Legislator Case Law & Legislation
1331/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and improper challenge to factual assessment.

Case Number 1331/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by five individuals against a single-judge court decision regarding child custody. The appellants argued that the lower court erred in its factual findings and failed to establish an emotional bond, but the court rejected these claims as vague and insufficient. The court ruled that the arguments merely challenged the court's evaluation of evidence rather than presenting specific legal errors, rendering the appeal inadmissible under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 739 et seq. of the Civil Procedure Code; Article 47 of Law 2447/1996: An appeal is inadmissible if the grounds are vague, fail to state the material facts accepted by the lower court, or improperly challenge the court's evaluation of evidence.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds factual assessment child custody Civil Procedure Code evaluation of evidence single judge decision

Cited Legislation

AI generated
Articles 739 et seq. of the Civil Procedure Code
Article 47 of Law 2447/1996
Article 495 of the Civil Procedure Code
Articles 176 and 183 of the Civil Procedure Code
Article 281 paragraph 2 of Law 3463/2006

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1331 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1331/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Μαρί Δεργαζαριάν και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Ι. Ο. Φ. του Τ., 2) Ε. Τ. του Ζ., 3) Σ. Ρ. του Α., συζ. Ε. Τ., 4) Ε. Σ. του Ζ. και 5) Μ. Α. της Γ., συμβίας Ε. Σ., κατοίκων Αλεξανδρούπολης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παράσχο Παπαδάκη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 8-2-2023 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αλεξανδρούπολης, Δ. Π., 2) Ε. Ν. του Ζ. και 3) Χ. Τ. του Α., κατοίκων Αλεξανδρούπολης, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Κοινοποιουμένη η αναίρεση και η κλήση στους: 1) Εισαγγελέα Αρείου Πάγου, 2) Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αλεξανδρούπολης, 3) Τμήμα Κοινωνικής Αλληλεγγύης της Διεύθυνσης Δημόσιας Υγείας & Κοινωνικής Μέριμνας της Περιφερειακής Ενότητας Έβρου, 4) Εταιρεία Προστασίας Ανηλίκων του Εφετείου Θράκης και 5) Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Η 5η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Αναγνώστου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1ος, 2ος, 3ο και 4η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-5-2020 και με αριθμ. καταθ. 72/ΕΜ/27-5-2020 αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αλεξανδρούπολης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου πρόσθετη παρέμβαση της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης.

Εκδόθηκε η 141/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 6-10-2020 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 180/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 16-5-2022 κλήση των αναιρεσειόντων - καλούντων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρί Δεργαζαριάν, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες - καλούντες και η 5η των προς κοινοποίηση διαδίκων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 6-10-2020, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 141/2020 ανέκκλητη, ως μη υποκείμενης σε έφεση κατά τη διάταξη του άρθρου 47 εδ.α'του ν.2447/1996, οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. ΚΠολΔ), με την οποία, κατά παραδοχή της ουσιαστικής βασιμότητας της από 27-5-2020 και με αριθμό κατάθεσης 72/Ε.Μ./27-5-2020 αιτήσεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αλεξανδρούπολης περί ανάκλησης της υπ' αριθ. 87/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, ανακλήθηκε κατά ένα μέρος η με αριθμό 87/18-5-2020 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, διατάχθηκε η αφαίρεση του συνόλου της επιμέλειας των ανηλίκων Τ.

Ε., Σ. Ε., Ί. Ε. και Ν. Ε. από την Φ. Ι. Ο. του Τ. (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) και ανατέθηκε η επιμέλεια αυτών στις ανάδοχες οικογένειες, που είχε ανατεθεί με την με αριθμό 113/2019 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αλεξανδρούπολης και την με αριθμό 222/2.10.2019 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 § 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ).

Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΟλΑΠ 14/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ` αριθ. 3965Δ, 3971Δ, 3970Δ, 3964Δ, 3966Δ/15-6-2022 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Θράκης (με έδρα το Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης) Ε. Τ. και την υπ' αριθ. 6142/14-6-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θράκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Ροδόπης Ι.

Δ., τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι αναιρεσείοντες, με επιμέλεια των οποίων προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για την ορισθείσα δικάσιμο της 17-2-2023, προκύπτει ότι αντίγραφο της άνω αίτησης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους εκ των αναιρεσιβλήτων Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αλεξανδρούπολης, στον Ε.

Ν. και στη Χ. Τ., καθώς επίσης στους προς τους καθ' ων η κοινοποίηση, Εταιρεία Προστασίας Ανηλίκων του Εφετείου Θράκης, Τμήμα Κοινωνικής Αλληλεγγύης της Διεύθυνσης Δημοσίας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας της Περιφερειακής Ενότητας Έβρου και Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, αντίστοιχα. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νόμιμη δικάσιμο της υποθέσεως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, εμφανίσθηκε μόνον η προς ην η κοινοποίηση Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, ενώ οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Επομένως, εφόσον οι απολιπόμενοι αναιρεσίβλητοι έχουν κλητευθεί νομίμως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1532 ΑΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 28 του ν. 2447/1996 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 22 του ν. 3346/2005: "Αν ο πατέρας ή η μητέρα παραβαίνουν τα καθήκοντα που τους επιβάλλει το λειτούργημα τους για την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου ή τη διοίκηση της περιουσίας του ή αν ασκούν το λειτούργημα αυτό καταχρηστικά ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σ` αυτό, το δικαστήριο μπορεί, εφόσον το ζητήσουν ο άλλος γονέας, οι πλησιέστεροι συγγενείς του τέκνου, ο εισαγγελέας ή και αυτεπαγγέλτως, να διατάξει οποιοδήποτε πρόσφορο μέτρο.

Το δικαστήριο μπορεί ιδίως να αφαιρέσει από τον ένα γονέα την άσκηση της γονικής μέριμνας ολικά ή μερικά και να την αναθέσει αποκλειστικά στον άλλο ή, αν συντρέχουν και στο πρόσωπο αυτού οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, να αναθέσει την πραγματική φροντίδα του τέκνου ή, ακόμη, και την επιμέλεια του ολικά ή μερικά σε τρίτον ή και να διορίσει επίτροπο.

Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του πρώτου εδαφίου και επίκειται άμεσος κίνδυνος για τη σωματική ή την ψυχική υγεία του τέκνου, ο εισαγγελέας μπορεί να διατάσσει κάθε πρόσφορο μέτρο για την προστασία του, μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του δικαστηρίου, στο οποίο πρέπει να απευθύνεται εντός τριάντα ημερών".

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1536 ΑΚ: "Αν από τότε που εκδόθηκε δικαστική απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα μεταβλήθηκαν οι συνθήκες, το δικαστήριο οφείλει, ύστερα από αίτηση ενός ή και των δύο γονέων, των πλησιέστερων συγγενών του τέκνου ή του εισαγγελέα, να προσαρμόσει την απόφασή του στις νέες συνθήκες, ανακαλώντας ή μεταρρυθμίζοντάς την, σύμφωνα με το συμφέρον του τέκνου, και ιδίως να αποδώσει στους γονείς την άσκηση της γονικής μέριμνας που τους είχε αφαιρεθεί".

Εφόσον κάθε απόφαση του δικαστηρίου σχετική με τη ρύθμιση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου (άρθρο 1511 παρ. 2 εδ. β ΑΚ`), είναι αναγκαίο να υπάρχει δυνατότητα ανάκλησης ή μεταρρύθμισής της, εφόσον αυτή καθίσταται επιβεβλημένη χάριν καλύτερης εξυπηρέτησης του συμφέροντός του λόγω μεταβολής των συνθηκών, στις οποίες στηρίχθηκε το δικαστήριο κατά την έκδοση της αρχικής αποφάσεως.

Για την εξυπηρέτηση της αναγκαιότητας αυτής εισήγαγε ο νομοθέτης τη διάταξη του άρθρου 1536 ΑΚ, με την οποία και καθιερώνεται απόκλιση από την καταρχήν δεσμευτική ενέργεια των δικαστικών αποφάσεων (άρθρο 321 ΚΠολΔ). Η απόκλιση αυτή ισχύει για όλες τις δικαστικές αποφάσεις που ως αντικείμενο έχουν τη ρύθμιση της άσκησης της γονικής μέριμνας.

Η παρεχόμενη στο δικαστήριο δυνατότητα αποτελεί στην πραγματικότητα ιδιότυπη υποχρέωσή του, αναγνωριζόμενη από το ουσιαστικό δίκαιο, η οποία του δίνει αρμοδιότητα για μεταβολή της αρχικής αποφάσεώς του. Σύμφωνα με τον σκοπό της διατάξεως, η απαιτούμενη για την εφαρμογή της μεταβολή των συνθηκών περιλαμβάνει όχι μόνον τη μεταβολή των πραγματικών δεδομένων υπό τα οποία εκδόθηκε η απόφαση που ρύθμισε τη γονική μέριμνα, αλλά και, γενικότερα, την εμφάνιση περιστατικών, τα οποία οδηγούν σε διαφορετική ενδεχομένως κρίση.

Τα περιστατικά αυτά είναι αδιάφορο αν συνέβησαν τώρα για πρώτη φορά, ή υπήρχαν ήδη κατά τον χρόνο της αποφάσεως και δεν τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, ή παραβλέφθηκαν, ή έγινε κακή εκτίμηση, ενώ κατά μία ευρύτερη ερμηνεία, κάθε απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα μπορεί να ανακληθεί ή μεταρρυθμιστεί οποτεδήποτε και, μάλιστα, ανεξάρτητα από το αν μεταβλήθηκαν ή όχι τα πραγματικά περιστατικά, εφόσον αυτό επιβάλλεται από το συμφέρον του τέκνου.

Το ότι η μεταρρύθμιση της αποφάσεως επιβάλλεται από το συμφέρον του τέκνου σημαίνει μεταβολή της αρχικής κρίσεως, η οποία θα στηρίζεται στην εμφάνιση νέων περιστατικών, στοιχείων και δεδομένων. Η επιγενόμενη μεταβολή των συνθηκών ή τα νέα πραγματικά περιστατικά θα σχετίζονται με το πρόσωπο του παιδιού, τα πρόσωπα των γονέων ή του τρίτου στον οποίο ανατέθηκε η γονική μέριμνα ή, τέλος, θα αναφέρονται στις γενικότερες συνθήκες του κοινωνικού περιβάλλοντος του ανηλίκου (ΑΠ 1011/2020, ΑΠ 457/2020).

Η εν λόγω διάταξη, ωστόσο, ισχύει παράλληλα με τη διάταξη του άρθρου 758 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει γενικά τη διαδικασία ανάκλησης αποφάσεων, εκδοθεισών κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, και δεν θέτει την τελευταία εκτός εφαρμογής, τουλάχιστον κατά το μέρος που δεν εισάγει ειδικότερες ρυθμίσεις, αποκλίνουσες από τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 758 ΚΠολΔ.

Συγκεκριμένα κατά την εν λόγω διάταξη οι αποφάσεις που αποφαίνονται οριστικά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, μπορούν με αίτηση διαδίκου, μετά τη δημοσίευσή τους, να ανακληθούν ή να μεταρρυθμιστούν από το δικαστήριο που τις εξέδωσε, αν προκύψουν νέα πραγματικά περιστατικά ή μεταβληθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν.

Η ανάκληση ή μεταρρύθμιση γίνεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 741 έως 781. Απαραίτητη προϋπόθεση και για το παραδεκτό της συζήτησης της βάσει της διάταξης του άρθρου 1536 ΑΚ, αίτησης ανάκλησης απόφασης περί αφαίρεσης γονικής μέριμνας, είναι η κλήτευση στην ανοιγείσα με αυτή δίκη, όλων των διαδίκων της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η ανακαλούμενη απόφαση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Ειδικότερα στην περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α` του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005).

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 586/2020, ΑΠ 109/2020).

Ειδικότερα από τις διατάξεις των άρθρων 118 § 2, 566 § 1, 577 § 3 και 578 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ` ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα, παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως).

Διότι, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 578 ΚΠολΔ), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, είτε αν τα πραγματικά γεγονότα, που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.

Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου. Και τούτο, γιατί, μόνο κατ` αυτό τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης.

Εξάλλου, η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΟλομΑΠ 27/1998, ΑΠ 892/2019, ΑΠ 259/2019). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 141/2020 οριστική απόφαση του, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με τις υπ' αριθ. έκθεσης κατάθεσης 787/Ε.Μ./129/10-7-2019, 788/Ε.Μ./130/ 10-7-2019, 789/2.Μ./ 131/10-7-2019, 790/ Ε.Μ./132/ 10-7-2019 και 791/Ε.Μ./133/10-7-2019 αιτήσεις ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αλεξανδρούπολης ζήτησε να διαταχθεί από το Δικαστήριο η αφαίρεση της άσκησης της γονικής μέριμνας, άλλως της επιμέλειας του προσώπου των έξι νεότερων τέκνων από τα οκτώ που είχαν αποκτήσει οι Ε.

Ν. και Χ. Τ. και να ανατεθεί αυτή εξ ολοκλήρου σε ανάδοχες οικογένειες ή σε Δομή Φιλοξενίας. Κατά τη διεξαχθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης δίκη, η Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης άσκησε πρόσθετη παρέμβαση και επί των πέντε αιτήσεων του Εισαγγελέως, ενώ αίτηση άσκησαν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επικαλούμενοι ότι είναι εξ αίματος συγγενείς των ανηλίκων τέκνων των καθ' ων Ε.

Ν. και Χ. Τ., ζήτησαν να ανατεθεί στην πρώτη εξ αυτών η γονική μέριμνα των τέκνων Ν., Σ. και Τ., στον δεύτερο και στην τρίτη εξ αυτών η γονική μέριμνα του Α. και στον τέταρτο και πέμπτη εξ αυτών η γονική μέριμνα του Ν. και του Ί.. Επί των αιτήσεων αυτών που συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκε η υπ' αριθ. 222/2019 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία αφαιρέθηκε από τους Ε.

Ν. και Χ. Τ. εξ ολοκλήρου η γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους Τ. Ε., Σ. Ε., Ί. Ε., Ν. Ε., Α. Ε. και Ν. Ε., ανατέθηκε η επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου Α. σε Δομή Φιλοξενίας, του Ν. Ε. στην πρώτη αναιρεσείουσα γιαγιά του και των υπολοίπων σε ανάδοχες οικογένειες. Στη συνέχεια οι νυν αναιρεσείοντες υπέβαλαν ενώπιον του ιδίου Δικαστηριου την υπ' αριθ.

κατάθεσης 242/Ε.Μ./2019 αίτηση αιτούμενοι τη μεταρρύθμιση- ανάκληση της υπ' αριθ. 222/2019 απόφασης. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 87/2020 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία ανατέθηκε η επιμέλεια όλων των τέκνων (ήτοι του Α. που βρισκόταν σε Δομή Φιλοξενίας και των λοιπών τεσσάρων Τ. Ε., Σ. Ε., Ί. Ε., Ν.

Ε.) στην πρώτη αναιρεσείουσα. Κατόπιν τούτου ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αλεξανδρούπολης υπέβαλε την υπ' αριθ. κατάθεσης 72/ΕΜ/27-5-2020 αίτηση με την οποία, παραθέτοντας πραγματικά περιστατικά αφενός υφιστάμενα κατά την έκδοση της υπ' αριθ. 87/2020 αποφάσεως που δεν λήφθηκαν υπόψη και δεν αξιολογήθηκαν από αυτήν, αφετέρου μεταγενέστερα περιστατικά που στοιχειοθετούν μεταβολή των συνθηκών από την έκδοσή της, ζήτησε την ανάκληση άλλως τη μεταρρύθμιση της υπ' αριθ. 87/2020 αποφάσεως, με την αφαίρεση της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων Τ.

Ε., Σ. Ε., Ί. Ε., Ν. Ε., Α. Ε. από την πρώτη αναιρεσείουσα και την ανάθεση του συνόλου της επιμέλειας αυτών κατά το διατακτικό της υπ' αριθ. 222/2019 αποφάσεως, ήτοι του Α. Ε. στη Δομή Φιλοξενίας Βόλου, των Τ. Ε., Σ. Ε., Ί. Ε., Ν. Ε. στις ανάδοχες οικογένειες. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη, με την οποία διατάχθηκε να παραμείνει στην πρώτη αναιρεσείουσα η επιμέλεια του Α., ενώ η επιμέλεια των Τ.

Ε., Σ. Ε., Ί. Ε., Ν. Ε., Α. Ε. ανατέθηκε στις ανάδοχες οικογένειες, όπως είχαν ορισθεί με την υπ' αριθ. 222/2019 απόφαση. Κατά της αποφάσεως αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν την υπό κρίση αναίρεση.

Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσης αιτιώνται οι αναιρεσείοντες την προσβαλλομένη για την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ήτοι ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1536, 1533 ΑΚ, 9 ν. 2082/1992, 9 του Συντάγματος, 8 της ΕΣΔΑ και ν.4538/2013. Ειδικότερα εκθέτουν στους αναφερομένους ως λόγους αναίρεσης ότι οι λόγοι που εξέθετε ο Εισαγγελέας για να ζητήσει την ανάκληση -μεταρρύθμιση της υπ' αριθ. 87/2020 αποφάσεως, και ειδικότερα ότι δεν είχε γίνει κοινωνική έρευνα στα παιδιά που βρίσκονταν στις ανάδοχες οικογένειες και ότι δεν έλαβε υπόψη τις μεταγενέστερες της έκδοσης της απόφασης από 26-5-2020 ενημερωτικές εκθέσεις, οι οποίες εκπονήθηκαν με μέριμνα του τμήματος αλληλεγγύης της Π.Ε.

Έβρου, 1) δεν βάλλουν κατά της αιτιολογίας της εν λόγω απόφασης, με την οποία η πρώτη αναιρεσείουσα-γιαγιά των τέκνων κρίθηκε ικανή να αναλάβει την επιμέλεια όλων των τέκνων, δεν λαμβάνει υπόψη την αλλαγή του κοινωνικού περιβάλλοντος των παιδιών, ούτε ανατρέπει την από 13-1-2020 κοινωνική έκθεση της εταιρείας προστασίας ανηλίκων, αλλά και οι από 26-5-2020 ενημερωτικές εκθέσεις για το πώς διαβιούν τα παιδιά με τους αναδόχους γονείς, δεν μπορούν να θεωρηθούν νέα στοιχεία. 2) Η προσβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε τα υφιστάμενα κατά την έκδοσή της πραγματικά περιστατικά που αφορούν την αρχική κατάσταση, το συγγενικό περιβάλλον των ανηλίκων και το πρόσωπο της γιαγιάς-πρώτης αναιρεσείουσας 3) Η προσβαλλομένη αναφέρει αβάσιμα ότι η υπ' αριθ. 87/2020 απόφαση προέβη σε εκτενή αναφορά της οικονομικής κατάστασης της αναιρεσείουσας, η οποία όμως προϋπήρχε και 4) η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν προτίμησε τη συγγενική αναδοχή (εφόσον υπάρχει ικανό συγγενικό περιβάλλον για την ένωση όλων των αδελφών) αλλά την ανάθεση της επιμέλειάς τους σε ξένες ανάδοχες οικογένειες, προκρίνοντας αυθαίρετα ότι η λύση αυτή εξυπηρετεί το αληθινό συμφέρον των τέκνων.

Ήτοι η προσβαλλομένη που υπέπεσε στις ανωτέρω πλημμέλειες προέβη στην ανάκληση της υπ' υπ' αριθ. 87/2020 αποφάσεως κατά παράβαση του άρθρου 758 ΚΠολΔ.

Με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης αιτιώνται οι αναιρεσείοντες την προσβαλλομένη ότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες κατ' άρθρο 559 αρ. 19 και ότι παραβαίνει τη διεθνή σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού που έχει ως κριτήριο το αληθινό συμφέρον του τέκνου. Οι αποδιδόμενες με τους λόγους αυτού πλημμέλειες συνίστανται στο ότι 1)ενώ η πρώτη αναιρεσείουσα-γιαγιά κρίθηκε ικανή να αναλάβει την επιμέλεια, εκτός των δύο μεγαλυτέρων εγγονών της Ε.

Ν. και Ε. Τ. (οι οποίοι ήδη διέμεναν μαζί της), του Ε. Α. και του Ε. Ν., δεν της ανατέθηκε η επιμέλεια και των υπολοίπων τεσσάρων εγγονών της με την αιτιολογία ότι διαβιούν καλύτερα με τους αναδόχους γονείς, 2) δεν αιτιολογεί από ποια νέα στοιχεία οδηγήθηκε στην ανάκληση της υπ' αριθ. 87/2020 απόφασης, 3) δεν αιτιολογεί γιατί επέλεξε την ανάθεση της επιμέλειας σε ξένες ανάδοχες οικογένειες και τη διάσπαση της οικογένειας, αντί κατ' εφαρμογή των ως άνω διατάξεων να επιλέξει τη συγγενική αναδοχή, εφόσον υπάρχει το κατάλληλο οικογενειακό περιβάλλον, επικαλούμενη απλώς την κατάσταση των παιδιών πριν την ανάθεση και μετά την ανάθεση της επιμέλειας αυτών στις ανάδοχες οικογένειες ότι 4) δεν αιτιολογείται γιατί δεν προέκυψε συναισθηματικός δεσμός των δεύτερου, τρίτης τέταρτου και πέμπτης των αναιρεσειόντων (θείων των ανηλίκων).

Οι λόγοι αυτοί, είναι απαράδεκτοι, ως αόριστοι, αφού δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, υπό τα οποία και συντελέστηκαν οι επικαλούμενες παραβιάσεις.

Μάλιστα, κατά την προεκτεθείσα μείζονα σκέψη, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τους αναιρεσείοντες συμπέρασμα.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους αναφερομένους ως λόγους αναίρεσης παρατίθενται μόνο τα κατά την εκδοχή των αναιρεσειόντων πραγματικά περιστατικά και τα συμπεράσματα των ιδίων όσον αφορά τις κρίσεις της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης. Ανεξαρτήτως, όμως, της αοριστίας τους, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι και διότι τα περιστατικά, τα οποία διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, προκειμένου να ισχυρισθούν οι αναιρεσείοντες ότι είναι εσφαλμένη η κρίση της προσβαλλομένης δεν αποτελούν ζητήματα, αλλά αξιολόγηση των αποδείξεων, ώστε με το πρόσχημα των επικαλουμένων πλημμελειών, να πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα.

Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο. Οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα της προς κοινοποίηση η αναίρεση Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της.(άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) μειωμένα όμως, σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του ν.3463/2006, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Δικαστικά έξοδα υπέρ των αναιρεσιβλήτων δεν επιδικάζονται, εφόσον δεν υποβλήθηκε από αυτούς, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6-10-2020 αίτηση των 1)Ι. Ο. Φ., 2)Ε. Τ. 3) Σ. Ρ., 4) Ε. Σ. και 5)Μ. Α. για αναίρεση της υπ' αριθ. 141/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα της προς κοινοποίηση η αναίρεση Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Αυγούστου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ