1331/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 28 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1331/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Είχε μάλιστα εξουσιοδοτηθεί η τράπεζα από τον οφειλέτη (και τους εγγυητές) να χρεώνει τον οικείο λογαριασμό, όπως και τον χρέωσε, με τα προαναφερόμενα έξοδα (όρος 11.03 και 12.01)". Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις εφόσον, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, το κονδύλιο των 1.200 ευρώ αφορούσε διαχειριστικά και λειτουργικά έξοδα και όχι προμήθειες.
Full text
Απόφαση 1331 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1331/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 28 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Μ. του Μ., 2) Δ. συζύγου Α. Μ. το γένος Σ. Θ., 3) Μ. Μ. του Α. και 4) Α. Θ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ E.F.G. EUROBANK ERGASIAS Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μαρινάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-6-2006 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6733/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 3791/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-11-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 22-11-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη των αναιρεσειόντων στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις 3432ΣΤ/8-9-2011, 3433ΣΤ/8-9-2011, 3434ΣΤ/8-9-2011 και 3435ΣΤ/8-9-2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσίβλητη, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 3-11-2009 αιτήσεως για αναίρεση της 3791/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου που υπάρχει κάτω από αυτήν και με κλήση για συζήτηση της αναιρέσεως κατά την αναφερόμενη στην αρχή αυτής της αποφάσεως δικάσιμο (28-11-2011), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσείοντες. Εξάλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι αναιρεσείοντες δεν εμφανίστηκαν ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 806 Α.Κ. "Με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας". Εξάλλου κατά το άρθρο 1 εδ.α της 1969/8-8-1991 πράξεως του διοικητή της Τράπεζας Ελλάδος απαγορεύεται η είσπραξη προμήθειας στα δάνεια των οποίων το επιτόκιο καθορίζεται ελεύθερα από τα πιστωτικά ιδρύματα.
Τέλος κατά το κεφάλαιο ΣΤ εδ.α της 2501/31-10-2001 πράξεως του διοικητή της Τράπεζας Ελλάδος δεν επιτρέπεται η είσπραξη οιασδήποτε προμήθειας στις πάσης φύσεως χορηγήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής, σε σχέση με το λόγο της από 3-6-2006 ανακοπής των ήδη αναιρεσειόντων κατά της 5060/2006 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με τα στοιχεία 1.1.1, τον οποίο αυτή (η προσβαλλομένη) χαρακτήρισε ως δεύτερο: "Περαιτέρω με το δεύτερο λόγο της ανακοπής τους ισχυρίζονται οι ανακόπτοντες ότι η καθ' ης παρανόμως χρέωσε το λογαριασμό τους με προμήθεια 1.200 ευρώ, την οποία παρακράτησε από το αρχικό ποσό της χορηγηθείσας πιστώσεως, με αποτέλεσμα όλοι οι εντεύθεν υπολογισμοί επί του λογαριασμού τους να γίνουν επί εσφαλμένης βάσεως.
Και ο παραπάνω λόγος της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από την επίδικη σύμβαση πίστωσης προκύπτει (όρος 11.03 και 11.04 αυτής) συμφωνία των διαδίκων για καταβολή του ποσού των 1.200 ευρώ που αφορούσε διαχειριστικά και λειτουργικά έξοδα (αμοιβή του μηχανικού που εκτίμησε τα ακίνητα για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, αμοιβή του δικηγόρου που απασχολήθηκε με τον έλεγχο των τίτλων και την εγγραφή της προσημείωσης, δικαιώματα υποθηκοφυλακείου για την ως άνω εγγραφή) και όχι προμήθεια, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ανακόπτοντες.
Είχε μάλιστα εξουσιοδοτηθεί η τράπεζα από τον οφειλέτη (και τους εγγυητές) να χρεώνει τον οικείο λογαριασμό, όπως και τον χρέωσε, με τα προαναφερόμενα έξοδα (όρος 11.03 και 12.01)". Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις εφόσον, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, το κονδύλιο των 1.200 ευρώ αφορούσε διαχειριστικά και λειτουργικά έξοδα και όχι προμήθειες.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αριθ.1 (εδ.α) Κ.Πολ.Δ., αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με την απόρριψη του προαναφερθέντος λόγου της ανακοπής τους παραβίασε τις ρηθείσες διατάξεις, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του εφετείου σε σχέση με την απόρριψη του ίδιου λόγου της ανακοπής τους, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ.2 ν.2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής καθιερώνεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσκομισθεί καμμιά απόδειξη (Α.Π. 39/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι, κατ' εκτίμηση αυτού, το άρθρο 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ., αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα ότι, ενώ από το προσκομισθέν αντίγραφο του λογαριασμού της επίδικης συμβάσεως προέκυπτε ότι η αναιρεσίβλητη παρανόμως είχε εισπράξει το ποσό των 1.200 ευρώ για προμήθειες, η προσβαλλομένη παρά το νόμο δέχθηκε ότι το ποσό αυτό εισπράχθηκε για αμοιβή του μηχανικού που εκτίμησε τα ακίνητα για την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης, αμοιβή του δικηγόρου που απασχολήθηκε με τον έλεγχο των τίτλων και την εγγραφή της προσημείωσης, δικαιώματα υποθηκοφυλακείου για την ως άνω εγγραφή, χωρίς να εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα πείσθηκε για τις ανωτέρω παραδοχές του.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού με αυτόν, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείοντες πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του εφετείου. Αλλά και αν ο λόγος αυτός ήθελε κριθεί παραδεκτός και πάλι είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, όπως ρητά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε υπόψη "το σύνολο όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που νομίμως και με επίκληση προσκομίζονται" και συνακόλουθα εξέθεσε από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρεται τούτο αναλυτικά για κάθε επί μέρους παραδοχή της προσβαλλομένης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.9 περ.γ Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 393/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αριθ.9 Κ.Πολ.Δ., αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο άφησε αίτηση αδίκαστη και συγκεκριμένα ότι με το να απορρίψει τον προαναφερθέντα (με τα στοιχεία 1.1.1) λόγο της ανακοπής (κατά τον οποίο η αναιρεσίβλητη παρανόμως χρέωσε το λογαριασμό τους με προμήθεια 1.200 ευρώ) παρά το νόμο άφησε αδίκαστη την αίτησή της για ακύρωση της διαταγής πληρωμής. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού στο ίδιο το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως εκτίθεται ότι η ανακοπή δικάστηκε και, μετά από έρευνα των λόγων της (περιλαμβανομένου και του προαναφερθέντος), απορρίφθηκε.
Επί επαλλήλων αιτιολογιών (κύριων ή επικουρικών) κάθε μία από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν έστω και μία δεν πλήττεται ή δεν πλήττεται επιτυχώς, οι λόγοι που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς και επομένως απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1101/2008).
Εξάλλου σκοπός της κοινής υπουργικής αποφάσεως (ΚΥΑ) Ζ1-178/13-2-2001, όπως κατά λέξη αναφέρεται στο πρώτο άρθρο της "είναι η εναρμόνιση προς τις διατάξεις της Σύστασης 97/489/ΕΚ της Επιτροπής της 30ης Ιουλίου 1997 "σχετικά με τις συναλλαγές που γίνονται με μέσα ηλεκτρονικής πληρωμής και ιδίως όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ του εκδότη και του κατόχου" και η προσαρμογή της Κοινής Υπουργικής Απόφασης Φ1983/91 για την καταναλωτική πίστη (ΦΕΚ Β' 172), όπως ισχύει, προς τις διατάξεις της Οδηγίας 98/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου 1998 "σχετικά με την τροποποίηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη", δηλαδή αυτή δεν αφορά επαγγελματικά αλλά καταναλωτικά δάνεια και ειδικότερα τις συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες.
Περαιτέρω η Ζ1-798/25-6-2008 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης με θέμα "Απαγόρευση αναγραφής των Γενικών Όρων Συναλλαγών που έχουν κριθεί ως καταχρηστικοί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις επί αγωγών ενώσεων καταναλωτών, σε συμβάσεις που συνάπτουν τα πιστωτικά ιδρύματα με τους καταναλωτές", ορίζει στην παρ.1 περ.στ ότι απαγορεύεται η αναγραφή σε δανειακές συμβάσεις όρου που προβλέπει υπολογισμό των τόκων με βάση έτος 360 ημερών αντί του ημερολογιακού έτους, η απαγόρευση όμως αυτή ρητώς ορίζεται ότι αφορά συμβάσεις στεγαστικών δανείων.
Στην προκειμένη περίπτωση στην ανωτέρω από 3-6-2006 ανακοπή τους οι αναιρεσείοντες εξέθεσαν ότι η σύμβαση πιστώσεως με βάση την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής χορηγήθηκε από την καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητη στον πρώτο από αυτούς (υπέρ του οποίου εγγυήθηκαν εγγράφως οι λοιποί, ήτοι οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτος), για την επισκευή-ανακαίνιση επαγγελματικής στέγης στην Ιεράπετρα Κρήτης.
Στη συνέχεια δε με το λόγο της ανακοπής τους με τα στοιχεία 1.1.1.1 (τον οποίο η προσβαλλόμενη χαρακτήρισε ως τρίτο) οι αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν ότι ο όρος 5.03 της συμβάσεως με τον οποίο ορίσθηκε ότι "οι τόκοι θα υπολογίζονται τοκαριθμικά επί του εκάστοτε οφειλομένου υπολοίπου με βάση έτος 360 ημερών και λογίζονται στο τέλος κάθε ημερολογιακού μήνα" ήταν άκυρος λόγω αντιθέσεώς του προς τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.6 ν.2251/1994 και στην κοινοτική οδηγία 98/7/ΕΚ που ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο με την Κ.Υ.Α.
Ζ1-178/13-2-2001. Το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον πιο πάνω λόγο της ανακοπής με την αιτιολογία ότι είναι νομικά αβάσιμος όσον αφορά τους δεύτερο, τρίτη και τέταρτο των αναιρεσειόντων διότι αυτοί ως εγγυητές δεν είναι καταναλωτές κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ.4 εδ.α ν.2251/1994 και συνεπώς σ' αυτούς δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 2 του παραπάνω νόμου αλλά εκείνες του άρθρου 281 Α.Κ., ότι επιπροσθέτως ο λόγος αυτός ερείδεται επί εσφαλμένης νομικής προϋποθέσεως διότι η κοινοτική οδηγία 98/7/ΕΚ που ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο με την Κ.Υ.Α.
Ζ1-178/13-2-2001 αφορά τις συναλλαγές με κάρτες, ότι η αναιρεσίβλητη έλαβε ως βάση υπολογισμού των τόκων το έτος των 360 ημερών κατ' επιταγήν του άρθρου 3 παρ.1 ν.2842/2000 περί λήψεως συμπληρωματικών μέτρων για την εφαρμογή των κανονισμών (ΕΚ) 1103/1997, 974/1998 και 2868/1998 και ότι σε κάθε περίπτωση με τον προαναφερθέντα όρο της συμβάσεως δεν παραβιάζονται οι διατάξεις περί προστασίας των καταναλωτών ούτε εκείνες του άρθρου 281 Α.Κ.
κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα σ' αυτήν. Ήδη με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αριθ.1 (εδ.α) Κ.Πολ.Δ., αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι απορρίπτοντας τον ανωτέρω λόγο της ανακοπής τους παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ.6 ν.2251/1994, της Κ.Υ.Α.
Ζ1-178/13-2-2001 και της Υ.Α. Ζ1-798/25-6-2008 και του άρθρου 243 παρ.3 Α.Κ., τις οποίες δεν εφάρμοσε αν και ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και ειδικότερα κατά το μέρος του κατά το οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των διατάξεων:
α) του άρθρου 2 παρ.6 ν. 2251/1994 διότι προτείνεται αλυσιτελώς, εφόσον το εφετείο δέχθηκε μεν ότι οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτος αναιρεσείοντες δεν είχαν την ιδιότητα των καταναλωτών και συνακόλουθα δεν είχαν ως προς αυτούς εφαρμογή οι διατάξεις του πιο πάνω νόμου, στη συνέχεια όμως με επάλληλη αιτιολογία δέχθηκε ότι σε κάθε περίπτωση ο όρος της συμβάσεως του οποίου οι αναιρεσείοντες επικαλούνταν την ακυρότητα, δεν ήταν καταχρηστικός και κατά την έννοια του νόμου αυτού, η αιτιολογία δε αυτή που αρκεί για τη στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναιρέσεως, β) της Κ.Υ.Α Ζ1-178/13-2-2001 διότι η πιο πάνω κοινή υπουργική απόφαση δεν έχει εφαρμογή στην υπό κρίση διαφορά αφού, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, αφορά τα καταναλωτικά δάνεια και ειδικότερα τις συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες και όχι τις τραπεζικές χορηγήσεις όπως η προκειμένη, γ) της Κ.Υ.Α Ζ1-178/13-2-2001 διότι η πιο πάνω κοινή υπουργική απόφαση δεν έχει εφαρμογή στην κρινόμενη υπόθεση αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η βάσει αυτής απαγόρευση αναγραφής σε δανειακές συμβάσεις όρου που προβλέπει υπολογισμό των τόκων με βάση έτος 360 ημερών αφορά συμβάσεις στεγαστικών δανείων και όχι τραπεζικές χορηγήσεις και δ) του άρθρου 243 παρ.3 Α.Κ.
διότι και η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή στην υπό κρίση διαφορά, αφού με αυτήν ρυθμίζεται ο τρόπος υπολογισμού των προθεσμιών, ενώ με την προσβαλλομένη δεν υπολογίσθηκε κάποια προθεσμία.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-11-2009 αίτηση των Α. Μ., Δ. Μ., Μ. Μ. και Α. Θ. για αναίρεση της 3791/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ