Legislator Case Law & Legislation
1331/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against indictment for robbery due to lack of specific reasoning and procedural defects.

Case Number 1331/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Council of Appeal's decision to remand him for trial on robbery charges. The appellant argued that the remittal order lacked specific reasoning and violated his right to defense by considering a prior conviction without notice. The court rejected these claims, stating the remittal was based on sufficient evidence including witness testimonies and that the prior conviction was merely referenced, not relied upon for the new charge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 484(1)(d) and 171(1)(d) of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on lack of specific reasoning or violation of defense rights must be rejected if the remittal decision was substantiated by the entire case file and the cited prior judgment was not the sole basis for the new indictment.

Keywords

AI generated
lack of specific reasoning right to defense remittal to trial prior conviction notice procedural defects Code of Criminal Procedure robbery charge

Cited Legislation

AI generated
Article 484(1)(d) of the Code of Criminal Procedure
Article 485(1) of the Code of Criminal Procedure
Article 465(1) of the Code of Criminal Procedure
Article 473(1) of the Code of Criminal Procedure
Article 474 of the Code of Criminal Procedure
Article 482(1)(a) of the Code of Criminal Procedure
Article 171(1)(d) of the Code of Criminal Procedure
Article 173(2) of the Code of Criminal Procedure
Article 583(1) of the Code of Criminal Procedure
Article 93(3) of the Constitution
Article 139 of the Code of Criminal Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 294/71
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1331 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1331/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια και Κωνσταντίνο Κούκλη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστου Σιδέρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 , περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 270/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.Πολ.ενάγουσα .... .

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Μαρτίου 2004 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 619/2004. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χρήστος Σιδέρης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Μαγκλάρα, με αριθμό 100/1-3-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

Εισάγω, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, με τη σχετική δικογραφία, την από 4-3-2004 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ..... , κατά του υπ΄αριθμ. 270/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής: 1. Με το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που εκδόθηκε μετά την αναίρεση του υπ΄αριθμ. 1128/2002 βουλεύματός του με την υπ΄αριθμ. 2067/2003 απόφαση του Δικαστηρίου σας (σε Συμβούλιο), αφού έγινε δεκτή εν μέρει κατ΄ουσίαν η υπ΄αριθμ. 343/2002 έφεση της πολιτικώς ενάγουσας ..... , κατά του υπ΄αριθμ. 1227/2002 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, να δικασθεί για ληστεία. 2.

Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπροθέσμως, νομοτύπως και παραδεκτώς, σύμφωνα με τα άρθρα 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 στοιχ. α΄ του ΚΠΔ, αφού ασκήθηκε στις 4-3-2004 με δήλωση του αναιρεσείοντος στο Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η υπ΄αριθμ. 28/4-3-2004 σχετική έκθεση, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στις 15-3-2004 και αναφέρονται σ΄αυτή οι αναιρετικοί λόγοι της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και απόλυτης ακυρότητας (άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ.

α΄ και δ΄ ΚΠΔ). 3. ΄Ελλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν στο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (ΑΠ 692/2000, 54/2001 ΠΧ ΝΑ΄ 47 και 691 αντίστοιχα). 4.

Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, με δικές του σκέψεις δέχθηκε, ότι από τα αναφερόμενα κατ΄είδος αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα ακόλουθα: Με τα από 10.7.1993 και 1.11.1994 μισθωτήρια, η μηνύτρια ..... , ενεργούσα για τον εαυτό της και ως εκπρόσωπος των (αναφέρονται 5 ονόματα), εκμίσθωσε στον κατηγορούμενο Χ1 δύο καταστήματα, που βρίσκονται στον ....

και επί της οδού .... , το ένα ως συνεργείο και το άλλο [που «βλέπει» προς τις οδούς .... ] ως χώρο εκθέσεως αυτοκινήτων, με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που αναφέρονται στα μισθωτήρια αυτά. Συμφωνήθηκε, ακόμη, ότι ο μισθωτής είχε την υποχρέωση να προβεί σε γενική επισκευή των μισθίων και διαμόρφωση αυτών για τη χρήση για την οποία προορίζονταν, για τον οποίο λόγο και το μίσθωμα συμφωνήθηκε, για τον πρώτο χρόνο, σε 250.000 δρχ.

για το πρώτο και σε 200.000 δρχ. για το δεύτερο μίσθιο, αναπροσαρμοζόμενο για τον εφεξής χρόνο. Πιο συγκεκριμένα, ο ως άνω κατηγορούμενος ανέλαβε την υποχρέωση να αντικαταστήσει τους σοβάδες ολοκλήρου του ακινήτου εσωτερικά και εξωτερικά, να ανοίξει είσοδο πλάτους 4 μέτρων επί της οδού .... , η οποία θα λειτουργεί με συρόμενη πόρτα μεταλλική ολόκληρη, και να τοποθετήσει κρύσταλλα στον υπόλοιπο φεγγίτη, να επισκευάσει ολόκληρη τη στέγη, στην οποία να τοποθετήσει τα κεραμίδια εξ αρχής και να αντικαταστήσει όσα τυχόν ήταν σπασμένα, να στρώσει όλο το πάτωμα με τσιμέντο [τσιμεντοκονία], ώστε να μπορούν να τοποθετηθούν από πάνω πλακάκια μελλοντικά, να ασπρίσει μέσα και έξω όλους τους τοίχους επί της μαρμαροκονίας, εσωτερικά με πλαστικό χρώμα και εξωτερικά με ακριλικό, να βάψει τις πόρτες και τα ρολλά με ρεπουλίνα, να ελέγξει τα εσωτερικά ξύλα της στέγης και να αντικαταστήσει όσα τυχόν ήταν σπασμένα, να φτιάξει καινούργια τουαλέττα με λεκάνη και νιπτήρα στην ήδη υπάρχουσα υδραυλική εγκατάσταση, ενώνοντάς την με τον κεντρικό αγωγό του Δήμου και να συμπληρώσει την ηλεκτρική εγκατάσταση, προσθέτοντας σ' αυτήν φώτα και πρίζες για τον επαρκή φωτισμό του όλου καταστήματος.

Όσον αφορά το δεύτερο μίσθιο, συμφωνήθηκε, κατά παράκληση του μισθωτή, ρητά ότι το μίσθωμα θα άρχιζε να καταβάλλεται από 1.1.1995, ήτοι δύο μήνες μετά την έναρξη της μισθώσεως, για να διευκολυνθεί αυτός να αντιμετωπίσει τα έξοδα της ανακαινίσεώς του και λόγω της, συνεπεία των επισκευών, απωλείας χρόνου από τη λειτουργία του.

Την ακριβή τήρηση όλων των όρων των μισθωτηρίων εγγυήθηκε ρητά ο πατέρας του μισθωτή κατηγορούμενος .... . Η εκμισθώτρια μηνύτρια, κατά το χρονικό διάστημα από 1.11.1994 μέχρι 31.1.1997, δανειοδότησε τον πρώτο κατηγορούμενο μισθωτή, κατόπιν παρακλήσεων του τελευταίου, για τις ανάγκες της επιχειρήσεώς του, καταβάλλοντας σ' αυτόν, τμηματικά, το συνολικό ποσό των 67.000.000 δρχ.

Το δάνειο συμφωνήθηκε έντοκο με απόδοση 24% ετησίως. Για την εξασφάλιση του δανείου, ο δανειολήπτης κατηγορούμενος εξέδωσε, σε διαταγή της μηνύτριας, τις υπ' αριθ. .... , .... , .... , ..... , ..... , ..... , ..... και ..... μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές, πληρωτέες στην XIOS ΒΑΝΚ την.... αντιστοίχως, [σε ημερομηνίες, δηλαδή, που απέχουν ένα έτος από τη λήψη των αντιστοίχων τμημάτων του δανείου, πλην της τελευταίας που απέχει από αυτήν έξι μήνες], ποσού [στο οποίο περιλαμβάνεται το κεφάλαιο και οι νόμιμοι μέχρι την ημέρα πληρωμής τόκοι] 7.440.000 δρχ., 3.720.000 δρχ., 3.720.000 δρχ., 3.720.000 δρχ., 8.680.000 δρχ., 14.880.000 δρχ., 37.200.000 δρχ και 3.360.000 δρχ.

αντιστοίχως. Επειδή, όμως, ο 1ος κατ/νος, λόγω οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε, δεν φάνηκε συνεπής στην υποχρέωσή του να εξοφλήσει το δάνειο και κατόπιν παρακλήσεών του, η μηνύτρια, με κοινή συμφωνία που σημειώθηκε στα σώματα των επιταγών και προσυπογράφηκε και από τους δύο συμβαλλομένους, παρέτεινε το χρόνο πληρωμής αυτών κατά ένα ακόμη έτος, της δε πιο παλιάς [της υπ' αριθ. ..... ] και επί ένα έτος επιπλέον.

Έτσι, το σύνολο του κεφαλαίου και των τόκων, στις 31.7.1998 [χρόνος παρατάσεως τελευταίας επιταγής] υπερέβαινε τις 100.000.000 δρχ. Αλλά και πάλι ο 1ος κατ\νος δεν φάνηκε συνεπής και η μηνύτρια στις 5.6.1997 εμφάνισε στην πληρώτρια Τράπεζα την υπ' αριθ. .... επιταγή [που, μετά την παράταση που είχε δοθεί, ήταν πληρωτέα στις 31.5.1997], η οποία δεν πληρώθηκε γιατί δεν υπήρχε διαθέσιμο υπόλοιπο.

Τότε, ο κατηγορούμενος, μετά από τηλεφωνικές συνομιλίες με τη μηνύτρια, συμφώνησε με αυτήν να τον δεχθεί στην οικία της, στον έκτο όροφο της επί της οδού .... , ευρισκομένης πολυκατοικίας, στις 18.6.1997 μετά τις 22.00 για να τακτοποιήσουν τις οικονομικές τους εκκρεμότητες. Ο κατηγορούμενος, περί ώραν 23.00 της ως άνω ημερομηνίας, μετέβη στην οικία της μηνύτριας, όπου της έδωσε νέες υποσχέσεις, κατηγορώντας, μάλιστα, τον πατέρα του ως αίτιο της μη εξοφλήσεώς της, και ζήτησε να δει τα πρωτότυπα των επιταγών, γιατί, όπως της είπε, ήθελε ο πατέρας του τους αριθμούς, τα ποσά και τις ημερομηνίες των παρατάσεών τους.

Πλην, αφού η μηνύτρια έγραψε σ' ένα φύλλο χαρτιού τα στοιχεία των επιταγών, πριν προλάβει να απομακρυνθεί και να τις ξανακλειδώσει στο χρηματοκιβώτιό της, ο κατηγορούμενος, χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις, όρμησε ξαφνικά επάνω της, της κτύπησε τα χέρια της με όλη του τη δύναμη, με κίνδυνο να της προκαλέσει σωματική βλάβη, για να μη προλάβει να αντιδράσει, αλλά και για να κάμψει την οποιαδήποτε αναμενόμενη αντίστασή της, και της άρπαξε βιαίως τις επιταγές, τις έσκισε μπροστά της, πήρε τα σκισμένα κομμάτια τους μαζί του και ακολούθως, έφυγε τρέχοντας, κατέβηκε στον 5ο όροφο της πολυκατοικίας και εισήλθε στον ανελκυστήρα.

Η παθούσα τον ακολούθησε, άνοιξε την πόρτα του ανελκυστήρα και του ζήτησε να της επιστρέψει τα κομμάτια των επιταγών. Εκείνος, όμως, αρνήθηκε, λέγοντάς της ότι «θα τις κτυπήσει στα μούτρα του πατέρα του, γιατί του είπε να μη γυρίσει πίσω χωρίς τις επιταγές», και κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες, όπου εκείνη δεν τον ακολούθησε, φοβούμενη για τη σωματική της ακεραιότητα, έσπασε με τα χέρια του τον υαλοπίνακα της κλειδωμένης εισόδου της πολυκατοικίας, βγήκε έξω και εξαφανίσθηκε.

Η μηνύτρια, νομίζοντας ότι ο κατηγορούμενος, μετά την πράξη του, δεν θα επέστρεφε στην οικία του για να μη συλληφθεί, αλλά και από την ταραχή της, δεν ειδοποίησε αμέσως την Αστυνομία, αλλά μέχρι την 03.30 της επομένης [19.6.1997] συνέτασσε πρόχειρα τη μήνυσή της, ώστε να προλάβει το αυτόφωρο, σε περίπτωση που θα βρισκόταν αυτός και θα συλλαμβανόταν.

Κατόπιν, εξήλθε από την πολυκατοικία [για να ρίξει, όπως χαρακτηριστικά αναγράφει στη μήνυσή της, στον κάδο απορριμμάτων κάτι πεπονόφλουδες], οπότε και διαπίστωσε τη θραύση του υαλοπίνακα της εισόδου. Τότε, κάλεσε την Αστυνομία και κατήγγειλε τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις. Το αστυνομικό όργανο που συνέταξε το ημερήσιο δελτίο οχήματος, αντίγραφο του οποίου υπάρχει στη δικογραφία, διαπίστωσε τη θραύση του υαλοπίνακα, καθώς και κηλίδες αίματος στο δάπεδο της εισόδου, πλην αναφέρει, ανακριβώς, ότι ο κατηγορούμενος απέσπασε τις επιταγές τις οποίες είχε καταβάλει ως «μίσθωμα» στην παθούσα για το μίσθιο κατάστημα, χωρίς να κάνει μνεία ότι άσκησε αυτός σωματική βία στην παθούσα για να πετύχει την αφαίρεσή τους, για τον οποίο λόγο και η τελευταία υπέβαλε κατά του εν λόγω αστυνομικού τις από 15.9.1997 και 20.11.1997 αναφορές – καταγγελίες, της έρευνας των οποίων έχει επιληφθεί η Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής.

Ο κατηγορούμενος, λοιπόν Χ1[ανεξαρτήτως του ότι τέλεσε και την αξιόποινη πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων, για την οποία, όπως αναφέρθηκε, έχει ήδη παραπεμφθεί στο Μονομελές Πλημ\κείο Αθηνών] αφαίρεσε από τη μηνύτρια τα σώματα των παραπάνω επιταγών [των οποίων, όμως, αυτή έχει κρατήσει φωτοτυπικά αντίγραφα] με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, ασκώντας σ' αυτήν σωματική βία, η οποία, ενόψει και των υπερτέρων σωματικών δυνάμεων αυτού, επέδρασε κατά τέτοιο τρόπο στο σώμα αυτής, ώστε να υπερνικηθεί η όποια αντίστασή της θα μπορούσε να προβληθεί, χωρίς να ασκεί επιρροή το ότι αυτός δεν της προκάλεσε και σωματικές βλάβες.

Έτσι, προέκυψε ότι αυτός τέλεσε σε βάρος της το έγκλημα της ληστείας, με την έννοια που εκτίθεται στη μείζονα σκέψη του παρόντος. Ο τελευταίος, με την απολογία και τα απολογητικά του υπομνήματα, αρνούμενος την κατηγορία, ισχυρίζεται ότι α] η μηνύτρια, χάριν των επισκευών που χρειάζονταν τα μίσθια, για τις οποίες απαιτούντο 20.000.000 δρχ.

για το πρώτο και 10.000.000 δρχ. για το δεύτερο, τον δανειοδότησε, τμηματικά, με το συνολικό ποσό των 30.000.000 δρχ., αλλά τον ανάγκασε, με την απειλή ότι «θα τους πέταγε έξω» [τον ίδιο, δηλαδή, και τον πατέρα του], να υπογράψει τις ως άνω επιταγές, στο ποσό των οποίων περιλαμβάνονταν και τοκογλυφικοί τόκοι, όταν δε δεν πληρώνονταν αυτές, τις ανανέωσε αυτή, υπολογίζοντας και τόκους υπερημερίας, β] κατά την ημέρα του συμβάντος, έχοντας ήδη καταβάλει συνολικά 65.000.000 δρχ., μετέβη στην οικία της μηνύτριας και της κατέβαλε υπόλοιπο 12.000.000 δρχ., αυτή του παρέδωσε τις επιταγές και εκείνος τις έσχισε μπροστά της γιατί είχε εξοφλήσει το χρέος του, γ] στη συνέχεια, λογόφεραν, γιατί αυτός είπε στην παθούσα ότι στο εξής θα της κατέβαλε το κανονικό μίσθωμα, ενώ μέχρι τότε κατέβαλε 1.300.000 δρχ.

μηνιαίως αντί του αναγραφομένου στα μισθωτήρια ποσού των 500.000 δρχ., η δε μηνύτρια του απάντησε, σε έντονο ύφος, «θα δεις από εδώ και πέρα τι θα σου κάνω» και δ] αυτός, κατεβαίνοντας τις σκάλες συγχυσμένος, ένιωθε να ανεβαίνει η πίεσή του και, στην έξοδο, σκόνταψε στη τζαμαρία και την έσπασε, πράγμα που είχε ως συνέπεια τον τραυματισμό του στο χέρι και το «άνοιγμα» της μύτης του.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν προέκυψαν. Η αναλήθειά τους προκύπτει από τα εξής στοιχεία και σκέψεις, στα οποία ιδίως στηρίζεται και η ως άνω κρίση του Συμβουλίου ως προς την αποδιδόμενη στον 1ο κατηγορούμενο, αξιόποινη πράξη της ληστείας: α] Από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι το δάνειο συνομολογήθηκε για να μπορέσει ο κατηγορούμενος να προβεί στις επισκευές των μισθίων που είχαν συμφωνηθεί ως συμβατική του υποχρέωση.

Πράγματι, αυτός δεν προσκομίζει καμιά απόδειξη ότι κατέβαλε για επισκευές οποιοδήποτε ποσό και μάλιστα αυτό των 30.000.000 δρχ. που, κατά τον προαναφερόμενο ισχυρισμό του, απητείτο γι αυτές. Αντιθέτως, στην από 18.1.2000 εξώδικη δήλωση, πρόσκληση, διαμαρτυρία του και επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματός του, που απευθύνεται προς τη μηνύτρια, συνομολογεί ότι προέβη, με δικά του έξοδα, μόνο στην τοποθέτηση υαλοπινάκων, επί αλουμινοκατασκευής σε αντικατάσταση εφθαρμένης και υπό κατάρρευση παλαιάς τοιχοποιίας του μισθίου.

Β] Από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε, ακόμη, ότι το δάνειο ανερχόταν μόνο σε 30.000.000 δρχ. και ότι είχε επιβαρυνθεί αυτό με παρανόμους [τοκογλυφικούς] τόκους. Πράγματι, η μηνύτρια στις 31.10.1995 εξόφλησε έξι ομόλογα ΕΤΒΑ συνολικής ονομαστικής αξίας 26.000.000 δρχ. και εισέπραξε, με τους τόκους, το ποσό των 30.966.000 δρχ., την δε επομένη εισέπραξε, με βάση την υπ' αριθ. ....

τραπεζική επιταγή της Ιονικής Τράπεζας, το ποσό των 14.880.000 δρχ. [βλ. από 29.1.1998 έγγραφο της ΕΤΒΑ σε συνδυασμό με σχετική υπ' αριθ. ..... τραπεζική επιταγή Τράπεζας Πίστεως, καθώς και ανωτέρω επιταγή της Ιονικής Τράπεζας]. Από τα ποσά αυτά έδωσε στον 1ο κατηγορούμενο την 1.11.1995, με τα χέρια της, 14.500.000 δρχ., δια χειρός δε του Ψ1, και αυτού εμπόρου και μισθωτή καταστήματος που βρίσκεται στον ....

και ανήκει στη μηνύτρια, που δανειζόταν και αυτός από την τελευταία χρηματικά ποσά με τόκο 24% ετησίως, μέσα στην Τράπεζα Πίστεως άλλες 22.000.000 δρχ. [από τις 30.966.000 δρχ. τη δε διαφορά κράτησε ο Ψ1], ενώ την επομένη έδωσε η ίδια στον 2ο κατ\νο [Χ2], μέσα στο γραφείο του, άλλα 5.500.000 δρχ. Για τα ποσά αυτά, συμποσούμενα σε 42.000.000 δρχ., ο 1ος κατ\νος εξέδωσε τις προαναφερόμενες υπ' αριθ. ....και ....

επιταγές, ποσού 37.200.000 δρχ. και 14.880.000 δρχ. αντιστοίχως, στα οποία ποσά περιλαμβάνονται και οι τόκοι ενός έτους, αφού μετά πάροδον έτους θα έπρεπε να εξοφληθούν ως δόσεις αυτές του δανείου [κεφ. (14.500.000 + 22.000.000 + 5.500.000 =) 42.000.000 + τόκος 24% ή 10.080.000 = 52.080.000 (37.200.000 + 14.880.000)] [βλ. ιδίως από 7.6.2000 ένορκη ανακριτική κατάθεση του προαναφερομένου Ψ1 σε συνδυασμό με από 18.2.1998 προανακριτική τοιαύτη του ιδίου].

Και βεβαίως δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του 1ου κατ\νου ότι η μηνύτρια τον απείλησε ότι «θα τους πέταγε έξω» αν δεν εξέδιδε τις επιταγές, αφού αυτός, εφόσον θα τηρούσε τους όρους των μισθωτηρίων, θα προστατευόταν, κατά νόμον, εφόσον επρόκειτο για επαγγελματικές μισθώσεις, η διάρκεια των οποίων, μάλιστα, είχε συμφωνηθεί τετραετής.

Τέλος, και οι δύο κατηγορούμενοι, με την υπ' αριθ. 45578\2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημ\κείου Αθηνών, καταδικάστηκαν σε φυλάκιση 8 μηνών ο καθένας για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως που είχαν τελέσει σε βάρος της μηνύτριας, η οποία συνίστατο στο ότι ο πρώτος στο από 16.9.1997 απολογητικό του υπόμνημα, και οι δύο δε στο από 4.2.1998 τοιούτο, που κατέθεσαν στις 17.9.1997 στους προανακριτικούς υπαλλήλους του Α.Τ.

Ομονοίας και στις 6.2.1998 στον Πταισματοδίκη του 5ου Τμήματος Πειραιά αντιστοίχως, κατεμήνυσαν τη μηνύτρια, μεταξύ άλλων, και για τοκογλυφία εν γνώσει της αναληθείας τούτου. γ] Η προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη της ληστείας έλαβε χώραν λίγες ημέρες μετά τις 5.6.1997 που η παθούσα εμφάνισε, κατά τα προεκτεθέντα, την υπ' αριθ. .....

επιταγή στη πληρώτρια Τράπεζα, αντιλαμβανόμενος, προφανώς, ο κατηγορούμενος ότι θα μπορούσε αυτή να εμφανίσει και τις υπόλοιπες και, κατόπιν, να επιδιώξει δικαστικά την είσπραξη των αναγραφομένων σ' αυτές ποσών μετά των νομίμως τόκων. δ] Εάν ο 1ος κατ\νος είχε πράγματι εξοφλήσει τις επιταγές και τις είχε λάβει από τη μηνύτρια, δεν θα τις έσχιζε, αλλά θα τις κρατούσε ως αποδεικτικό στοιχείο της εξοφλήσεως.

ε] Εάν ο κατ\νος δεν είχε αφαιρέσει τις επιταγές από τη μηνύτρια, ασκώντας σ' αυτήν σωματική βία, αλλ' είχε τελέσει απλή υπεξαγωγή αυτών, δεν θα είχε λόγο, οσονδήποτε και αν είχε λογοφέρει με αυτήν, να προσπαθήσει να διαφύγει τρέχοντας, κατεβαίνοντας τις σκάλες από τον 6ο όροφο, και, επειδή η θύρα της πολυκατοικίας ήταν κλειδωμένη [πράγμα που συνηθίζεται, για λόγους ασφαλείας, σε πολλές πολυκατοικίες κατά τις νυκτερινές ώρες], να σπάσει τον υαλοπίνακα αυτής [διαπράττοντας αδίκημα βαρύτερο από την υπεξαγωγή], ώστε να διαφύγει την άμεση σύλληψη.

Ούτε είναι πειστικός ο ισχυρισμός του ότι σκόνταψε στη θύρα ή, όπως δέχθηκε το πρωτόδικο Συμβούλιο, ότι ζαλίστηκε και έπεσε σ' αυτήν, σπάζοντας τον υαλοπίνακα, πράγμα το οποίο δεν φαίνεται και λογικό, το δε γεγονός ότι η θύρα ήταν, κατά το χρόνο του συμβάντος, κλειδωμένη καταθέτει η μηνύτρια στην από 19.6.1997 ένορκη προανακριτική της κατάθεση, την οποία επιβεβαιώνει και με την από 7.6.2000 χωρίς όρκο ανακριτική της τοιαύτη ως πολιτικώς ενάγουσα.

Και στ] το ότι η παθούσα δεν κάλεσε αμέσως μετά τη ληστεία την Αστυνομία, αλλά έπραξε αυτό 4 1\2 περίπου ώρες αργότερα, όταν διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος έσπασε τον υαλοπίνακα της θύρας για να διαφύγει, και ότι υπέβαλε την πρώτη της μήνυση περί ώραν 17.45 της 19.6.1997 [14 περίπου ώρες μετά την κλήση της Αστυνομίας] δεν ασκεί επιρροή, ενόψει και του, πειστικού προαναφερομένου ισχυρισμού της ότι, μετά την τέλεση της πράξεως, άρχισε να γράφει, στοιχειωδώς, τη μήνυση, για να προλάβει την προθεσμία του αυτοφώρου, την οποία μήνυση και κατέθεσε στην Αστυνομία στις 19.6.1997.

Ούτε ασκούν επιρροή οι ανακρίβειες που έχουν περιληφθεί στο ημερήσιο δελτίο οχήματος [ότι δηλαδή η μηνύτρια δεν γνώριζε τα λοιπά στοιχεία του κατ\νου Χ1, η διεύθυνση, πάντως, και το τηλέφωνο της οικίας του οποίου αναφέρονται στα ένδικα μισθωτήρια, καθώς και ότι ο κατηγορούμενος απέσπασε τις επιταγές, τις οποίες είχε καταβάλει ως μίσθωμα στην παθούσα και, στη συνέχεια, αποχώρησε, χωρίς να γίνεται μνεία για άσκηση σ' αυτήν σωματικής βίας], γιατί, ανεξαρτήτως του ότι, όπως αναφέρθηκε, η μηνύτρια έχει υποβάλει σχετικές με τις ανακρίβειες αναφορές κατά του αστυνομικού οργάνου που συνέταξε το δελτίο, η όποια ανακριβής δήλωση από μέρους της έγινε προφανώς υπό το κράτος της συγχύσεως και της ταραχής που της είχε προκαλέσει η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου.

Περαιτέρω, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος προέβη στην τέλεση της ανωτέρω πράξεως της ληστείας ύστερα από πιέσεις και παρακλήσεις του πατέρα του δευτέρου κατηγορουμένου που του έγιναν με φορτικότητα. Πράγματι, ο 2ος κατ\νος ούτε δάνειο έλαβε από τη μηνύτρια, ούτε εκδότης των επιταγών ήταν.

Ενδεχομένως να παρότρυνε απλώς το γιο του να αναλάβει τις επιταγές και να τις καταστρέψει, διαπράττοντας ηθική αυτουργία στην πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων [η οποία, όπως κρίθηκε με το προαναφερόμενο υπ' αριθ. 2067\2003 βούλευμα του ΑΠ, έχει παραγραφεί]. Σε καμιά περίπτωση, όμως, δεν μπορεί να υποτεθεί ότι αυτός ζήτησε επίμονα από τον 1ο κατ\νο να αποσπάσει τις επιταγές από τα χέρια της μηνύτριας με κάθε τρόπο, ασκώντας σ' αυτήν ακόμη και σωματική βία.

΄Ετσι, αφού δέχθηκε εν μέρει ως κατ΄ουσίαν βάσιμη την έφεση της πολιτικώς ενάγουσας .... και μεταρρύθμισε εν μέρει το εκκληθέν βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, να δικασθεί για ληστεία. 5. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη, κατά την εκτεθείσα στη νομική σκέψη έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

Ειδικότερα: α) Σε σχέση με το κρίσιμο για τη συγκρότηση του εγκλήματος της ληστείας στοιχείο της σωματικής βίας σε βάρος της παθούσας-πολιτικώς ενάγουσας το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων «χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις, όρμησε ξαφνικά επάνω της, της κτύπησε τα χέρια της με όλη του τη δύναμη, με κίνδυνο να της προκαλέσει σωματική βλάβη, για να μην προλάβει να αντιδράσει, αλλά και για να κάμψει την οποιαδήποτε αναμενόμενη αντίστασή της και της άρπαξε βιαίως τις επιταγές».

Ακόμη, ότι «Ασκώντας σ΄αυτήν σωματική βία, η οποία ενόψει και των υπερτέρων σωματικών δυνάμεων αυτού, επέδρασε κατά τέτοιο τρόπο στο σώμα αυτής, ώστε να υπερνικηθεί η όποια αντίστασή της θα μπορούσε να προβληθεί, χωρίς να ασκεί επιρροή το ότι αυτός δεν της προκάλεσε και σωματικές βλάβες…». Η παραδοχή όμως ότι ο αναιρεσείων έπληξε με όλη του τη δύναμη τα χέρια της παθούσας, λογικά, προωθεί την άποψη, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι θα έπρεπε να έχουν καταληφθεί κάποια τουλάχιστον σημεία και ίχνη ενδεικτικά της σωματικής βίας, που ασκήθηκε σε βάρος της.

Τέτοια δε περιστατικά ενδεικτικά άμεσης επιδράσεως στο σώμα της παθούσας-πολιτικώς ενάγουσας όχι μόνο δεν αναφέρονται, αλλά γίνεται δεκτό ότι ο αναιρεσείων δεν προκάλεσε στην παθούσα οποιαδήποτε σωματική βλάβη. ΄Ετσι, η αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος κατά το σημείο αυτό είναι ελλιπής, αλλά και αντιφατική, αφού έγινε δεκτό ότι ο αναιρεσείων, αν και «κτύπησε τα χέρια της παθούσας με όλη του τη δύναμη, δεν της προκάλεσε κάποια σωματική βλάβη.

β) Δεν εξηγείται και δεν αιτιολογείται γιατί η παθούσα δεν ειδοποίησε αμέσως την αρμόδια αστυνομική αρχή, ώστε να επιτευχθεί η ανεύρεση και σύλληψη του αναιρεσείοντος, αλλά έπραξε τούτο μετά πάροδο τεσσάρων και μισής (4 ½) ωρών, δηλαδή την 3.30΄ ώρα της επόμενης ημέρας, 19-6-1997, και μάλιστα εξαιτίας της διαπιστώσεως της θραύσεως του υαλοπίνακα της εισόδου της πολυκατοικίας.

γ) Δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, ότι «το αστυνομικό όργανο που συνέταξε το ημερήσιο δελτίο οχήματος, αντίγραφο του οποίου υπάρχει στη δικογραφία, διαπίστωσε τη θραύση του υαλοπίνακα, καθώς και κηλίδες αίματος στο δάπεδο της εισόδου, πλην αναφέρει ανακριβώς, ότι ο κατηγορούμενος απέσπασε τις επιταγές τις οποίες είχε καταβάλει ως «μίσθωμα» στην παθούσα για το μίσθιο κατάστημα, χωρίς να κάνει μνεία ότι άσκησε αυτός σωματική βία στην παθούσα για να πετύχει την αφαίρεσή τους, για τον οποίο λόγο η τελευταία υπέβαλε κατά του εν λόγω αστυνομικού τις από 15-9-1997 και 20-11-1997 αναφορές-καταγγελίες, της έρευνας των οποίων έχει επιληφθεί η Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής».

Δέχθηκε δηλαδή, ότι στο ημερήσιο δελτίο οχήματος που συνέταξε το αρμόδιο αστυνομικό όργανο αμέσως μετά την κλήση της παθούσας και περιέχει τις δηλώσεις, τις οποίες έκανε η ίδια, δεν αναφέρεται άσκηση σωματικής βίας σε βάρος της. ΄Εκρινε δε ότι η έλλειψη αναφοράς ασκήσεως σωματικής βίας σε βάρος της παθούσας οφείλεται σε «ανακρίβεια» του αστυνομικού οργάνου και όχι στη μη δήλωσή της.

Την κρίση του αυτή το Συμβούλιο στήριξε στο γεγονός ότι η παθούσα υπέβαλε για την παράλειψη αυτή κατά του αστυνομικού οργάνου τις προαναφερόμενες «αναφορές-καταγγελίες». Δεν αιτιολογείται όμως με την παράθεση συγκεκριμένων περιστατικών ότι οι αναφορές αυτές, οι οποίες μάλιστα υποβλήθηκαν μετά πάροδο ικανού χρόνου, δηλαδή στις 18-9-1997 και 20-11-1997, ήταν και κατ΄ουσίαν βάσιμες.

Και, δ) ακόμη, το Συμβούλιο Εφετών, για να αχθεί στην παραπεμπτική κρίση του, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, μετά την εμφάνιση της υπ΄αριθμ. .... επιταγής στην πληρώτρια τράπεζα, αντιλήφθηκε ότι η παθούσα θα μπορούσε να εμφανίσει και τις υπόλοιπες (επιταγές) και να επιδιώξει εν συνεχεία δικαστικά την είσπραξη των αναγραφομένων σ΄αυτές χρηματικών ποσών με τους νόμιμους τόκους.

Σε άλλο σημείο όμως του σκεπτικού έχει δεχθεί, ότι «η μηνύτρια, με κοινή συμφωνία που σημειώθηκε στα σώματα των επιταγών και προσυπογράφηκε και από τους δύο συμβαλλόμενους, παρέτεινε το χρόνο πληρωμής αυτών κατά ένα ακόμη έτος, της δε πιο παλιάς (της υπ΄αριθμ. .... ) και επί ένα έτος επί πλέον». ΄Ετσι, δεν εξηγείται και δεν αιτιολογείται ο λόγος, για τον οποίο ο αναιρεσείων θα χρησιμοποιούσε σωματική βία για την αφαίρεση από την παθούσα των επιταγών, οι οποίες ήταν άκυρες, δεν μπορούσαν να εμφανισθούν στην πληρώτρια τράπεζα και να αξιοποιηθούν ως αξιόγραφα.

Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ ΚΠΔ σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως. 6. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα κατά το μέρος που αφορά την παραπεμπτική διάταξή του για ληστεία και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που αποφάνθηκαν προηγουμένως, σύμφωνα με τα άρθρα 485 παρ. 1 και 519 ΚΠΔ.

Για τους λόγους αυτούς-

Π ρ ο τ ε ί ν ω: Να αναιρεθεί το υπ΄αριθμ. 270/2004 βούλευμα Συμβουλίου Εφετών Αθηνών κατά το μέρος που αφορά την παραπεμπτική του διάταξη για ληστεία. Και,Να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν το αναιρούμενο βούλευμα.-

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΧαράλαμπος Μαγκλάρας

Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 380 παρ.1 ΠΚ, όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της ληστείας είναι σύνθετο.

Στοιχεία του εγκλήματος αυτού είναι, αφ΄ ενός μεν η κλοπή, αφ΄ ετέρου δε η παράνομη βία, με την οποία ο δράστης αποβλέπει στην κάμψη της αντιστάσεως του θύματος, που μπορεί να επιτευχθεί και με αδράνεια αυτού. Έτσι η ληστεία συγκροτείται από την αντικειμενική υπόσταση της κλοπής (άρθρ. 372 ΠΚ και της παράνομης βίας (330 ΠΚ).

Το δεύτερο αυτό έγκλημα (παράνομη βία) είναι υπαλλακτικώς μικτό με την προκειμένη περίπτωση του άρθρ. 380 παρ. 1 ΠΚ. Τρόποι πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως μπορούν να εναλλαχθούν. Δηλαδή στην περίπτωση της ληστείας η παράνομη βία μπορεί να συνίσταται είτε σε σωματική βία κατά του θύματος είτε σε απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο ζωής.

Ως σωματική βία νοείται εκείνη που επιδρά κατά τρόπο άμεσο στο σώμα του εξαναγκασμένου και υπερνικά την προβαλλόμενη ή αναμενόμενη αντίστασή του. Αν η ληστεία τελείται με την άσκηση σωματικής βίας, δεν απαιτείται να προκαλείται επικείμενος κίνδυνος σώματος ή ζωής. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος του δράστη που περιλαμβάνει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο, κατέχεται από άλλον και δεν υπάρχει συναίνεση εκείνου, τη θέληση να αφαιρέσει το πράγμα από την κατοχή του άλλου και να το υπαγάγει στην κατοχή του ή την κατοχή τρίτου με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση και τη θέληση χρήσεως σωματικής βίας ή απειλών προς αφαίρεση του πράγματος.

Το παραπεμπτικό βούλευμα, έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 ε΄ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ΄ αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.

Δεν απαιτείται δε για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος η χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου σε συνδυασμό με το τι αποδείχθηκε από τον καθένα, αλλ΄ αρκεί ειδική αναφορά στο σύνολο του είδους των ούτε είναι απαραίτητη αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως.

Ειδικά για το δόλο, που ως υποκειμενικό στοιχείο ενυπάρχει, κατά τα άρθρα 26 παρ. 1 και 27 παρ. 1 ΠΚ στη θέληση παραγωγής των συγκροτούντων την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πραγματικών περιστατικών και εξυπακούεται ότι ενυπάρχει αυτός από την πραγμάτωσή τους, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, εκτός εάν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξή του ή αν πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Συμβούλιο Εφετών, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ΄ είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Με τα από 10-7-1993 και 1-11-1994 μισθωτήρια, η μηνύτρια .... ενεργούσα για τον εαυτό της και ως εκπρόσωπος των (αναφέρονται 5 ονόματα) εκμίσθωσε στον κατηγορούμενο Χ1 δύο καταστήματα, που βρίσκονται στον ... και επί της οδού .... , το ένα ως συνεργείο και το άλλο (που «βλέπει» προς τις οδούς ..... ) ως χώρο εκθέσεως αυτοκινήτων, με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που αναφέρονται στα μισθωτήρια αυτά.

Συμφωνήθηκε, ακόμη, ότι ο μισθωτής είχε την υποχρέωση να προβεί σε γενική επισκευή των μισθίων και διαμόρφωση αυτών για τη χρήση για την οποία προορίζονταν, για το οποίο λόγο και το μίσθωμα συμφωνήθηκε, για τον πρώτο χρόνο, σε 250.000 δρχ. για το πρώτο και σε 200.000 δρχ. για το δεύτερο μίσθιο, αναπροσαρμοζόμενο για τον εφεξής χρόνο.

Πιο συγκεκριμένα, ο ως άνω κατηγορούμενος ανέλαβε την υποχρέωση να αντικαταστήσει τους σοβάδες ολοκλήρου του ακινήτου εσωτερικά και εξωτερικά, να ανοίξει είσοδο πλάτους 4 μέτρων επί της οδού ..... , η οποία θα λειτουργεί με συρόμενη πόρτα μεταλλική ολόκληρη, και να τοποθετήσει κρύσταλλα στον υπόλοιπο φεγγίτη, να επισκευάσει ολόκληρη τη στέγη, στην οποία να τοποθετήσει τα κεραμίδια εξ αρχής και να αντικαταστήσει όσα τυχόν ήταν σπασμένα, να στρώσει όλο το πάτωμα με τσιμέντο (τσιμεντοκονία), ώστε να μπορούν να τοποθετηθούν από πάνω πλακάκια μελλοντικά, να ασπρίσει μέσα και έξω όλους τους τοίχους επί της μαρμαροκονίας, εσωτερικά με πλαστικό χρώμα και εξωτερικά με ακριλικό, να βάψει τις πόρτες και τα ρολλά με ρεπουλίνα, να ελέγξει τα εσωτερικά ξύλα της στέγης και να αντικαταστήσει όσα τυχόν ήταν σπασμένα, να φτιάξει καινούργια τουαλέττα με λεκάνη και νιπτήρα στην ήδη υπάρχουσα υδραυλική εγκατάσταση, ενώνοντάς την με τον κεντρικό αγωγό του Δήμου και να συμπληρώσει την ηλεκτρική εγκατάσταση, προσθέτοντας σ΄ αυτήν φώτα και πρίζες για τον επαρκή φωτισμό του όλου καταστήματος.

Όσον αφορά το δεύτερο μίσθιο, συμφωνήθηκε, κατά παράκληση του μισθωτή, ρητά ότι το μίσθωμα θα άρχιζε να καταβάλλεται από 1-1-1995, ήτοι δύο μήνες μετά την έναρξη της μισθώσεως, για να διευκολυνθεί αυτός να αντιμετωπίσει τα έξοδα της ανακαινίσεώς του και λόγω της, συνεπεία των επισκευών, απωλείας χρόνου από τη λειτουργία του.

Την ακριβή τήρηση όλων των όρων των μισθωτηρίων εγγυήθηκε ρητά ο πατέρας του μισθωτή κατηγορούμενος Χ2. Η εκμισθώτρια μηνύτρια, κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-1994 μέχρι 31-1-1997, δανειοδότησε τον πρώτο κατηγορούμενο μισθωτή, κατόπιν παρακλήσεων του τελευταίου, για τις ανάγκες της επιχειρήσεώς του, καταβάλλοντας σ΄ αυτόν τμηματικά, το συνολικό ποσό των 67.000.000 δρχ.

Το δάνειο συμφωνήθηκε έντοκο με απόδοση 24% ετησίως. Για την εξασφάλιση του δανείου, ο δανειολήπτης κατηγορούμενος εξέδωσε, σε διαταγή της μηνύτριας τις υπ΄ αριθ. ..., .... , .... , .... , ..... , ..... , ..... και ...... μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές, πληρωτέες στην XIOS BANK την ..... αντιστοίχως (σε ημερομηνίες, δηλαδή που απέχουν ένα έτος από τη λήψη των αντιστοίχων τμημάτων του δανείου, πλην της τελευταίας που απέχει από αυτήν έξι μήνες), ποσού (στο οποίο περιλαμβάνεται το κεφάλαιο και οι νόμιμοι μέχρι την ημέρα πληρωμής τόκοι) 7.440.000 δρχ., 3.720.000 δρχ., 3.720.000 δρχ., 3.720.000 δρχ., 8.680.000 δρχ. 14.880.000 δρχ., 37.200.000 δρχ.

και 3.360.000 δρχ. αντιστοίχως. Επειδή, όμως, ο 1ος κατ/νος, λόγω οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε, δεν φάνηκε συνεπής στην υποχρέωσή του να εξοφλήσει το δάνειο και κατόπιν παρακλήσεών του, η μηνύτρια, με κοινή συμφωνία που σημειώθηκε στα σώματα των επιταγών και προσυπογράφηκε και από τους δύο συμβαλλομένους, παρέτεινε το χρόνο πληρωμής αυτών κατά ένα ακόμη έτος, της δε πιο παλιάς (της υπ΄ αριθ. ..... ) και επί ένα έτος επιπλέον.

Έτσι, το σύνολο του κεφαλαίου και των τόκων, στις 31-7-1998 (χρόνος παρατάσεως τελευταίας επιταγής) υπερέβαινε τις 100.000.000 δρχ. Αλλά και πάλι ο 1ος κατ/νος δεν φάνηκε συνεπής και η μηνύτρια στις 5-6-1997 εμφάνισε στην πληρώτρια Τράπεζα την υπ΄ αριθ. .... επιταγή (που, μετά την παράταση που είχε δοθεί, ήταν πληρωτέα στις 31-5-1997), η οποία δεν πληρώθηκε γιατί δεν υπήρχε διαθέσιμο υπόλοιπο.

Τότε, ο κατηγορούμενος, μετά από τηλεφωνικές συνομιλίες με τη μηνύτρια, συμφώνησε με αυτήν να τον δεχθεί στην οικία της, στον έκτο όροφο της επί της οδού .... , ευρισκομένης πολυκατοικίας, στις 18-6-1997 μετά τις 22.00 για να τακτοποιήσουν τις οικονομικές τους εκκρεμότητες. Ο κατηγορούμενος, περί ώραν 23.00 της ως άνω ημερομηνίας, μετέβη στην οικία της μηνύτριας, όπου της έδωσε νέες υποσχέσεις, κατηγορώντας, μάλιστα τον πατέρα του ως αίτιο της μη εξοφλήσεώς της, και ζήτησε να δει τα πρωτότυπα των επιταγών, γιατί, όπως της είπε, ήθελε ο πατέρας του τους αριθμούς, τα ποσά και τις ημερομηνίες των παραστάσεών τους.

Πλην, αφού η μηνύτρια (έγραψε σ΄ ένα φύλλο χαρτιού τα στοιχεία των επιταγών, πριν προλάβει να απομακρυνθεί και να τις ξανακλειδώσει στο χρηματοκιβώτιό της, ο κατηγορούμενος, χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις, όρμησε ξαφνικά επάνω της, της κτύπησε τα χέρια της με όλη του τη δύναμη, με κίνδυνο να της προκαλέσει σωματική βλάβη, για να μη προλάβει να αντιδράσει, αλλά και για να κάμψει την οποιαδήποτε αναμενόμενη αντίστασή της, και της άρπαξε τις επιταγές, τις έσκισε μπροστά της, πήρε τα σκισμένα κομμάτια τους μαζί του και, ακολούθως, έφυγε τρέχοντας, κατέβηκε στον 5ο όροφο της πολυκατοικίας και εισήλθε στον ανελκυστήρα.

Η παθούσα τον ακολούθησε, άνοιξε την πόρτα του ανελκυστήρα και του ζήτησε να της επιστρέψει τα κομμάτια των επιταγών. Εκείνος, όμως, αρνήθηκε, λέγοντάς της ότι «θα τις κτυπήσει στα μούτρα του πατέρα του, γιατί του είπε να μη γυρίσει πίσω χωρίς τις επιταγές», και κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες, όπου εκείνη δεν τον ακολούθησε, φοβούμενη για τη σωματική της ακεραιότητα, έσπασε με τα χέρια του τον υαλοπίνακα της κλειδωμένης εισόδου της πολυκατοικίας, βγήκε έξω και εξαφανίσθηκε.

Η μηνύτρια, νομίζοντας ότι ο κατηγορούμενος, μετά την πράξη του, δεν θα επέστρεφε στην οικία του για να μη συλληφθεί, αλλά και από την ταραχή της, δεν ειδοποίησε αμέσως την Αστυνομία, αλλά μέχρι την 03.30 της επομένης (19-6-1997) συνέτασσε πρόχειρα τη μήνυσή της, ώστε να προλάβει το αυτόφωρο, σε περίπτωση που θα βρισκόταν αυτός και θα συλλαμβανόταν.

Κατόπιν, εξήλθε από την πολυκατοικία (για να ρίξει, όπως χαρακτηριστικά αναγράφει στη μήνυσή της, στον κάδο απορριμμάτων κάτι πεπονόφλουδες), οπότε και διαπίστωσε τη θραύση του υαλοπίνακα της εισόδου. Τότε, κάλεσε την Αστυνομία και κατήγγειλε τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις. Το αστυνομικό όργανο που συνέταξε το ημερήσιο δελτίο οχήματος, αντίγραφο του οποίου υπάρχει στη δικογραφία, διαπίστωσε τη θραύση του υαλοπίνακα, καθώς και κηλίδες αίματος στο δάπεδο της εισόδου, πλην αναφέρει, ανακριβώς, ότι ο κατηγορούμενος απέσπασε τις επιταγές τις οποίες είχε καταβάλει ως «μίσθωμα» στην παθούσα για το μίσθιο κατάστημα, χωρίς να κάνει μνεία ότι άσκησε αυτός σωματική βία στην παθούσα για να πετύχει την αφαίρεσή τους, για τον οποίο λόγο και η τελευταία υπέβαλε κατά του εν λόγω αστυνομικού τις από 15-9-1997 και 20-11-1997 αναφορές – καταγγελίες, της έρευνας των οποίων έχει επιληφθεί η Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής.

Ο κατηγορούμενος, λοιπόν, Χ1 (ανεξαρτήτως του ότι τέλεσε και την αξιόποινη πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων, για την οποία, όπως αναφέρθηκε, έχει ήδη παραπεμφθεί στο Μονομελές Πλημ/κείο Αθηνών) αφαίρεσε από τη μηνύτρια τα σώματα των παραπάνω επιταγών (των οποίων, όμως, αυτή έχει κρατήσει φωτοτυπικά αντίγραφα) με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, ασκώντας σ΄ αυτήν σωματική βία, η οποία, ενόψει και των υπερτέρων σωματικών δυνάμεων αυτού, επέδρασε κατά τέτοιο τρόπο στο σώμα αυτής, ώστε να υπερνικηθεί η όποια αντίστασή της θα μπορούσε να προβληθεί, χωρίς να ασκεί επιρροή το ότι αυτός δεν της προκάλεσε και σωματικές βλάβες.

Έτσι, προέκυψε ότι αυτός τέλεσε σε βάρος της το έγκλημα της ληστείας, με την έννοια που εκτίθεται στη μείζονα σκέψη του παρόντος. Ο τελευταίος, με την απολογία και τα απολογητικά του υπομνήματα, αρνούμενος την κατηγορία, ισχυρίζεται ότι α)η μηνύτρια χάριν των επισκευών που χρειάζονταν τα μίσθια, για τις οποίες απαιτούντο 20.000.000 δρχ.

για το πρώτο και 10.000.000 δρχ. για το δεύτερο, τον δανειοδότησε, τμηματικά, με το συνολικό ποσό των 30.000.000 δρχ., αλλά τον ανάγκασε, με την απειλή ότι «θα τους πέταξε έξω» (τον ίδιο δηλαδή, και τον πατέρα του), να υπογράψει τις ως άνω επιταγές, στο ποσό των οποίων περιλαμβάνονταν και τοκογλυφικοί τόκοι, όταν δε δεν πληρώνονταν αυτές, τις ανανέωσε αυτή, υπολογίζοντας και τόκους υπερημερίας, β)κατά την ημέρα του συμβάντος, έχοντας ήδη καταβάλει συνολικά 65.000.000 δρχ., μετέβη στην οικία της μηνύτριας και της κατέβαλε υπόλοιπο 12.000.000 δρχ., αυτή του παρέδωσε τις επιταγές και εκείνος τις έσχισε μπροστά της γιατί είχε εξοφλήσει το χρέος του, γ)στη συνέχεια λογόφεραν, γιατί αυτός είπε στην παθούσα ότι στο εξής θα της κατέβαλε το κανονικό μίσθωμα, ενώ μέχρι τότε κατέβαλε 1.300.000 δρχ.

μηνιαίως αντί του αναγραφομένου στα μισθωτήρια ποσού των 500.000 δρχ., η δε μηνύτρια του απάντησε, σε έντονο ύφος, «θα δεις από εδώ και πέρα τι θα σου κάνω» και δ)αυτός, κατεβαίνοντας τις σκάλες συγχυσμένος, ένιωθε να ανεβαίνει η πίεσή του και, στην έξοδο, σκόνταψε στη τζαμαρία και την έσπασε, πράγμα που είχε ως συνέπεια τον τραυματισμό του στο χέρι και το «άνοιγμα» της μύτης του.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν προέκυψαν. Η αναλήθειά τους προκύπτει από τα εξής στοιχεία και σκέψεις, στα οποία ιδίως στηρίζεται και η ως άνω κρίση του Συμβουλίου ως προς την αποδιδόμενη στον 1ο κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη της ληστείας: α)Από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι το δάνειο συνομολογήθηκε για να μπορέσει ο κατηγορούμενος να προβεί στις επισκευές των μισθίων που είχαν συμφωνηθεί ως συμβατική του υποχρέωση.

Πράγματι, αυτός ως συμβατική του υποχρέωση. Πράγματι, αυτός δεν προσκομίζει καμιά απόδειξη ότι κατέβαλε για επισκευές οποιοδήποτε ποσό και μάλιστα αυτό των 30.000.000 δρχ. που, κατά τον προαναφερόμενο ισχυρισμό του, απητείτο γι΄ αυτές. Αντιθέτως, στην από 18-1-2000 εξώδικη δήλωση, πρόσκληση, διαμαρτυρία του και επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματός του, που απευθύνεται προς τη μηνύτρια, συνομολογεί ότι προέβη, με δικά του έξοδα, μόνο στην τοποθέτηση υαλοπινάκων επί αλουμινοκατασκευής σε αντικατάσταση εφθαρμένης και υπό κατάρρευση παλαιάς τοιχοποιίας του μισθίου.

Β)Από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε, ακόμη, ότι το δάνειο ανερχόταν μόνο σε 30.000.000 δρχ. και ότι είχε επιβαρυνθεί αυτό με παρανόμους (τοκογλυφικούς) τόκους. Πράγματι, η μηνύτρια στις 31-10-1995 εξόφλησε έξι ομόλογα ΕΤΒΑ συνολικής ονομαστικής αξίας26.000.000 δρχ. και εισέπραξε, με τους τόκους, το ποσό των 30.966.000 δρχ., την δε επομένη εισέπραξε, με βάση την υπ΄ αριθ. .....

τραπεζική επιταγή της Ιονικής Τράπεζας, το ποσό των 14.880.000 δρχ. (βλ. από 29-1-1998 έγγραφο της ΕΤΒΑ σε συνδυασμό με σχετική υπ΄ αριθ. .... τραπεζική επιταγή Τράπεζας Πίστεως, καθώς και ανωτέρω επιταγή της Ιονικής Τράπεζας). Από τα ποσά αυτά έδωσε στον 1ο κατηγορούμενο την 1-11-1995, με τα χέρια της, 14.000.000 δρχ., δια χειρός δε του Ψ1, και αυτού εμπόρου και μισθωτή καταστήματος που βρίσκεται στον ....

και ανήκει στην μηνύτρια, που δανειζόταν και αυτός από την τελευταία χρηματικά ποσά, με τόκο 24% ετησίως, μέσα στην Τράπεζα Πίστεως άλλες 22.000.000 δρχ. (από τις 30.966.000 δρχ., τη δε διαφορά κράτησε ο Ψ1), ενώ την επομένη έδωσε η ίδια στον 2ο κατ/νο (Χ2), μέσα στο γραφείο του, άλλα 5.500.000 δρχ. Για τα ποσά αυτά, συμποσούμενα σε 42.000.000 δρχ., ο 1ος κατ/νος εξέδωσε τις προαναφερόμενες υπ΄ αριθ. ....

και ..... επιταγές, ποσού 37.200.000 δρχ. και 14.880.000 δρχ. αντιστοίχως, στα οποία ποσά περιλαμβάνονται και οι τόκοι ενός έτους, αφού μετά πάροδον έτους θα έπρεπε να εξοφληθούν ως δόσεις αυτές του δανείου [κεφ. (14.500.000 + 22.000.000 + 5.500.000=) 42.000.000 + τόκος 24% ή 10.080.000 = 52.080.000 (37.200.000 + 14.880.000)] [βλ. ιδίως από 7-6-2000 ένορκη ανακριτική κατάθεση του προαναφερομένου Ψ1 σε συνδυασμό με από 18-2-1998 προανακριτική τοιαύτη του ιδίου].

Και βεβαίως δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του 1ου κατ/νου ότι η μηνύτρια τον απείλησε ότι «θα τους πέταγε έξω» αν δεν εξέδιδε τις επιταγές, αφού αυτός, εφόσον θα τηρούσε τους όρους των μισθωτηρίων, θα προστατευόταν, κατά νόμον, εφόσον επρόκειτο για επαγγελματικές μισθώσεις, η διάρκεια των οποίων, μάλιστα, είχε συμφωνηθεί τετραετής.

Τέλος, και οι δύο κατηγορούμενοι, με την υπ΄ αριθ. 45578/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, καταδικάστηκαν σε φυλάκιση 8 μηνών ο καθένας για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως που είχαν τελέσει σε βάρος της μηνύτριας, η οποία συνίστατο στο ότι ο πρώτος στο από 16-9-1997 απολογητικό του υπόμνημα, και οι δύο δε στο από 4-2-1998 τοιούτο, που κατέθεσαν στις 17-9-1997 στους προανακριτικούς υπαλλήλους του Α.Τ Ομονοίας και στις 6-2-1998 στον Πταισματοδίκη του 5ου Τμήματος Πειραιά αντιστοίχως, κατεμήνυσαν τη μηνύτρια, μεταξύ άλλων, και για τοκογλυφία εν γνώσει της αναλήθείας τούτου.

γ)Η προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη της ληστείας έλαβε χώραν λίγες ημέρες μετά τις 5-6-1997 που η παθούσα εμφάνισε, κατά τα προεκτεθέντα, την υπ΄ αριθ. ..... επιταγή στην πληρώτρια Τράπεζα, αντιλαμβανόμενες, προφανώς, ο κατηγορούμενος ότι θα μπορούσε αυτή να εμφανίσει και τις υπόλοιπες και, κατόπιν, να επιδιώξει δικαστικά την είσπραξη των αναγραφομένων σ΄ αυτές ποσών μετά των νομίμων τόκων.

δ)Εάν ο 1ος κατ/νος είχε πράγματι εξοφλήσει τις επιταγές και τις είχε λάβει από τη μηνύτρια, δεν θα τις έσχιζε, αλλά θα τις κρατούσε ως αποδεικτικό στοιχείο της εξοφλήσεως. ε)Εάν ο κατ/νος δεν είχε αφαιρέσει τις επιταγές από τη μηνύτρια, ασκώντας σ΄ αυτήν σωματική βία, αλλ΄ είχε τελέσει απλή υπεξαγωγή αυτών, δεν θα είχε λόγο, οσονδήποτε και αν είχε λογοφέρει με αυτήν, να προσπαθήσει να διαφύγει τρέχοντας, κατεβαίνοντας τις σκάλες από τον 6ο όροφο, και.

Επειδή η θύρα της πολυκατοικίας ήταν κλειδωμένη (πράγμα που συνηθίζεται, για λόγους ασφαλείας, σε πολλές πολυκατοικίες κατά τις νυκτερινές ώρες), να σπάσει τον υαλοπίνακα αυτής (διαπράττοντας αδίκημα βαρύτερο από την υπεξαγωγή), ώστε να διαφύγει την άμεση σύλληψη. Ούτε είναι πειστικός ο ισχυρισμός του ότι σκόνταψε στη θύρα ή, όπως δέχθηκε το πρωτόδικο Συμβούλιο, ότι ζαλίστηκε και έπεσε σ΄ αυτήν, σπάζοντας τον υαλοπίνακα, πράγμα το οποίο δεν φαίνεται και λογικό, το δε γεγονός ότι η θύρα ήταν, κατά το χρόνο του συμβάντος, κλειδωμένη καταθέτει η μηνύτρια στην από 19-6-1997 ένορκη προανακριτική της κατάθεση, την οποία επιβεβαιώνει και με την από 7-6-2000 χωρίς όρκο ανακριτική της τοιαύτη ως πολιτικώς ενάγουσα.

Και στ)το ότι η παθούσα δεν κάλεσε αμέσως μετά τη ληστεία την Αστυνομία, αλλά έπραξε αυτό 4 ½ περίπου ώρες αργότερα, όταν διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος έσπασε τον υαλοπίνακα της θύρας για να διαφύγει, και ότι υπέβαλε την πρώτη της μήνυση περί ώραν 17.45 της 19-6-1997 (14 περίπου ώρες μετά την κλήση της Αστυνομίας) δεν ασκεί επιρροή, ενόψει και του, πειστικού προαναφερομένου ισχυρισμού της ότι, μετά την τέλεση της πράξεως, άρχισε να γράφει στοιχειωδώς, τη μήνυση, για να προλάβει την προθεσμία του αυτοφώρου, την οποία μήνυση και κατέθεσε στην Αστυνομία στις 19-7-1997.

Ούτε ασκούν επιρροή οι ανακρίβειες που έχουν περιληφθεί στο ημερήσιο δελτίο οχήματος (ότι δηλαδή η μηνύτρια δεν γνώριζε τα λοιπά στοιχεία του κατ/νου Χ1 η διεύθυνση, πάντως, και το τηλέφωνο της οικίας του οποίου αναφέρονται στα ένδικα μισθωτήρια, καθώς και ότι ο κατηγορούμενος απέσπασε τις επιταγές, τις οποίες είχε καταβάλει ως μίσθωμα στην παθούσα και, στη συνέχεια, αποχώρησε, χωρίς να γίνεται μνεία για άσκηση σ΄ αυτήν σωματικής βίας), γιατί, ανεξαρτήτως του ότι, όπως αναφέρθηκε, η μηνύτρια έχει υποβάλει σχετικές με τις ανακρίβειες αναφορές κατά του αστυνομικού οργάνου που συνέταξε το δελτίο, η όποια ανακριβής δήλωση από μέρους της έγινε προφανώς υπό το κράτος της συγχύσεως και της ταραχής που της είχε προκαλέσει η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι υφίστανται σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος για την αποδιδόμενη σ΄ αυτόν αξιόποινη πράξη της ληστείας και παρέπεμψε αυτόν να δικασθεί για την εν λόγω πράξη στο αρμόδιο καθ΄ ύλην και κατά τόπον Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών.

Με αυτά που δέχθηκε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ΄ αυτό με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ληστείας, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες τα υπήγαγε στη μνημονευθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη (άρθρ. 380 ΠΚ και έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις που στηρίζουν την κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου χωρίς να παραβιάσει τη διάταξη αυτή εκ πλαγίου, με αντιφατικές ή ασαφείς παραδοχές ή παραδοχές που αφήνουν λογικά κενά.

Ειδικότερα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα, πλήρως αιτιολογείται η ασκηθείσα σωματική βία, η οποία υπερνίκησε την αναμενόμενη αντίσταση της παθούσης και δεν ήταν αναγκαία, για την πληρότητα της αιτιολογίας να εκτίθεται εις αυτό ότι επήλθε και σωματική βλάβη, η οποία δεν είναι απαραίτητο και να επέλθει. Εκ δε της περαιτέρω παραδοχής, ότι ο αναιρεσείων «κτύπησε τα χέρια της μηνύτριας με όλη του τη δύναμη» και εντεύθεν υπήρξε κίνδυνος να της προκαλέσει σωματική βλάβη, δεν δημιουργείται καμμία αντίφαση, αλλ΄ αντιθέτως, από την παραδοχή αυτή, αποκλείεται εκ του πράγματος η επέλευση οιασδήποτε σωματικής βλάβης εις την παθούσα.

Επίσης το βούλευμα με το να δεχθεί ότι ασκήθηκε επί της παθούσης έντονη σωματική βία και παρά ταύτα αυτή δεν ειδοποίησε αμέσως την αστυνομία δεν εζήτησε βοήθεια από τους ενοίκους της πολυκατοικίας δεν προσέφυγε σε γιατρό ή ιατροδικαστή για να εξετασθεί, αλλ΄ άρχισε να συντάσσει χειρόγραφη μήνυση, εξήλθε του διαμερίσματος για να ρίξει στον κάδο απορριμμάτων «πεπονόφλουδες» και δεν εδήλωσε στους αργότερο κληθέντες και προσελθόντες αστυνομικούς της άμεσης δράσης την άσκηση επ΄ αυτής σωματικής βίας, δεν περιέχει αντιφατική αιτιολογία, αλλά τέτοια συνάδουσα με τις παραδοχές του.

Και τούτο γιατί, αφού το Συμβούλιο εδέχθη, ότι δεν προκλήθηκε εις αυτήν σωματική βλάβη, αλλά κίνδυνος προκλήσεως αυτής λογικό είναι, παρά την όποια ταραχή της, να προσπαθήσει να συντάξει χειρόγραφη μήνυση «για να προλάβει το αυτόφωρο» και να εξέλθει του διαμερίσματός της προς απόρριψη απορριμμάτων επί του κάδου, οπότε και αντελήφθη την θραύση του υαλοπίνακος της εισόδου και ειδοποίησε την αστυνομία, καταγγέλλοντας στους προσελθόντες αστυνομικούς της άμεσης δράσης, τις εις βάρος της τελεσθείσες πράξεις.

Προσθέτως στο βούλευμα πλήρως αιτιολογούνται Α)Η συμφωνία μεταξύ αναιρεσείοντος και παθούσης περί παρατάσεως της προθεσμίας πληρωμής των επιταγών, Β) Τρόπος αφαιρέσεως αυτών (επιταγών) από την παθούσα πριν αυτή προλάβει να απομακρυνθεί (μετά την αναγραφή επί φύλλου χαρτιού των στοιχείων των επιταγών) και ξανακλειδώσει τις επιταγές στο χρηματοκιβώτιο, Γ)η επιμονή (της παθούσης) προς ανάληψη των επιταγών μετά την αφαίρεσή τους από τον αναιρεσείοντα και την απομάκρυνση του από το διαμέρισμά της Δ) η μη αναφορά ασκήσεως σωματικής βίας εις βάρος της παθούσης εις το συνταχθέν από τον αστυνομικό, ημερήσιο δελτίο οχήματος ότι δηλ.

αυτή οφείλεται σε ανακρίβεια του αστυνομικού οργάνου και όχι στη μη δήλωσή της, κρίνοντας ανελέγκτως ότι τούτο στηρίζεται στο γεγονός ότι υπέβαλε κατ΄ αυτού (αστυνομικού) αναφορές-καταγγελίες, χωρίς να είναι ανάγκη, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφερθεί περαιτέρω (στο βούλευμα) ότι οι αναφορές αυτές κρίθηκαν και κατ΄ ουσίαν βάσιμες, ενώ Ε)δεν χρειαζόταν ειδικότερη αιτιολογία του λόγου για τον οποίο ο αναιρεσείων αφαίρεσε τις επιταγές από την παθούσα, οι οποίες (μετά την επί του σώματός των αναγραφή διαφορετικού χρόνου εκδόσεως) ήσαν άκυρες δεν μπορούσαν να εμφανισθούν στην πληρώτρια Τράπεζα και να αξιοποιηθούν ως αξιόγραφα, αφού ο λόγος αφαιρέσεως των επιταγών είναι προφανής, η εξαφάνιση δηλαδή οποιουδήποτε αποδεικτικού στοιχείου σχετικού με την ύπαρξη και την απόδειξη της απαιτήσεως της παθούσης.

Περαιτέρω, πλήρως αιτιολογείται και ουδεμία αντίφαση υπάρχει μεταξύ αφ΄ ενός μεν της παραδοχής του βουλεύματος ότι, εάν ο κατηγορούμενος (αναιρεσείων) είχε πράγματι εξοφλήσει τις επιταγές και τις είχε λάβει από τη μηνύτρια, δεν θα τις έσχιζε, αλλά θα τις κρατούσε ως αποδεικτικό στοιχείο εξοφλήσεως και αφ΄ ετέρου εκείνης (παραδοχής), ότι «πήρε τα σκισμένα κομμάτια τους μαζί του» (εννοείται τα κομμάτια των σχισμένων επιταγών).

Ομοίως ανελέγκτως έγινε δεκτό από το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι η θραύσει του υαλοπίνακος της κλειδωμένης εισόδου έγινε με τα χέρια του κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος), αποκρούοντας τον ισχυρισμό του ότι σκόνταψε στη θύρα ή ότι ζαλίστηκε και έπεσε σ΄ αυτήν σπάζοντας τον υαλοπίνακα», πράγμα που δεν εθεώρησε (το προσβαλλόμενο βούλευμα) λογικό, χωρίς η τελευταία αυτή παραδοχή να καθιστά ασαφή ή ενδοιαστική την αιτιολογία, η οποία (αιτιολογία) δεν πάσχει περαιτέρω εκ του ότι δεν αναφέρεται στο βούλευμα το περιεχόμενο της σχετικής με την καταγγελία της παθούσης εγγραφής στο ημερήσιο δελτίο του αστυνομικού οχήματος.

Προσθέτως η παραδοχή του βουλεύματος (φύλλον 15) ότι η «όποια ανακριβής δήλωση από μέρους της παθούσης» εις τις αναφορές κατά του αστυνομικού οργάνου, έγινε υπό το κράτος της συγχύσεως και της ταραχής που της είχε προκαλέσει η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, δεν αντιφάσκει με την άλλη παραδοχή του βουλεύματος ότι η παθούσα δεν ειδοποίησε αμέσως την αστυνομία, αλλά μέχρι την 03.30 της επομένης (19-6-1997) συνέτασσε πρόχειρα τη μήνυσή της πράγμα που σημαίνει κατά τον αναιρεσείοντα, ότι δεν διατελούσε σε κατάσταση συγχύσεως και ταραχής, αλλ΄ ήταν απόλυτα ψύχραιμη – αφού και στη σκέψη αυτού του βουλεύματος (φύλλον 11 –σελίδα 2α) πάλι γίνεται λόγος ότι η παθούσα τελούσε υπό το κράτος της ταραχής, η οποία (ταραχή), όμως δεν την εμπόδιζε να προβεί στη σύνταξη πρόχειρης μηνύσεως.

Ακόμη από το προσβαλλόμενο βούλευμα (10ον φύλλο) προκύπτει, ότι το συνολικό ποσό, με το οποίο η παθούσα εδάνεισε τον αναιρεσείοντα κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-1994 έως 31-1-1997 ανερχόταν σε 67.000.000 δρχ. και ότι το δάνειο αυτό ήταν έντοκο με επιτόκιο 24% ετησίως. Περαιτέρω, στο φύλλον 13ον (1η και 2α σελίδα) του βουλεύματος, αναφέρεται ότι την 1-11-1995 η παθούσα κατέβαλε στον αναιρεσείοντα, ως δάνειο 42.000.000 δρχ. (14.500.000+22.000.000+5.500.000 δρχ.) και αυτός προς εξασφάλιση της παθούσης, εξέδωσε τις υπ΄ αριθμ. ....

και ..... επιταγές επί της XIOS BANK, ποσού 37.200.000 και 14.880.000 δρχ. αντιστοίχως και συνολικού ποσού 52.080.000 δρχ. μαζί με τους τόκους. Από τις παραδοχές αυτές του βουλεύματος ουδεμία αντίφαση, ως προς το ύψος του δανείου υφίσταται, αφού τούτο ανήρχετο σε 67.000.000 δρχ. το δε ποσό των 42.000.000 δρχ. που κατεβλήθη την 1-11-1997 και για το οποίο ο αναιρεσείων εξέδωσε τις δύο πιο πάνω επιταγές συνολικού ποσού 52.080.000 δρχ.

μαζί με τους τόκους αποτελεί μέρος του δανείου των 67.000.000 δρχ. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν, οι από το άρθρο 484 παρ. 1δ΄ ΚΠΔ τρεις λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η μη λήψη υπόψη, συνεκτίμηση και συνομολόγηση όλων των εγγράφων της δικογραφίας και των μαρτυρικών καταθέσεων, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1δ΄ ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει και η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος.

Κατά δε το άρθρο 173 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας, μπορεί να προτείνονται ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως επικαλείται απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας, διότι στερήθηκε του δικαιώματος υπερασπίσεώς του εκ του ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα έλαβε υπόψη του την υπ΄ αριθμ. 4578/2002 απόφαση του τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός κατεδικάσθη σε ποινή φυλακίσεως 8 μηνών για ψευδή καταμήνυση εις βάρος της μηνύτριας, ενώ η απόφαση αυτή η οποία εκδόθηκε στις 18-1-2002 προσκομίσθηκε από την πολιτικώς ενάγουσα μετά το πέρας της ανακρίσεως που έλαβε χώρα στις 22 Μαρτίου 2001, χωρίς αυτός να γνωρίζει την εκ των υστέρων προσκόμισή της και χωρίς να κληθεί για να λάβει γνώση του νέου αυτού αποδεικτικού στοιχείου και να το αντικρούσει προσκομίζοντας την σχετική αθωωτική απόφαση του Εφετείου.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, γιατί, ανεξαρτήτως του ότι δεν προκύπτει αν η απόφαση αυτή προσκομίστηκε μετά το πέρας της ανακρίσεως από την πολιτικώς ενάγουσα ή με υπόμνημά της ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών ήταν γνωστή εις τον αναιρεσείοντα, η δε κρίση του Συμβουλίου Εφετών για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για την αξιόποινη πράξη της ληστείας στηρίχθηκε εις το κατά την προδικασία, συλλεγέν αποδεικτικό υλικό και ειδικότερα στην χωρίς όρκο κατάθεση της μηνύτριας-πολιτικώς εναγούσης, στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, στα έγγραφα τις δικογραφίας και στις απολογίες των κατηγορουμένων, ως εκ περισσού δε έγινε αναφορά και εκ την ως άνω απόφαση και η παραπομπή (του αναιρεσείοντος) δεν στηρίχθηκε στην εν λόγω απόφαση (ΑΠ 294/71).

Απορριπτομένων όλων των λόγων αναιρέσεως και μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 4 Μαρτίου 2004, αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ΄ αριθμ. 270/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία προσδιορίζει σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2006. Και

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ