1331/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1331/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Β. Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1331 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1331/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Α. χας Γ. Π., το γένος Ε. Π., κατοίκου ..., ενεργούσης, τόσο για τον εαυτό της ατομικά, όσο και για λογαριασμό της ανήλικης θυγατέρας της Σ. Π. του Γ., της οποίας ασκεί τη γονική μέριμνα και επιμέλεια, 2) Δ. Π. του Γ., 3) Π. Π. του Δ., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένουσας στα ... και 4) Γ. χας Ε. Π., το γένος Π. Τ., εκ των οποίων οι 1η και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βύρωνα Αντωνιάδη, ενώ ο 2ος και η 4η δεν παραστάθηκαν.
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Α. χας Γ. Π., το γένος Ε. Π., κατοίκου ..., ενεργούσης, τόσο για τον εαυτό της ατομικά, όσο και για λογαριασμό της ανήλικης θυγατέρας της Σ. Π. του Γ., της οποίας ασκεί τη γονική μέριμνα και επιμέλεια, 2) Δ. Π. του Γ., που δεν παραστάθηκε, 3) Π. Π. του Δ., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένουσας στα ...
και 4) α. Α. χας Γ. Π., το γένος Ε. Π. και β. Ε. Π. του Ε., κατοίκων ..., ως νομίμων, εξ αδιαθέτου κληρονόμων της, ήδη, στις 4-8-2015 (μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως), αποβιωσάσης, αρχικής αναιρεσείουσας - ενάγουσας Γ. χας Ε. Π., το γένος Π. Τ., στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθαν και συνεχίζουν γι’ αυτήν, την, επ’ ονόματί της αρξαμένη δίκη, εκ των οποίων οι 1η, 3η και 4α, 4β εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βύρωνα Αντωνιάδη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι:
α) ο ως άνω 2ος αναιρεσείων - καλών Δ. Π. του Γ. απεβίωσε στις 24-10-2016 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Π. Π. του Δ. (3η ως άνω) και Σ. Π. του Γ., που εκπροσωπείται από την μητέρα της Α. χα Γ. Π. (1η ως άνω), που ασκεί τη γονική μέριμνα και επιμέλειά της και β) όπως γνωστοποιείται και στην από 9-10-2015 κλήση, για συζήτηση της υπόθεσης, των αναιρεσειόντων - καλούντων, η ως άνω 4η αναιρεσείουσα Γ.
χα Ε. Π., το γένος Π. Τ. απεβίωσε στις 4-8-2015 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της α. Α. χα Γ. Π., το γένος Ε. Π. και β. Ε. Π. του Ε., κάτοικοι ..., οι οποίες και εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
Των αναιρεσιβλήτων - καθ’ ων η κλήση: 1) Χ. Δ. του Α., 2) Λ. συζ. Χ. Δ., το γένος Μ. Δ., κατοίκων ... και 3) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Π. Ζ. και το 3ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.
Β. Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Δ. του Α. και 2) Λ. συζ. Χ. Δ., το γένος Μ. Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2009 αγωγή των ως άνω υπό στοιχ. Α αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 22-6-2009 παρεμπίπτουσα αγωγή του ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", καθώς και με την υπ’ αριθμ. .../2009 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή της Λ. συζ. Χ. Δ., το γένος Μ. Δ.. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12277/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 312/2013 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντες με την από 6-2-2015 αίτησή τους, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο της 18-9-2015, οπότε ματαιώθηκε. Την υπόθεση επανέφεραν για συζήτηση οι ήδη υπό στοιχ. Α καλούντες με την από 9-10-2015 κλήση τους, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο της 4-3-2016, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Την αναίρεση της ίδιας απόφασης ζητεί και το υπό στοιχ. Β αναιρεσείον με την από 10-9-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ναυσικά Φράγκου διάβασε την από 9-9-2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου κατά το σκέλος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, του δεύτερου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και του τρίτου από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγων της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών, καθώς και την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 312/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως επίσης και την από 25-11-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε, για την περίπτωση που γίνει δεκτή η από 6-2-2015 (κύρια) αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 312/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, να γίνει δεκτή και η από 10-9-2015 ένδικη αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε επικουρικά κατά της ίδιας αποφάσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων - καλούντων και ο πληρεξούσιος του υπό στοιχ. Β αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεών τους, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Πρέπει να διαταχθεί η ένωση και συνεκδίκαση 1) της από 6-2-2015 αιτήσεως αναιρέσεως της Α. χήρας Γ. Π. κ.λπ. εναγόντων της κύριας αγωγής κατά του Χ. Δ. κ.λπ., κατά της υπ’ αριθ. 312/2013 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος της που απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή τους και 2) της από 10-9-2015 επικουρικής αιτήσεως αναιρέσεως του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" κατά του Χ. Δ. κ.λπ., για αναίρεση της ίδιας υπ’ αριθμ. 312/2013 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης και κατά το μέρος της που απέρριψε την από 19-10-2011 επικουρική έφεση του αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως και κατά το μέρος που η τελευταία απέρριψε ως άνευ αντικειμένου την παρεμπίπτουσα αγωγή (εξ αναγωγής) του ήδη αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου κατά των αναιρεσιβλήτων Χ. Δ. και Λ. συζ. Χ. Δ., σε περίπτωση κατά την οποία γίνει δεκτή η παραπάνω από 6-2-2015 αίτηση αναιρέσεως της Α. χας Γ. Π. κ.λπ. λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας (άρθρ. 246 ΚΠολΔ), που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης κατ’ άρθρ. 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Α. Επί της από 6-2-2015 αιτήσεως αναιρέσεως της Α. χήρας Γ. Π. κ.λπ. κατά Χ. Δ. κ.λπ.
Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου δηλώθηκε η βίαιη διακοπή λόγω θανάτου, του αρχικού διαδίκου δευτέρου αναιρεσείοντος Δ. Π. του Γ., ο οποίος απεβίωσε, την 24-10-2016, ήτοι μετά την άσκηση της αναίρεσης, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη ληξιαρχική πράξη θανάτου του, την δίκη του οποίου συνεχίζουν κατόπιν δηλώσεώς τους, οι, όπως προκύπτει από το με επίκληση προσκομιζόμενο πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών, του Δήμου ..., κληρονόμοι του, θυγατέρα του Π.
Π. του Δ. και εγγονή του Π. Σ. του Γ., που εκπροσωπείται από τη μητέρα της Α. χήρα Γ. Π., που ασκεί τη γονική μέριμνα και επιμέλειά της, οι οποίες παρέστηκαν νομίμως διά του πληρεξουσίου δικηγόρου των Β. Α.. Επομένως αυτές νομίμως συνεχίζουν τη δίκη και υπεισέρχονται στην δικονομική θέση του αρχικού διαδίκου.
Ομοίως κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου, δηλώθηκε η βίαιη διακοπή λόγου θανάτου της αρχικής διαδίκου Γ. χήρας Ε. Π. (τέταρτης αναιρεσειούσης), η οποία απεβίωσε στις 4-8-2015 (όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη ληξιαρχική πράξη θανάτου της), την δίκη της οποίας συνεχίζουν κατόπιν δηλώσεώς τους, οι, όπως προκύπτει από το με επίκληση προσκομιζόμενο πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Χαλκηδόνας Νομού Θεσσαλονίκης, κληρονόμοι της, θυγατέρες της, Π.
Α. του Ε. και Π. Ε. του Ε., οι οποίες παρέστηκαν νομίμως διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Β. Α.. Επομένως αυτές νομίμως συνεχίζουν την δίκη και υπεισέρχονται στη δικονομική θέση της αρχικής διαδίκου. Η αμέσως ως άνω βίαιη διακοπή της δίκης, είχε γνωστοποιηθεί και με την από 9-10-2015 κλήση, με την οποία ορίστηκε νέα συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως η, στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμος, λόγω ματαιώσεως της αρχικώς ορισθείσης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ’ άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1991, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Περαιτέρω και σύμφωνα με την διάταξη του άρθρ. 78 παρ. 2 Κ.Ο.Κ: "Τα αγροτικά μηχανήματα μπορούν να φέρουν ειδικό προβολέα, ο οποίος χρησιμοποιείται μόνο κατά την εκτέλεση μηχανοαγροτικών εργασιών, απαγορευομένης της χρήσης αυτού κατά την κίνησή του στις οδούς".
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Ο δε προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται αν από τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, οι οποίες συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της, αν δηλαδή γεννώνται αμφιβολίες για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου από το δικαστήριο της ουσίας.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε πλημμέλειες, που σχετίζονται με την διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, με την παράθεση, δηλαδή, των περιστατικών που αποδείχθηκαν και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση, συσχετισμό και αξιολόγηση των αποδείξεων και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να διατυπώνεται σαφώς.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του στενού συγγενούς των αναιρεσειόντων Γ. Π., προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του τελευταίου, και ότι ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον πρώτο εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο Χ.
Δ., οδηγό του υπ’ αριθμ. κυκλ. ... γεωργικού ελκυστήρα, για την επέλευση του ένδικου ατυχήματος παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα των συνθηκών του ατυχήματος και της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών τις διατάξεις των άρθρων 297, 330 και 914 ΑΚ, σε συνδυασμό μ’ εκείνη του άρθρου 78 παρ. 2 ΚΟΚ., καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς την υπαγωγή, στις πιο πάνω διατάξεις, των, γενομένων δεκτών απ’ αυτή, πραγματικών περιστατικών.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 2.3.08 και ώρα 19:45, ο πρώτος κυρίως εναγόμενος Χ. Δ. του Α., οδηγώντας τον με αριθμό κυκλοφορίας ...
γεωργικό ελκυστήρα, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης συζύγου του Λ. (το γένος Δ. Μ.), έβαινε επί της παλαιάς εθνικής οδού Θεσσαλονίκης - Βέροιας, με κατεύθυνση προς Βέροια. Ο ελκυστήρας στους πίσω βραχίονες έφερε αναρτημένο εκσκαπτικό αγροτικό μηχάνημα (φρέζα θραύσης σβώλων), πλάτους 3,20 μ. Η άνω οδός στο ύψος της 29ης χιλιομετρικής θέσης, λίγο μετά τη διασταύρωση προς Βαλτοχώρι, είναι διπλής κατεύθυνσης, με συνολικό πλάτος ενεργού οδοστρώματος 16 μ.
και με διαχωριστική νησίδα στο μέσον (με προστατευτικά στηθαία). Τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση έκαστο, έχουν πλάτος ενεργού οδοστρώματος 8 μ. το καθένα (ήτοι, η κάθε λωρίδα κυκλοφορίας έχει πλάτος 4 μ.). Κατά την ίδια χρονική στιγμή, στην ίδια ως άνω οδό, ομόρροπα (προς την ίδια κατεύθυνση, προς Βέροια), οδηγώντας δίκυκλη μοτοσικλέτα άνευ κρατικών πινακίδων κυκλοφορίας, έβαινε, ακολουθώντας τον ελκυστήρα, ο Γ.
Π. του Δ., σύζυγος της πρώτης, πατέρας της εκπροσωπούμενης από αυτήν ανήλικης, υιός του δεύτερου, αδερφός της τρίτης και γαμπρός της τέταρτης των εναγόντων. Όταν ο προμνησθείς αναβάτης με τη μοτοσικλέτα, πλησίασε τον άνω γεωργικό ελκυστήρα, την κίνηση του οποίου στο οδόστρωμα δεν είχε αντιληφθεί έγκαιρα, επιχείρησε να τον υπερβεί (να προσπεράσει αυτόν) από αριστερά.
Έχοντας όμως αναπτύξει ήδη πολύ μεγάλη ταχύτητα, στιγμιαία συνειδητοποίησε ότι δεν μπορεί να ενεργήσει τον απαιτούμενο ελιγμό υπέρβασης με επιτυχία, καθόσον κινούνταν στο μέσο της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας (2,7 μ. από τη δεξιά οριογραμμή). Έτσι, τροχοπέδησε ενστικτωδώς τη μοτοσικλέτα και κινήθηκε προς τα αριστερά, πλην όμως, ο ελιγμός απέβη ατελέσφορος.
Δεν κατάφερε ν’ αποφύγει το προπορευόμενο βαρύ και δυσκίνητο όχημα με συνέπεια να προσκρούσει με σφοδρότητα στο "σβωλοθραύστη", να ολισθήσει στο οδόστρωμα σε μήκος 9 μ. και να τραυματιστεί θανάσιμα. Η κατά τον προεκτεθέντα τρόπο εξέλιξη του ατυχήματος προκύπτει κυρίως από τα αντικειμενικά ευρήματα στον τόπο όπου αυτό συνέβη (όπως τούτα καταγράφονται, περιγράφονται και εικονίζονται στην Έκθεση Αυτοψίας Τροχαίου Ατυχήματος και στο σχεδιάγραμμα, που την συνοδεύει, που συνέταξε το Τ.Τ.
Χαλκηδόνας). Ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ταχύτητας της μοτοσικλέτας και της αιτιώδους συνάφειας αυτής (της ταχύτητας) στην επέλευση του τροχαίου, οι ενάγοντες εκκαλούντες με τον μοναδικό λόγο της έφεσής τους, όπως εκτιμάται, ισχυρίζονται ότι η ταχύτητα αυτής (της μοτοσικλέτας) κατά τη στιγμή της πρόσκρουσης ήταν μόλις 64 χλμ/α.ω.
και δεν συνδέεται αιτιωδώς, με το ατύχημα. Ο ισχυρισμός αυτός, έχει έρεισμα την έκθεση - γνωμάτευση του ερευνητή ατυχημάτων Χ.Δ. Γ.. Τούτη, (η γνωμάτευση) συνιστά ιδιωτική γνωμοδότηση, που συντάχθηκε μετά από αίτηση των ίδιων των εναγόντων εκκαλούντων. Από την επισκόπησή της προκύπτει ότι ο πραγματογνώμονας για τη συναγωγή του απαγωγικού συμπεράσματός του (σχετικά με τη μικρή ταχύτητα της μοτοσικλέτας) θέτει ως προϋπόθεση (προκείμενη) την αναπόδεικτη παραδοχή ότι ο αναβάτης της συγκρουσθείσας μοτοσικλέτας, συμμορφούμενος στην υπόδειξη προϋπάρχουσας στην πορεία του ρυθμιστικής πινακίδας Ρ-32, μείωσε αρχικώς την ταχύτητά της κάτω από το επιτρεπόμενο όριο των 60/χλμ α.ω.
και ότι το ατύχημα έλαβε χώρα ολίγο μετά το πέρας της επόμενης ρυθμιστικής πινακίδας (Ρ 37), που σηματοδοτούσε το τέλος του προηγουμένου ορίου ταχύτητας και την έναρξη νέου μεγαλύτερου ορίου (90 χλμ/.ω.). Η παραδοχή αυτή, είναι αποτέλεσμα απαγωγικού συλλογισμού, με βάση την επιλεκτική χρήση των ευρημάτων του πρόχειρου σχεδιαγράμματος και της έκθεσης αυτοψίας που συνέταξε ο αρμόδιος προανακριτικός υπάλληλος του Τμήματος Τροχαίας Χαλκηδόνας και ενός θεωρητικού (φυσικομαθηματικού) μοντέλου του οποίου όμως οι προϋποθέσεις, στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν και δεν επιβεβαιώνονται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας.
Τουναντίον, αδιαμφισβήτητα και με παραγωγικό τρόπο, ήτοι μετά από στάθμιση των όλων των προαναφερθεισών αποδείξεων, προέκυψαν τα ακόλουθα: Ο αναβάτης της μοτοσικλέτας, μολονότι υπό το κράτος των επικρατουσών στην οδό τοπικών και χρονικών περιθωρίων ευχερώς μπορούσε να αντιληφθεί έγκαιρα τον προπορευόμενο ελκυστήρα και να ρυθμίσει προσηκόντως την ταχύτητα του δικύκλου δεν το έπραξε.
Ειδικότερα, χωρίς να αντιληφθεί την ύπαρξη ή αδιαφορώντας υποδείξεις της ρυθμιστικής πινακίδας (Ρ 32), έβαινε στην ως άνω παλαιά εθνική οδό με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα (κατά την τεχνική έκθεση των τεχνικών συμβούλων Α. Γ. και Σ. Α., την οποία προσκόμισαν οι εναγόμενοι της κύριας αγωγής, ήταν 127,29 χλμ/ώρα), ενώ το ατύχημα έλαβε χώρα προ της δεύτερης ρυθμιστικής πινακίδας (Ρ 37).
Οδηγώντας έτσι, δεν μείωσε εγκαίρως την ταχύτητα της μοτοσικλέτας, μολονότι κινούνταν πίσω από τον βραδυκίνητο ελκυστήρα (με ανώτατο όριο ταχύτητας 40 χλμ./ώρα). Είναι χαρακτηριστικό ότι, επιχείρησε να μειώσει την ταχύτητα του δικύκλου καθυστερημένα, και μόνον όταν ήγγισε τον ελκυστήρα σε απόσταση μόλις 12 μ. (βλ.
ίχνη πέδησης στο σχεδιάγραμμα που συνοδεύει την έκθεση αυτοψίας). Η υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα της μοτοσικλέτας ενισχύεται από τη σφοδρότητα της πρόσκρουσης του δικύκλου στον ελκυστήρα, όπως αυτή (η σφοδρότητα της σύγκρουσης) καταδεικνύεται αφενός από τη στρέβλωση που υπέστη ο άξονας του "σβωλοθραύστη", παρότι είναι κατασκευασμένος από "μασίφ σίδερο", και αφετέρου από τις επιγενόμενες βαρειές σωματικές κακώσεις του αναβάτη της μοτοσικλέτας στο κρανίο (κατάγματα στο θόλο και στη βάση του κρανίου, διάσταση του κρανίου από την αυχενική μοίρα της σπονδυλικής στήλης, κατάγματα ρινικών οστών και κατάγματα της άνω γνάθου), μολονότι φορούσε προστατευτικό κράνος, αλλά και στον κορμό και στα άκρα.
Κατά λογική αναγκαιότητα αν η ταχύτητα της μοτοσικλέτας ήταν η προσήκουσα, ενόψει των προεκτεθεισών τοπικών περιθωρίων, θα είχε αποφευχθεί η σύγκρουση, ή, και εάν ακόμη δεν είχε αποφευχθεί, οι επιγενόμενες συνέπειες θα ήταν απλές υλικές ζημίες των δύο οχημάτων και όχι η προεκτεθείσα στρέβλωση, ούτε ο βαρύτατος τραυματισμός του αναβάτη της μοτοσικλέτας.
Ο ίδιος ως άνω πραγματογνώμονας μάρτυρας απόδειξης (Γ.) κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αυτολεξεί "...πλάγιασε τη μηχανή και έγινε το ατύχημα (εννοεί ο οδηγός της μοτοσικλέτας)...". Κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η μηχανή "πλαγιάζει", προκειμένου ο οδηγός να ενεργήσει ελιγμό (συνήθως σε στροφή), όταν έχει αναπτύξει πολύ μεγάλη ταχύτητα, ώστε να μην εκφύγει-πεταχτεί εκτός του οδοστρώματος.
Με έρεισμα την ίδια ως έκθεση - γνωμάτευση (του ερευνητή ατυχημάτων Γ.) οι εκκαλούντες ενάγοντες, τόσο πρωτοδίκως όσο και με τον μοναδικό λόγο της έφεσής τους, ισχυρίστηκαν ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος ήταν ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του ελκυστήρα. Τούτο, επειδή αυτός είχε σε λειτουργία (αναμμένο) το φως του ελκυστήρα, που χρησιμοποιείται κατά την εκτέλεση των αγροτικών εργασιών, με συνέπεια να μη λειτουργούν τα φώτα πορείας (κατά παράβαση των άρθρων 65 παρ. 3, 72 παρ. 1 και 78 παρ. 2 του ΚΟΚ), να μην είναι εμφανής και διακριτός ο ρυμουλκούμενος σβωλοθραύστης και να προκαλείται σύγχυση και αβεβαιότητα σχετικά με το προπορευόμενο όχημα στους όπισθεν αυτού κινούμενους οδηγούς.
Και αληθής υποτιθέμενος ο ισχυρισμός (η μη λειτουργία των φανών πορείας - οι ως άνω παραβάσεις του ΚΟΚ εκ μέρους του οδηγού του ελκυστήρα), δεν επάγεται άνευ ετέρου το συμπέρασμα ότι, ο ογκώδης γεωργικός ελκυστήρας δεν ήταν ορατός από ικανή απόσταση, ούτε ότι, σε περίπτωση που ο φανός αγροτικών εργασιών ήταν σβηστός και τα φώτα πορείας σε λειτουργία (αναμμένα), στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο ελκυστήρας θα γινόταν έγκαιρα αντιληπτός από τον οδηγό της μοτοσικλέτας και θα είχε αποφευχθεί το θανατηφόρο τροχαίο ατύχημα.
Τούτο επειδή, ναι μεν το ατύχημα συνέβη απογευματινές ώρες (υπό συνθήκες σκότους), πλην όμως ο ελκυστήρας με τον ρυμουλκούμενο απ’ αυτόν σβωλοθραύστη, ήταν ορατός από ικανή απόσταση από τους οδηγούς των ακολουθούντων οχημάτων καθόσον, μόλις πριν από το σημείο της σύγκρουσης, υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός, η δε οδός είναι ευθεία σε απόσταση τουλάχιστον 100 μ. (βλ.
έκθεση αυτοψίας της τροχαίας αλλά και κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης). Η θέση αυτή ενισχύεται από την προανακριτική κατάθεση του Π. Κ., ο οποίος έβαινε τη στιγμή του ατυχήματος στην ίδια Π.Ε.Ο. όπισθεν των συγκρουσθέντων οχημάτων. Αυτός κατέθεσε ότι, από απόσταση 400 μ. είδε τον καπνό και τη σκόνη που αναδύθηκαν από το επίδικο τροχαίο ατύχημα.
Εξάλλου, τα φώτα πορείας του ελκυστήρα, ακόμη και όταν δεν είναι σε λειτουργία (είναι σβηστά) είναι ορατά, καθόσον εκ κατασκευής λειτουργούν ανακλαστικά, ως φωσφορούχα (βλ. την από 3.2.08 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ν. Κ.). Ακόμη, προέκυψε ότι ο ελκυστήρας, έφερε στο πίσω τμήμα του εκατέρωθεν του στεγάστρου, δύο φανούς (για εκτέλεση μηχανοαγροτικών εργασιών), οι οποίοι (φανοί), κατά τη στιγμή του ατυχήματος, ήταν σε λειτουργία.
Η εκπεμπόμενη δέσμη φωτός αυτών έπεφτε σχεδόν κάθετα στο πίσω τμήμα του, καθιστώντας τον ορατό και επισημαίνοντας στους ακολουθούντες οδηγούς ότι, το προπορευόμενο όχημα είναι ογκώδες. Επομένως, ο κινούμενος ομόρροπα πίσω από τον ελκυστήρα, οδηγός της μοτοσικλέτας, αν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και με κανονική ταχύτητα, θα μπορούσε ευχερώς να αντιληφθεί έγκαιρα τον προπορευόμενο ελκυστήρα με το ρυμουλκούμενο σβωλοθραύστη, τόσο εξ αιτίας του τεχνητού φωτισμού που υπήρχε σχεδόν μέχρι το σημείο σύγκρουσης, όσο και από τους εν λειτουργία προβολείς του ελκυστήρα.
Ο εν λόγω ισχυρισμός των εκκαλούντων εναγόντων, ήτοι ότι μοναδικός λόγος επέλευσης του ατυχήματος ήταν το γεγονός ότι δεν λειτουργούσαν οι φανοί πορείας του ελκυστήρα, προσκρούει και στην τεχνική έκθεση του προμνησθέντος (τεχνικού συμβούλου των εκκαλούντων εναγόντων Χ. Γ.). Κατά την έκθεση το συνολικό πλάτος του ελκυστήρα, μαζί με τα ελαστικά, είναι 2,50 μ., το δε πλάτος του σβωλοθραύστη 3,20 μ., και επομένως ο σβωλοθραύστης εξείχε του ελκυστήρα κατά πλάτος (3,20 - 2,50 = 0,70 μ. : 2 =) 0,35 μ.
εκατέρωθεν. Κατά την από 2.3.08 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ν. Κ. (διατάχθηκε από την τροχαία), η οποία συνετάγη λίγες ώρες μετά το ατύχημα, η συγκρουσθείσα επιφάνεια του ελκυστήρα εντοπίζεται στην πίσω πλευρά και αριστερά, στα 0,90 μ. από την αριστερή άκρη προς το μέσο της ρυμουλκούμενης φρέζας, ήτοι εντός του πλάτους του ελκυστήρα και όχι στο αριστερό άκρο αυτής, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες ενάγοντες.
Εκ των ανωτέρω συνάγεται, ότι, το τροχαίο θανατηφόρο ατύχημα θα είχε επέλθει, ακόμα και αν δεν υπήρχε ο ρυμουλκούμενος σβωλοθραύστης, αφού η μοτοσικλέτα θα είχε προσκρούσει είτε στο κουβούκλιο, είτε στα ελαστικά του γεωργικού ελκυστήρα. Ούτε, ο ισχυρισμός των εκκαλούντων εναγόντων ότι ο σβωλοθραύστης καταλάμβανε, ολόκληρη τη δεξιά λωρίδα πορείας και τμήμα της αριστερής είναι βάσιμος.
Από το προμνησθέν από 2.3.08 πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τροχαίου ατυχήματος, που συνοδεύει την έκθεση αυτοψίας της τροχαίας προκύπτει ότι, ο μεν ελκυστήρας έβαινε κανονικά στη δεξιά, βραδείας κυκλοφορίας λωρίδα, το δε σημείο σύγκρουσης, εντοπίζεται σε απόσταση 2,7 μέτρων από το άκρο της δεξιάς οριογραμμής.
Έβαινε δηλαδή, εντός των ορίων της δεξιάς λωρίδας, χωρίς να καταλαμβάνει κανένα τμήμα της αριστερής ταχείας κυκλοφορίας λωρίδας. Προσέτι, όλα τα θραύσματα και λοιπά ίχνη της σύγκρουσης, εντοπίζονται και εικονίζονται εγκατεσπαρμένα εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας. Έχοντας υπόψη ότι στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας (πλάτους 4 μ.) δεν προπορεύονταν άλλα οχήματα, και το γεγονός ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας μολονότι ευχερώς μπορούσε να κινηθεί εκεί και δεν το έπραξε, καταδεικνύει αυτός αυτοβούλως επεχείρησε να προσπεράσει "ξυστά" και με μεγάλη ταχύτητα τον προπορευόμενο ελκυστήρα, μη προβλέποντας τις συνέπειες της ριψοκίνδυνης πράξης του.
Υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, αποκλειστικός υπαίτιος της σύγκρουσης των ως άνω οχημάτων, είναι ο θανών οδηγός της μοτοσικλέτας Γ. Π. του Δ.. Αυτός δεν επέδειξε την προσοχή που όφειλε και μπορούσε υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει ο μέσος συνετός άνθρωπος (άρθρο 330 ΑΚ), και την οποία εάν επιδείκνυε, θα μπορούσε να αποφύγει το ένδικο ατύχημα.
Ειδικότερα, η αμέλειά του συνίσταται στο ότι οδηγούσε χωρίς σύνεση και μη έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του. Έτσι, μολονότι στην πορεία του, υπήρχε ρυθμιστική πινακίδα Ρ-32, η οποία υποχρέωνε τους κινούμενους επί της οδού οδηγούς να μειώσουν την ταχύτητα των οχημάτων τους κάτω του επιτρεπομένου ορίου των 40 χλμ/α.ω., αυτός δεν το έπραξε, παρά συνέχισε να οδηγεί το δίκυκλο με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 3, 20 του ΚΟΚ.
Αποτέλεσμα της οδηγικής συμπεριφοράς του ήταν να μην ασκεί την εποπτεία της μοτοσικλέτας του, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, έτσι, όταν καθυστερημένα αντιλήφθηκε τον προπορευόμενο ελκυστήρα, μολονότι πέδησε το δίκυκλο, δεν κατάφερε ν’ αποφύγει την πρόσκρουση.
Προσέτι, οδηγούσε μη έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, και έτσι, αν και ευχερώς μπορούσε ενόψει των προαναφερθεισών επικρατουσών συνθηκών, να αντιληφθεί εγκαίρως την κίνηση του ογκώδους ελκυστήρα στο οδόστρωμα και να επιχειρήσει με ασφάλεια την υπέρβασή του (προσπέραση) από την ελεύθερη αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, εντούτοις δεν το έπραξε.
Τουναντίον, υπό τα άνω πραγματικά περιστατικά, ο οδηγός του ελκυστήρα Χ. Δ. δεν βαρύνεται με οποιαδήποτε υπαιτιότητα για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος. Αυτός ενήργησε ως μέσος συνετός οδηγός, υπό τις ίδιες συνθήκες, καθόσον, οδηγούσε τον ελκυστήρα στο δεξιό άκρο της οδού, με προσήκουσα για τις επικρατούσες συνθήκες ταχύτητα (χαμηλότερη των 40 χιλιομέτρων ανά ώρα) και εξ αιτίας του γεγονότος ότι η μοτοσικλέτα προσέκρουσε από πίσω δεν είχε κανένα περιθώριο λυσιτελούς αποφευκτικού ελιγμού.
Το γεγονός ότι, οδηγούσε χωρίς την κατά νόμο απαιτούμενη άδεια οδήγησης ελκυστήρα, δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος. Ακόμη ούτε το γεγονός ότι αυτός εγκατέλειψε τον τόπο του ατυχήματος (συμπεριφορά ηθικά κατακριτέα και ποινικά κολάσιμη) συνετέλεσε αιτιωδώς στην πρόκληση του ατυχήματος και στο επελθόν θανατηφόρο αποτέλεσμα.
Το ατύχημα και οι επιγενόμενες συνέπειές του οφείλονται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσικλέτας Γ. Π. του Δ.. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε σχετικά με την υπαιτιότητα του επίμαχου ατυχήματος, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις. Επομένως, ο περί του αντιθέτου λόγος της πρώτης κύριας έφεσης (οι ενάγοντες - εκκαλούντες επικαλούνται αποκλειστική υπαιτιότητα του Χ.
Δ., άλλως συνυπαιτιότητα αυτού), με τους οποίους αποδίδεται στην εκκαλουμένη η πλημμέλεια ότι κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων απεφάνθη κατά τον προεκτεθέντα τρόπο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος". Με τις παραπάνω παραδοχές, με βάση τις οποίες το Εφετείο έκρινε ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος οδηγός του ελκυστήρα Χ.
Δ. δεν βαρύνεται με οποιαδήποτε υπαιτιότητα για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, διότι, ενώ το Εφετείο δέχεται ότι κατά την πρόσκρουση της μοτοσικλέτας του θανόντος στον οδηγούμενο από τον πρώτο αναιρεσίβλητο και προπορευόμενο αυτού γεωργικό ελκυστήρα με το ρυμουλκούμενο σβωλοθραύστη, ο οποίος εξείχε του ελκυστήρα κατά πλάτος, εκατέρωθεν, ο τελευταίος, εκινείτο στην πιο πάνω Εθνική Οδό, σε συνθήκες σκότους, οδηγώντας το ως άνω αγροτικό μηχάνημα, έχοντας αναμμένους τους τοποθετημένους στο στέγαστρο αυτού ειδικούς προβολείς αν και η χρήση αυτών, λόγω της θάμβωσης που προκαλούν στους όπισθεν κινούμενους οδηγούς και της δημιουργίας εντύπωσης σ’ αυτούς ότι το όχημα που τους φέρει, έχει διαφορετική θέση στο οδόστρωμα, από εκείνη που πραγματικά έχει, και συνεπώς της επικινδυνότητας που ενέχει για την πρόκληση ατυχήματος απαγορεύεται κατά την κίνησή τους στις οδούς, τελικά καταλήγει ότι παρόλα αυτά η συμπεριφορά αυτή του ως άνω οδηγού του ελκυστήρα δεν συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση του ατυχήματος, χωρίς να εξηγεί με σαφήνεια και επάρκεια, τους λόγους, για τους οποίους τα διαπιστωθέντα παραπάνω περιστατικά της οδηγικής συμπεριφοράς του ως άνω εναγομένου (οδήγηση του γεωργικού ελκυστήρα, με ρυμουλκούμενο σβωλοθραύστη από τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων και η όλη κίνησή του, στο οδόστρωμα, σε συνθήκες σκότους, με αναμμένους και όχι εκτός λειτουργίας (όπως επιβαλλόταν από το νόμο - άρθρ. 78 παρ. 2 ΚΟΚ - τους ειδικούς προβολείς εκτέλεσης μηχανοαγροτικών εργασιών) δεν μπορούν αντικειμενικά λαμβανόμενα να θεωρηθούν ως πρόσφορη αιτία της πρόκλησης του ατυχήματος.
Με τα δεδομένα αυτά, ελέγχονται ως βάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι οι προαναφερόμενες ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες δεν καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερομένων στη μείζονα σκέψη ουσιαστικών διατάξεων.
Η αναιρετική εμβέλεια αυτών των λόγων της αναιρέσεως στο σύνολο της προσβαλλομένης αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των διατυπουμένων δι’ αυτής λοιπών λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι αφορούν το ίδιο κεφάλαιο.
Β. Επί της από 10-9-2015 επικουρικής αιτήσεως αναιρέσεως του Επικουρικού Κεφαλαίου κατά Χ. Δ. και Λ. συζ. Χ. Δ..
Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι εάν κατά τη συζήτηση αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήσαν παρόντες οι διάδικοι, ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, και σε καταφατική περίπτωση δικάζεται σαν να ήταν παρών.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου, οι δύο αναιρεσίβλητοι της επικουρικής αναίρεσης δεν εμφανίστηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της. Από τις υπ’ αριθμ. .../6-4-2016 και .../6-4-2016 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Γ.
Λ., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον προκύπτει, ότι κεκυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως επικουρικής αναιρέσεως με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και με κλήση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (2-12-2016) κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τους αναιρεσιβλήτους.
Οι αναιρεσίβλητοι όμως δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην ως άνω δικάσιμο. Επομένως, πρέπει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτών.
Η μεν διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζει ότι "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ’ αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ’ αυτήν", η δε διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζει ότι "στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση.
Δεν είναι απαραίτητο να επιδοθεί η αναιρετική απόφαση". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι μετά την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή).
Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης δηλαδή ως προς τα πληγέντα κεφάλαιά της, όχι δε ως προς άλλα, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται. Όταν ορίζεται από το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, προδήλως εννοεί τους διαδίκους που μετέσχον στην αναιρετική δίκη μεταξύ των οποίων διεξάγεται κατά παραπομπή η νέα δίκη ενώπιον του Εφετείου.
Δεν περιλαμβάνονται και οι διάδικοι εκείνοι οι οποίοι δεν μετέσχον στην αναιρετική δίκη, έστω και αν μετέσχον στην εφετειακή δίκη στα πλαίσια άλλης συνεκδικασθείσας έφεσης. Ως προς τους διαδίκους αυτούς υπάρχει δεδικασμένο από την τελεσίδικη απόφαση, η οποία μπορεί να έχει καταστεί και αμετάκλητη, γιατί παρήλθε η προς άσκηση αναίρεσης προθεσμία του νόμου.
Η μη επέκταση αυτή της αναίρεσης και σε μη μετασχόντα στην αναιρετική δίκη διάδικο ισχύει και στην περίπτωση που ενώπιον του Εφετείου είχε ασκηθεί από τον ηττηθέντα ενάγοντα της κυρίας αγωγής, έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης και επίσης είχε ασκηθεί από τον ηττηθέντα ενάγοντα της παρεμπίπτουσας αγωγής και συγχρόνως νικήσαντα εναγόμενο της κυρίας αγωγής, επικουρική έφεση κατά του νικήσαντος επίσης συνεναγομένου του, για την περίπτωση που η έφεση του ενάγοντος της κυρίας αγωγής, ήθελε γίνει δεκτή με αποτέλεσμα την παραδοχή της κύριας αγωγής του.
Αν η παραπάνω έφεση καθώς και η επικουρική έφεση απορριφθούν κατ’ ουσίαν και κατά της εφετειακής απόφασης ασκήσει αναίρεση μόνο ο εκκαλών της κυρίας έφεσης ως προς τον οποίο απορρίφθηκε η κυρία αγωγή, με αποτέλεσμα, σε περίπτωση παραδοχής της, να αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου, τα αποτελέσματα της αναίρεσης περιορίζονται μόνο στους διαδίκους της αναιρετικής δίκης μεταξύ των οποίων πρέπει να διεξαχθεί η νέα δίκη ενώπιον του Εφετείου.
Η αναίρεση δεν επεκτείνεται και στο κεφάλαιο της εφετειακής απόφασης που αφορά την απορριφθείσα επικουρική έφεση του ενάγοντος της παρεμπίπτουσας αγωγής. Αν το Εφετείο, ως δικαστήριο της μετά την αναίρεση παραπομπής, επεκτείνει την ερευνά του και διαλάβει στην απόφασή του δυσμενή διάταξη και για τον προαναφερόμενο διάδικο που δεν μετέσχε στην αναιρετική δίκη, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ.
Ο τελευταίος μπορεί να προστατευθεί στην περίπτωση αυτή, εφ’ όσον ασκήσει από την πλευρά του επικουρική αναίρεση, πλήττοντος την εφετειακή απόφαση για την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή η αναίρεση του ενάγοντος της κυρίας αγωγής.
Στην προκειμένη περίπτωση προκύπτουν τα ακόλουθα, επί της διαδικαστικής πορείας της υποθέσεως, από το περιεχόμενο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως και περί του παραδεκτού της, που ερευνάται αυτεπάγγελτα κατ’ άρθρ. 577 παρ. 1 έως 3 ΚΠολΔ: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ασκήθηκαν δύο αγωγές αποζημιώσεως από το ίδιο αυτοκινητικό ατύχημα (που έγινε στις 2-3-2008 και είχε ως αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του Γ.
Π.), μία κυρία και μία παρεμπίπτουσα, και συγκεκριμένα: α) η από 12-3-2009 (αυξ. αριθμ. .../2009), κύρια αγωγή αποζημιώσεως των, Α. Π., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσα, τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας της Σ. Π., Δ. Π., Π. Π. και Γ. Π., στρεφόμενη κατά των εδώ αναιρεσιβλήτων και του αναιρεσείοντος, επειδή το φερόμενο ως ζημιογόνο όχημα ήταν ανασφάλιστο κατά τον χρόνο του ατυχήματος, με την οποία οι ενάγοντες ζητούσαν να υποχρεωθεί το αναιρεσείον σε ολόκληρο με τους εδώ αναιρεσιβλήτους, να τους καταβάλει τα αναφερόμενα σ’ αυτήν ποσά ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, για τον θάνατο στο ατύχημα του συγγενούς των Γ.
Π. και β) η από 22-6-2009 (αυξ. αριθμ. .../2009) παρεμπίπτουσα αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων (Χ. Δ. και Λ. Δ. - Δ.), με περιεχόμενο την άνω κύρια αγωγή και αίτημα να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, σε ολόκληρο ο καθένας να του καταβάλουν (για την περίπτωση που γινόταν δεκτή ή άνω κύρια αγωγή), τα αιτούμενα από τους ενάγοντες της κύριας αγωγής ποσά (για κεφάλαιο, τόκους και δικαστική δαπάνη), άλλως οποιοδήποτε άλλο ποσό για κεφάλαιο, τόκους και δικαστική δαπάνη επιδικασθεί, και υποχρεωθεί να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες αυτούς, νομιμοτόκως, υπό την ιδιότητα τους, του πρώτου, ως οδηγού του φερομένου ως ζημιογόνου και ανασφάλιστου γεωργικού ελκυστήρα (ΑΜ-...), φερομένου ως υπαιτίου του ατυχήματος, και της δεύτερης ως ιδιοκτήτριας, νομέα και κατόχου του γεωργικού ελκυστήρα και ως προστήσασας τον πρώτο εναγόμενο στην οδήγηση αυτού.
Επίσης ασκήθηκε και η από 26-6-2009 ανακοίνωση δίκης προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή, η οποία δεν ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση.
Εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 12277/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία αφού συνεκδίκασε τις αγωγές και τις έκρινε νόμιμες, απέρριψε την κύρια αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, επειδή έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο του ατυχήματος τον θανόντα Γ. Π. (συγγενή των εναγόντων της κύριας αγωγής), στη συνέχεια δε, απείχε από την εξέταση της παρεμπίπτουσας αγωγής του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων (εναγομένων), δεχθείσα ότι παρέλκει η εξέταση της παρεμπίπτουσας αγωγής του (δηλαδή την απέρριψε ως άνευ αντικειμένου), αφού η αγωγή του αυτή ασκήθηκε υπό την αίρεση ευδοκιμήσεως της κύριας αγωγής εναντίον του.
Κατά της άνω οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι ενάγοντες της από 16-3-2009 κύριας αγωγής, άσκησαν την από 31-8-2010 έφεση ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αιτιώντο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για την απόρριψη της αγωγής τους και ζητούσαν την εξαφάνιση αυτής, με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή τους.
Μετά την άσκηση της έφεσης αυτής, το αναιρεσείον άσκησε κατά της ίδιας απόφασης και των αναιρεσιβλήτων την από 19-10-2011 (αύξ. αριθμ.../2011) επικουρική έφεση, ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με αίτημα, για την περίπτωση παραδοχής της από 31-8-2010 έφεσης των εναγόντων της κύριας αγωγής και εξαφανιζομένης της πρωτόδικης απόφασης, γίνει δεκτή σαν βάσιμη εναντίον του η κυρία αγωγή, να αχθεί προς κρίση ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης και η παρεμπίπτουσα αγωγή του κατά των αναιρεσιβλήτων (εναγομένων-αναιρεσιβλήτων) και να γίνει δεκτή.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 312/2013 οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία το Εφετείο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, αφού συνεκδίκασε τις δύο εφέσεις, τις έκρινε τυπικά δεκτές και τις απέρριψε κατ’ ουσίαν.
Κατά της άνω οριστικής (τελεσιδίκου) αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης (312/2013) οι εκκαλούντες της από 31-8-2010 εφέσεως άσκησαν την από 6-2-2015 αίτηση αναιρέσεως, η οποία προσδιορίσθηκε για να συζητηθεί στον Άρειο Πάγο (Δ’ Πολιτικό Τμήμα) κατά την δικάσιμο της 18-9-2015. Με την αίτηση αυτή ζητούν υπό την επίκληση των πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθμ. 1, 11, 19 και 20 ΚΠολΔ, την αναίρεση της αποφάσεως του Εφετείου, προκειμένου να γίνει δεκτή η έφεσή τους, να εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση και να γίνει δεκτή η αγωγή τους. Στη συνέχεια η συζήτηση της άνω αναιρέσεως αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο της 2-12-2016, κατά την οποία έχει οριστεί να συζητηθεί η ένδικη επικουρική αίτηση αναιρέσεως του Ε.Κ., με την οποία το αναιρεσείον ζητεί, για την περίπτωση κατά την οποία ήθελε γίνει δεκτή η από 6-2-2015 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 312/2013 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, και αναιρεθεί η απόφαση αυτή, κατά το μέρος που απέρριψε την από 31-8-2010 έφεση των εναγόντων κατά της υπ’ αριθμ. 12277/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία απορρίφθηκε η από 12-3-2009 κύρια αγωγή τους εναντίον του, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και ως προς το σκέλος της που έκρινε και απέρριψε την από 19-10-2011 επικουρική έφεσή του κατά των αναιρεσιβλήτων και κατά της ίδιας απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε επίσης η από 22-6-2009 παρεμπίπτουσα αγωγή του κατά των αναιρεσιβλήτων.
Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην νομική σκέψη που προηγήθηκε, το εναγόμενο, μεταξύ άλλων, της κυρίας αγωγής και ενάγον της παρεμπίπτουσας αγωγής ΕΚ, το οποίο στην δίκη ενώπιον του Εφετείου ήταν εφεσίβλητο στην έφεση των εναγόντων της κυρίας αγωγής, και ενάγον της παρεμπίπτουσας αγωγής και εκκαλούν της από 19-10-2011 επικουρικής έφεσης, έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει επικουρική αναίρεση με αίτημα, σε περίπτωση κατά την οποία γίνει δεκτή η ασκηθείσα αναίρεση των εναγόντων της κυρίας αγωγής και αναιρεθεί η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την έφεση των εναγόντων της απορριφθείσας κυρίας αγωγής, να αναιρεθεί η ίδια προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το μέρος που απέρριψε την επικουρική έφεση του ενάγοντος της πρωτοδίκως απορριφθείσας παρεμπίπτουσας αγωγής, έτσι ώστε, εφόσον γίνει δεκτή η κυρία αγωγή να γίνει δεκτή και η παρεμπίπτουσα αγωγή, την οποία επικουρική αναίρεση ασκεί με την ένδικη αίτηση.
Μετά τα παραπάνω πρέπει ν’ αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα μέρη της που απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την από 31-8-2010 έφεση των κυρίως εναγόντων και την συνεκδικασθείσθα από 19-10-2011 επικουρική έφεση του Επικουρικού Κεφαλαίου, να παραπεμφθεί η υπόθεση ενιαία για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι των δυο συνεκδικασθεισών αιτήσεων αναιρέσεως στα χωριστά δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων που κατέθεσαν και προτάσεις για κάθε αίτηση αναίρεσης (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου για κάθε αναίρεση στους αναιρεσείοντες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 312/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά τα εις το σκεπτικό μέρη της που αφορούν την απόρριψη των δύο ως άνω συνεκδικασθεισών εφέσεων (κύριας και επικουρικής).
Παραπέμπει την υπόθεση, ενιαία για τις συνεκδικαζόμενες εφέσεις για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους κάθε μίας των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναιρέσεως χωριστά στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων κάθε μίας των ίδιων αιτήσεων αναιρέσεως, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ για τους αναιρεσείοντες κάθε αναιρέσεως.
Διατάσσει να επιστραφεί στους αναιρεσείοντες κάθε αναιρέσεως το παράβολο που κατέθεσαν.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ