Supreme Court allows appeal against second-instance judgment for lack of reasoning on testamentary intent and non-existent foundation status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the second-instance judgment, remanding the case for retrial due to insufficient reasoning regarding the testator's intent and the legal status of the religious foundation. The lower court failed to adequately address whether the foundation existed at the time of the will or if the testator intended a specific type of foundation, violating the requirement for a legal basis in inheritance disputes. Consequently, the appeal was granted, and the case was sent back to the same court of appeal with a different panel for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1924 and 1925 of the Civil Code; The appellate court must provide sufficient reasoning on the testator's intent and the legal existence of the foundation to justify a legacy as a universal trust, otherwise the judgment is voidable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1331 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1331/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ...και 2. ..., ως κληρονόμων της αρχικής διαδίκου αποβιώσασας μητέρας μας Θ1, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Πετρόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ιεράς Μητρόπολης Γόρτυνος και Μεγαλουπόλεως, που εδρεύει στην Δημητσάνα και Μεγαλόπολη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ειρήνη Χριστινάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και 2.Ψ1, εμφανιζομένου ως μοναχού ..., κατοίκου άλλοτε της Ιεράς Μονής .... και ήδη αγνώστου διαμονής, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-8-1998 αγωγή της αρχικής διαδίκου Θ1 που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρίπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 79/1999 μη οριστική, 36/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 395/2004 μη οριστική, 78/2007 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-1-2008 αίτησή τους και με τους από 10-9-2008 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 4-3-2009 έκθεσή, του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τους αναιρεσείοντες... από ... εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ..., αποδεικνύεται, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων, με πράξη ορισμού της προκείμενης δικασίμου(18-3-2009) και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκαν, για τον άγνωστης διαμονής δεύτερο αναιρεσίβλητο, Ψ1, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με δημοσίευση περίληψης και κλήσης στα φύλλα ...και ... της ... των ημερήσιων εφημερίδων Αθηνών, "..." και "...",αντιστοίχως. Επομένως, εφόσον ο εν λόγω διάδικος δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρ. 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Επειδή, κατά μεν το άρθρο 1925 παρ.1 ΑΚ, ο διαθέτης μπορεί να υποχρεώσει τον κληρονόμο να παραδώσει έπειτα από ορισμένο γεγονός ή χρονικό σημείο την κληρονομία που απέκτησε ή ποσοστό αυτής σε άλλον(καταπιστευματοδόχο), κατά δε το άρθρο 1924 του ίδιου Κώδικα, αν ο διαθέτηw εγκατέστησε κληρονόμο πρόσωπο που δεν έχει ακόμη συλληφθεί κατά τον θάνατό του, ο εγκατάστατος θεωρείται καταπιστευματοδόχος.
Το ίδιο ισχύει και όταν εγκαταστάθηκε κληρονόμος νομικό πρόσωπο που δεν έχει ακόμη συσταθεί κατά τον θάνατο του διαθέτη, οπότε, κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 1935, η επαγωγή επέρχεται μόλις γίνει ο τοκετός ή μόλις συσταθεί το νομικό πρόσωπο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1931 του αυτού ως άνω Κώδικα, στις περιπτώσεις των άρθρων 1924 και 1925, ωσότου γίνει η επαγωγή της κληρονομίας στον καταπιστευματοδόχο χωρεί ως προς την μερίδα του η εξ αδιαθέτου διαδοχή, κατά δε το άρθρο 1941 παρ.1 εδ.α ΑΚ, μόλις γίνει η επαγωγή της κληρονομίας στον καταπιστευματοδόχο ο κληρονόμος παύει να είναι κληρονόμος και έχει υποχρέωση να παραδώσει την κληρονομία στην κατάσταση που θα βρισκόταν ύστερα από τακτική διαχείριση, εκτός από τους καρπούς που έχουν παραχθεί έως την επαγωγή.
Από τις διατάξεις αυτές και το συνδυασμό τους με τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1711 παρ.2, 1712 ΑΚ, προκύπτει ότι εάν, με διάταξη της τελευταίας βούλησης κληρονόμος εγκαταστάθηκε νομικό πρόσωπο που δεν έχει συσταθεί κατά τον χρόνο θανάτου του διαθέτη, το νομικό αυτό πρόσωπο που εγκαταστάθηκε θεωρείται, από τη βούληση του διαθέτη, ως καταπιστευματοδόχος, η δε επαγωγή προς αυτό του καταπιστεύματος θα χωρήσει μόλις συσταθεί το νομικό πρόσωπο, στη δε κληρονομία του διαθέτη θα έλθουν εκ του νόμου οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, οι οποίοι είναι βεβαρημένοι με το καταπίστευμα, ενόσω δεν συνάγεται ότι ο διαθέτης ήθελε άλλους.
Μόλις γίνει η επαγωγή της κληρονομιάς στον καταπιστευματοδόχο, αυτοδικαίως, ο μεν καταπιστευματοδόχος γίνεται κληρονόμος του διαθέτη, ο δε βεβαρημένος παύει να είναι κληρονόμος κι έχει την υποχρέωση να παραδώσει την κληρονομία.. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων εκτίμησή του, τα εξής ουσιώδη, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή της ήδη αποβιώσασας δικαιοπαρόχου των ήδη αναιρεσειόντων,Θ1: Η Σ1, ίδρυσε, κατά το έτος 1910, στο επίδικο, ιδιόκτητο οικόπεδό της, τριών περίπου στρεμμάτων, κείμενο στη θέση ...
της κτηματικής περιφέρειας ... Ι. Μονή, συγκείμενη από τον Ιερό Ναό της..., διώροφο κτίριο και ισόγειο ξενώνα, όπως αυτά περιγράφονται στην απόφαση. Η Μονή αυτή λειτούργησε σύμφωνα προς το Ορθόδοξο Δόγμα μέχρι το έτος 1935, οπότε στη συνέχεια τέθηκε στην υπηρεσία και προς εκπλήρωση των θρησκευτικών καθηκόντων των Γνησίων Ορθόδοξων Χριστιανών.
Από τον χρόνο της ίδρυσής της μέχρι και της 8-3-1995, η Μονή δεν συστάθηκε νόμιμα, ούτε ο ανωτέρω Ιερός Ναός εγκαινιάσθηκε και καθιερώθηκε, κατά νόμιμο τρόπο, στην λατρεία του Θεού, και, επομένως, δεν κατέστησαν πράγματα εκτός συναλλαγής, αφιερωμένα στην εξυπηρέτηση θρησκευτικού σκοπού, κυρία δε αυτών παρέμεινε η ιδρυτής, η οποία διέμενε στη Μονή, την οποία κατείχε και νέμονταν ως αληθής κυρία μέχρι τον θάνατό της, στις 8-12-1979.Τον αυτό ιδιωτικό χαρακτήρα, με τα κτίσματά της, διατήρησε η Μονή μέχρι την 8-3-1995, όταν με το 76/3-3-1995 προεδρικό διάταγμα (ΦΕΚ 51/8-3-1995) συστάθηκε νόμιμα σ' αυτήν ανδρώα Ιερά Κοινοβιακή Μονή, με την επωνυμία "...
της Ιεράς Μητροπόλεως Γόρτυνος και Μαγαλοπόλεως και τέθηκε στην εκπλήρωση των θρησκευτικών καθηκόντων των Ορθόδοξων Χριστιανών. Η ιδρυτής της Μονής, κυρία του ακινήτου, Σ1, με την ... δημόσια διαθήκη της, ενώπιον του αναφερόμενου συμβολαιογράφου, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, κατέλιπε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της, επομένως και το ανωτέρω ακίνητο, στην εν λόγω Μονή, που ιδρύθηκε από εκείνη, την οποία εγκατέστησε ως μοναδική κληρονόμο της .Όμως, κατά τον χρόνο θανάτου της και επαγωγής της κληρονομίας της (8-12-1979), η Μονή αυτή δεν υφίστατο ως νόμιμα συνεστημένο νομικό πρόσωπο, πλην η εγκατάστασή της αυτή λογίζεται και είναι, όπως σαφώς προκύπτει από τη διατυπωμένη βούληση της διαθέτιδας στην ανωτέρω διαθήκη αυτής, εκείνη του καθολικού καταπιστευματοδόχου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1711,1924ΑΚ, επομένως είναι έγκυρη, επάγεται δε σ' αυτήν (Ι.Μονή) την κληρονομία της διαθέτιδας μόλις συστάθηκε νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 1935 παρ.2ΑΚ, ήτοι στις 8-3-1995 όταν αυτή απέκτησε νομική προσωπικότητα.
Τούτο δεν αναιρείται από το γεγονός, ότι στη διαθήκη αυτή η διαθέτης δεν όρισε τον βεβαρημένο με το καταπίστευμα αυτό κληρονόμο της, διότι τέτοιος θεωρείται ο εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, σύμφωνα με το άρθρο 1931ΑΚ. Κατά τον χρόνο θανάτου της διαθέτιδας, μόνη εν ζωή εξ αδιαθέτου κληρονόμος της ήταν η αδελφή της , ...., που απεβίωσε στις 8-3-1980, στην οποία επάχθηκε η ανωτέρω κληρονομία και η οποία βαρύνονταν με το καταπίστευμα.
Μετά τον θάνατο αυτής, η κληρονομία της, στην οποία περιλαμβάνονταν και το ανωτέρω καταπίστευμα, επάχθηκαν στη μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμο της και θυγατέρα αυτής, Θ1 (δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων), η οποία αποδέχθηκε νόμιμα την κληρονομία της μητέρας της και, για λογαριασμό αυτής, την κληρονομία της ιδρυτού της Μονής , με συνέπεια να καταστεί κυρία του επίδικου ακινήτου και των κτισμάτων του και να βαρύνεται με το ανωτέρω καταπίστευμα.
Όταν όμως η Ι. Μονή απέκτησε νομική προσωπικότητα, στις 8-3-1995, έγινε απ' ευθείας καθολικός διάδοχος της διαθέτιδας και απέκτησε, αυτοδικαίως και απ' ευθείας από αυτήν, την κυριότητα του επιδίκου, με την επιφύλαξη των περί μεταγραφής διατάξεων, ενώ η βεβαρημένη με το καταπίστευμα αυτό, Θ1, η οποία δεν απέκτησε με άλλον τρόπο της κυριότητας αυτού (τακτική, έκτακτη χρησικτησία) έπαψε αυτοδικαίως εφεξής να είναι κληρονόμος της διαθέτιδας και κυρία του επίδικου ακινήτου, υποχρεούμενη να αποδώσει στη Μονή την αποτελούσα το καταπίστευμα ομάδα της κληρονομίας.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι το επίδικο ακίνητο ήταν ιδιωτικό, αποτελούσε αντικείμενο καθολικού καταπιστεύματος που είχε επαχθεί στην νομίμως συσταθείσα, κατά τ' ανωτέρω, ανδρώα Ιερά Κοινοβιακή Μονή, με την επωνυμία ...., δεν ανήκε κατά κυριότητα στην ενάγουσα, η οποία απεβίωσε στις 5-2-2001 και στη δικονομική της θέση υπεισήλθαν οι ήδη αναιρεσείοντες, και απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως κατ' ουσία αβάσιμη.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, στέρησε από την προσβαλλόμενη απόφασή του την αναγκαία νόμιμη βάση, με ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της βούλησης της διαθέτιδας όπως εγκαταστήσει ως μοναδική κληρονόμο της την ανωτέρω Ιερά Κοινοβιακή Μονή με την επωνυμία ...., οι οποίες δεν επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 1924 ΑΚ,που εφάρμοσε και τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ενώ διέλαβε παραδοχές ότι η διαθέτης, Σ1, ίδρυσε, κατά το έτος 1910, στο ήδη επίδικο ακίνητό της , Ι. Μονή, η οποία από το έτος 1935 τέθηκε στην υπηρεσία και προς εκπλήρωση των θρησκευτικών καθηκόντων των Γνησίων Ορθόδοξων Χριστιανών, ότι η ίδια παρέμεινε κυρία του επίδικου ακινήτου μέχρι τον θάνατό της, στις 8-12-1979, λόγω μη νόμιμης σύστασης της ιδρυθείσας από αυτήν ανωτέρω Ι.
Μονής και ότι αυτή με την ....δημόσια διαθήκη της, κατέλιπε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της, επομένως και το ανωτέρω ακίνητο, στην εν λόγω Μονή, που ιδρύθηκε από εκείνη, την οποία εγκατέστησε ως μοναδική κληρονόμο της, η οποία κατά τον χρόνο θανάτου της και επαγωγής της κληρονομίας της δεν υφίστατο ως νόμιμα συνεστημένο νομικό πρόσωπο, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η κληρονομία της επήχθη,ως καθολικό καταπίστευμα, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 1924 σε συνδ.
με το άρθρο 1711ΑΚ, στην ανδρώα Ιερά Κοινοβιακή Μονή, με την επωνυμία ..., από τον χρόνο της νόμιμης σύστασής της με το 76/3-3-1995 προεδρικό διάταγμα, οπότε και τέθηκε στην εκπλήρωση των θρησκευτικών καθηκόντων των Ορθόδοξων χριστιανών, χωρίς περαιτέρω να παραθέτει αιτιολογίες, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα, ποία ήταν, σύμφωνα με την ανωτέρω δημόσια διαθήκη της, η βούληση της διαθέτιδας Σ1, σχετικά με την εγκατάσταση του μοναδικού κληρονόμου της, αν δηλαδή η βούλησή της ήταν να περιέλθει η κληρονομία της στην ιδρυθείσα από αυτήν Ι.
Μονή, που την θεωρούσε ως νομίμως συσταθείσα και η οποία ανήκε στην εκκλησία των Γνησίων Ορθόδοξων Χριστιανών, που δεν έχουν σχέση με την επίσημη Εκκλησία της Ελλάδος, ή σε Ι. Μονή που θα ίδρυε νόμιμα η επίσημη Εκκλησία της Ελλάδος, όπως η ανωτέρω αναφερομένη, ανδρώα Ιερά Κοινοβιακή Μονή, με την επωνυμία ....
Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης, τέταρτος του κυρίου δικογράφου και δεύτερος του δικογράφου των προσθέτων, από το άρθρ.559 αριθ 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους, όπως εκτιμήθηκαν, προβάλλονται οι πλημμέλειες αυτές, είναι βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχή αυτών, να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές(άρθρο 580 παρ.3ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, την 78/2007 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ