Legislator Case Law & Legislation
1331/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appealable grounds regarding inadmissible forest land distribution without ministerial permit.

Case Number 1331/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeal's decision regarding the distribution of co-owned property. The appellants argued that the lower court failed to rule on the distribution of forest land, leaving that claim undecided. The court rejected this claim, ruling that the distribution of forest land without a prior permit from the Minister of Agriculture is procedurally inadmissible under the Forestry Code, meaning the lower court did not err by not addressing it.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576, 568, 498 of the Code of Civil Procedure; Article 60 of the Forestry Code: A request for the distribution of forest land without a prior permit from the Minister of Agriculture is inadmissible, and the appellate court does not commit an error by failing to rule on such a claim.

Keywords

AI generated
forest land distribution inadmissible claim ministerial permit appellate review procedural inadmissibility Code of Civil Procedure Forestry Code

Cited Legislation

AI generated
Articles 576, 568, 498 of the Code of Civil Procedure
Article 60 of the Forestry Code
Article 559, number 9 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 189, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1331 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1331/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: α) Μ. χας Κ. Σ., το γένος Δ. Δ., β) Χ. συζ. Κ. Ζ., το γένος Δ. Δ., κατοίκων ... και γ) Δ. Δ. Δ., κατοίκου ... (...), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Φασούλα.

Της αναιρεσίβλητης Μ. συζ. Α. Δ., το γένος Κ. Δ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2003 αγωγή των αναιρεσειόντων στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρίπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 95/2004 του παραπάνω Δικαστηρίου και 306/2006 μη οριστική και 272/2016 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-10-2017 αίτησή τους. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίστηκε δικάσιμος η 21-11-2018 και, μετά από αναβολή, αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, οι αναιρεσείοντες παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική τους δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1, 2 και 3, 568 παρ. 1 και 4 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπάγγελτα, αν κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο απολειπόμενος αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρά, παρά την απουσία του, στη συζήτηση της υπόθεσης.

Εν προκειμένω, από την ...48Γ/8-3-2019 έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Ναυπλίου Ι. Μ.-Κ. προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή κλήση για συζήτησή της για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής και της 247/4-12-2018 βεβαίωσης της Γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου, σύμφωνα με την οποία η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναβλήθηκε από την αρχική δικάσιμο της 21-11-2018 για τη σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων, που επισπεύδουν τη συζήτηση της αίτησης. Όμως, η αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, δεν παρέστη κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο. Επομένως, η συζήτηση θα προχωρήσει, παρά την απουσία του, σαν να ήταν και αυτή παρούσα.

Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 272/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με την απόφαση αυτή έγινε εν μέρει δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων, αγωγή διανομής ακινήτων των αναιρεσειόντων κατά της αναιρεσίβλητης και διατάχτηκε η αυτούσια διανομή των μη δασικού χαρακτήρα ακινήτων, με την κατανομή τους σε δυο μέρη, αντίστοιχα με τις ομάδες των κοινωνών, καθόσον οι αναιρεσείοντες ζήτησαν κοινή μερίδα και επιδικάστηκε σε κάθε ομάδα συγκεκριμένο μέρος, ενώ υποχρεώθηκαν οι αναιρεσείοντες να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη 23.150 ευρώ για την εξίσωση των μερίδων τους. Είχε προηγηθεί η 306/2006 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία, όπως το διατακτικό της συμπληρώθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, είχε γίνει δεκτή έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 95/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης, με την οποία, κατά παραδοχή ένστασης αποκλειστικής κυριότητας της αναιρεσίβλητης στα επίδικα, είχε απορριφθεί ως αβάσιμη η παραπάνω αγωγή διανομής και στη συνέχεια διατάχτηκε με την εν λόγω 306/2006 απόφαση πραγματογνωμοσύνη για τη δυνατότητα αυτούσιας διανομής των ακινήτων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).

Η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια ιδρύεται, μόνο όταν ο κανόνας που φέρεται, ότι έχει παραβιαστεί, είναι ουσιαστικού δικαίου. Κανόνες ουσιαστικού δικαίου είναι αυτοί, που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρησή τους.

Αντίθετα, δεν ιδρύεται η παραπάνω πλημμέλεια, όταν οι κανόνες που φέρονται, ότι έχουν παραβιαστεί, είναι δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνες που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 320/2012, ΑΠ 22/2012). Δικονομικού δικαίου διάταξη, η παράβαση της οποίας δεν ιδρύει, λόγω της φύσης της αυτής, την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, είναι και εκείνη του άρθρου 116 ΚΠολΔ (ΑΠ 177/2010), σύμφωνα με την οποία "οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι και οι πληρεξούσιοί τους οφείλουν να τηρούν τους κανόνες των χρηστών ηθών και της καλής πίστης, να αποφεύγουν ενέργειες που φανερά οδηγούν στην παρέλκυση της δίκης, να εκθέτουν τα πραγματικά γεγονότα που αναφέρονται στην υπόθεση, έτσι ακριβώς όπως τα γνωρίζουν, με πληρότητα και σύμφωνα με την αλήθεια, αποφεύγοντας διφορούμενες και ασαφείς εκφράσεις".

Εν προκειμένω, με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι, υποχρεώνοντας τους ενάγοντες-εκκαλούντες (ήδη αναιρεσείοντες) να καταβάλουν στην εναγόμενη-εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη) το ποσό των 23.150 ευρώ, για την εξίσωση των μερίδων τους από την αναφερόμενη αυτούσια διανομή ακινήτων τους, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 3 του Συντ.

και 197, 281 και 288 ΑΚ, καθόσον η αναιρεσίβλητη υπέβαλε το σχετικό αίτημά της "μετά την περάτωση της ακροαματικής διαδικασίας" στο Εφετείο, "εν αγνοία τους" και κατά παράβαση της, μεταξύ τους, αντίθετης, πριν από τη δίκη, προφορικής συμφωνίας τους, για το ισάξιο των παραπάνω μερίδων τους και ενώ "επ' ακροατηρίω είχε συναινέσει και επικυρώσει τα συμπεφωνημένα αδιστάκτως άνευ αντιλογίας και ενστάσεως".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, πρωτίστως, ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι στο ότι το Εφετείο δέχτηκε την ύπαρξη συμφωνίας των αντιδίκων για το ισάξιο των μερίδων τους, ενώ, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασής του, η οποία παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), τούτο δεν συνέβη.

Αντίθετα, το Εφετείο κατέληξε στην παραπάνω κρίση του, επειδή δέχτηκε ακριβώς τα αντίθετα, ήτοι την έλλειψη συμφωνίας της αναιρεσίβλητης με τους αντιδίκους της για το ισάξιο των μερίδων τους και, συγκεκριμένα, ότι "το αίτημά της αυτό (της αναιρεσίβλητης, για την εξίσωση της μερίδας της) δεν έρχεται σε αντίθεση με όσα, κατόπιν συμφωνίας με τους ενάγοντες (αναιρεσείοντες) δήλωσε ο πληρεξούσιος δικηγόρος των τελευταίων, στο ακροατήριο (για την κατανομή των μερίδων χωρίς κλήρωση), παρισταμένης και της ιδίας (αναιρεσίβλητης) μετά του δικού της δικηγόρου, καθόσον η δήλωση αυτή έγινε για να υποδειχθεί η προτίμηση τους σ' αυτόν τον τρόπο της κατανομής, προς το σκοπό εξασφάλισης της πατρικής της οικίας, με την αποφυγή της κλήρωσης και όχι προς το σκοπό παραίτησής της (αναιρεσίβλητης) από την αξίωση για εξίσωση της μερίδας της", την οποία, άλλωστε εξίσωση και αυτεπάγγελτα αποφασίζει το δικαστήριο (ΑΠ 837/2007, ΑΠ 145/1995).

Ο ίδιος λόγος, για παραβίαση από το Εφετείο με την παραπάνω κρίση του των διατάξεων του άρθρου 116 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, λόγω του δικονομικού χαρακτήρα των διατάξεων τούτων, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται εν προκειμένω.

2. Περαιτέρω, για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ, λόγω αντιφατικών διατάξεων, πρέπει οι διατάξεις που αντιφάσκουν μεταξύ τους, εν όλω ή εν μέρει, να περιέχονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, έτσι, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητά της ή η πρόκληση της διάπλασης που διώκεται με αυτή, ενώ δεν αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο σκεπτικό της, εκτός αν τούτο έχει προσόντα διατακτικού ή μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της (ΑΠ 255/2013, ΑΠ 364/2012).

Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο, από το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ, μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια των αντιφατικών διατάξεων, συνισταμένων "στην αναγνώριση των αντιφατικών πραγματικών ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης" και, συγκεκριμένα, εκείνου στο ακροατήριο του Εφετείου, που προαναφέρθηκε και με τον οποίο αυτή (αναιρεσίβλητη) αποδέχτηκε την πραγματογνωμοσύνη για την ισότητα των μερίδων της παραπάνω διανομής και εκείνου με τις εν συνεχεία προτάσεις της, με τον οποίο αρνήθηκε την ισότητα της μερίδας της και ζήτησε την εξίσωσή της. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, πρωτίστως, ως απαράδεκτος, διότι η προσβαλλόμενη αντίφαση εντοπίζεται μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι μεταξύ διατάξεων του διατακτικού της ή μεταξύ αιτιολογιών της με προσόντα διατακτικού, με τις οποίες να "αναγνωρίζονται" οι παραπάνω ισχυρισμοί της αναιρεσίβλητης, τους οποίους, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, αυτή, ούτως ή άλλως, δεν υπέβαλε.

3. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθ. 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, οι δε αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης, από το περιεχόμενο των οποίων προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτονται ως απαράδεκτοι, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1014/2010, ΑΠ 1987/2007).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχτηκε με αυτή ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει αποδείχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμησή του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), πλην άλλων, και ότι οι μερίδες των αντιδίκων από την επίδικη αυτούσια διανομή είναι άνισες, ότι η αξία ενός από τα υπό διανομή ακίνητα, ήτοι της παλαιάς διώροφης οικίας με το οικόπεδο της ανέρχεται σε 30.000 ευρώ και ότι για την εξίσωση των παραπάνω άνισων μερίδων απαιτείται η καταβολή από τους αναιρεσείοντες στην αναιρεσίβλητη του ποσού των 23.150 ευρώ.

Στη συνέχεια, δε, των παραδοχών του αυτών επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη και το παραπάνω ποσό. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια των αντιφατικών αιτιολογιών στο ζήτημα του προσδιορισμού σε 23.150 ευρώ του ποσού που επιδικάστηκε στην αναιρεσίβλητη για την εξίσωση των άνισων μερίδων της παραπάνω διανομής, καθόσον "η εφετειακή απόφαση ισχυρίσθηκε ότι χρησιμοποίησε ως βάση υπολογισμού της αξίας...της παλαιάς διώροφης οικίας μετά του οικοπέδου της, την μέτρηση επιφανειών (τμ) του ανωτέρω πραγματογνώμονα Σ.

Γ. δυνάμει του από Οκτωβρίου 2010 σχεδιαγράμματος του το οποίο συνήψε εις την από Μαΐου του 2011 πραγματογνωμοσύνη του, αλλά εν τέλει υπελόγισε την αξία αυτών βάσει των σαφώς μικροτέρων επιφανειών (τμ) των ακινήτων που είχαμε αναφέρει επί της αγωγής μας, επί της οποίας με την σειρά μας είχαμε επικαλεσθεί προγενέστερα συμβόλαια που, κατά προσέγγιση και χωρίς μετρήσεις και διαγράμματα ειδικών είχαν υπολογίσει εσφαλμένως τις επιφάνειες".

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, πρωτίστως, ως απαράδεκτος, διότι, υπό την ανωτέρω επίκληση, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των παραπάνω γεγονότων από το Δικαστήριο της ουσίας, ήτοι την εκτίμησή του ότι οι μερίδες της ανωτέρω διανομής είναι άνισες, ότι η αξία της αναφερόμενης παλαιάς διώροφης οικίας και του οικοπέδου της ανέρχεται σε 30.000 ευρώ και ότι για την εξίσωση των παραπάνω άνισων μερίδων, απαιτείται η καταβολή του ανωτέρω ποσού από τους αναιρεσείοντες στην αναιρεσίβλητη.

4. Κατά το άρθρο 60 παρ. 1 του Δασικού Κώδικα (νδ 86/1969) "απαγορεύεται η κατάτμησις της δασικής ιδιοκτησίας, είτε δια διανομής μεταξύ των εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτητών ή διακατόχων, είτε δια πωλήσεως ή οιασδήποτε άλλης πράξεως, άνευ προηγουμένης αδείας του Υπουργού Γεωργίας, επί ποινή απολύτου ακυρότητος της σχετικής δικαιοπραξίας".

Συνεπώς, αγωγή διανομής συνιδιόκτητης δασικής έκτασης χωρίς την παραπάνω προηγούμενη άδεια του Υπουργού Γεωργίας, είναι απαράδεκτη (ΑΠ 488/2012). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Αν το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί για αίτημα της αγωγής, χωρίς να διαλάβει ο,τιδήποτε στο σκεπτικό ή στο διατακτικό της απόφασής του, το αίτημα τούτο θεωρείται ότι απορρίφθηκε σιωπηρά (ΑΠ 13/1984).

Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, αν το αίτημα, που φέρεται ότι αφέθηκε αδίκαστο, ήταν δικονομικά απαράδεκτο ή μη νόμιμο ή αλυσιτελές (ΑΠ 850/2009), όπως, κατά τα προεκτεθέντα, το αίτημα διανομής συνιδιόκτητης δασικής έκτασης χωρίς προηγούμενη άδεια του Υπουργού Γεωργίας. Σύμφωνα με αυτά, ο τρίτος, από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι μετά τη διανομή των μη δασικού χαρακτήρα ακινήτων που διέταξε, παρέλειψε να αποφανθεί για το αγωγικό αίτημα διανομής εκείνων από τα επίδικα ακίνητα που είχαν δασικό χαρακτήρα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο, μετά τη διαπίστωση του δασικού χαρακτήρα ορισμένων από τα επίδικα και του χαρακτηρισμού ως μη δασικών με την οικεία πράξη του αρμοδίου Δασάρχη μόνο εκείνων που διέταξε τη διανομή, απέρριψε σιωπηρά το αίτημα διανομής των ακινήτων που είχαν δασικό χαρακτήρα και, συνεπώς, δεν άφησε τούτο αδίκαστο.

Σε κάθε, όμως, περίπτωση, ενόψει του δασικού χαρακτήρα των παραπάνω ακινήτων, η αγωγή διανομής ήταν απαράδεκτη ως προς αυτά, αφού δεν υπήρχε προηγούμενη σχετική άδεια του Υπουργού Γεωργίας και, συνεπώς, το Εφετείο με το να μη αποφανθεί ρητά επί του σχετικού αιτήματος, δεν υπέπεσε στην παραπάνω πλημμέλεια που του αποδίδεται.

Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό, χωρίς την επιβολή δικαστικής δαπάνης σε βάρος των ηττηθέντων αναιρεσειόντων, λόγω της ερημοδικίας της αναιρεσίβλητης (άρθρα 106, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-10-2017 αίτηση των Μ. χας Κ. Σ., το γένος Δ. Δ., Χ. συζ. Κ. Ζ., το γένος Δ. Δ. και Δ. Δ. Δ. για αναίρεση της 272/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ