Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to lack of proper summons to absent insurance company.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a first-instance judgment regarding a personal injury claim. The appellant argued the lower court's reasoning was contradictory regarding the predictability of the victim's health deterioration, but the court found no such contradiction in the medical evidence. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the insurance company's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 para. 1-3 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure: If a party fails to appear or participate according to legal requirements, the court must verify whether they were properly and timely summoned by the opposing party; if not, the hearing is declared inadmissible and the case remitted for new summons.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1330 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1330/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Γ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ντοκατζή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Π. του Χ., κατοίκου ... και προσωρινά Κέντρου Γρεβενών, που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο Παλαιό Φάληρο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαγδαληνή Μπούκλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-3-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17646/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1799/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-6-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος, που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε ή, αν εμφανίσθηκε, δεν έλαβε μέρος στην συζήτηση με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από εκείνον, που επισπεύδει την συζήτηση. Στην περίπτωση κατά την οποία δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (Α.Π. 1674/2023, Α.Π. 1004/2023, Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 1294/2022, Α.Π. 904/2022, Α.Π. 1544/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη, από 16-6-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1870/210/1-7-2022), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 1799/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (26-1-2024), με αριθμό πινακίου 35, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (άρθρ. 568 παρ. 2-4 του Κ.Πολ.Δ.).
Περαιτέρω, από την υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με έδρα το Πρωτοδικείο Γρεβενών, Δ. Ν., την οποία προσκομίζει και επικαλείται νομίμως ο επισπεύδων τη συζήτηση αναιρέσεως αναιρεσείων, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου του δικηγόρου, Δημητρίου Ντοκατζή, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, Π.
Π., σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 128 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα, ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση, πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, αλλά παραστάθηκε νομίμως και προσηκόντως μόνον ο επισπεύδων τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αναιρεσείων και η δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "...".
Επομένως, αφού ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 περ. α' και γ' του Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία του.
Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως, στις 16-12-2016, σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Με την από 27-3-2017 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 4831/2017) αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι κατά τον αναφερόμενο σ' αυτήν τόπο και χρόνο επισυνέβη αυτοκινητικό ατύχημα από υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου Π.
Π., οδηγού του αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, ασφαλισμένου για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "...", από το οποίο υπέστη σωματικές βλάβες. Ότι για την απότοκη του άνω ατυχήματος ζημία του άσκησε κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 18131/2013 αγωγή του, με την οποία, μετά από νόμιμο περιορισμό των αιτημάτων του, ζήτησε να αναγνωρισθεί η εις ολόκληρον υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν:
α) ποσό 31,56 ευρώ ως θετική ζημία (συμμετοχή του σε δαπάνη νοσηλείας), β) ποσό 18.253,20 ευρώ ως αποθετική ζημία και, συγκεκριμένα, ως διαφυγόντα κέρδη λόγω ανικανότητάς του προς εργασία, για το χρονικό διάστημα από 16-8-1012 έως 16-12-2012 και γ) ποσό 75.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 232/2014 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε αποκλειστικώς υπαίτιος του ατυχήματος ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος οδηγός και επιδικάσθηκαν στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, στο σύνολο τους, οι ως άνω, υπό στοιχεία α' και β', απαιτήσεις του και το ποσό των 10.000 ευρώ για την υπό στοιχείο γ' απαίτησή του.
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 690/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ο λόγος εφέσεως των εναγομένων ως προς το κεφάλαιο της υπαιτιότητας στην πρόκληση του ατυχήματος, εξαφανίσθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ως προς τα κεφάλαια των απαιτήσεων, κατ' αποδοχήν αντίστοιχων λόγων των εφέσεων και επιδικάσθηκε ως προς την απαίτηση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, για αποθετική ζημία, το ποσό των 11.053,20 ευρώ, αντί του μεγαλύτερου για την αιτία αυτή επιδικασθέντος πρωτοδίκως και το ποσό των 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αντί του επιδικασθέντος, για την ίδια αιτία, ποσού των 10.000 ευρώ.
Ακολούθως, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, επικαλούμενος απρόβλεπτη δυσμενή εξέλιξη της υγείας του συνεπεία του τραυματισμού του από το τροχαίο ατύχημα, ήτοι βαριά μετατραυματική αρθρίτιδα στο δεξιό σκέλος και μόνιμο κινητικό πρόβλημα - μερική ισόβια αναπηρία, άσκησε εναντίον των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την από 27- 3-2017 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 4831/27-3-2017) μεταγενέστερη αγωγή του, με την οποία ζήτησε, μετά από νόμιμο περιορισμό των αιτημάτων του, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται εις ολόκληρον ο καθένας να του καταβάλουν:
α) το ποσό των 609.300 ευρώ, για παρούσα και μέλλουσα ζημία του λόγω της απώλειας εισοδημάτων από την απασχόλησή του στις αναφερόμενες στο δικόγραφο επιχειρήσεις, για το χρονικό διάστημα από 5-11-2014 έως 22-1-2043 (χρόνο συνταξιοδοτήσεώς του), ισχυριζόμενος ότι το ποσό αυτό θα κέρδιζε με βεβαιότητα, εάν δεν είχε μεσολαβήσει το ατύχημα και η επακόλουθη αυτού σωματική του βλάβη, το οποίο ζήτησε να καταβληθεί εφάπαξ (επικαλούμενος οικονομική του αδυναμία προς επιβίωση και ανάγκη βελτιωμένης διαβιώσεως), άλλως σε μηνιαίες περιοδικές δόσεις των 1.800 ευρώ, καταβαλλόμενες στην αρχή κάθε αντίστοιχου μη δεδουλευμένου μήνα, β) το ποσό των 125.000 ευρώ για πρόσθετη χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και γ) το ποσό των 150.000 ευρώ λόγω μερικής ισόβιας αναπηρίας του, για αποζημίωσή του εκ του άρθρου 931 του Α.Κ., τα ποσά δε αυτά με τον νόμιμο τόκο επιδικίας από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής του, άλλως για τα ποσά των μη ληξιπρόθεσμων μηνιαίων δόσεων με τον νόμιμο τόκο επιδικίας από την καθυστέρηση κάθε δόσεως.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 17646/2017 απόφασή του, αφού έκρινε την αγωγή νόμιμη, απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε εναντίον της τελευταίας αυτής αποφάσεως την από 12-4-2018 έφεσή του. Επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 1799/2020, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η έφεση έγινε τυπικώς και κατ' ουσίαν δεκτή, εξαφανίσθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μόνο κατά το μέρος των απορριπτικών της διατάξεων, με τις οποίες κρίθηκαν κατ' ουσίαν αβάσιμες οι αξιώσεις του ενάγοντος, που αφορούσαν αποθετική του ζημία από διαφυγόντα κέρδη για το χρονικό διάστημα από 20-9-2019 μέχρι 22-1-2043 και την κατά την από το άρθρο 931 του Α.Κ.
πρόσθετη αποζημίωση, κρατήθηκε και δικάσθηκε η αγωγή από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και οι ανωτέρω αξιώσεις του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος απορρίφθηκαν ως προώρως ασκηθείσες.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1673/2022). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1Λεδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί εμμέσως η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ.), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το Δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. κατά την έρευνα της ουσίας της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του Κ.Πολ.Δ., τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ.
Α.Π. 8/2005, Α.Π. 302/2022, Α.Π. 1553/2021, Α.Π. 415/2021, Α.Π. 161/2021, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 690/2020, Α.Π. 589/2020, Α.Π. 551/2020, Α.Π. 40/2020).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ., "Η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.
Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στο πλαίσιο του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του.
Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. προβλέπει επιδίκαση από το Δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον, συνεπεία αυτών, επηρεάζεται το μέλλον του.
Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης, που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).
Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκην πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι, όμως, βέβαιο ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, αναλόγως με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπον, όμως, που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.
Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και, επομένως, δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή ως ενός αυτοτελούς εννόμου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ των πολιτών σχέσεις, χωρίς αναγκαία η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 931 του Α.Κ., που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη' διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία, άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.
Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημιώσεως, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστή, να το καθορίσει κατά δίκαιη κρίση σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση, αφενός μεν, το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως του παθόντος, αφετέρου δε, την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και το βαθμό συνυπαιτιότητάς του.
Είναι πρόδηλο ότι η κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. αξίωση για αποζημίωση λόγω αναπηρίας ή παραμορφώσεως είναι διαφορετική από την, κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ., αξίωση αποζημιώσεως για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, η οποία, κατ' ανάγκη, συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν, είτε σωρευτικώς είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση καθεμίας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (Ολ.
Α.Π. 18/2008, Α.Π. 415/2023, Α.Π. 1488/2022, Α.Π. 909/2022, Α.Π. 306/2022, Α.Π. 931/2021, Α.Π. 485/2021).
Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι κατά την ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 931 του Α.Κ. και την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε, απορρίπτοντας ως προώρως ασκηθείσα την αξίωση για καταβολή αποζημιώσεως από το παραπάνω άρθρο, παραβίασε ευθέως την ανωτέρω διάταξη καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας, επειδή "ο τραυματισθείς σε τροχαίο ατύχημα, ο οποίος μετά την πάροδο αρκετών ετών συνεχίζει να εμφανίζει χωλότητα, αδυναμία ορθοστασίας και πολύωρης βάδισης και του οποίου οι πιστοποιήσεις αναπηρίας από το αρμόδιο όργανο παρουσιάζουν αυξητική τάση με την πάροδο των ετών δεν πρόκειται να ιαθεί, ούτε να πάψει να παρουσιάζει προβλήματα υγείας, ο χαρακτήρας των οποίων μετά την πάροδο δεκαετίας και πλέον, έχει καταστεί μόνιμος".
Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1799/2020 προσβαλλομένη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, όσον αφορά την επικαλούμενη μερική ισόβια αναπηρία του αναιρεσείοντος: "Στις 16.8.2012 στη διασταύρωση των οδών ...
της Θεσσαλονίκης η οδηγούμενη από τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσείοντα) αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα συγκρούσθηκε με το αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, οδηγούμενο από τον πρώτο εναγόμενο (ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο) και ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγόμενη (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρία, με συνέπεια να τραυματισθεί ο ενάγων, οδηγός της μοτοσυκλέτας.
Η σύγκρουση αυτή οφειλόταν στην αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγόμενου οδηγού του αυτοκινήτου καθόσον παραβίασε την προ της πορείας του ένδειξη ερυθρού φωτός του σηματοδότη που ρύθμιζε την κίνηση των οχημάτων στην άνω διασταύρωση, όπως το θέμα αυτό κρίθηκε τελεσιδίκως με την ως άνω υπ' αριθμ. 232/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Αμέσως μετά το ατύχημα ο ενάγων διακομίσθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κάταγμα ακρωμιακού άκρου κλείδας αριστερά και συντριπτικό αμφισφύριο κάταγμα ποδοκνημικής δεξιά, που αντιμετωπίστηκαν με οστεοσύνθεση με πλάκα και κοχλίες και τοποθέτηση γυψονάρθηκα κνημοποδικού.
Στο νοσοκομείο αυτό νοσηλεύθηκε έως τις 24.8.2012 και οπότε και εξήλθε με οδηγίες για ανάρροπη θέση άκρου. Στις 5.9.2012 επανεξετάσθηκε στο ίδιο νοσοκομείο και διαπιστώθηκε ότι πάσχει από μετατραυματικό οίδημα και δυσκαμψία δεξιάς ποδοκνημικής λόγω του χειρουργειθέντος αμφισφυρίου κατάγματος και στις 19.9.2912 διαγνώσθηκε στο ίδιο νοσοκομείο μετεγχειρητική αγκύλωση και κρίθηκε ότι προς αποκατάσταση της βάδισής του έχει ανάγκη κνημοποδικού λειτουργικού νάρθηκα με γωνιόμετρο.
Στις 24.10.2012 επανεξετάσθηκε στο άνω νοσοκομείο και διαπιστώθηκε νέκρωση του δέρματος στην περιοχή του τραύματος και δυσκαμψία-οίδημα στη συνέχεια δε διαπιστώθηκε άτονο έλκος της δεξιάς ποδοκνημικής. Στις 6.3.2013 εξετάσθηκε εκ νέου στο προαναφερόμενο νοσοκομείο και διαπιστώθηκε η πώρωση των καταγμάτων και η παραμονή του άτονου έλκους.
Στη συνέχεια στις 18.3.2014 εισήλθε σε ιδιωτικό θεραπευτήριο (κλινική "ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ"), όπου και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης των υλικών οστεοσύνθεσης. Σύμφωνα με την βεβαίωση του ορθοπεδικού ιατρού Χ. Λ. "το τραύμα του έξω σφυρού λόγω της κακής ποιότητας δέρματος καθυστέρησε να επουλωθεί για ένα μήνα περίπου.
Ο περιορισμός της ραχιαίας κάμψης παραμένει και για το λόγο αυτό μπορεί στο μέλλον να χρειασθεί χειρουργική παρέμβαση και συμφιοσιόληση". Τελικώς ο ενάγων εισήχθη στις 6.10.2014 και πάλι στην προαναφερόμενη κλινική λόγω μετατραυματικής οστεοαρθρίτιδας δεξιάς ποδοκνημικής και υποβλήθηκε σε αρθροσκόπηση και εκτομή οστεοφύτων.
Όλα τα ανωτέρω που αφορούν στο ιατρικό ιστορικό του ενάγοντος σε σχέση με την κατάσταση και εξέλιξη της υγείας αυτού μετά τον επίδικο τραυματισμό του μέχρι και τις 6.10.2014 έγιναν δεκτά με την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 690/2016 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής και με την συνεκτίμηση τους επιδικάσθηκε στον ενάγοντα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ποσού 20.000 ευρώ.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 19.7.2016, όπως διαπιστώθηκε κατά την εξέτασή του από τον ορθοπεδικό ιατρό Α. Κ. παρουσίαζε μικρή χωλότητα, έφερε δύο ουλές, μία μικρότερη στον έσω σφυρό και μία μεγαλύτερη επί του έξω σφυρού μήκους 15 εκατοστών, στην μεσότητα της οποίας το δέρμα εμφανίζεται έντονα μελαγχρωματικό.
Επίσης διαπιστώθηκε ότι η άρθρωση ελέγχεται οιδηματώδης και έντονα επώδυνη σε όλη την πρόσθια επιφάνειά της και στον έξω σφυρό, ελέγχεται δε παραμονή πρόσθιας αστάθειας, ότι η ραχιαία έκταση της άρθρωσης είναι καταργημένη (το πόδι κινείται μέχρι 0 μοίρες) ενώ υπολείπεται και η πελματιαία κάμψη (περίπου 20 μοίρες) σε σύγκριση με τη σύστοιχη υγιή αριστερή, από τον πρόσφατο δε ακτινολογικό έλεγχο διαπιστώθηκε ότι παραμένει η μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα στη δεξιά ποδοκνημική.
Εξαιτίας του κατάλοιπου αυτού του τραυματισμού του ο ενάγων χωλαίνει κατά τη βάδιση, αδυνατεί να τρέξει και να συμμετέχει σε αθλοπαιδιές, έχει δυσκολία στις σκάλες και σε παρατεταμένη ορθοστασία και βάδιση, ενώ λόγω του επώδυνου πρηνισμού-υπτιασμού αδυνατεί να βαδίζει σε ανώμαλο έδαφος. Προς υποβοήθηση των αδυναμιών αυτών πρέπει ανά εξάμηνο να γίνονται ειδικές εκχύσεις υαλουρονικού οξέως υψηλού μοριακού βάρους για την κατά το δυνατόν προστασία της άρθρωσης, η πρόβλεψη δε για το μέλλον είναι ότι με βεβαιότητα η κατάσταση της αρθρώσεως θα επιδεινωθεί και θα απαιτηθεί νέα επέμβαση.
Μετά από εξέταση από την Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή πιστοποιήθηκε αναπηρία του αυτού σε ποσοστό 30% για χρονικό διάστημα από 9.9.2016 έως 30.9.2019 λόγω "της βαριάς μετατραυματικής επώδυνης οστεοαρθρίτιδας ποδοκνημικής και υποστραγαλικής δεξιάς" (βλ. το από 10.11.2016 έγγραφο γνωστοποίησης αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας της Δ/νσης Αναπηρίας και Ιατρικής της Εργασίας του ΙΚΑ).
Ήδη από την παραδεκτώς προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον ενάγοντα, ως οψιγενές έγγραφο (ΚΠολΔ 529) από 12.4.2019 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας της Διεύθυνσης Ιατρικής Αξιολόγησης του ΕΦΚΑ πιστοποιήθηκε αναπηρία αυτού σε ποσοστό 45% κατά ιατρική πρόβλεψη για χρονικό διάστημα από 20.2.2019 έως 28.2.2022 οφειλόμενη σε "βαρεία οστεοαρθρίτιδα δεξιάς ποδοκνημικής σε έδαφος παλιού χειρουργηθέντος τρεισφυρίου κατάγματος με δημιουργία οστεονέκρωσης αστραγάλου και κνήμης, οστεοαρθρίτιδα αριστερού ισχίου".
Στην τελευταία πιστοποίηση σημειώνεται ότι δεν συντρέχει περίπτωση υπαγωγής του ενάγοντας στις διατάξεις του άρθρου 16 του ν. 1798/1988 παρ. 1 (απαλλαγή από τέλος ταξινόμησης και τέλη κυκλοφορίας αυτοκινήτου), όπως ζητήθηκε γίνεται αναφορά όμως για τον προσδιορισμό του ποσοστού αναπηρίας και πρόσθετη πάθηση αυτού "οστεοαρθρίτιδα αριστερού ισχίου", ως οφειλόμενη στο ένδικο ατύχημα, πράγμα που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού κατά τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά ο ενάγων τραυματίστηκε στο δεξιό κάτω άκρο, ούτε άλλωστε ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η σημειούμενη αυτή πάθηση είναι απόρροια με οποιονδήποτε τρόπο του τραυματισμού του από το ένδικο ατύχημα...
Περαιτέρω ως προς την αξίωση του ενάγοντος για χρηματική παροχή λόγω αναπηρίας σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται ανωτέρω ως προς την εξέλιξη της καταστάσεως της υγείας αυτού δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι η αναπηρία αυτή του ενάγοντος είναι μόνιμη δηλαδή διαρκής και εφόρου ζωής, όπως απαιτείται... από την ΑΚ 931 για την παροχή ανάλογης πρόσθετης αποζημίωσης, αφού στις προρρηθείσες πιστοποιήσεις αναπηρίας ορίζεται ποσοστό αναπηρίας κατά ιατρική πρόβλεψη διαδοχικά για τα χρονικά διαστήματα από 9.9.2016 έως 30.9.2019 και από 20.2.2019 έως 28.2.2022 και από αυτές δεν προκύπτει ασφαλής κρίση περί του ότι η αναπηρία αυτή έχει καταστεί μόνιμη.
Συνεπώς η σχετική αξίωση αυτού κρίνεται ότι ασκήθηκε πρόωρα και είναι απορριπτέα για το λόγο αυτό, χωρίς εξ αυτού να δημιουργείται δεδικασμένο αφού δεν πρόκειται για οριστική τομή της διαφοράς. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την απόρριψη της αξίωσης αυτής ως αβάσιμης κατ' ουσίαν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 522 και 536 ΚΠολΔ, ν' απορριφθεί η εν λόγω αξίωση ως προώροως ασκηθείσα".Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, εν μέρει εξάφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση
κατά την απορριπτική αυτής διάταξη, που αφορά στην αξίωση αποζημιώσεως κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ και ενδιαφέρει εν προκειμένω, και αφού κράτησε και ερεύνησε την αγωγή κατ' ουσίαν ως προς το άνω κεφάλαιο (της επιδικάσεως αποζημιώσεως εκ του άρθρου 931 του Α.Κ.), απέρριψε την αγωγή, ως προς την εν λόγω αξίωση, ως προώρως ασκηθείσα. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ., την οποία ορθά εφάρμοσε, ως προς την μη μόνιμη αναπηρία του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα, δέχθηκε ότι από την εξέλιξη της καταστάσεως της υγείας του, με βάση τις προσαχθείσες ιατρικές γνωματεύσεις, δεν προέκυπτε με βεβαιότητα διαρκής και εφ' όρου ζωής αναπηρία του. Επομένως, κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ανωτέρω διάταξη και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ πλημμέλεια και, συνεπώς, ο πρώτος, κατά το οικείο μέρος του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της παραβάσεως της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 931 του Α.Κ., κρίνεται απορριπτέος, ως αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος, κατά το οικείο μέρος του, με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, με την προαναφερθείσα κρίση του παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος,
διότι τα αναφερόμενα ως διδάγματα πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την ερμηνεία ή την εφαρμογή συγκεκριμένων κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς (άρθροι 931 του Α.Κ.), αλλά αναφέρονται στην ουσία της υποθέσεως χρησιμοποιήθηκαν δε από το πιο πάνω Δικαστήριο της ουσίας προς έμμεση απόδειξη, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις προαναφερθείσες διακρίσεις.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 736/2021). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 263/2022, Α.Π. 163/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του Κ.Πολ.Δ. και 914, 297 και 298 του Α.Κ. προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημιώσεως λόγω θανατώσεως ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημιώσεως με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που υπέστη ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή, όχι, όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατόν να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη αγωγή.
Επομένως, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υποχρέου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται και ευθέως (άρθρα 322 και 324 του Κ.Πολ.Δ.) και εμμέσως (άρθρο 331 του Κ.Πολ.Δ.), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν κατήχθη σε δίκη και δεν κρίθηκε (Α.Π. 553/2023, Α.Π. 1.443/2022, Α.Π. 108/2019).
Από τη διάταξη δε του άρθρου 929 του Α.Κ., σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 298 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι αυτός, που υπέστη βλάβη στο σώμα του ή την υγεία του και εξ αιτίας αυτού κατέστη ανίκανος προς εργασία, έχει δικαίωμα να ζητήσει, από τον κατά νόμο υπόχρεο, ως αποζημίωση, οτιδήποτε, με πιθανότητα και κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα κέρδιζε, αν δεν καθίστατο, εξ αιτίας της σωματικής βλάβης του, ανίκανος προς εργασία.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει, ιδίως, για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του".
Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνες των άρθρων 321, 324 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δεδικασμένο το οποίο προκύπτει από τελεσίδικη δικαστική απόφαση, που επιδικάζει στον παθόντα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, δεν εμποδίζει τη μεταγενέστερη, με νέα αγωγή, μεταξύ των ίδιων προσώπων, επιδίωξη περαιτέρω πρόσθετης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης.
Τούτο, όμως, προϋποθέτει απρόβλεπτη, δυσμενή εξέλιξη της υγείας του (ήτοι μεταγενέστερες δυσμενείς συνέπειες και επιπλοκές), δηλαδή στηρίζεται σε περιστατικά μιας ήδη επελθούσας στο παρελθόν ζημιογόνου αιτίας, τα οποία δεν μπορούσαν να ληφθούν υπ' όψη στην προηγούμενη δίκη, γιατί δεν ήταν αντικειμενικώς διαγνωστά και η επέλευσή τους δεν ήταν προβλεπτή από την αρχή, κατά τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης.
Επομένως, δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο της τελεσιδίκου αποφάσεως, η οποία εκδόθηκε επί της πρώτης αγωγής του παθόντος, οι δυσμενείς συνέπειες, που αποτελούν επιδείνωση της υπάρχουσας καταστάσεως της υγείας αυτού και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν από την αρχή ότι θα επέλθουν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, δηλαδή δεν μπορούσε κανείς να υπολογίσει κατά το πέρας της προφορικής συζητήσεως ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου.
Η κρίση δε του Δικαστηρίου της ουσίας, περί του προβλεπτού ή μη της μέλλουσας επιδεινώσεως της καταστάσεως της υγείας του παθόντος, προκύπτουσα από τις αποδείξεις ή τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν ελέγχεται αναιρετικώς (Α.Π. 880/2022, Α.Π. 538/2022, Α.Π. 461/2020, Α.Π. 401/2020, Α.Π. 747/2018).
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ., καθόσον περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη, ως προς το αγωγικό του αίτημα, περί επιδίκασης σ' αυτόν πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης λόγω αιφνίδιας και απρόβλεπτης επιδεινώσεως της καταστάσεως της υγείας του.
Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1799/2020 προσβαλλομένη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, όσον αφορά τον ερευνώμενο λόγο αναιρέσεως: "...Όλα τα ανωτέρω ωστόσο δεν συνιστούν απρόβλεπτη και αιφνίδια κατά τα ιατρικά δεδομένα επιδείνωση της υγείας του ενάγοντος-εκκαλούντος με την εμφάνιση άλλων νεώτερων και απροσδόκητων δυσμενών συμπτωμάτων και επιπλοκών εκτός αυτών που αντιμετώπιζε ως την έκδοση της ανωτέρω εφετειακής αποφάσεως εξαιτίας του τραυματισμού του από το επίδικο ατύχημα αλλά αποτελούν προβλεπτές και αναμενόμενες κατά τους κοινούς ιατρικούς κανόνες συνέπειες του (τραυματισμού) κατά παραδοχή και του αντίστοιχου προταθέντος πρωτοδίκως παραδεκτώς, αυτοτελούς ισχυρισμού των εναγομένων-εφεσιβλήτων και ο οποίος επαναφέρεται και στην παρούσα (κατ' έφεση) δίκη.
Ειδικότερα οι προρρηθείσες μετατραυματικές παθήσεις και συμπτώματα που εμφανίζει σήμερα ο ενάγων ήτοι μικρή χωλότητα, δύο ουλές, μία μικρότερη στον έσω σφυρό και μία μεγαλύτερη επί του έξω σφυρού μήκους 15 εκατοστών, στην μεσότητα της οποίας το δέρμα εμφανίζεται έντονα μελαγχρωματικό, οιδηματώδη και έντονα επώδυνη σε όλη την πρόσθια επιφάνειά της και στον έξω σφυρό, παραμονή πρόσθιας αστάθειας, καταργημένη ραχιαία έκταση της άρθρωσης, υπολειμματική πελματιαία κάμψη και παραμονή της μετατραυματικής οστεοαρθρίτιδας στη δεξιά ποδοκνημική και την εξ αυτής μερική αναπηρία αποτελούν την αναμενόμενη προβλέψιμη, κατά τα ιατρικά δεδομένα εξέλιξη από την προγενέστερα γνωστή φύση και βαρύτητα του τραυματισμού του και την περαιτέρω εξέλιξη της υγείας του, και είχαν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο κατά την έκδοση της προαναφερόμενης τελεσίδικης απόφασής του για τον καθορισμό του χρηματικού ποσού των 20.000 ευρώ που επιδικάσθηκαν στον ενάγοντα ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και όχι απρόβλεπτη και αιφνίδια επιπλοκή μη αναμενόμενη κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, η επέλευση της οποίας δεν έπρεπε (ή δεν έπρεπε σοβαρά) να αναμένεται, ώστε να δικαιολογείται περαιτέρω πρόσθετη αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντος".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν το αίτημα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, περί επιδίκασης πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας απρόβλεπτης επιδεινώσεως της καταστάσεως της υγείας του η οποία οφείλεται στον τραυματισμό του από το τροχαίο ατύχημα, κρίνοντας ότι η επικαλούμενη δυσμενής επιδείνωση της υγείας του δεν συνιστά απρόβλεπτη και αιφνίδια επιδείνωση, αλλά αποτελεί προβλεπτή και αναμενόμενη εξέλιξη της υγείας του.
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, όσον αφορά το ανωτέρω αγωγικό κεφάλαιο και, ειδικότερα, δεχόμενο ανελέγκτως ότι δεν αποδείχθηκε και άλλη, περαιτέρω, επιδείνωση της καταστάσεως της υγείας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και, μάλιστα, απρόβλεπτη, κατά τα ιατρικά δεδομένα, πέραν εκείνης που ελήφθη υπ' όψη και αναφέρεται στην υπ' αριθμ. 690/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε επί της προηγούμενης αγωγής του και ότι, κατόπιν αυτών, η αξίωση που προβάλλει ο τελευταίος, με την ένδικη μεταγενέστερη αγωγή του, περί επιδίκασης πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, πέραν της ήδη επιδικασθείσης με την ως άνω απόφαση, δεν δικαιολογείται, αφού η εξέλιξη της υγείας αυτού, αναλόγως του είδους και της εκτάσεως του τραυματισμού του, ήταν προβλέψιμη ιατρικώς και όχι αιφνίδια και απρόβλεπτη και, μετά ταύτα έκρινε απορριπτέο το κονδύλιο, ποσού 150.000 ευρώ, για επιδίκαση πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης, ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ.
Ειδικότερα, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 932 του Α.Κ., τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί η σχετική κρίση του.
Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο, διέλαβε σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς την εξέλιξη της πορείας της υγείας του αναιρεσείοντος, δεχόμενο ότι, από τις προσκομισθείσες ιατρικές βεβαιώσεις, η πορεία αυτή δεν συνιστά απρόβλεπτη και αιφνίδια δυσμενή εξέλιξη της υγείας του, με επιπλοκές αυτής, οφειλόμενη στο ένδικο ατύχημα, μη δυνάμενη να εκτιμηθεί κατά την άσκηση της πρώτης αγωγής του (αναιρεσείοντος), αλλά, αναλόγως του είδους και της εκτάσεως του τραυματισμού του, ήταν προβλέψιμη, κατά τα ιατρικά δεδομένα, η εξέλιξη της υγείας του.
Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για αντιφατικότητα αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, διότι, αν και δέχεται ότι υπέστη τις προαναφερθείσες σωματικές βλάβες, εν τούτοις, δέχεται, περαιτέρω, ότι με γνωματεύσεις της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής κρίθηκε ανάπηρος για μεταγενέστερα χρονικά διαστήματα λόγω βαριάς μετατραυματικής επώδυνης οστεοαρθρίτιδας, ότι χωλαίνει κατά τη βάδιση, αδυνατεί να τρέξει και να συμμετέχει σε αθλοπαιδιές, έχει δυσκολία στις σκάλες και σε παρατεταμένη ορθοστασία και βάδιση και λόγω του επώδυνου πρηνισμού - υπτιασμού αδυνατεί να βαδίσει σε ανώμαλο έδαφος, ενώ προς υποβοήθηση των αδυναμιών αυτών πρέπει ανά εξάμηνο να υποβάλλεται σε ειδικές εκχύσεις υαλουρονικού οξέως υψηλού μοριακού βάρους για την κατά το δυνατόν προστασία της αρθρώσεως, δεν συνιστούν αντιφατικότητα των αιτιολογιών, αλλά παράθεση των αξιολογηθέντων στοιχείων όσον αφορά την κρίση της ότι η εξέλιξη της υγείας του ήταν η προβλεπτή, αναλόγως με το είδος και την έκταση του τραυματισμού του.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε στη δίκη, στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "...", που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο, περί τούτου, αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), ενώ δικαστικά έξοδα υπέρ του απολειπομένου πρώτου αναιρεσιβλήτου δεν πρέπει να επιβληθούν, δεδομένου ότι αυτός, λόγω της ερημοδικίας του, δεν υποβλήθηκε σε έξοδα (Α.Π. 1043/2021, Α.Π. 227/2020 ΝοΒ 2020. 1.682, Α.Π. 1584/2017), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-6-2022 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 1799/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα, παραβόλου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "...", τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ