αναβολής της δίκης, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.5 του Ν.2408/1996 «αιτιολογία απαιτείται σε όλες τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα αν αυτό επιβάλλεται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οι αποφάσεις οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου.
Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας, τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι προέκυψαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο και όταν η παραβίαση της διατάξεως αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 1538/2004 απόφασής του, δέχτηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα γενικώς, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Οι αναιρεσείοντες, στο πλαίσιο της ασκήσεως της εμπορικής τους δραστηριότητας, ως νόμιμοι εκπρόσωποι και διαχειριστές της εδρεύουσας στην .... ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «...... ΟΕ», με περισσότερες πράξεις τους, τις οποίες τέλεσαν κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία, εισήγαγαν κατά τα έτη 1998 έως και 1999 από τη Γερμανία εννιά (9) μεταχειρισμένα φορτηγά αυτοκίνητα, όπως αυτά αναλυτικώς περιγράφονται στο σκεπτικό και διατακτικό της αποφάσεως αυτής και με σκοπό να αποφύγουν την καταβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης, απέκρυψαν κατά τον τελωνισμό τους την πραγματική τους αξία, ενώ για την επίτευξη του σκοπού τους αυτού προέβησαν σε υποτιμολόγηση μετελθόντες τα ιδιαίτερα τεχνάσματα που διαλαμβάνονται αναλυτικώς για κάθε περίπτωση στο σκεπτικό της εν λόγω απόφασης.
Κατόπιν αυτών, κήρυξε τους αναιρεσείοντες ενόχους λαθρεμπορίας, την οποία τέλεσαν από κοινού και κατ' εξακολούθηση με ιδιαίτερα τεχνάσματα και επέβαλε στον καθένα τους ποινή φυλακίσεως δέκα πέντε (15) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια.
Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αναφερόμενων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, τα οποία κατά κατηγορίαν εξειδικεύει, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά και ο προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της εγκληματικής πράξεως (λαθρεμπορίας κατ' εξακολούθηση από κοινού με ιδιαίτερα τεχνάσματα), για την οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, καθώς επίσης και τις νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 100 παρ.1 περ.β, 2 περ.κ΄, 102 παρ.1β του Ν.1165/1918, 45, 98 παρ.1 του ΠΚ και 88 παρ.1 και 2 του Ν.2127/1993, όπως οι παράγραφοι αυτοί αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 2 παρ.13 του Ν. 2443/1996, τις οποίες, ούτε ευθέως, αλλ' ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο.
Ειδικότερα, με την αναφορά του χρόνου τελέσεως των επί μέρους λαθρεμπορικών πράξεων κατά τα έτη 1998 και 1999 και πιο συγκεκριμένα στις 12-5-1998, 18-5-1998, 16-7-1998, 16-10-1998 και 15-4-1999, καθίσταται σαφές, ότι δεν μπορεί να τύχουν εν προκειμένω εφαρμογής, οι διατάξεις του άρθρου 88 παρ.1 και 2 του Ν.2127/1993, κατά την πρώτη των οποίων «η με οποιοδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το νόμο, με σκοπό τη μη καταβολή των άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται και τιμωρούνται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 89 και επ.
του Ν.1165/1918» δηλαδή, ως τελωνειακή παράβαση (διοικητικώς), αφού ως εκ του χρόνου τελέσεως των ανωτέρω λαθρεμπορικών πράξεων, καταλήφθηκαν αυτές από την ισχύ του Ν. 2443/1996, κατά το άρθρο 2 παρ.13 του οποίου (με τη διάταξη αυτή αντικαταστάθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 88 παρ.1,2 και 3 του Ν.2127/1993), σε συνδυασμό με το άρθρο 75 του Ν.2127/1993, οι κατηγορούμενες λαθρεμπορικές πράξεις, χαρακτηρίζονται πλέον, ως αξιόποινη λαθρεμπορία.
Σε κάθε όμως περίπτωση, οι ανωτέρω λαθρεμπορικές πράξεις δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως τελωνειακή παράβαση, διότι αυτές δεν ανάγονται στη μη τήρηση τελωνειακών τυπικών διαδικασιών, αφού εμπεριέχουν ιδιαίτερο τέχνασμα, το οποίο, αν δεν συνιστούσε επιβαρυντική περίπτωση της λαθρεμπορίας, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως αυτοτελές έγκλημα, κοινής ή φορολογικής απάτης, που απορροφώνται από τη λαθρεμπορία ή άλλο έγκλημα, όπως πλαστογραφία κλπ.
Περαιτέρω, για τον ίδιο ως άνω λόγο, εφόσον δηλαδή οι προδιαληφθείσες λαθρεμπορικές πράξεις τελέστηκαν με ιδιαίτερο τέχνασμα, μετά την κατάργηση των άρθρων 75 έως 88 και του άρθρου 89 παρ.1 του Ν.2127/1993 όπως οι διατάξεις του άρθρου 88 παρ.1 και 2 είχαν αντικατασταθεί με το άρθρο 2 παρ.13 του Ν.2443/1996, από το άρθρο 29 παρ.1α του Ν.2682/1999, δεν μπορούν αυτές να χαρακτηριστούν, ως ανέγκλητες και επομένως και να τύχει αναδρομικής εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.1 του ΠΚ, το εν λόγω άρθρο, αφού με το άρθρο 29 παρ.1α δεν καταργήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 100 παρ.1β και 102 παρ.1β του Ν.1161/1918, οι οποίες είναι ταυτόσημες με τις διατάξεις των άρθρων 155 παρ.1β και 157 παρ. 1β του Ν.2960/2001 «Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας» ούτε αναβίωσε η ισχύς της διατάξεως του άρθρου 88 παρ.1 και 2 του Ν.2127/1993 όπως ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με το άρθρο 2 παρ.13 του Ν. 2443/1996.
Περαιτέρω, αιτιολογείται πλήρως η κατά συναυτουργία τέλεση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, με την αναφορά στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι τις λαθρεμπορικές πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκαν, τέλεσαν οι αναιρεσείοντες κατά συναυτουργίαν με το ιδιαίτερο τέχνασμα της υποτιμολόγησης, ως νόμιμοι εκπρόσωποι και διαχειριστές της εδρεύουσας στην ....
ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «...... ΟΕ» η οποία εισήγαγε τα λαθρεμπορεύματα. Επίσης, αιτιολογείται πλήρως η απόρριψη του υποβληθέντος από τους συνηγόρους των αναιρεσειόντων αιτήματος αναβολής της δίκης για να προσέλθουν και να καταθέσουν επί του ζητήματος του ειδικού φόρου κατανάλωσης οι μη προσελθόντες στη δίκη μάρτυρες εφοριακοί υπάλληλοι, εφόσον το αίτημα αναβολής υποβλήθηκε πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο, μετά το πέρας των απολογιών των αναιρεσειόντων και της συζητήσεως της υποθέσεως, απέρριψε αυτό με την αιτιολογία ότι «υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία το Δικαστήριο μπορεί να σχηματίσει ασφαλή δικαστική πεποίθηση περί των κρισίμων για τα διωκόμενα εγκλήματα περιστατικών».
Τέλος, το Δικαστήριο, αν και δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων ότι δεν έγινε υποτιμολόγηση της πραγματικής αξίας των εισαχθέντων μεταχειρισμένων φορτηγών αυτοκινήτων, διότι τα τιμολόγια των γερμανικών επιχειρήσεων, τα οποία θεωρήθηκαν από την κατηγορούσα αρχή ότι αφορούν το ίδιο αυτοκίνητο και έτσι επιτεύχθηκε υποτιμολόγηση και άρα διαπράχθηκε, λαθρεμπορία, αφορούν ανταλλακτικά ή αξεσουάρ που δεν συνάπτονται με τα εισαχθέντα αυτοκίνητα, αλλά με άλλα αυτοκίνητα του ίδιου τύπου με το εισαχθέν, τα οποία οποία δεν φορολογούνται, παρά μόνον όταν πωλούνται από τον αποκτήσαντα σε τρίτους που εισράττεται και αποδίδεται ο ΦΠΑ, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι αυτοτελής, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, εν τούτοις αιτιολόγησε με πληρότητα την απόρριψή του, με την αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενη απόφασης, ότι η υποτιμολόγηση έγινε, σε άλλες μεν των περιπτώσεων με την αναγραφή στα σχετικά τιμολόγια της πωλήτριας εταιρείας, κατ' απαίτηση των αγοραστών-αναιρεσειόντων, μικρότερου τιμήματος από το πραγματικό και στις υπόλοιπες των περιπτώσεις με την έκδοση και δεύτερου τιμολογίου, στο πρώτο των οποίων αναγραφόταν μικρότερο τίμημα για το εισαγόμενο φορτηγό αυτοκίνητο από το πραγματικό, ύστερα από συνεννόηση πωλήτριας και αγοραστών και στο δεύτερο, τίμημα για αγορά ανταλλακτικών που προορίζοντο δήθεν για τα αυτοκίνητα που εισήγαγαν οι αναιρεσείοντες, στα οποία αναγραφόταν και ο αντίστοιχος αριθμός πλαισίου του εισαγόμενου αυτοκινήτου, τα οποία όμως δεν είχαν τις αντίστοιχες ελλείψεις.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ πρσοβαλλόμενοι με το κύριο δικόγραφο και το δικόγραφο των προσθέτων, λόγοι αναιρέσως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης κατά τα άνω ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν, επειδή δε, δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, καθώς και σε εκείνα του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Δεκεμβρίου 2004 αίτηση των : 1) ..... και 2) ..... για αναίρεση της υπ' αριθ. 1538/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών με τους πρόσθετους λόγους. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων δέκα (210) ευρώ ισομερώς, καθώς και σε εκείνα του πολιτικώς ενάγοντος εκ διακοσίων ενενήντα έξι (296) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Ιουνίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ