Supreme Court dismisses appeal on car accident damages, upholding lower court's evidence assessment and liability findings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's judgment regarding damages from a car accident. The appellant argued that the technical report submitted by the plaintiff was not properly considered by the appellate court. The court ruled that the lower court had duly taken all evidence into account, including the technical report, and that the appellant's claim of non-consideration was unfounded. Consequently, the appeal was rejected, the costs were awarded to the plaintiffs, and the original judgment stood.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914 et seq. of the Civil Code and Article 1 et seq. of Law 1911/1911; The court must evaluate all evidence presented by the parties, and an appeal claiming that specific evidence was ignored is inadmissible if the lower court's decision clearly demonstrates that the evidence was considered.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1331 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1331/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Ουρανία Παπαδάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ό. Π. του Α., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κοτζαμανίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων:
1) Ε. Ε. του Ε., κατοίκου …, 2) Α. Φ. του Κ., κατοίκου…, για τον εαυτό του ατομικά και ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αρχικώς ενάγοντος Κ. Φ. του Α., 3) Σ. Φ. του Α., κατοίκου…, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σωτηρία Νικούλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ και
4) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-11-2014 αγωγή των ήδη 1ης, 2ου και 3ης των αναιρεσιβλήτων και του ήδη αποβιώσαντος Κ. Φ. του Α., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 22-01-2015 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη 4ου αναιρεσιβλήτου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1784/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2056/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-11-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ουρανία Παπαδάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 08-11-2018 (αρ. κατ. 3874/2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αρ. 2056/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των ζημιών από αυτοκίνητο, έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ.577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ).
[Α] Από τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του ΑΚ και 1 επ. του ν. ΓπΝ’/1911 προκύπτει ότι η αξίωση αποζημιώσεως, εξαιτίας αυτοκινητικού ατυχήματος, κατά το οποίο προκαλείται βλάβη σε πρόσωπα ή πράγματα, μπορεί να στηριχθεί τόσο στην ΑΚ 914, όσο και στο νόμο ΓπΝ’/1911. Οι προϋποθέσεις ευθύνης καθεμιάς ρυθμίσεως είναι διαφορετικές. Η πρώτη προϋποθέτει πταίσμα, όχι όμως και η άλλη, με την οποία καθιερώνεται ειδική ευθύνη του ιδιοκτήτη, του κατόχου και του οδηγού αυτοκινήτου για τις ζημίες που προκαλούνται σε τρίτους κατά την λειτουργία του (αυτοκινητικό ατύχημα), ήτοι ευθύνη από διακινδύνευση, ανεξάρτητη από το πταίσμα (γνήσια αντικειμενική ευθύνη).
Ειδικότερα, από τον συνδυασμό των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξεως ή παραλείψεως αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως και της επελθούσας ζημίας.
Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 του ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά την συναλλακτική καλή πίστη από τον δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Επομένως, για την θεμελίωση αγωγής αποζημιώσεως για ζημίες που προξενούνται από αυτοκίνητο, κατά την λειτουργία του σε τρίτους που έχει ως βάση την από το άρθρο 914 του ΑΚ ευθύνη του οδηγού του φερόμενου ως ζημιογόνου αυτοκινήτου, μεταξύ των αναγκαίων στοιχείων που πρέπει να εκτίθενται σ' αυτή, είναι τα περιστατικά που συνιστούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά αυτού, η οποία μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφ' όσον εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο, την δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. ΓΠΝ/1911 που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ σύμφωνα με τα άρθρα 47 και 114 ΕισΝΑΚ "διά πάσαν υπό του αυτοκινήτου, κατά την λειτουργίαν του ζημίαν προς τρίτους ενέχονται εις αποζημίωσιν ο τε οδηγός και ο, κατά το άρθρο 2 κάτοχος, ο δε ιδιοκτήτης εν η περιπτώσει είναι τοιούτος άλλος ή ο κάτοχος, ενέχεται μέχρι της αξίας του αυτοκινήτου, το οποίο παραχωρών εις το ζημιωθέν πρόσωπο δύναται κατά την κρίσιν του δικαστηρίου ν' απαλλαγεί πάσης άλλης αποζημιώσεως".
Από την ως άνω διάταξη συνάγεται ότι επειδή η ευθύνη του ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου θεμελιώνεται ανεξάρτητα από το αν αυτός κατά το χρόνο του ατυχήματος είναι οδηγός ή κάτοχος (αντικειμενική ευθύνη), ο νόμος περιορίζει ποσοτικά την ευθύνη του ιδιοκτήτη, μέχρι την αξία του ζημιογόνου αυτοκινήτου, κατά τον αμέσως πριν από το ατύχημα χρόνο.
Ο περιορισμός αυτός της ευθύνης, που αντιτάσσεται μόνο κατά τη βάση της αγωγής από τον ΓπΝ’/1911 και όχι κατά την ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 922, 923 ΑΚ ή άλλη ειδική διάταξη, γίνεται με τη μορφή ένστασης που έχει ως βάση ότι ο εκάστοτε ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου δεν είναι συγχρόνως και κάτοχος ή οδηγός αυτού, για το ορισμένο δε αυτής εκτός από το ότι πρέπει να εκτίθεται το στοιχείο αυτό, δηλαδή ότι ο ιδιοκτήτης δεν είναι και κάτοχος (ή οδηγός), απαιτείται επί πλέον να προσδιορίζεται η αγοραία αξία του αυτοκινήτου στον πριν από το ατύχημα χρόνο.
Για την πληρότητα της προβαλλόμενης αυτής ένστασης δεν απαιτείται η περί περιορισμού δήλωση να περιέχει και δήλωση παραχώρησης του ζημιογόνου αυτοκινήτου στον ενάγοντα. Εξάλλου, αν η άνω ένσταση περιορισμού της ευθύνης του ιδιοκτήτη μέχρι την αξία του αυτοκινήτου προβληθεί και γίνει δεκτή, η οφειλόμενη αποζημίωση περιορίζεται μέχρι την αξία του ζημιογόνου αυτοκινήτου, παρέχεται δε περαιτέρω η δυνατότητα στον περιορισμένα ευθυνόμενο ιδιοκτήτη ν'απαλλαγεί και από την περιορισμένη ευθύνη του με την παραχώρηση του αυτοκινήτου (ΑΠ 447/2000).
Κατά δε την διάταξη του άρθρου 5 εδ. α' του ίδιου νόμου, από την κατά το προηγούμενο άρθρο αποζημίωση κανείς δεν απαλλάσσεται από τους ενεχόμενους σ' αυτή από οποιονδήποτε λόγο, εκτός εάν αποδείξει ότι το ατύχημα προήλθε από ανώτερη βία ή από υπαιτιότητα του θύματος ή από πταίσμα τρίτου προσώπου μη ανήκοντος στην υπηρεσία του αυτοκινήτου. Κατά την διάταξη του άρθρου 9 του ιδίου νόμου "ο δικαστής, κατά την επιδίκασιν της αποζημιώσεως, οφείλει να λαμβάνει υπ' όψιν τας κατ' ιδίαν περιστάσεις, οίον την τυχόν ύπαρξιν ή μη πταίσματος, το μέγεθος αυτού, τον ποινικόν ή μη χαρακτήρα της πράξεως ή παραλείψεως, τας περιουσιακός συνθήκας ζημιώσαντος και ζημιωθέντος, προς δε και καταθέσεις μαρτύρων παρόντων κατά το ατύχημα και υποκειμένων, κατά τας διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας εις εξαίρεσιν λόγω συγγενείας".
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι για την θεμελίωση αγωγής που έχει ως βάση το Ν. ΓΠΝ’/1911, το θύμα (τρίτος) ζητώντας αποζημίωση με βάση τον εν λόγω Νόμο, έχει υποχρέωση να επικαλεστεί και να αποδείξει ζημία που προήλθε από το αυτοκίνητο, κατά την διάρκεια της λειτουργίας του και την ιδιότητα του εναγόμενου ως οδηγού, κατόχου ή ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου κατά τον χρόνο της προκλήσεως της ζημίας. Στις προϋποθέσεις αυτές δεν περιλαμβάνεται ούτε η πράξη ούτε το παράνομο. Επίσης, από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις του Ν. ΓΠΝ’/1911, που, όπως προαναφέρθηκε, καθιερώνει γνήσια αντικειμενική ευθύνη (ευθύνη από διακινδύνευση) σε βάρος των πιο πάνω προσώπων, που συνδέονται με το ζημιογόνο αυτοκίνητο με κάποια από τις παραπάνω σχέσεις (ιδιοκτήτης, κάτοχος, οδηγός), προκύπτει ότι προβλέπεται απαλλαγή του ενεχομένου προσώπου, πλην άλλων, και σε περίπτωση αποκλειστικής υπαιτιότητας του θύματος στην ζημία του, μη αρκούσης συντρέχουσας υπαιτιότητας του τελευταίου κατ' άρθρο 300 ΑΚ (ΑΠ 1159/2017, ΑΠ 204/2016, ΑΠ 52/2016, ΑΠ 939/2018).
Ακόμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο παράνομα κατά την υπηρεσία του. Στην έννοια της "υπηρεσίας" περιλαμβάνονται και όσες πράξεις εκτελούνται επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας.
Η σχέση της προστήσεως δεν είναι απαραίτητο να στηρίζεται σε δικαιοπραξία ή σύμβαση με την στενή έννοια του όρου. Μπορεί να στηρίζεται και σε φιλική ή συγγενική σχέση και τέτοια υπάρχει όταν ο ιδιοκτήτης ή ο κάτοχος του αυτοκινήτου εμπιστεύεται την οδήγησή του σε φίλο του ή ο πατέρας στο γιό του (ΑΠ 1228/2010).
Ο προστήσας ευθύνεται αντικειμενικά προς αποζημίωση τρίτου, ο οποίος ζημιώθηκε από αδικοπραξία, που τελέστηκε από τον προστηθέντα και ευρίσκεται σε εσωτερική αιτιώδη σχέση με την εκτέλεση της υπό διεκπεραίωση υποθέσεως του προστήσαντος. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1α ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένη η ιστορική βάση της αγωγής πρέπει να εκτίθενται στο αγωγικό δικόγραφο με σαφήνεια τα στοιχεία που πληρούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Αν τέτοιο στοιχείο αποτελεί μια νομική έννοια, όπως είναι η πρόστηση, τότε δεν απαιτείται λεπτομερής αναφορά και ανάλυση των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων της εν λόγω νομικής έννοιας, αλλά αρκεί να εκτίθενται εκείνα τα βασικά χαρακτηριστικά, που επιτρέπουν στο μεν δικαστήριο να ελέγξει αν πληρούται η νομική έννοια, στον δε εναγόμενο να αμυνθεί αποτελεσματικά (ΑΠ 1966/2008).
Με το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 466/2013).
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, δεν αρκεί να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, η ανάλυση των εννοιών που ο αναιρεσείων αποδίδει στις φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις και οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά πρέπει να εξειδικεύεται και το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και ειδικότερα, στην τελευταία περίπτωση, που ακριβώς έγκειται το σφάλμα κατά την εφαρμογή του κανόνα, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, εάν δε απέρριψε την αγωγή ή γενικώς τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο, το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού.
Επιπρόσθετα πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ο αυτοτελής ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, ενόψει του ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δεν υπάρχει, επομένως, ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1361/2013, 1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αποφάσεως, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (βλ.
ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 391/2018, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1987/2007).
[Β] Εν προκειμένω με την με αριθμ. καταθέσεως 24799/2014 αγωγή τους οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι (1-3) ζήτησαν, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος τους σε αναγνωριστικό, τα εν τη αγωγή αυτή αναφερόμενα ποσά ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θανάσιμο τραυματισμό κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα του στενού συγγενούς τους Κ. Φ., κατά το οποίο συγκρούστηκε η οδηγούμενη από τον τελευταίο (θανόντα) μοτοσυκλέτα με το οδηγούμενο από τον πρώτο εναγόμενο ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, από την οποία είχε προστηθεί στην οδήγηση τούτου και το οποίο ήταν ανασφάλιστο. Επί της αγωγής αυτής συνεκδικασθείσης με την υπ'αριθμ. 1893/2015 παρεμπίπτουσα αγωγή του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), η υπ'αριθμ. 1784/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την κύρια αγωγή και συνολικά δεκτή την παρεμπίπτουσα αγωγή.
Κατ’ αυτής ασκήθηκαν οι από 16-05-2016, 05-07-2016, 01-09-2016 εφέσεις των πρώτου, δεύτερης και τρίτου εναγομένων, αντίστοιχα, και από 31-01-2017 αντίθετη έφεση των εναγόντων που ζήτησαν την εξαφάνισή της, ώστε κατά τους μεν εκκαλούντες-ενάγοντες να γίνει δεκτή η αγωγή στο σύνολο της, κατά τους δε εκκαλούντες-εναγόμενους να απορριφθεί η αγωγή. Επ'αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 2056/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης η οποία απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 31-01-2017 έφεση των εναγόντων και δέχθηκε τυπικά και στην ουσία τους τις λοιπές εφέσεις εξαφάνισε την υπ'αριθμ. 1784/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και εν όλω την παρεμπίπτουσα αγωγή.
Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 2056/2017 απόφασή του, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε ανέλεγκτα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σχετικά με τα κρίσιμα για την αναιρετική δίκη ζητήματα των συνθηκών του ατυχήματος και της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών, καθώς και την ευθύνη της δεύτερης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ως ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου αυτοκινήτου:
«Στις 24-03-2013 και περί ώρα 02:10, ο Κ. Φ. οδηγώντας τη με αριθμό κυκλοφ. ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα κινούνταν στην οδό Γιαννιτσών στη Θεσσαλονίκη με κατεύθυνση από την οδό Δάφνης προς την οδό Στ.Βουτυρά, ήτοι προς το κέντρο της πόλης. Κατά τον ίδιο χρόνο ο πρώτος εναγόμενος της αγωγής και πρώτος εναγόμενος της παρεμπίπτουσας αγωγής, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφ. ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγόμενης, το οποίο δεν ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, κινούνταν στην ίδια οδό, με αντίθετη κατεύθυνση, ήτοι από την οδό Στ.Βουτυρά προς την οδό Ι.Κωλέττη, έχοντας πρόθεση να στρίψει αριστερά σε σχέση με την πορεία του, ώστε να εισέλθει στην οδό Ι.Κωλέττη.
Η ως άνω οδός Γιαννιτσών, όπως και η οδός Ι.Κωλέττη είναι ευθείες και οριζόντιες διπλής κυκλοφοριακής κατεύθυνσης, με πλάτος 14μ και στη διασταύρωση αυτών υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες και στις δύο οδούς που ρυθμίζουν την κυκλοφορία των πεζών και οχημάτων. Ως προς τις επικρατούσες συνθήκες ήταν νύκτα με επαρκή τεχνητό φωτισμό, ο καιρός ήταν καλός, το οδόστρωμα ξηρό και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική (βλ.
την με αριθμό 2514/9/24-3-2013 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του Α' Τ.Τ. Θεσσαλονίκης και το συνοδεύον πρόχειρο σχεδιάγραμμα). Η ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη για τα οχήματα της πορείας του οδηγού της μοτοσυκλέτας, ήτοι για τα προτιθέμενα να συνεχίσουν ευθεία στην οδό Γιαννιτσών, ήταν πράσινο σταθερό φως κυκλικής μορφής, ενώ για τον οδηγό του αυτοκινήτου που έφθανε στη διασταύρωση των δύο οδών και βρισκόταν στο αριστερό τμήμα του ρεύματος πορείας του, η ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη για τα οχήματα της δικής του πορείας, ήτοι για τα προτιθέμενα να ενεργήσουν στροφή αριστερά, ήταν αναλάμπον κίτρινο φως με μορφή βέλους.
Πλησιάζοντας ο πρώτος εναγόμενος στην ως άνω διασταύρωση από έλλειψη της προσοχής και ανεπιτηδειότητας στην οδήγηση, ενήργησε στροφή προς τα αριστερά χωρίς προηγουμένως να ελέγξει την κίνηση των αντιθέτως κινουμένων, ώστε να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει με ασφάλεια και να παραχωρήσει προτεραιότητα στην δίκυκλη μοτοσυκλέτα, που κινούνταν στην οδό Γιαννιτσών και πλησίαζε στη διασταύρωση έχοντας στην πορεία της πράσινη φωτεινή ένδειξη σηματοδότη, αλλά αντίθετα εισήλθε στη διασταύρωση εντελώς ανέλεγκτα, χωρίς να ανακόψει την πορεία του και να αναμείνει να απελευθερωθεί εντελώς η οδός Γιαννιτσών από διερχόμενα οχήματα, στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί ξαφνικά στην πορεία της μοτοσυκλέτας και να την ανακόψει βίαια, στερώντας από τον οδηγό της τη δυνατότητα επιχείρησης οποιουδήποτε αποφευκτικού ελιγμού, καθώς δεν είχε τον απαιτούμενο χρόνο αντίδρασης και να επιπέσει η μοτοσυκλέτα με το εμπρόσθιο τμήμα της στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου.
Από την σύγκρουση η μοτοσυκλέτα σύρθηκε στο οδόστρωμα σε μήκος 16 μ. περίπου και ακινητοποιήθηκε στο πεζοδρόμιο της οδού Γιαννιτσών στο ρεύμα κυκλοφορίας του αυτοκινήτου, ενώ ο οδηγός της μοτοσυκλέτας επέπεσε λόγω της αδράνειας στο αυτοκίνητο και στη συνέχεια στο οδόστρωμα πλησίον του σημείου σύγκρουσης, το οποίο αποτυπώνεται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα της τροχαίας στο μέσο περίπου του ρεύματος κυκλοφορίας του οδηγού της μοτοσυκλέτας και τραυματίσθηκε θανάσιμα.
Αποκλειστικά υπαίτιος για την ένδικη σύγκρουση και τις συνέπειές της είναι ο πρώτος εναγόμενος, οδηγός του αυτοκινήτου, ο οποίος από αμέλειά του και συγκεκριμένα έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις περιστάσεις επιμέλειας, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν ρύθμισε κατάλληλα την ταχύτητα του οχήματος, λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσε συνθήκες (διασταύρωση και στροφή αριστερά με αναλάμπον κίτρινο φως σηματοδότη), ώστε να ανακόψει την πορεία του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο (άρθρα 12 παρ. 1,19 παρ.1,2,3 ΚΟΚ).
Αντίθετα, στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε συνυπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσυκλέτας στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος δεν αποδείχθηκαν, ενώ προέκυψε ότι αυτός κινούνταν με κανονική ταχύτητα για τις συνθήκες της οδού εντός του ρεύματος κυκλοφορίας του και αιφνιδιάστηκε από την απροειδοποίητη και ανέλεγκτη είσοδο του αυτοκινήτου στη διασταύρωση, η οποία του στέρησε τη δυνατότητα να επιχειρήσει τροχοπέδηση.
Η δε αριστερή πορεία της μοτοσυκλέτας μετά τη σύγκρουση καταδεικνύει την προσπάθεια του οδηγού της την ύστατη στιγμή να επιχειρήσει ελιγμό προς τα αριστερά για να αποφύγει το αυτοκίνητο που εισήλθε στη διασταύρωση. Επομένως, η παραδεκτά προβληθείσα από τους εναγόμενους νόμιμη ένσταση συνυπαιτιότητας (άρθρο 300 ΑΚ) ελέγχεται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Οι εναγόμενοι βέβαια διατείνονται ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας έβαινε με υπερβολική ταχύτητα, η οποία στέρησε από τον πρώτο εναγόμενο τη δυνατότητα να τον αντιληφθεί εγκαίρως και να εκτιμήσει τον χρόνο έλευσής του στη διασταύρωση, πλην όμως από κανένα αποδεικτό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός αυτός.
Αντίθετα από την έκταση των ζημιών που υπέστη το αυτοκίνητο (εμπρόσθιο δεξιό τμήμα) και από τις προανακριτικές καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων που περιέχονται στην ποινική δικογραφία προέκυψε ότι η ταχύτητα της μοτοσυκλέτας δεν υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50χλμ/ώρα. Επιπλέον η μοτοσυκλέτα είχε αναμμένα τα φώτα πορείας ώστε να είναι αντιληπτή από τα λοιπά κινούμενα στην οδό Γιαννιτσών οχήματα, λαμβανομένου υπόψη ότι η συγκεκριμένη οδός είναι ευθεία, επαρκώς φωτισμένη σε όλο της το μήκος, χωρίς η ορατότητα να περιορίζεται από την διασταύρωση με την οδό I.
Κωλέττη και ως εκ τούτου, η μη αντίληψη της μοτοσυκλέτας από τον πρώτο εναγόμενο, όπως κατέθεσε προανακριτικά, συνηγορεί στο γεγονός ότι αυτός δεν είχε τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση. Στην ανωτέρω κρίση συνηγορεί και το γεγονός ότι το σώμα του οδηγού της μοτοσυκλέτας, αφού προσέκρουσε στο αυτοκίνητο έπεσε στο οδόστρωμα, στο σημείο που αποτυπώνονται, σύμφωνα με το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της τροχαίας, τα ίχνη αίματος, ήτοι πλησίον του σημείου σύγκρουσης, ενώ εάν η ταχύτητα της μοτοσυκλέτας ήταν μεγάλη τότε ο οδηγός της θα εκτινασσόταν σε αρκετή απόσταση από το σημείο σύγκρουσης.
Η κατάληξη της μοτοσυκλέτας σε απόσταση 16 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης δεν αναιρεί την ανωτέρω κρίση, αφού λόγω της κίνησης την οποία είχε κατά τη στιγμή της σύγκρουσης συνέχισε συρόμενη την πορεία της στο οδόστρωμα και σταμάτησε στο απέναντι πεζοδρόμιο. Σε αντίθετη περίπτωση εάν η ταχύτητα της ήταν αυξημένη το πεζοδρόμιο δεν θα ήταν ικανό να ανακόψει την πορεία της και θα προσέκρουε σε άλλο εμπόδιο.
Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι κάποιος από τους οδηγούς τελούσε κατά το χρόνο του ατυχήματος σε κατάσταση μέθης, η δε ποσότητα αλκοόλης που βρέθηκε στο αίμα τους (0,31 γραμμ. ανά λίτρο για τον οδηγό της μοτοσυκλέτας και 0,39 γραμμ. ανά λίτρο για τον οδηγό του αυτοκινήτου) δεν συνετέλεσε αιτιωδώς στην ικανότητα οδήγησης αυτών και ακολούθως στην επέλευση της ένδικης σύγκρουσης. Ειδικότερα το ποσοστό αλκοόλης που ανιχνεύτηκε στο αίμα του οδηγού της μοτοσυκλέτας, υπερβαίνει βέβαια το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο για τους δικυκλιστές (0,20 γραμμ. ανά λίτρο, κατά το άρθρο 1 της ΥΑ 2500/15/135-1 ΦΕΚ Β'2071/2011), αλλά δεν προέκυψε ότι συνέτεινε στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, καθώς δεν αποδείχθηκε καμμιά αμελής οδηγική συμπεριφορά αυτού που να καταδεικνύει ότι η κατά ανωτέρω κατανάλωση αλκοόλ έφερε αυτόν σε κατάσταση μέθης και συνεπώς ανικανότητας για οδήγηση. Αντίθετα η προσπάθεια του θανόντος οδηγού να επιχειρήσει ελιγμό προς τα αριστερά προκειμένου να αποφύγει το αυτοκίνητο που εισήλθε αιφνίδια στην διασταύρωση, καταδεικνύει την οδηγική ικανότητα αυτού και κατά συνέπεια η παραδεκτώς προβληθείσα από τους εναγόμενους νόμιμη ένσταση συνυπαιτιότητας (άρθρο 300 ΑΚ) ελέγχεται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλούμενη απόφασή του κατέληξε στην ίδια κρίση, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβασίμου του σχετικού δευτέρου λόγου της από 16-05-2016 έφεσης της δεύτερης εναγομένης, του πρώτου λόγου της από 05-07-2016 έφεσης του πρώτου εναγομένου και του πρώτου λόγου της από 01-09-2016 έφεσης του τρίτου εναγομένου.
Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω οδηγός της μοτοσυκλέτας τραυματίστηκε θανάσιμα, καθώς υπέστη κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις με συνοδό διατομή της γέφυρας του εγκεφαλικού στελέχους, κάταγμα διάστασης μεταξύ άτλαντα του αυχένα και βάσης κρανίου, τραυματική διατομή του ισθμού της αορτής, θλαστικές κακώσεις των πνευμόνων, τραυματικές ρήξεις ήπατος και συνεπεία αυτών των τραυμάτων απεβίωσε την ίδια ημέρα ως πολυτραυματίας (βλ.
την με αριθμ. πρωτ. …/6-4-2013 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Π. Μ.). Λαμβανομένου δε υπόψη ότι ο σοβαρός τραυματισμός του ενάγοντας επήλθε και στο κεφάλι, συνετέλεσε και ο ίδιος με την παράλειψη να κάνει χρήση κράνους στην έκταση του τραυματισμού του, κατά παράβαση του άρθρου 101 παρ. 2 του ΚΟΚ και δη σε ποσοστό 30%, γενομένης εν μέρει δεκτής ως ουσιαστικά βάσιμης της παραδεκτώς προβληθείσας από τους εναγόμενους σχετικής νόμιμης ένστασης συνυπαιτιότητας (άρθρο 300 ΑΚ).
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την ένσταση συνυπαιτιότητας του θανόντος στην έκταση του τραυματισμού του, διότι δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, δεκτού γενομένου ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού τρίτου λόγου της από 16-05-2016 έφεσης της δεύτερης εναγομένης, της από 05-07-2016 έφεσης του πρώτου εναγόμενου και της από 01-09-2016 έφεσης του τρίτου εναγομένου, ενώ πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο τρίτος λόγος της από 31-01-2017 έφεσης των εναγόντων, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι ο θανών έφερε κράνος κατά το χρόνο του ατυχήματος.
Ακολούθως αποδείχθηκε ότι ο θανών δεν φορούσε ειδική ενδυμασία μοτοσυκλετιστή (μπουφάν και παντελόνι με ειδική επένδυση και προστατευτικά σημεία κυρίως στους αγκώνες και στα γόνατα), η οποία προστατεύει από κατάγματα στα άκρα και όχι κακώσεις σε άλλα όργανα του σώματος όπως στην προκειμένη περίπτωση, σε κάθε περίπτωση η χρήση ειδικής στολής δεν θα ήταν ικανή να προστατεύσει τον θανόντα από τους τραυματισμούς και ως εκ τούτου, η παραδεκτώς προβληθείσα από τον πρώτο εναγόμενο νόμιμη ένσταση συνυπαιτιότητας (άρθρο 300 ΑΚ) ελέγχεται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του κατέληξε στην ίδια κρίση, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβασίμου του δευτέρου λόγου της από 05-07-2016 έφεσης του πρώτου εναγομένου.
Εν συνεχεία αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη είχε προστήσει στην οδήγηση του ζημιογόνου αυτοκινήτου τον πρώτο εναγόμενο. Η πρόστηση αποδεικνύεται από το ότι ο τελευταίος χρησιμοποιούσε το με αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο μετά από παραχώρηση από τη δεύτερη εναγόμενη, με την οποία συζούσε, σε καθημερινή βάση.
Το γεγονός ότι το συγκεκριμένο αυτοκίνητο είχε αρχικά αγοραστεί από τον πρώτο εναγόμενο και στις 27-05-2008 μεταβιβάστηκε στη δεύτερη εναγομένη για λόγους φορολογικούς, καθώς αυτό κινδύνευε από κατάσχεση δεν ασκεί καμμία επιρροή στην ανωτέρω κρίση. Ο πρώτος και η δεύτερη των εναγομένων ήταν από το χρόνο μεταβίβασης του αυτοκινήτου σύντροφοι και κατοικούσαν στην ίδια οικία και συνεπώς είχαν από κοινού τη χρήση δύο αυτοκινήτων ήτοι του ζημιογόνου και του με αριθμ.
κυκλοφ. ... αυτοκινήτου που αγοράστηκε από τη δεύτερη εναγομένη στις 28-01-2008. Η ανωτέρω κρίση δεν αναιρείται από την κατάθεση της μάρτυρος ανταπόδειξης, σύμφωνα με την οποία η δεύτερη εναγόμενη χρησιμοποιούσε αποκλειστικά το δεύτερο αυτοκίνητο, ενώ από την ίδια κατάθεση προέκυψε ότι η δεύτερη εναγόμενη δεν είχε αποξενωθεί πλήρως από την κατοχή και εκμετάλλευση του ζημιογόνου αυτοκινήτου και από τις δαπάνες σχετιζόμενες με τη χρήση του, καθώς ήταν αυτή που είχε την ευθύνη της ασφαλιστικής κάλυψης αυτού και επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον ασφαλιστικό πράκτορα μετά την ενημέρωση για το ένδικο ατύχημα και επομένως, η παραδεκτώς προβληθείσα από τη δεύτερη εναγόμενη νόμιμη ένσταση περιορισμού της ευθύνης της μέχρι την αξία του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ελέγχεται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως, εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβασίμου του πρώτου λόγου της από 16-05-2016 έφεσης της δεύτερης εναγομένης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.
Επιπροσθέτως από τα ίδια αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο θανών από το επίδικο τροχαίο δυστύχημα σε ηλικία 30 ετών, γιός, αδελφός και εγγονός των εναγόντων είχε καλή κατάσταση υγείας και διατηρούσε στενότατες σχέσεις αγάπης και στοργής με όλα τα μέλη της οικογενείας του. Ο αδόκητος αιφνίδιος και τραγικός θάνατος των παραπάνω που προήλθε από την προπεριγραφείσα και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, προξένησε μη περιουσιακή ζημία στα έννομα αγαθά των προσώπων όλων των εναγόντων, οι οποίοι συνδέονταν μαζί του με «μεγάλη αγάπη, στενό ψυχικό δεσμό» και εξ αντικειμένου στενή συγγένεια και περιλαμβάνονται όλοι στην οικογένεια του, κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ.
Η θανάτωση του αγαπημένου τους προσώπου, κάτω από τις παραπάνω τραγικές συνθήκες, συγκλόνισε ανεπανόρθωτα τον ψυχικό τους κόσμο, διατάραξε τη συναισθηματική τους ισορροπία και τους δημιούργησε έντονα και βαθύτατα συναισθήματα θλίψης, οδύνης, απογοήτευσης και απαισιοδοξίας, που είναι πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο να εξαλειφθούν ολοσχερώς στο μέλλον.
Για να επέλθει κάποια σχετική εξισορρόπηση στη δυσμενή αυτή κατάσταση που δημιουργήθηκε σ' όλους τους ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες και εφεσίβλητους και να τους δοθεί κάποια ευχέρεια να την ξεπεράσουν, πρέπει να τους επιδικασθεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση, η οποία αποσκοπεί στην ανακούφισή τους από τον πόνο και τη στεναχώρια τους και αποσκοπεί, πρωτίστως, στην παροχή προς αυτούς των απαραίτητων εκείνων οικονομικών μέσων, που σε κάποιο βαθμό, είναι ικανά να συντελέσουν στην άρση των ηθικών συνεπειών της προσβολής που δέχθηκαν, προκειμένου να καταστεί (σε ένα βαθμό) δυνατή η ηθική τους παρηγοριά και η ψυχική τους ανακούφιση.
Το παρόν Δικαστήριο, για τον καθορισμό του ύψους της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης ενός εκάστου των ως άνω εναγόντων, λαμβάνει υπόψη του, με αξιολόγηση και στάθμιση όλων των διαμορφωτικών συνθηκών κατά τον κρίσιμο χρόνο του επιδίκου ατυχήματος, μεταξύ των άλλων, το είδος της προσβολής που δέχθηκαν, τη διάρκεια και την ένταση της θλίψης και του ψυχικού άλγους που δοκίμασαν, το μέγεθος και την ένταση της οδυνηρής εμπειρίας που βίωσαν, την απαιτούμενη για την καταπολέμησή του (του ψυχικού άλγους) προσπάθεια ενός εκάστου, το στενό συναισθηματικό σύνδεσμο τους και το βαθμό της συγγένειας που συνέδεε τον καθένα τους με τον θανόντα, την ηλικία του τελευταίου, τις ιδιαίτερες, παραπάνω συνθήκες του αδικήματος, το βαθμό και τη βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου οδηγού, την συνυπαιτιότητα του θύματος στην επέλευση του θανάτου του, καθώς και την κοινωνική θέση και την οικονομική κατάσταση όλων των διαδίκων φυσικών προσώπων, πλην του εναγομένου νομικού προσώπου, η ευθύνη του οποίου είναι εγγυητική.
Ενόψει των παραπάνω, η εύλογη κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που πρέπει να επιδικασθεί στους ενάγοντες, ανέρχεται ειδικότερα στα παρακάτω ποσά: (α) στο ποσό των 70.000 ευρώ για καθένα από την πρώτη και δεύτερο των εναγόντων, (β) στο ποσό των 20.000 ευρώ για την τρίτη ενάγουσα και (γ) στο ποσό των 10.000 ευρώ για το τέταρτο των εναγόντων, αφαιρουμένου του ποσού των 10 ευρώ για να παρασταθούν στο ποινικό δικαστήριο.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση του επιδίκασε διαφορετικά ποσά στους ενάγοντες έσφαλε ως προς την εκτίμηση των προσδιοριστικών στοιχείων του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης και ως εκ τούτου οι σχετικοί λόγοι των από 01-09-2016, 16-05-2016 και 05-07-2016 εφέσεων είναι βάσιμοι κατ' ουσίαν και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Αντίθετα ο λόγος της από 31-01-2017 έφεσης με την οποία ζητείται ο προσδιορισμός της χρηματικής ικανοποίησης σε μεγαλύτερα ποσά κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος. Επομένως, η πρώτη ενάγουσα δικαιούται συνολικά το ποσό των 71.165,50 (70.000 συν 1.165,50) ευρώ, ο δεύτερος ενάγων το ποσό των 80.000 ευρώ (70.000 για τον ίδιο ατομικά και 10.000 ευρώ ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος του τέταρτου ενάγοντα) και η τρίτη ενάγουσα το ποσό των 20.000 ευρώ.
Κατόπιν τούτων κι εφόσον δεν υπάρχουν προς έρευνα άλλοι λόγοι πρέπει:
(1) να απορριφθεί η από 31-01-2017 έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη.
(2) Περαιτέρω πρέπει να γίνουν δεκτές οι από 16-05-2016, 05-07-2016 και 01-09-2016 εφέσεις, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση στο σύνολο της για το ενιαίο της εκτέλεσης του τίτλου και εντεύθεν και ως προς τη διάταξη των δικαστικών εξόδων.
(3)Ακολούθως, πρέπει, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και ερευνηθεί η αγωγή να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούνται οι εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας: (α) στην πρώτη ενάγουσα το ποσόν των 71.165,50 ευρώ, (β) στον δεύτερο των εναγόντων το ποσόν των 80.000 ευρώ και (γ) στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 20.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Επίσης πρέπει να γίνει δεκτή και η παρεμπίπτουσα αγωγή και να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούνται οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι να καταβάλουν στο παρεμπιπτόντως ενάγον κάθε ποσό (κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα), που το ανωτέρω θα υποχρεωθεί να καταβάλει στους ενάγοντες της κύριας αγωγής, σε εκτέλεση της παρούσας απόφασης, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταβολής.»
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας ως ουσία αβάσιμη την προβληθείσα από αυτή ένσταση περιορισμού της ευθύνης της έως της αξίας του ζημιογόνου οχήματός της εκ του άρθρου 4 του Ν. ΓπΝ’/1911, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και εκ πλαγίου με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες τις διατάξεις των άρθρων 2 και 4 του Ν. ΓπΝ’/1911. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ανεξαρτήτως του ότι αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον ο περιορισμός της ευθύνης του ιδιοκτήτη εφαρμόζεται μόνον εάν η αγωγή στηρίζεται στο Ν. ΓπΝ’/1911, όχι δε όταν αυτή, όπως εν προκειμένω, εκτός από τις διατάξεις του Ν. ΓπΝ’/1911 που εγκαθιδρύουν την αντικειμενική ευθύνη της αναιρεσείουσας ως ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου οχήματος στηρίζεται και στη σχέση πρόστησης που τη συνέδεε με τον υπαίτιο οδηγό, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 και 922 ΑΚ, επί της οποίας δεν ισχύει ο περιορισμός της ευθύνης της, ως ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου αυτοκινήτου σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθόσον στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές του Εφετείου σύμφωνα με τις οποίες:
(α) η δεύτερη εναγομένη ιδιοκτήτρια του ζημιογόνου αυτοκινήτου είχε προστήσει στην οδήγηση τούτου τον πρώτο εναγόμενο σύντροφό της, με τον οποίο κατοικούσε στην ίδια οικία,
(β) οι πρώτος και δεύτερη εναγομένη είχαν από κοινού τη χρήση του ζημιογόνου αυτοκινήτου,
(γ) η δεύτερη εναγομένη δεν είχε αποξενωθεί πλήρως από την κατοχή και εκμετάλλευση του ζημιογόνου αυτοκινήτου και από τις σχετιζόμενες με τη χρήση του δαπάνες η αναιρεσείουσα δεν είχε αποβάλει την ιδιότητα της κατόχου του ζημιογόνου αυτοκινήτου με την παραχώρηση της οδήγησής του στον πρώτο εναγόμενο σύντροφό της, στο πλαίσιο της κοινής συμβίωσής τους και χωρίς την ύπαρξη ιδιαίτερης συμφωνίας για τη μεταβίβαση σ'αυτόν και της κατοχής και εκμετάλλευσης του εν λόγω αυτοκινήτου.
Επίσης, και ανεξαρτήτως από το ότι ο περιορισμός της ευθύνης από το άρθρο 4 του Ν. ΓπΝ’/1911 αντιτάσσεται μόνο κατά της βάσης της αγωγής από τον εν λόγω Νόμο, με τις παραπάνω παραδοχές ως προς το ίδιο ζήτημα, οι περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την προβληθείσα ένσταση περιορισμού της ευθύνης της κατ' άρθρο 4 του Ν.
ΓπΝ’/1911 για το λόγο ότι, όπως διατείνεται, (α) ενώ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε πως η αναιρεσείουσα είχε παραχωρήσει συνεχώς και αδιαλείπτως, για πέντε (5) συναπτά έτη (από την 27-05-2008 έως το χρόνο του ατυχήματος, στις 24-03-2013) και δη σε καθημερινή βάση, την χρήση του στον ο 1ο εναγόμενο - οδηγό του ζημιογόνου οχήματος, εσφαλμένως εν συνεχεία, απέρριψε την ένσταση περιορισμού της ευθύνης της, αφού συνεπεία της επί μακρό χρονικό διάστημα ή για αόριστο χρόνο παραχώρησης της χρήσης του στον Γ.
Π., κατέστη ο τελευταίος κάτοχος του ζημιογόνου οχήματος, καθώς και για το λόγο ότι (β) ενώ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε πως η αναιρεσείουσα είχε από κοινού με τον σύντροφο της τη χρήση δύο αυτοκινήτων, εκ των οποίων το ένα ήταν το ζημιογόνο, από την κατοχή και εκμετάλλευση του οποίου, όπως και από τις σχετιζόμενες με τη χρήση του δαπάνες, δεν είχε αποξενωθεί, σύμφωνα με την πληττόμενη απόφαση, πλήρως, εντούτοις, η προσβαλλόμενη απόφαση (i) δεν δέχεται σε κανένα σημείο της, ότι η αναιρεσείουσα βαρυνόταν με τα έξοδα συντήρησης και λειτουργίας του ζημιογόνου οχήματος, ούτε ότι το εκμεταλλευόταν η ίδια προσωπικά, για ίδιο επαγγελματικό ή προσωπικής φύσεως όφελος• (ii) Κι επιπλέον, δέχεται μόνον ότι (κατά τον μετά το ένδικο ατύχημα χρόνο) προέβη η αναιρεσείουσα σε ενέργειες που προσιδιάζουν σε κύριο, σε κάθε δε, περίπτωση, ότι είχε απλώς φυσική εξουσία επί του ζημιογόνου οχήματος και όχι την εκμετάλλευσή του, πέραν του ότι απαραδέκτως προβάλλονται διότι πλήττουν την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο είναι και αβάσιμες εφόσον το Εφετείο, δεν δέχθηκε όσα ανακριβώς η αναιρεσείουσα επικαλείται για να στηρίξει τις αποδιδόμενες στην απόφαση πλημμέλειες αλλά αντίθετα δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα ιδιοκτήτρια βαρυνόταν με τα έξοδα συντηρήσεως και λειτουργίας του αυτοκινήτου, καθώς και ότι αυτή δεν είχε αποξενωθεί από την κατοχή και εκμετάλλευσή του.
Οι παραδοχές αυτές, εξάλλου, αρκούν για να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα η ιδιότητα του κατόχου, ώστε ορθώς υπήγαγε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που έκανε δεκτά ως αληθή στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου. Το γεγονός, εξάλλου, ότι μπορεί η χρήση του αυτοκινήτου να παραχωρείτο, πράγματι, σε καθημερινή βάση, λόγω της κοινής συμβίωσής τους, στον πρώτο εναγόμενο σύντροφό της δεν αναιρεί την εμπράγματη σχέση κυριότητας, και κατοχής της αναιρεσείουσας σε αυτό, καθόσον μπορούσε ως κυρία, και κάτοχός του να κάνει χρήση αυτού, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη ότι έπραττε από κοινού με τον πρώτο εναγόμενο και να το εκμεταλλεύεται κατά τη βούλησή της.
Συνεπώς το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 2 και 4 του Ν. ΓπΝ’/1911, απορρίπτοντας την προβληθείσα από την ήδη αναιρεσείουσα ένσταση και πρέπει να απορριφθεί, κατά το πρώτο σκέλος του, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως.
Ακόμη και οι λοιπές προβαλλόμενες αιτιάσεις με τις οποίες η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την ίδια αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο :
(α) αντιφατικώς δέχθηκε αφενός ότι το ζημιογόνο όχημα μεταβιβάσθηκε στην αναιρεσείουσα για λόγους φορολογικούς και ότι από την 28-01-2008 η αναιρεσείουσα είχε αγοράσει και δεύτερο αυτοκίνητο (με αριθ. Κυκλ. ...) και αφετέρου, ότι έκανε κοινή χρήση αμφοτέρων των οχημάτων με τον σύντροφο της,
(β) ότι δεν διευκρινίζει πώς προκύπτει η κοινή χρήση αμφοτέρων των οχημάτων από τους δύο συνεναχθέντες συντρόφους, προβάλλοντας ως επιχείρημα ότι η αναιρεσείουσα αγόρασε το όχημα με αριθ. Κυκλ. ... ΙΧΕ στις 28-01-2008 και το ζημιογόνο όχημα της μεταβιβάσθηκε στις 28-05-2008,
(γ) δεν εξηγεί πώς η αναιρεσείουσα είχε τη χρήση του οχήματος, όταν με βάση τις παραδοχές της πληττομένης το χρησιμοποιούσε ο σύντροφος της, σε καθημερινή βάση, για πέντε (5) συναπτά έτη και εν τέλει για αόριστο χρόνο
(δ) ενώ δέχεται πως η αναιρεσείουσα δεν είχε αποξενωθεί πλήρως από τις δαπάνες συντήρησης και λειτουργίας του ζημιογόνου οχήματος, με την αιτιολογία μάλιστα, ότι ήταν η αναιρεσείουσα ως έχουσα την ευθύνη της ασφαλιστικής του κάλυψης, που επικοινώνησε με τον ασφαλιστικό πράκτορα μετά το ένδικο ατύχημα, δεν προκύπτει ποιος τελικά ήταν κατά τον επίδικο χρόνο ο κάτοχος του οχήματος, ούτε προσδιορίζονται οι δαπάνες που σχετίζονται με τη χρήση του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου απαραδέκτως προβάλλονται και πρέπει να απορριφθούν διότι ανάγονται στην ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και την πληρέστερη αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, ως προς την ευθύνη της αναιρεσείουσας, το οποίο (πόρισμα) σαφώς εκτίθεται στην απόφαση και δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθενται, επιπλέον, σ' αυτήν τα εν λόγω στοιχεία που η αναιρεσείουσα παραθέτει και θεωρεί ότι είναι απαραίτητα ενώ και οι φερόμενες ως αντιφάσεις δεν συνιστούν τέτοιες αφού κάθε μία από τις φερόμενες ως αντιφατικές παραδοχές, δεν αναιρεί την άλλη, ενώ καθόσον αφορά στην τρίτη αιτίαση στηρίζεται στην ανακριβή προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε πως το ζημιογόνο όχημα είχε παραχωρηθεί κατά χρήση αποκλειστικά στον Γ. Π., ενώ από τις προπαρατεθείσες αιτιολογίες της εκκαλουμένης δεν προκύπτει τέτοια παραδοχή.
Η τέταρτη αιτίαση στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε σαφώς ότι η αναιρεσείουσα ήταν και κυρία και κάτοχος του ζημιογόνου οχήματος, ενώ περαιτέρω, οι λοιπές (πλην της ασφαλιστικής κάλυψης) δαπάνες που σχετίζονται με οποιοδήποτε όχημα είναι γνωστές και δεν απαιτείτο για την πληρότητα της αιτιολογίας να εκτίθενται αναλυτικώς από το Εφετείο. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει ν'απορριφθεί στο σύνολο του κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν. Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.1 εδ. α' ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο, έκανε δεκτή ως ορισμένη και νόμιμη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, καθ' ό μέρος θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 922 AK αν και δεν μνημονεύονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν και εξειδικεύουν τη σχέση προστήσεως, δηλαδή σχέση εξάρτησης μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος, μη αρκούσης της αναφοράς ότι η αναιρεσείουσα είχε την ιδιότητα της προστήσασας ασκεσθέν σε λιγότερα από τα εκ του νόμου απαιτούμενα στοιχεία για τη θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος, ενώ αυτή ετύγχανε απορριπτέα προεχόντως για τυπικό λόγο, ως αόριστη.
Περαιτέρω, με το δεύτερο και τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα της παρά το νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου, αντίστοιχα και συγκεκριμένα καθόσον αφορά στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας του δικογράφου της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, καθ' ον μέρος θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, καθόσον οι αναιρεσίβλητοι παραθέτουν απλώς τα στοιχεία του νόμου, χωρίς εξειδίκευση, με πληρότητα, των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του ως άνω κανόνα δικαίου, καθόσον δε αφορά στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι η ευθύνη της δεύτερης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας θεμελιώνεται, τόσο στο ν. ΓπΝ’/1911, όσο και στη σχέση προστήσεως που τη συνδέει με τον 1ο των εκεί εναγόμενων, κατ' άρθρο 922 ΑΚ, αφού γίνεται σ' αυτή αναφορά ότι "το ένδικο ατύχημα προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του 1ου των εναγόμενων, κατά την οδήγηση του υπ' αριθμ.
κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της 2ης εκ των εναγόμενων, η οποία προέστησε αυτόν στην οδήγησή του". Ακόμη δε, ότι "η 2η εναγομένη ευθύνεται αφενός μεν ως προστήσασα τον 1° εναγόμενο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 και 922 ΑΚ, αφετέρου δε αντικειμενικά, κατά τις διατάξεις του Ν. ΓπΝ’/11, ως ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου" και τέλος ότι "επειδή αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος είναι ο 1ος εναγόμενος, ως οδηγός του υπ' αριθ.
κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της 2ης εναγομένης, προστήσασας αυτόν στην οδήγησή του, το οποίο ήταν ανασφάλιστο, και ως εκ τούτων υποχρεούνται άπαντες οι εναγόμενοι, αλληλεγγύως, απεριορίστως και εις ολόκληρον ο καθένας, με τις ιδιότητες και για τους νόμιμους λόγους που προεκτέθηκαν, ήτοι ο μεν 1ος ως οδηγός του ζημιογόνου οχήματος ενεχόμενος από αδικοπραξία, η δε 2η ενεχόμενη, το μεν κατ' άρθρο 922 ΑΚ, το δε αντικειμενικά, ως ιδιοκτήτρια του ζημιογόνου οχήματος κατά τις διατάξεις του Ν.
ΓπΝ’/1911. Με αυτό το περιεχόμενο η ένδικη αγωγή διαλάμβανε όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για να θεμελιώσουν τη βάση της αγωγής που στηρίζεται στη σχέση προστήσεως που συνέδεε τη δεύτερη εναγομένη και ήδη αναρεσείουσα με τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και την ευθύνη των ανωτέρω προσώπων, τα οποία αρκούν για την κατάφαση της υπάρξεως της κρίσιμης σχέσεως προστήσεως.
Επομένως, το Εφετείο κρίνοντας ως ορισμένη και την αγωγή, ως προς τη στηριζόμενη δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ούτε έλαβε υπόψη πράγματα (αγωγικούς ισχυρισμούς) που δεν προτάθηκαν και επομένως ο αντίθετος δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τους αριθμούς 1, 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Και τούτο ανεξαρτήτως του ότι οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που αναφέρονται στην αοριστία της αγωγής και στην παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου του δικογράφου της ένδικης αγωγής, λόγω αοριστίας, απαραδέκτως προβάλλονται, εφόσον δεν γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο κατ' άρθρο 562 παρ. 2 γ ΚΠολΔ ότι ο ισχυρισμός περί αοριστίας προβλήθηκε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με αναφορά του χρόνου και το τρόπου με τον οποίο προβλήθηκε και ότι, εν συνεχεία, παραδεκτά επαναφέρθηκε ενώπιον του Εφετείου.
Κατά το μέρος, δε, που η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι για το ορισμένο των αγωγικών ισχυρισμών των αναιρεσιβλήτων περί ευθύνης της δεν αναφέρονται όπως θα έπρεπε ειδικώς, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που υποδηλώνουν την φερόμενη, ως υφισταμένη, κατά το ένδικο ατύχημα, σχέση εξάρτησης μεταξύ των δύο εναγομένων, ένεκα της οποίας, μάλιστα, ο προστηθείς ήταν υποχρεωμένος να λαμβάνει και έλαβε πράγματι οδηγίες από την ίδια κατά την οδήγηση του ζημιογόνου οχήματος, επίσης ο εν λόγω ισχυρισμός αβασίμως προβάλλεται. Και τούτο διότι, η σχέση της προστήσεως δεν είναι απαραίτητο να στηρίζεται σε δικαιοπραξία ή σύμβαση με τη στενή έννοια του όρου, όπως π.χ. στη σύμβαση εργασίας, όπου η σχέση πρόστησης εμπεριέχει και τη σχέση εξάρτησης και την εξουσία του προστήσαντος να παρέχει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα αλλά και σε φιλική συγγενική ή κοινωνική σχέση, ενώ εξάλλου, ενόψει του ότι η έννοια της προστήσεως που αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της ένδικης αγωγής είναι νομική δεν απαιτείται λεπτομερής αναφορά στο δικόγραφο αυτής επιπλέον πραγματικών περιστατικών.
Με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο, δεχόμενο την ευθύνη της επί τη βάσει των περί αδικοπραξιών διατάξεων και ειδικότερα, της πρόστησης (922 ΑΚ), παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την εν λόγω διάταξη.
Με το δεύτερο σκέλος του αυτού λόγου αναιρέσεως, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι διαλαμβάνει ελλιπή αιτιολογία αναφορικά με τη σχέση πρόστησης που δέχθηκε το Εφετείο ότι υφίστατο εν προκειμένω, καθόσον (α) δεν προσδιορίζονται οι δαπάνες που σχετίζονται με τη λειτουργία και τη συντήρηση του ζημιογόνου οχήματος και οι οποίες βάρυναν την αναιρεσείουσα, καθώς και (β) διότι, ενώ δέχεται η προσβαλλομένη ότι δεν είχε αυτή αποξενωθεί πλήρως από την κατοχή και εκμετάλλευση του οχήματος, δεν προκύπτει αν τελικά το Εφετείο δέχθηκε την ύπαρξη ή όχι, σχέσης πρόστησης μεταξύ της ιδίας και του υπαιτίου οδηγού.
Πλην όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος, για το λόγο ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση όπως προκύπτει από τις παραδοχές της που προαναφέρθηκαν αναφορικά με την ευθύνη της δεύτερης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας δέχθηκε με σαφήνεια ότι η αναιρεσείουσα είχε εξουσία διαθέσεως επί του ζημιογόνου οχήματος.
Κατά τα λοιπά, οι αποδιδόμενες εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, καθόσον πλήττουν την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων. Πέραν τούτου δε, οι δαπάνες που σχετίζονται με τη χρήση, λειτουργία και συντήρηση ενός οχήματος είναι γνωστές και δεν χρειάζεται άλλωστε να εκτίθενται στο σκεπτικό της αποφάσεως. Συνεπώς ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει ν'απορριφθεί στο σύνολο του.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα:
(α) ότι το Εφετείο παραλείπει να αναφέρει (i) την ταχύτητα με την οποία εκινείτο το ζημιογόνο όχημα τόσο πριν όσο και κατά τη στιγμή της ένδικης συγκρούσεως, καθώς και (ii) εάν ο υπαίτιος οδηγός (Γ. Π.) έκανε χρήση ή όχι των αριστερών δεικτών αλλαγής κατεύθυνσης, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτό να διαπιστωθεί εάν η είσοδος του στη διασταύρωση ήταν ξαφνική,
(β) ότι το Εφετείο δεν διευκρινίζει σε ποιο σημείο του οδοστρώματος έβαινε η δίκυκλη μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο θανών, συγγενής των αναιρεσιβλήτων, τόσο πριν όσο και κατά τη στιγμή της ένδικης σύγκρουσης, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτό να διαπιστωθεί εάν (i) ο θανών συγγενής μας είχε τη δυνατότητα αποφευκτικού ελιγμού, (ii) εάν ο αποφευκτικός ελιγμός που δέχεται η προσβαλλομένη ότι πραγματοποίησε ήταν ενδεδειγμένος ή μη, (iii) εάν ο θανών συγγενής των αναιρεσιβλήτων εκινείτο στο δεξιό άκρο του ρεύματος πορείας του και σε αρνητική περίπτωση, εάν η περίπτωση αυτή συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση του ενδίκου ατυχήματος,
(γ) ότι ενώ το Εφετείο δέχεται πως η αιφνίδια και ξαφνική παρεμβολή του ζημιογόνου οχήματος στέρησε από τον οδηγό της δίκυκλης μοτοσικλέτας τη διενέργεια αποφευκτικού ελιγμού, αντιφατικώς εν συνεχεία, δέχθηκε πως ο θανών, για να αποφύγει τη σύγκρουση, επεχείρησε ελιγμό προς τα αριστερά,
(δ) ότι ενώ το Εφετείο δέχθηκε ότι η ανευρεθείσα στο αίμα του θανόντος ποσότητα αλκοόλης δεν προέκυψε πως συνέτεινε στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, ούτε και απεδείχθη αμελής οδηγική του συμπεριφορά, στο βαθμό που επεχείρησε και αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, γεγονότα που καταδεικνύουν κατά την κρίση του Εφετείου την οδηγική του ικανότητα, δεν αιτιολογεί για ποιό λόγο ο αποφευκτικός ελιγμός προς τα αριστερά ήταν ενδεδειγμένος, αντί να προβεί σε τροχοπέδηση ή σε ελιγμό προς τα δεξιά,
(ε) ότι το Εφετείο δεν διευκρινίζει ποιά ήταν η απόσταση μεταξύ των δύο οχημάτων όταν το ζημιογόνο όχημα εισήλθε στη διασταύρωση, ώστε να μην προκύπτει εάν η είσοδος του ζημιογόνου οχήματος στη διασταύρωση ήταν ξαφνική και εάν ο θανών αιφνιδιάστηκε από αυτή ή προλάβαινε να επιχειρήσει τροχοπέδηση,
(στ) ότι το Εφετείο παραλείπει να αναφέρει εάν ο θανών οδηγός είχε συνεχώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση,
(ζ) ότι το Εφετείο παραλείπει να προσδιορίσει το σημείο του οδοστρώματος, όπου έλαβε χώρα η ένδικη σύγκρουση,
(η) ότι το Εφετείο με ελλιπή αιτιολογία δέχθηκε ότι η ταχύτητα της δίκυκλης μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο θανών εκινείτο με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα, που δεν υπερέβαινε τα 50 χλμ/ώρα, καθώς και
(θ) ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι συνεπεία της σύγκρουσης, η δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο θανών συγγενής μας σύρθηκε στο οδόστρωμα σε μήκος 16μ. περίπου και ακινητοποιήθηκε στο πεζοδρόμιο της οδού Γιαννιτσών στο ρεύμα κυκλοφορίας του αυτοκινήτου, ενώ εν συνεχεία δέχθηκε αντιφατικώς, ότι συνέχισε συρόμενη την πορεία της και στο άνω τελικό σημείο κατέληξε λόγω της κίνησης που είχε κατά τη στιγμή της σύγκρουσης.
Πλην όμως όλες οι παραπάνω αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτες, διότι οι επικαλούμενες πλημμέλειες δεν αναφέρονται στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν πραγματικών περιστατικών αλλά, αντιθέτως, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμισή τους και την αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, ως προς τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και την αντίστοιχη έλλειψη (συν)υπαιτιότητος του θανόντος συγγενούς των αναιρεσιβλήτων στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος.
Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι με την παραπάνω κρίση του το Εφετείο παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι επίσης απαράδεκτος, καθόσον οι επικαλούμενες πλημμέλειες δεν αναφέρονται στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν πραγματικών περιστατικών αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων.
Πιο συγκεκριμένα, από τις διαλαμβανόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση κρίσεις και παραδοχές αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης και επέλευσης του ενδίκου ατυχήματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου, προκύπτει ότι το Εφετείο με όσα κατά τα προαναφερόμενα δέχτηκε αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, τις παρατιθέμενες στη μείζονα σκέψη της διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, καθώς και εκείνες του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε τα διδάγματα κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των αναφερόμενων, αναλυτικώς στο σκεπτικό της, πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το αν οι διατάξεις αυτές εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι και, κατά συνέπεια, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση όπως προκύπτει από το σχετικό με τις συνθήκες του ατυχήματος και την υπαιτιότητα στην πρόκληση αυτού του πρώτου εναγομένου και μη διαδίκου στην παρούσα δίκη οδηγού περιεχόμενό της που προαναφέρθηκε περιέχει παραδοχές οι οποίες με επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις στηρίζουν την κρίση ο υπεύθυνος, αποκλειστικά, του ένδικου τροχαίου ατυχήματος είναι ο οδηγός του υπ' αριθ. ...
Ι.Χ. αυτοκινήτου Γ. Π. (α' εναγόμενος και μη διάδικος στην παρούσα δίκη).
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το προσκομισθέν από την αναιρεσείουσα αποδεικτικό μέσο και πιο συγκεκριμένα, την υπ' αριθ. 208520/2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της εταιρίας πραγματογνωμόνων με την επωνυμία ".... & ΣΙΑ Ε.Ε .Πλην όμως από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, σύμφωνα με την οποία, τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, αποδείχθηκαν, εκτός άλλων αποδεικτικών μέσων".
Από την εκτίμηση και αξιολόγηση των εγγράφων, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως, εκτιμώμενων και όσων από αυτά δεν πληρούν τους όρους του νόμου (άρθρο 671 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ), από τα οποία άλλα λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 339 σε συνδυασμό προς 395 ΚΠολΔ), μεταξύ των τελευταίων περιλαμβάνονται και τα δημόσια έγγραφα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας, τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε (άρθρα 444 αριθμ. 3, 448 παρ. 2, 457 παρ. 4 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, έλαβε υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσεκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, ενώ δεν ήταν ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του αρκεί ότι καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Ειδικότερα, η ανωτέρω, προσκομισθείσα από την αναιρεσείουσα, τεχνική έκθεση ελήφθη υπόψη και εκτιμήθηκε τόσο από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο όσο και από το Εφετείο σε συνδυασμό με όλα τα εισφερθέντα ενώπιον του αποδεικτικά μέσα, αλλά και στη συνέχεια ενώπιον του Εφετείου.
Συνεπώς το επικαλούμενο από την αναιρεσείουσα ως μη ληφθέν υπόψη του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου αποδεικτικό μέσο, ελήφθη οπωσδήποτε υπόψη, και ο κρινόμενος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος, επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Β' δ' ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, από τους οποίους οι τρείς πρώτοι παραστάθηκαν με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν κοινές προτάσεις, το δε τέταρτο ΝΠΙΔ με διαφορετικό δικηγόρο και κατέθεσε χωριστά προτάσεις, όπως ειδικότερα, ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 08-11-2018 (αρ. κατ. 3874/2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αρ. 2056/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ, για κάθε μία ομάδα εξ αυτών.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ