Legislator Case Law & Legislation
1330/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on unjust enrichment, upholding lower court's finding of illegal profit.

Case Number 1330/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a public waste management association against a final judgment ordering it to pay €34,500 to a private individual. The lower court found the association illegally enriched itself by avoiding contract costs due to the appellant's lack of professional qualifications and resources. The court rejected the appellant's arguments that the lower court erred in assessing these facts or violated unjust enrichment statutes, ruling that the lower court's reasoning was sufficient and legally sound.

Legislator headnote

AI generated

Articles 904 et seq. of the Civil Code; The court held that a claim for unjust enrichment is established when one party becomes richer without legal cause at the expense of another, and the lower court's assessment of factual circumstances regarding the impossibility of contracting with the appellant does not constitute an error reviewable on appeal.

Keywords

AI generated
unjust enrichment civil liability waste management contractual capacity appeal dismissal legal cause court costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 904 para. 1 of the Civil Code
Article 908 para. 1 of the Civil Code
Articles 106, 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 para. 1, 3 of Law 3693/1957
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 38 para. 2 of Law 2218/1994
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1330 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1330/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΦΟΡΕΩΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΣΤΕΡΕΩΝ ΑΠΟΒΛΗΤΩΝ (ΦΟΔΣΑ) ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ" που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του αρχικά εναγομένου Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΚΑΘΑΡΙΟΤΗΤΑΣ ΑΛΜΩΠΙΑΣ", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, που ανακάλεσε την από 17/9/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Λ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Οικονόμου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Εδέσσης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2435/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15/12/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ενώ ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθμ. 2435/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ'αριθμ. 17/2014 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Εδέσσης, την οποία εξαφάνισε και δικάζοντας την αγωγή του αναιρεσιβλήτου δέχθηκε αυτήν εν μέρει, ως προς την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 34.500 ευρώ με το νόμιμο τόκο. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Επίσης, κατά το άρθρο 908 εδ.

α' ΑΚ, ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ' αυτό. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της σχετικής αξιώσεως είναι η ύπαρξη του πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, δηλαδή η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πλουτισμού και επιβαρύνσεως, έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου.

Στερείται νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ' εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη. Ειδικότερα, από τις εν λόγω διατάξεις προκύπτει ότι, αναγκαία προϋπόθεση για την έγερση αγωγής προς απόδοση της από αδικαιολόγητο πλουτισμό ωφέλειας του εναγομένου σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος ή επί ζημία του, είναι και το ότι ο πλουτισμός αυτός αποκτήθηκε από αιτία μη νόμιμη, υπό μια από τις ενδεικτικώς αναφερόμενες, στην ανωτέρω διάταξη, μορφές ελλείψεως της νομιμότητάς της.

Συγκεκριμένα, στην περίπτωση μη νομίμου αιτίας, εκείνος που έκανε την παροχή για την αιτία αυτή, δικαιούται να αναζητήσει την ωφέλεια από τον λήπτη, με βάση την ανωτέρω διάταξη, εφ' όσον ισχυρισθεί και αποδείξει τα αναγκαία, κατά νόμο, στοιχεία, ήτοι: α) την περιουσιακή μετακίνηση από τη μία περιουσία στην άλλη, β) τη συγκεκριμένη αιτία της μετακινήσεως αυτής και γ) την ανυπαρξία ή το ελάττωμα αυτής, που καθιστά τη διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη (ΑΠ 1254/2017, ΑΠ 338/2016, ΑΠ 342/2015).

Έτσι, σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται εργασίες ή υπηρεσίες με άκυρη σύμβαση, "ο αντισυμβαλλόμενος" του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης συμβάσεως, η οποία συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της ελλείψεως νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια που απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας αποδόσεως της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες.

Ο ως άνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (Ολ ΑΠ 218/1977, ΑΠ 160/2018, ΑΠ 1254/2017, ΑΠ 1537/2014). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 80 και 85 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού" για τις συμβάσεις που συνάπτει το Δημόσιο, με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερης των 2.500 ευρώ, απαιτείται με ποινή ακυρότητας έγγραφος τύπος (ιδιωτικό έγγραφο).

Ο ίδιος άλλωστε έγγραφος τύπος απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41 του Ν.Δ/τος 496/1974 "περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", και για το κύρος των συμβάσεων που συνάπτουν τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, με αντικείμενο άνω των 10.000 δραχμών (και μεταγενέστερα κατά την υπ' αριθ. 2054839/452/0026/3/9-7-1992 απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών 150.000 δραχμών (ή 440,20 €), ήδη δε κατά την υπ' αριθ. 2/59649/0026/2001 απόφαση του αυτού Υπουργού 2.500 ευρώ ή δημιουργεί υποχρεώσεις διαρκείας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, η πρόταση όμως για την κατάρτιση της σύμβασης και η αποδοχή της μπορούν να γίνουν και με χωριστά έγγραφα, αίρεται δε η ακυρότητα που προκαλείται από την έλλειψη έγγραφης αποδοχής, αν εκπληρωθεί η σύμβαση.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό του Δημοσίου ή αναλόγως ΝΠΔΔ ως άνω συμβάσεις, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, γι' αυτό και η έλλειψή του καθιστά κατά τα άρθρα 158 και 159 παρ. 1 του ΑΚ άκυρη τη σύμβαση, με συνέπεια να θεωρείται αυτή κατά το άρθρο 180 του ίδιου Κώδικα ως μη γενόμενη, αίρεται δε η ακυρότητα σε περίπτωση εκτελέσεως της συμβάσεως, μόνον όταν για τη σύμβαση προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (Ολ ΑΠ 862/1984, ΑΠ 766/2014, ΑΠ 1057/2011, ΑΠ 1135/2010).

Στην περίπτωση αυτή της άκυρης σύμβασης η παροχή, που τυχόν έγινε σε εκτέλεση της σύμβασης παρά την ακυρότητά της, είναι παροχή χωρίς νόμιμη αιτία και μπορεί συνεπώς, κατά τις διατάξεις των άρθρ. 904 επ. του ΑΚ για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να αναζητηθεί αυτούσια η παροχή ή αναλόγως η αντίστοιχη ωφέλεια που επήλθε στο άλλο μέρος, την οποία απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες (ΑΠ 831/2020, ΑΠ 909/2018, ΑΠ 1358/2015, ΑΠ 1442/2014).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, ΑΠ 114/2019, ΑΠ 326/2018). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και μάλιστα στην έκθεση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτά πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Επομένως, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 224/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα: << Ο ενάγων είναι εργολάβος δημοσίων έργων, κατέχει νόμιμη εργοληπτική άδεια και τα απαραίτητα χωματουργικά μηχανήματα και μηχανήματα έργου για την εκτέλεση κάθε είδους εργολαβίας.

Το ΝΠΔΔ "Σύνδεσμος Καθαριότητας Αλμωπίας", το οποίο συστήθηκε από τον Δήμο Αριδαίας για τη δημιουργία και λειτουργία του Χώρου Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων (ΧΥΤΑ) της Αριδαίας, το έτος 2012 συγχωνεύθηκε στον εναγόμενο "Περιφερειακό Σύνδεσμο Φορέων Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων (ΦΟΔΣΑ) Κεντρικής Μακεδονίας" που ορίστηκε καθολικός διάδοχός του, υπεισερχόμενος σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτού....

Το έτος 2003 η διοίκηση του εναγομένου, γνωρίζοντας τον ενάγοντα από προηγούμενες αναθέσεις μικρών έργων σε άλλους χώρους ταφής απορριμμάτων, μικρότερης εμβέλειας από το συγκεκριμένο έργο και ευρισκόμενη στο δυσχερές σημείο να συνεχίσει τη λειτουργία του ΧΥΤΑ, αφού η προηγούμενη εργολάβος αποχώρησε από το έργο λόγω μη πληρωμής της αμοιβής της, με προφορική συμφωνία, αφού το εναγόμενο, λόγω ελλείψεως αδείας λειτουργίας, δεν μπορούσε να διενεργεί διαγωνισμούς και αναθέσεις έργων που αφορούσαν τη λειτουργία του, ανέθεσε στον ενάγοντα την λειτουργία του ΧΥΤΑ.

Εν γνώσει των συμβαλλομένων η εκτέλεση της εργολαβίας δεν μπορούσε να είναι η προβλεπόμενη για τον ορθό τρόπο λειτουργίας του ΧΥΤΑ, αφού ο ενάγων δεν διέθετε ούτε τη σχετική εμπειρία ούτε τον απαραίτητο μηχανολογικό εξοπλισμό. Οι εργασίες που συμφωνήθηκαν να εκτελεστούν συνίσταντο στην καθημερινή προώθηση και επίστρωση των προσκομιζόμενων απορριμμάτων προς τα κύτταρα του ΧΥΤΑ, στη συμπίεσή τους και στην επικάλυψη της νεοδημιουργούμενης επιφάνειας με κατάλληλα υλικά επικαλύψεως.

Για την εκτέλεση του έργου ο ενάγων μετέφερε στο χώρο του ΧΥΤΑ έναν ερπυστριοφόρο φορτωτή, έναν ερπυστριοφόρο προωθητή γαιών, μια ερπυστριοφόρα τσάπα και ένα φορτηγό. Παρά τη μεταφορά των μηχανημάτων, δεν υπήρχε το απαιτούμενο για την ορθή λειτουργία του ΧΥΤΑ προσωπικό, γεγονός που γνώριζαν οι διάδικοι, οι οποίοι με τη σύμβαση αυτή δεν σκόπευαν στην ορθή λειτουργία του ΧΥΤΑ, αλλά στην πρόσκαιρη αποφόρτιση της περιοχής από τον όγκο των παραγόμενων απορριμμάτων.

Η ανωτέρω σύμβαση ανανεώθηκε για το έτος 2004 και για το έτος 2005, οπότε ο ενάγων εγκατέλειψε το έργο λόγω αδυναμίας του εναγομένου να του καταβάλει την αμοιβή του... Ο ενάγων επιβαρύνθηκε λόγω της συνεχούς παραμονής των προαναφερόμενων μηχανημάτων του και της απασχολήσεως ενός εργαζομένου, ενόψει και της ποιότητας και ποσότητας του έργου που παρέδωσε, για το χρονικό διάστημα από 1-6-2003 έως και 30-4-2005, με το ποσό των 1.500 ευρώ μηνιαίως και συνολικά με το ποσό των 34.500 ευρώ (23 Χ 1.500).

Κατά το ποσό αυτό των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε ο ενάγων για την παροχή των προαναφερόμενων υπηρεσιών του στο εναγόμενο σε εκτέλεση των μεταξύ τους άτυπων και συνακόλουθα άκυρων συμβάσεων, λόγω μη τηρήσεως της προβλεπόμενης διαδικασίας των εκτελεσθέντων εργασιών, κατόπιν προκηρύξεως διαγωνισμού και του αναγκαίου, κατά νόμο, έγγραφου τύπου, κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερο το εναγόμενο, σε βάρος του ενάγοντος, καθόσον ωφελήθηκε κατά το εν λόγω ποσό χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας του, εξοικονομώντας την ισόποση δαπάνη, στην οποία θα υποβαλλόταν για να καταβάλει ως αμοιβή σε άλλον ο οποίος θα αναλάμβανε με έγκυρες σχετικές συμβάσεις την παροχή των συγκεκριμένων υπηρεσιών διαχειρίσεως του ΧΥΤΑ κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, κάτω από τις ίδιες περιστάσεις και συνεπώς ο ενάγων δικαιούται το ποσό αυτό που είναι ίσο με τη συνηθισμένη και δικαιολογημένη για την παροχή των υπηρεσιών που παρείχε στο εναγόμενο αμοιβή, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, απορριπτομένων κατ' ουσίαν των ενστάσεων του εναγομένου περί εξοφλήσεως, περί μη προσήκουσας εκτελέσεως του έργου και περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 34.500 ευρώ, νομιμοτόκως>>.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 επ. του ΑΚ. Τούτο δε διότι οι παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους, δεδομένου ότι συνέτρεχαν όλες οι ως άνω προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της ένδικης αξιώσεως από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και συγκεκριμένα η ύπαρξη πλουτισμού (ωφέλειας) του υποχρέου εναγομένου- αναρεσείοντος, η επέλευση αυτού (πλουτισμού) σε βάρος του ενάγοντος- αναιρεσιβλήτου, το αδικαιολόγητο του πλουτισμού και συγκεκριμένα η έλλειψη νόμιμης αιτίας και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού του υποχρέου και επιβαρύνσεως του δικαιούχου.

Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 904 επ. ΑΚ γίνεται δεκτό ότι συντρέχει, εκτός των άλλων, και η προϋπόθεση της ελλείψεως νόμιμης αιτίας του αναφερόμενου πλουτισμού του αναιρεσείοντος συνεπεία της ακυρότητας της αναφερόμενης συμβάσεως λόγω μη τηρήσεως του απαιτούμενου έγγραφου τύπου.

Οι λοιπές αιτιάσεις που προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα και συγκεκριμένα ότι δεν εξοικονόμησε δαπάνη από την εκτέλεση του επίδικου έργου γιατί δεν θα μπορούσε κατά νόμο να αναθέσει με έγκυρη σύμβαση έργου την εκτέλεσή του σε άλλο πρόσωπο με τα ανύπαρκτα επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες του αναιρεσιβλήτου, αφού δεν διέθετε ούτε εμπειρία, ούτε προσωπικό, ούτε κατάλληλο εξοπλισμό και αυτός (αναιρεσείων) δεν θα μπορούσε εγκύρως να συνάψει μια σύμβαση που δεν θα σκόπευε στην ορθή λειτουργία του ΧΥΤΑ και δεν θα ανταποκρινόταν στην πολυπλοκότητα και τις απαιτήσεις του έργου, είναι απαράδεκτες διότι με αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα.

Και σε κάθε περίπτωση κρίνονται αβάσιμες διότι, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου, η εξοικονόμηση της δαπάνης του αναιρεσείοντος συνίσταται στη δαπάνη, την οποία θα κατέβαλε ως αμοιβή σε άλλον εργολάβο, ο οποίος θα αναλάμβανε με έγκυρη σύμβαση την εκτέλεση των ίδιων εργασιών διαχειρίσεως του ΧΥΤΑ με εκείνες που εκτέλεσε ο ενάγων κατά το ένδικο χρονικό διάστημα και υπό τις ίδιες περιστάσεις, της πρόσκαιρης αποφορτίσεως της περιοχής από τον όγκο των παραγόμενων απορριμμάτων.

Επίσης, το Εφετείο με τις προαναφερόμενες παραδοχές του δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ως άνω σαφές και πλήρες αποδεικτικό πόρισμα με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με ζητήματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, είναι αβάσιμοι οι λόγοι της αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού του αιτήματος (άρθρα 106, 176, 183, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό. Σημειωτέον ότι, για τον υπολογισμό των δικαστικών εξόδων δεν εφαρμόζεται στην προκείμενη δίκη το άρθρο 22 παρ. 1, 3 του Ν 3693/1957 που προβλέπει περιορισμένο ύψος αυτών, διότι η νομική υπηρεσία του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ δεν διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους. Τέλος, δεν γίνεται λόγος περί του κατ' άρθρο 495 αρθμ. 3 ΚΠολΔ παραβόλου, διότι το αναιρεσείον απαλλάσσεται από την καταβολή του, κατ' άρθρο 38 παρ. 2 Ν 2218/1994.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-12-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ'αρθμ.2435/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Οκτωβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ