Legislator Case Law & Legislation
1331/2008 AI generated

Supreme Court allows appeal against single-member court jurisdiction error, remanding case to competent court.

Case Number 1331/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the State's appeal against a single-member court's decision, finding the jurisdictional objection valid. The State argued the single-member court lacked subject-matter jurisdiction, which the Court confirmed based on the specific nature of the case. Consequently, the Court annulled both lower court decisions and remanded the case to the competent single-member court in Amfissa.

Legislator headnote

AI generated

Art. 563 para. 3 K.Pol.D.; Art. 580 para. 2 K.Pol.D.: If a court of appeal incorrectly declares itself competent, the Supreme Court may annul the decision and remand the case to the competent court, thereby annulling the first-instance decision as well.

Keywords

AI generated
subject-matter jurisdiction single-member court annulment appeal remand procedure competent court state liability court costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 563 para. 3 K.Pol.D.
Art. 580 para. 2 K.Pol.D.
Art. 579 para. 1 K.Pol.D.
Art. 176 K.Pol.D.
Art. 183 K.Pol.D.
Art. 22 para. 1 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1331 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1331/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Βασίλειο Ρήγα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λοβέρδου, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Δημήτριος Καμάρης με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων : 1) ....., 2) ..... και 3) ....., τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Ιωάννης Σακκαλής.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 13/2000 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιτέας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 37/2000 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 56/2004 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 08.09.2006 αίτησή του και τους από 07.01.2008 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 21.03.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος του δικογράφου προσθέτων λόγων της ένδικης αίτησης για αναίρεση της 54/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας και να αναιρεθεί αυτή όπως και η υπ'αριθμ.37/2000 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιτέας. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 563 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από δικές του πράξεις ή από πράξεις προσώπων που ενεργούν στο όνομά του, εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη, όπως και εκείνος που αφορά την καθύλη αναρμοδιότητα (Ολ.Α.Π. 58/19780). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητοι προβάλλουν με τις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις τους, την ένσταση για απαράδεκτο του μοναδικού πρόσθετου λόγου αναίρεσης από το άρθρο 563 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην προσβαλλόμενη με αριθμό 56/ΤΜ 25/2003/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό επί έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 37/2000 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιτέας, την αιτίαση ότι εσφαλμένα δέχθηκε (το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας) ότι ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση, ενώ αρμόδιο προς τούτο ήταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο Άμφισσας, για το λόγο ότι αυτός (λόγος αναίρεσης δηλαδή) προήλθε από συμπεριφορά υπαίτια του αναιρεσείοντος, το οποίο απηύθυνε και προσδιόρισε την έφεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας, όπου και τελικά συζητήθηκε. Η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, κατά τα προαναφερθέντα, γιατί ο ως απαράδεκτος φερόμενος λόγος αναίρεσης αφορά ζήτημα που ανάγεται στη δημόσια τάξη.

ΙΙ. Κατά τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 115 του από 11/12-11-1929 Δ/τος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4266/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 5895/33, όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 α.ν. 1540/38, 19 αν.ν. 1919/39, 2 αν.ν. 1925/51 και 5 παρ. 4 του αν.ν. 263/1968 "σε βάρος εκείνων, που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημόσιων κτημάτων, βεβαιώνεται αποζημίωση για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση (παρ. 1).

Η αποζημίωση ορίζεται με πρωτόκολλο, το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο. Εντός μηνός δικαιούται αυτός να ασκήσει ανακοπή ενώπιον του Ειρηνοδικείου ή του Προέδρου Πρωτοδικών, αναλόγως του ποσού της αποζημίωσης, οι οποίοι, κρίνοντες εκ των ενόντων ακυρώνουν ή επικυρώνουν το πρωτόκολλο ή περιορίζουν την αποζημίωση.

Κατά της αποφάσεως αυτής ουδέν ένδικο μέσο επιτρέπεται. Αν όμως αμφισβητείται με την ανακοπή το δικαίωμα του Δημοσίου, η απόφαση του Ειρηνοδικείου ή του Προέδρου ουδεμία ασκεί επιρροή στη δίκη για το δικαίωμα, η οποία ήθελε κινηθεί ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου. Το πρωτόκολλο αποζημίωσης, εφόσον δεν ανακοπεί εμπροθέσμως ή εφόσον επικυρωθεί ή τροποποιηθεί, αποτελεί τίτλο διοικητικής εκτέλεσης κατά το νόμο περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων, κατά της οποίας ουδεμία ανακοπή χωρεί από τις διατάξεις του νόμου αυτού (παρ. 2)".

Εξάλλου κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δικ. "στις περιπτώσεις που ειδικοί νόμοι παραπέμπουν σε διατάξεις οι οποίες καταργούνται με το νόμο αυτό, από την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δικονομίας εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις του, ενώ στις περιπτώσεις που διατάξεις του αστικού Κώδικα ή άλλου νόμου παραπέμπουν στην αρμοδιότητα και στην επ' αναφορά διαδικασία γενικά του Προέδρου Πρωτοδικών, από την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δικονομίας είναι αρμόδιο το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.

Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν ορίζεται διαφορετικά". Τέλος κατά το άρθρο 699 Κ.Πολ.Δ., "αποφάσεις που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων ή αιτήσεις για ανάκληση ή για μεταρρύθμιση των μέτρων αυτών, δεν προσβάλλονται με κανένα ένδικο μέσο, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά". Από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1 εδ.

ε' και στ' και 4 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δικ., κατά τις οποίες "καταργούνται όλες οι διατάξεις που αφορούν θέματα που ρυθμίζει ο Κ.Πολ.Δικονομίας, εφόσον δεν συμβιβάζονται με τις διατάξεις αυτού, ή καθιερώνουν ειδικές διαδικασίες ή ειδικούς κανόνες για ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων", προκύπτει ότι από την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δικονομίας, αρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο για την εκδίκαση των ως άνω διαφορών από τη βεβαίωση με πρωτόκολλο της αποζημίωσης που οφείλει στο Δημόσιο εκείνος ο οποίος καρπώνεται ή κάνει χρήση αυθαίρετα δημόσιου κτήματος, είναι αποκλειστικά το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.

Η προβλεπόμενη από τη διάταξη της ως άνω παρ. 2 του άρθρου 115 του Δ/τος της 11/12.11.1929 απαγόρευση άσκησης ένδικων μέσων κατά της αντίστοιχης απόφασης του Ειρηνοδικείου ή του Προέδρου Πρωτοδικών καταργήθηκε κατά το μέρος αυτό, αφού έτσι καθιερωνόταν ειδικός κανόνας για την ορισμένη αυτή υπόθεση, η οποία υπάγεται στα πολιτικά Δικαστήρια, και ρυθμιζόταν θέμα, το οποίο δεν συμβιβάζεται με τις διατάξεις του Κ.Πολ.Δικονομίας.

Περαιτέρω, οι ως άνω διαφορές δεν αποτελούν ασφαλιστικά μέτρα με την έννοια του άρθρου 682 Κ.Πολ.Δ., όπως είναι τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 704 - 738, ούτε ρυθμιστικά κατάστασης, εξομοιούμενα με αυτά, όπως είναι τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 632 παρ. 2, 644 παρ. 2, 912 παρ. 2, 918 παρ. 5, 929 παρ. 3, 938 παρ. 3, 994, 1019 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Απλώς στις διαφορές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο για την ταχύτερη εκδίκαση τους δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και, χωρίς να διατάσσει με την απόφαση του τέτοια μέτρα, τέμνει οριστικώς τις διαφορές αυτές, αφού με την οριστική του κρίση επί της σχετικής ανακοπής καθορίζει οριστικά την υποχρέωση ή μη προς αποζημίωση καθώς και το ποσό αυτής από εκείνον που καρπώθηκε ή έκανε χρήση αυθαίρετα δημόσιου κτήματος.

Κατά συνέπεια η παραπομπή για την εκδίκαση των διαφορών αυτών στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δεν νοείται και σε εκείνες τις διατάξεις που προσιδιάζουν αποκλειστικώς στα ως άνω ασφαλιστικά μέτρα, όπως είναι και η διάταξη του άρθρου 699 Κ.Πολ.Δικ., η οποία δεν αφορά τη διαδικασία, ήτοι την πορεία της δίκης μέχρι την έκδοση της απόφασης, αλλά τα κατά της τελευταίας ένδικα μέσα.

Το μη επιτρεπτό των ένδικων μέσων που καθιερώνεται με την τελευταία αυτή διάταξη καταλαμβάνει μόνο τις αποφάσεις που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις για ασφαλιστικά μέτρα ή αιτήσεις για ανάκληση ή μεταρρύθμιση αποφάσεων περί αυτών, δηλαδή τις περιπτώσεις που η απόφαση έχει πράγματι χαρακτήρα προσωρινού, εξασφαλιστικού ή ρυθμιστικού μέτρου με προσωρινή ισχύ και δεν επηρεάζει την κύρια υπόθεση (άρθρο 695 Κ.Πολ.Δικ.), οπότε μπορεί να ανακληθεί ή να μεταρρυθμιστεί κατά τα άρθρα 696 και 697 Κ.Πολ.Δ.

Δεν καταλαμβάνει όμως η απαγόρευση αυτή και τις αποφάσεις οι οποίες εκδίδονται μεν κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, χάριν του ανωτέρω σκοπού, πλην όμως με αυτές τέμνεται οριστικώς η διαφορά. Ως εκ τούτου για τις αποφάσεις, που εκδίδονται επί ανακοπών κατά πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης για κάρπωση ή χρήση δημόσιου κτήματος χωρίς συμβατική σχέση δεν ισχύει η απαγόρευση από το άρθρο 699 Κ.Πολ.Δ.

της άσκησης ενδίκων μεσών, αλλ' υπόκεινται αυτές στα προβλεπόμενα από τον Κ.Πολ.Δ. ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης (άρθρα 511 επ. και 552 επ. Κ.Πολ.Δ., αντίστοιχα,) (βλ. Ολ. Α.Π 21/2002 και 38/2002). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 18 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στην αρμοδιότητα των πολυμελών πρωτοδικείων υπάγονται και οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων της περιφέρειας τους.

Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου.560 αριθ. 3 Κ.Πολ.Δ. κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο του υπό κρίση δικογράφου πρόσθετου λόγου αναίρεσης διατυπώνεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης υπ' αριθ. 56/2004 του Μονομελούς Πρωτοδικείου 'Αμφισσας αιτίαση από την παρατεθείσα διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 3 Κ.Πολ.Δ., εγκείμενη στην καθ' ύλην αναρμοδιότητα του παραπάνω Μονομελούς Πρωτοδικείου, για την εκδίκαση της από 6 Μαρτίου 2003 έφεσης του αναιρεσείοντος ως προς το μέρος του αντικειμένου της που αφορούσε το κεφάλαιο της με αυτή εκκαλούμενης υπ' αριθ. 37/2000 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιτέας με το οποίο ακυρώθηκε το υπ' αριθ. .....

πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης δημοσίου κτήματος - αιγιαλού, που εκδόθηκε από τον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας του Νομού Φωκίδος. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας, που όπως έχει εκτεθεί απέρριψε με τη σημειωθεϊσα απόφαση του την ανωτέρω έφεση, ήταν σύμφωνα με την παρατεθείσα διάταξη του άρθρου 18 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ,, και σε σχέση με το παραπάνω μέρος του αντικειμένου της ίδιας έφεσης, που αφορά ο ερευνώμενος λόγος της υπό κρίση αναίρεσης, καθ' ύλην αναρμόδιο για την εκδίκαση της, Επομένως ο μοναδικός πρόσθετος ως προς την υπ' αριθ.56/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου 'Αμφισσας από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 3 Κ.Πολ.Δ., λόγος, της, επιτρεπτά σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί, ασκηθείσης υπό κρίση αναίρεσης, είναι βάσιμος, και πρέπει να αναιρεθεί η υπ'αριθ. 56/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδίκείου 'Αμφισσας ως προς το μέρος της που απέρριψε την ανωτέρω έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης υπ' αριθ. 37/2000 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιτέας, που αφορούσε την ακύρωση του εκδοθέντος από τον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας του Νομού Φωκίδας πιο πάνω πρωτοκόλλου καθορισμού αυθαίρετης χρήσης δημόσιου κτήματος - αιγιαλού.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. κατά την οποία, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, παραπέμπει την υπόθεση στο δικαστήριο που κρίνει αρμόδιο, ερμηνευόμενη τόσο με λήψη υπόψη της αρχής της οικονομίας της δίκης όσο και σε συνδυασμό με τη ρυθμιστική της κατάστασης των διαδίκων μετά την αναίρεση της απόφασης διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, συνάγεται ότι μαζί με την αναιρούμενη απόφαση του Δικαστηρίου που έκρινε εαυτό καθ' ύλην αρμόδιο για την εκδίκαση έφεσης, ενώ κατά τον, όπως στην προκειμένη περίπτωση, βάσιμο σχετικό πρόσθετο λόγο αναίρεσης δεν ήταν, συναναιρείται και η απόφαση του δικαστηρϊου που έκρινε σε πρώτο βαθμό εάν και αυτό, όπως σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, δεν ήταν καθ' ύλην αρμόδιο, για να καταστεί έτσι εφικτή η παραπομπή της υπόθεσης στο δικαστήριο, που είναι αρμόδιο να την δικάσει σε πρώτο βαθμό (σχετ.

Ολ. Α.Π. 566/1986). Επομένως πρέπει να αναιρεθεί και η υπ' αριθ. 37/2000, απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιτέας ως προς το μέρος της που μετά από παραδοχή της ανακοπής των αναιρεσιβλήτων

που αφορούσε το ανωτέρω πρωτόκολλο, ακύρωσε στη συνέχεια το πρωτόκολλο αυτό (Α.Π. 481/2008, 409/2005).

Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλόμενη απόφαση και να συναναιρεθεί και η υπ'αριθ.37/2000 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιτέας και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας σε πρώτο βαθμό, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν 3693/1957).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την αριθ. 56/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας και την υπ'αριθ 37/2000 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιτέας.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση σε πρώτο βαθμό στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ