Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the appellant's argument was merely an evidentiary claim, not a legal error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Court of First Instance's judgment. The appellant argued the appellate court failed to consider a specific traffic incident, claiming this constituted a legal error under Article 559 of the Code of Civil Procedure. The court rejected this, determining the appellant's assertion was merely an evidentiary argument regarding the facts rather than a challenge to the court's evaluation of evidence or reasoning. Consequently, the appeal was found inadmissible and the appellant was ordered to pay the legal costs of the opposing parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495, 559, 561 of the Code of Civil Procedure: An appeal alleging a legal error must point to a specific legal flaw; arguments challenging the factual assessment or evidentiary evaluation constitute an attack on the court's discretion and are inadmissible as grounds for cassation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1331 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1331/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαριλένα Τσακίρη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 1ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Νταραντάνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 2η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κλεάνθη Χατζησιδερή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-3-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 10-7-2017 παρεμπίπτουσα αγωγή του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την από 25-11-2016 αγωγή του Ι. Κ. του Σ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1250/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6657/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-1-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ., τα ένδικα μέσα, μεταξύ των οποίων και εκείνο της αιτήσεως αναιρέσεως, ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του δικαστηρίου, το οποίο έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση, κατά δε το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, "Αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναιρέσεως είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη".
Με την ως άνω διάταξη καθιερώνεται η διετής καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως. Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.
Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από το νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες ασκήσεως ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ στην παρ. 1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής αποφάσεως του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.
Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους".
Τέλος, κατά μεν την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 4792/2021 "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορονοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194)", ήτοι η 6.4.2021", κατά δε την μεταγενέστερη επίσης ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 49 του Ν. 4963/2022 "1.
Κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 (Α' 104) και του πρώτου εδάφιου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α' 48) ως προθεσμίες ασκήσεως ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας [π.δ. 503/1985, (Α' 182), ΚΠολΔ]. 2.
Κατά την αληθή έννοια του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 και του τρίτου εδαφίου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 ως προθεσμίες ασκήσεως ενδίκων μέσων των οποίων παρατείνεται η λήξη νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ".
Είναι σαφές, επομένως, ότι οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται και στην καταχρηστική προθεσμία της ασκήσεως των ενδίκων μέσων και άρα και της αναιρέσεως και, επομένως, το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών της Χώρας δεν υπολογίζεται στην καταχρηστική προθεσμία ασκήσεως της αναιρέσεως (Α.Π. 632/2023, Α.Π. 1130/2022, Α.Π. 987/2022, Α.Π. 452/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 20-1-2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. 1249/113/16-2-2022) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 6657/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ.). Η ένδικη αίτηση ασκήθηκε νομοτύπως με την κατάθεσή της στις 16-2-2022 στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών και εμπροθέσμως, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, δεδομένου ότι από την επομένη της δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, στις 2-12-2019, άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των Δικαστηρίων της Χώρας, θα έληγε στις 3-12-2021, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13-3-2020 έως 31-5-2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7-11-2020 έως 6-4-2021 (5 μήνες) και συνολικώς χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 18 ημερών (άρθρα 74 παρ. 1, εδάφ.
α' του Ν. 4690/2020 και 83 παρ. 1, εδάφ. α' του Ν. 4790/2021), δεν είχε συμπληρωθεί (διετής προθεσμία) κατά την άσκηση αυτής (αιτήσεως αναιρέσεως) (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 6657/2019, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από 19-3-2017 (αριθμ.
εκθ. καταθ. 527489/1484/2017) αγωγή του ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) Α. Κ. ισχυρίσθηκε ότι κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, από υπαιτιότητα των M. D. και Ι. Κ., που οδηγούσαν, ο μεν πρώτος το με βουλγαρικές πινακίδες υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ φορτηγό όχημα (τράκτορα), το οποίο έσυρε το, επίσης με βουλγαρικές πινακίδες, υπ' αριθμ. ... (επικαθήμενο) όχημα, εφοδιασμένα αμφότερα με πράσινη κάρτα, ο δε δεύτερος το υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "... Α.Ε.", έλαβε χώρα αυτοκινητικό ατύχημα, υπό τις περιγραφόμενες στην αγωγή συνθήκες, που είχε ως επακόλουθο τον τραυματισμό του. Ζήτησε δε, κατόπιν γενομένου πρωτοδίκως παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι έχουν υποχρέωση να του καταβάλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, το συνολικό ποσό των 128.866,44 ευρώ, ως αποζημίωση (για τη θετική και αποθετική του ζημία) και ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, όπως τα επιμέρους κονδύλια εξειδικεύονται στην αγωγή, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Επίσης, ο Ι. Κ., με την από 25-11-2016 (αριθμ. εκθ. καταθ. 500888/118/2017) αγωγή του, ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, ισχυρίσθηκε ότι, κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ο Α. Κ., οδηγώντας την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, που ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "....", προσέκρουσε από υπαιτιότητά του, υπό τις περιγραφόμενες συνθήκες, στο υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του, προκαλώντας σ' αυτό υλικές ζημίες. Ζήτησε δε, να υποχρεωθεί η ως άνω εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία να του καταβάλει το ποσόν των 6.878 ευρώ, ως αποζημίωση της θετικής του ζημίας και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής του βλάβης, όπως τα κονδύλια εξειδικεύονται στην αγωγή, νομιμοτόκως από την κοινοποίηση (24-7-2015) της υπ' αριθμ.
καταθέσεως 7429/2015 προηγούμενης αγωγής του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, άλλως από την κοινοποίηση της κρινόμενης αγωγής του. Τέλος, το Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "...", με την από 10-7-2017 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 559257/2785/2017) παρεμπίπτουσα αγωγή του, ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, ισχυρισθέν ότι για τον τραυματισμό του Α.
Κ. κατά το ένδικο ατύχημα αποκλειστικώς υπαίτιος, άλλως συνυπαίτιος σε ποσοστό 95%, είναι ο Ι. Κ., οδηγός του ασφαλισμένου στην παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "....", υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ζήτησε να υποχρεωθεί η παρεμπιπτόντως εναγομένη να του καταβάλει κάθε ποσό, που θα υποχρεωθεί αυτό να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα Α.
Κ., για κεφάλαιο, τόκους και δικαστική δαπάνη, με τον νόμιμο τόκο από την καταβολή του. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο συνεκδίκασε τις ως άνω (κύριες και παρεμπίπτουσα) αγωγές και με την υπ' αριθμ. 1250/2018 οριστική του απόφαση απέρριψε την αγωγή του Ι. Κ. και την παρεμπίπτουσα αγωγή του Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "..." και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή του Α.
Κ.. Κατά της αποφάσεως αυτής οι διάδικοι άσκησαν αντίθετες εφέσεις και ειδικότερα: α) ο ενάγων Ι. Κ. την από 20.10.2018 (αριθμ. εκθ. καταθ. 4939/418/2019) έφεση, β) το Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "..." την από 2-5-2019 (αριθμ. εκθ. καταθ. 41163/3186/2019) έφεση και γ) ο ενάγων Α. Κ. την από 6-11-2018 (αριθμ. εκθ. καταθ. 106982/7551/2018) έφεση. Επ' αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 6657/2019, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 6-11-2018 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Α.
Κ., έγινε δεκτή η από 20-10-2018 έφεση του Ι. Κ. ως κατ' ουσίαν βάσιμη και εν μέρει δεκτή η από 2-5-2019 έφεση του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "..." και δη, κατά το μέρος που ζητείται με αυτήν η απόρριψη της κατ' αυτού από 19-3-2017 αγωγής, εν συνεχεία, εξαφανίσθηκε η υπ' αριθμ. 1250/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τα κεφάλαια αυτής με τα οποία απορρίφθηκε η από 25-11-2016 αγωγή του Ι.
Κ. και έγινε εν μέρει δεκτή η από 19-3-2017 αγωγή του Α. Κ., διακρατήθηκε η υπόθεση από το Εφετείο, απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 19-3-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος Α. Κ., έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η από 25-11-2016 αγωγή του Ι. Κ. και υποχρεώθηκε η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "....", να καταβάλει στον εν λόγω ενάγοντα το ποσό των 4.140,68 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την 24-7-2015, οπότε οχλήθηκε η τελευταία, με επίδοση προγενέστερης, ασκηθείσας ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, όμοιας αγωγής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1673/2022). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 736/2021). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 263/2022, Α.Π. 163/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το Δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του Α.Κ.
Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το Δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο, δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικώς, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 791/2022, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 551/2020, Α.Π. 12/2020).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.
Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 652/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 12/2020, Α.Π. 88/2019, Α.Π. 85/2019).
Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούσθηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα και από αδικοπραξία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του Α.Κ., στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία, που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ' άρθρο 4 του Ν. ΓΠΝ/1911 (Α.Π. 791/2022, Α.Π. 13/2020, Α.Π. 1459/2019, Α.Π. 1043/2019). Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 1673/2023, Α.Π. 1176/2023, Α.Π. 1.055/2023, Α.Π. 1673/2022, Α.Π. 1509/2022, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 551/2022).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν. 2.696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.
Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... και να μην προκαλούν γενικά με την συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών..." (Α.Π. 550/2021, Α.Π. 401/2021, Α.Π. 1098/2020, Α.Π. 1043/2019, Α.Π. 624/2019, Α.Π. 91/2019, Α.Π. 199/2018). Ακόμη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2.696/1999, "1.
Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές, πλησίον των σχολείων, πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων, στις απότομες κατωφέρειες, πλησίον των μέσων μαζικής μεταφοράς, που σταθμεύουν για να αποβιβάζουν ή επιβιβάζουν επιβάτες, κατά τις νυκτερινές ώρες, σε περίπτωση ομίχλης, βροχής, χιονιών, παγετού και γενικά όταν το οδόστρωμα είναι ολισθηρό" (Α.Π. 550/2021, Α.Π. 401/2021, Α.Π. 1098/2020, Α.Π. 1043/2019, Α.Π. 624/2019, Α.Π. 91/2019, Α.Π. 199/2018).
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ., "Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές, ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, εκτός αν άλλως ορίζεται με ειδική σήμανση".
Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Την 25-2-2015 και περί ώρα 16.40 ο ενάγων της από 25-11-2016 αγωγής Ι.
Κ., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." (δεύτερη αναιρεσίβλητη), εκινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών-Λαμίας, με κατεύθυνση από Αθήνα προς Λαμία.
Η ως άνω ΝΕΟΑΛ είναι οδός διπλής κατεύθυνσης, με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος περί τα 13,9 μέτρα, και επιπλέον μια λωρίδα έκτακτης ανάγκης (Λ.Ε.Α.), πλάτους περί τα 2,70 μέτρα, η οποία διαχωρίζεται από τις κύριες λωρίδες κυκλοφορίας με συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή.
Κατά το χρόνο εκείνο υπήρχε φωτισμός ημέρας, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν μέτρια, η ορατότητα απεριόριστη και επικρατούσε καλοκαιρία (βλ. την από 25-2-2015 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος). Όταν ο ανωτέρω οδηγός έφθασε στη Χ/Θ 25.600, αντιλήφθηκε ότι το όχημά του παρουσίαζε μηχανολογική βλάβη και άνοδο της θερμοκρασίας της μηχανής, και για το λόγο αυτό έθεσε σε λειτουργία τους δεξιούς δείκτες αλλαγής κατεύθυνσης, μείωσε σταδιακά την ταχύτητά του και, αφού έλεγξε την κίνηση των οχημάτων παραπλεύρως και όπισθεν αυτού, εισήλθε στη λωρίδα έκτακτης ανάγκης και ακινητοποίησε το όχημά του δίπλα στις μεταλλικές μπάρες, θέτοντας ταυτόχρονα σε λειτουργία τα φώτα επισήμανσης (alarm).
Πριν προλάβει να αποβιβασθεί, προκειμένου να τοποθετήσει στο οδόστρωμα προειδοποιητικό τρίγωνο, ο ενάγων της από 19-3-2017 αγωγής Α. Κ. (αναιρεσείων), ο οποίος οδηγούσε την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, κυριότητάς του, που ήταν ασφαλισμένη στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...." και εκινείτο με ταχύτητα 60-70 χ/ω στο δεξιό άκρο της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της Νέας εθνικής Οδού Αθηνών-Λαμίας, με κατεύθυνση από Αθήνα προς Λαμία, εισήλθε και κινήθηκε αδικαιολόγητα στη λωρίδα έκτακτης ανάγκης, χωρίς να αντιληφθεί το εντός αυτής ακινητοποιημένο όχημα του Ι.
Κ., παρότι, όπως προαναφέρθηκε, υπήρχε φωτισμός ημέρας και ορατότητα απεριόριστη, με αποτέλεσμα να επιπέσει με σφοδρότητα, με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσυκλέτας του, στο οπίσθιο τμήμα του ως άνω ακινητοποιημένου αυτοκινήτου. Στη συνέχεια, η δίκυκλη μοτοσικλέτα ανατράπηκε και σύρθηκε στο οδόστρωμα, ο οδηγός της εκτινάχθηκε και κατέληξε επί της διαχωριστικής γραμμής μεταξύ της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας και της ΛΕΑ, η δε μοτοσυκλέτα συνέχισε ακυβέρνητη την πορεία της και προσέκρουσε στο υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΦ φορτηγό όχημα (τράκτορας), που έσυρε το υπ' αριθμ. ... (επικαθήμενο) όχημα - τα οποία αμφότερα έφεραν βουλγαρικές πινακίδες, είχαν μόνιμο τόπο στάθμευσης τη Βουλγαρία και ήταν εφοδιασμένα με νόμιμη και ισχυρή πράσινη κάρτα με αριθμούς ... αντίστοιχα - το οποίο, οδηγούμενο από τον M. D., εκινείτο επί της αυτής ως άνω οδού, με την ίδια κατεύθυνση και στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας.
Η πρόσκρουση έγινε στο δεξιό μέρος του φορτηγού αυτοκινήτου, στο ύψος του τροχού του ντεπόζιτου και του προφυλακτήρα του δεύτερου άξονα αυτού. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η ως άνω μοτοσυκλέτα εξετράπη προς τη ΛΕΑ και προσέκρουσε επί του ακινητοποιημένου αυτοκινήτου του Ι. Κ., λόγω του ότι είχε προηγουμένως προσκρούσει επ' αυτής το προαναφερθέν φορτηγό αυτοκίνητο, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο οδηγός αυτής Α.
Κ. με την υπό κρίση αγωγή του. Αντίθετα, το γεγονός ότι δεν προηγήθηκε καμία επαφή του φορτηγού με τη μοτοσυκλέτα, αποδεικνύεται α) από την έκθεση αυτοψίας, στην οποία αναφέρεται ότι η μοτοσυκλέτα υπέστη υλικές ζημίες μόνο στο εμπρόσθιο και δεξιό τμήμα της (οφειλόμενες στην πρόσκρουσή της επί του ακινητοποιημένου αυτοκινήτου), και δεν αποτυπώνεται καμία φθορά στην αριστερή πλευρά της, όπου, κατά την περιγραφή του Α.
Κ., προσέκρουσε το φορτηγό, β) την κατάθεση του Ι. Κ., τόσο προανακριτικά όσο και στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ο οποίος παρακολουθούσε την κίνηση των οχημάτων από τον καθρέπτη, προκειμένου να βρει την κατάλληλη στιγμή για να αποβιβασθεί, και δεν διαπίστωσε καμία προηγούμενη επαφή του φορτηγού με τη μοτοσυκλέτα, παρά μόνο την είσοδο της τελευταίας στη ΛΕΑ και την πτώση της επί του αυτοκινήτου του.
Σημειώνεται ότι ο τελευταίος στρέφει την υπό κρίση αγωγή του μόνο κατά του Α. Κ. και της ασφαλιστικής του εταιρείας, ενώ αν είχε διαπιστώσει εμπλοκή του φορτηγού δεν είχε κανένα λόγο να μη στραφεί και κατά του οδηγού αυτού και του Γραφείου Διεθνούς Ασφάλισης, ώστε να διασφαλίσει την αποκατάσταση της ζημίας του και γ) ο ίδιος ο οδηγός Α.
Κ., στη δοθείσα κατά την ημέρα του ατυχήματος προανακριτική του κατάθεση, αναφέρει επί λέξει "κινιόμουν με ταχύτητα περίπου 65 χλ/ω επί της ΝΕΟΑΛ με κατεύθυνση προς Λαμία, στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, στην 25.600 Χ/Θ, όταν ξαφνικά προσέκρουσα στο πίσω μέρος ενός ερυθρού οχήματος (ενν. το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο του Ι.
Κ.)", χωρίς να κάνει καμία αναφορά σε προηγηθείσα πρόσκρουση του φορτηγού στη μοτοσυκλέτα του, που είχε ως επακόλουθο την εκτροπή της στη ΛΕΑ. Με τα δεδομένα αυτά, αποκλειστικά υπαίτιος του εν λόγω ατυχήματος είναι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας Α. Κ., η δε αμέλεια αυτού συνίσταται στο ότι, οδηγώντας το όχημά του, δεν κατέβαλε την προσοχή που όφειλε, ως μέσος συνετός και ευσυνείδητος οδηγός και μπορούσε υπό τις προεκτεθείσες συνθήκες και περιστάσεις να καταβάλει, κατ' άρθρο 330 ΑΚ.
Ειδικότερα, ο προαναφερόμενος οδηγός δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, αλλά εκινείτο επί της μονής συνεχόμενης, διαχωριστικής της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας και της ΛΕΑ, γραμμής, με ταχύτητα μικρότερη μεν του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου, αυξημένη όμως για τις συγκεκριμένες περιστάσεις - ενόψει του ότι στη δεξιά λωρίδα και παραπλεύρως αυτού εκινείτο το προαναφερθέν φορτηγό, το οποίο ο ίδιος επιχείρησε να προσπεράσει - με αποτέλεσμα να απωλέσει τον έλεγχο του οχήματός του, να εισέλθει αδικαιολόγητα στη Λ.Ε.Α, και να προσκρούσει στο ακινητοποιημένο σ' αυτή όχημα του Ι.
Κ., ενεργώντας κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3 και 20 παρ. 1 του ν. 2696/1999, η προπεριγραφείσα δε αμελής οδηγική συμπεριφορά του συνδέεται αιτιωδώς με την ως άνω σύγκρουση. Επίσης, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού δεν προέκυψαν στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε αμέλεια του Ι.
Κ., ενόψει του ότι ο τελευταίος, λόγω της εμφανισθείσας στο όχημά του μηχανικής βλάβης, νομίμως, κατ' άρθρ. 29 παρ. 3 και 9 του ΚΟΚ, εισήλθε στη ΛΕΑ και ακινητοποίησε το όχημά του, έχοντας θέσει σε λειτουργία τα φώτα επισήμανσης (alarm) δεν πρόλαβε δε να τοποθετήσει το προειδοποιητικό τρίγωνο, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το ατύχημα έλαβε χώρα αμέσως μετά την ακινητοποίηση του οχήματος και κατά τη διάρκεια που ο ίδιος έλεγχε από τον καθρέπτη την κίνηση των οχημάτων, προκειμένου να αποβιβασθεί με ασφάλεια προς ανεύρεση και τοποθέτηση αυτού.
Σημειώνεται ότι με την υπ' αριθμ. 2040/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο προαναφερθείς Ι. Κ. κηρύχθηκε αθώος της αποδοθείσας σ' αυτόν, σε σχέση με το ένδικο ατύχημα, πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια σε βάρος του Α. Κ.". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι αποκλειστικώς υπαίτιος για το ατύχημα είναι ο ενάγων - εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων Α.
Κ. και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την προβληθείσα από αυτόν ένσταση συνυπαιτιότητας στην πρόκληση της ενδίκου συγκρούσεως των οδηγών M. D. και Ι. Κ.. Ακολούθως, το Εφετείο ερεύνησε την έφεση του τελευταίου και του πρώτου των αναιρεσιβλήτων Ν.Π.Ι.Δ. και αφού δέχθηκε αυτές ως βάσιμες κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και αφού κράτησε και ερεύνησε τις αγωγές κατ' ουσίαν, απέρριψε ως αβάσιμη την από 19-3-2017 αγωγή του αναιρεσείοντος, δέχθηκε εν μέρει την από 25-11-2016 αγωγή του Ι.
Κ. ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και υποχρέωσε την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "....", να καταβάλει στον τελευταίο το ποσό των 4.140,68 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής του. Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 300, 330 και 914 του Α.Κ., καθώς και αυτές των άρθρων 19 παρ. 1, 2, 3 και 20 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), τις οποίες ορθά εφάρμοσε:
α) ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος, οδηγού της υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας και β) την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας των M. D., οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. φορτηγού (τράκτορα), που έσυρε το υπ' αριθμ. ... επικαθήμενο και Ι. Κ., οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος. Ειδικότερα, δέχθηκε ότι το φορτηγό αυτοκίνητο εκινείτο κανονικά στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της εθνικής οδού, ότι το Ι.Χ.Ε. σταμάτησε, λόγω μηχανικής βλάβης, εντός της Λ.Ε.Α., όπου και ακινητοποιήθηκε συννόμως και ότι ο αναιρεσείων ανέπτυξε με την δίκυκλη μοτοσικλέτα του ανεπίτρεπτη για τις επικρατούσες συνθήκες επί της οδού ταχύτητα, με αποτέλεσμα κατά την υπέρβαση με αυτήν του προπορευόμενου φορτηγού αυτοκινήτου, κινούμενος επί της συνεχούς διαχωριστικής γραμμής μεταξύ της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της εθνικής οδού και της Λ.Ε.Α., να μην εντοπίσει εγκαίρως το ακινητοποιημένο εντός της Λ.Ε.Α.
Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ούτε να πεδήσει αποτελεσματικά την μοτοσικλέτα του και να επιπέσει στο οπίσθιο τμήμα του αυτοκινήτου. Επομένως, με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, ως προς την προπεριγραφείσα συμπεριφορά των τριών οδηγών και το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια και, συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθμό 1, εδάφ.
α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της παραβάσεως των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 300, 330 και 914 του Α.Κ., καθώς και των άρθρων 19 παρ. 1, 2, 3 και 20 παρ. 1 του Ν. 2696/1999, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Από τις ίδιες δε πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 300 και 330 του Α.Κ.
και των προαναφερθέντων κανόνων οδικής κυκλοφορίας του Κ.Ο.Κ., τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί η αποκλειστική υπαιτιότητα του εμπλακέντος στο ένδικο ατύχημα αναιρεσείοντος. Ειδικότερα, το Εφετείο, διέλαβε σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τις συνθήκες του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς που επέδειξε ο αναιρεσείων στην πρόκληση αυτού (ατυχήματος) και του επελθόντος αποτελέσματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα αυτού, όσο και ως προς την έλλειψη οποιασδήποτε αμέλειας στο ένδικο ατύχημα των οδηγών M.
D. και Ι. Κ.. Πιο συγκεκριμένα, διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε ο αναιρεσείων, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δηλαδή ότι ο ως άνω οδηγός, οδηγώντας τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του επί της εθνικής οδού Αθηνών - Λαμίας, με κατεύθυνση προς Λαμία, ενώ εκινείτο επί της μονής συνεχόμενης γραμμής, η οποία διαχωρίζει τη δεξιά λωρίδα της εθνικής οδού με την Λ.Ε.Α., χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και χωρίς να ασκεί πλήρη έλεγχο και εποπτεία επί του οχήματός του, ώστε να μπορεί να ενεργεί τους κατάλληλους χειρισμούς για την αποφυγή ατυχήματος, επιχείρησε υπέρβαση εκ δεξιών του προπορευόμενου αυτού και κινουμένου στη δεξιά λωρίδα της εθνικής οδού υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. φορτηγού (τράκτορα), που έσυρε το υπ' αριθμ. ... επικαθήμενο, οδηγουμένου από τον M. D., χωρίς να εντοπίσει εγκαίρως το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Ι. Κ. και το οποίο είχε ακινητοποιηθεί λόγω μηχανικής βλάβης στην Λ.Ε.Α. και να επιπέσει επ' αυτού. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, διότι δεν προσδιορίζεται:
α) πόσο ήταν το πλάτος του οχήματος του Ι. Κ., β) πόσο χώρο κατέλαβε αυτό με την ακινητοποίησή του στην Λ.Ε.Α. και, ιδίως, πόσος ήταν ο εναπομείνας χώρος αριστερά του ακινητοποιημένου οχήματος του Ι. Κ. εντός της Λ.Ε.Α., ώστε να διακριβωθεί, εάν μπορούσε να κινηθεί και να διέλθει με ασφάλεια το όχημά του, το οποίο ήταν δίκυκλο, 125 cc, γ) πόση ήταν η απόσταση που χώριζε το δίκυκλό του από το όχημα του Ι.
Κ. κατά το χρόνο της ακινητοποιήσεώς του, ώστε να μπορεί να διακριβωθεί, εάν μπορούσε να το αποφύγει με τροχοπέδηση και μείωση της ταχύτητας ή ακινητοποίηση, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι η ταχύτητά του ήταν μικρότερη του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου, δ) πόσο είναι το πλάτος της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών - Λαμίας, στο ρεύμα αυτής προς Αθήνα, επί της οποίας εκινείτο το υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΦ φορτηγό όχημα (τράκτορας), που έσυρε το υπ' αριθμ. ... (επικαθήμενο) όχημα και σε ποιο σημείο αυτής (αριστερό, μέσο ή δεξί) εκινείτο, ε) ποια ήταν η θέση του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. φορτηγού οχήματος στο οδόστρωμα σε σχέση με το όχημά του (μπροστά, πίσω, παραλλήλως με αυτό) κατά τον προ της συγκρούσεως χρόνο, στ) πόσος ήταν ο εναπομείνας χώρος δεξιά της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας επί της οποίας εκινείτο το ανωτέρω φορτηγό όχημα, ώστε να μπορεί να διακριβωθεί η δυνατότητα διελεύσεως δι' αυτού, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι εκινείτο στο άκρο δεξιό της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, ζ) ποια ήταν η ταχύτητα του υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. φορτηγού οχήματος κατά το χρόνο της συγκρούσεως, ώστε να διαπιστωθεί, εάν μπορούσε να το προσπεράσει, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι εκινείτο με ταχύτητα 60-70 χλμ/ώρα και η) δεν εξειδικεύει ποιες ήταν οι συγκεκριμένες πράξεις και παραλείψεις του, οι οποίες καθιστούσαν μη συνετή την οδήγηση και μη ενδεδειγμένη την κίνηση του οχήματός του, καθώς και αν οι συγκεκριμένες πράξεις ή παραλείψεις του είχαν ως αποτέλεσμα τη σύγκρουση των οχημάτων, δεν αποτελούν ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα των συνθηκών υπό τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα.
Οι παραπάνω αιτιάσεις, όπως και οι ειδικότερες ελλείψεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αναιρεσείοντα, προβάλλονται απαραδέκτως, διότι αυτές αφορούν την πληρέστερη, κατά την άποψή του (αναιρεσείοντος), ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και, υπό την επίφαση της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα σχετικώς με την αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ατυχήματος.
Όσα αναφέρει ο αναιρεσείων παραπάνω, δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά απλά επιχειρήματα, για τα οποία δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη και διεξοδική ανάλυση, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής αβασιμότητας των ως άνω αιτιάσεων, εφ' όσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, εκτίθενται αναλυτικώς οι επικρατούσες συνθήκες της οδού, η αρχική πορεία καθενός των οχημάτων και η θέση αυτών επί της οδού πριν από την σύγκρουση και οι συγκρουσθείσες επιφάνειες των οχημάτων.
Ακόμη και σχετικώς με την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας των οδηγών M. D. και Ι. Κ. για την πρόκληση της ένδικης συγκρούσεως διέλαβε το Εφετείο ότι ο μεν πρώτος οδηγός εκινείτο κανονικά στην δεξιά λωρίδα της εθνικής οδού, με κατεύθυνση από Αθήνα προς Λαμία, ο δε δεύτερος οδηγός είχε ακινητοποιήσει το αυτοκίνητό του εντός της Λ.Ε.Α.
λόγω μηχανικής βλάβης, ενώ οι ως άνω οδηγοί (Ι. Κ. και M. D.) δεν επέδειξαν οποιαδήποτε αμελή συμπεριφορά, που να συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το Δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νομίμου προτάσεώς τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ. Α.Π. 14/2011, Α.Π. 415/2023, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 1330/2022). Σε περίπτωση, δηλαδή, παραλείψεως του Δικαστηρίου να λάβει υπ' όψη κάποιον πραγματικό ισχυρισμό, για την ίδρυση του ως άνω αναιρετικού λόγου πρέπει ο αγνοηθείς ισχυρισμός να είναι ουσιώδης και πρόσφορος να επηρεάσει ευνοϊκώς για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Συνεπώς, εάν ο προβληθείς ισχυρισμός είναι μη νόμιμος ή αόριστος, δηλαδή επουσιώδης, δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναιρέσεως (Α.Π. 20/2023, Α.Π. 246/2020, Α.Π. 447/2020, Α.Π. 558/2018, Α.Π. 1447/2017). Πάντως, ο λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. δεν στοιχειοθετείται, αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό, που προτάθηκε και ευθέως τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, διότι η απόρριψη σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπ' όψη, ανεξαρτήτως αν δεν έγινε δεκτός (Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1330/2022, Α.Π. 983/2018). Ακόμη, ο ίδιος λόγος δεν στοιχειοθετείται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ' ουσίαν εκ των πραγμάτων προταθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά, που τον συγκροτούν (Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1330/2022, Α.Π. 377/2019, Α.Π. 983/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδάφ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη του πράγματα, που προτάθηκαν νομίμως από αυτόν πρωτοδίκως και επαναφέρθηκαν στο Εφετείο με λόγο εφέσεως και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, ειδικότερα, δεν έλαβε υπ' όψη το πραγματικό γεγονός ότι το οδηγούμενο από τον M.
D. φορτηγό αυτοκίνητο επιχείρησε να τον προσπεράσει από αριστερά, αλλά λόγω του όγκου του και της ταχύτητάς του κατά την υπέρβαση, τον εξέτρεψε της πορείας του προς τα δεξιά, με αποτέλεσμα να επιπέσει επί του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, το οποίο ο οδηγός του Ι. Κ. είχε ακινητοποιήσει εντός της Λ.Ε.Α. λόγω μηχανικής βλάβης.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον: α) ο ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος δεν συνιστά "πράγμα" κατά την προαναφερθείσα έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., αλλά πραγματικό επιχείρημα για την υποστήριξη των απόψεών του κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και β) υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτό, προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες ο αναιρεσείων έχει διαφορετική άποψη.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, καθόσον από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη τον ανωτέρω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε καταλήγοντας σε αντίθετο πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό.
Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε στη δίκη, στα δικαστικά έξοδα κάθε αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο, περί τούτου, αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-1-2022 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 6657/2019 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα, παραβόλου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700€), για καθένα εξ αυτών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία ο αρχαιοτέρας της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ