Legislator Case Law & Legislation
1330/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court judgment due to procedural defect and lack of substantive grounds.

Case Number 1330/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's judgment. The appellant argued that the lower court distorted the content of a deed regarding property boundaries and area, but the court found no error in the lower court's reasoning. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the intervenors.

Legislator headnote

AI generated

Articles 74, 80, 81, 82, 558, 576, 596, 61 of the Code of Civil Procedure; The cassation appeal is inadmissible if the additional intervener was not summoned, and the substantive grounds for cassation are unfounded or irrelevant.

Keywords

AI generated
cassation appeal additional intervener summons requirement substantive grounds legal costs property deed code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 74, 80, 81, 82, 558 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 596 of the Code of Civil Procedure
Article 61 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 424/2017
Supreme Court Case 23/2017
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1330 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1330/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη -Εισηγήτρια και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 18η Σεπτεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. συζύγου Σ. Π., το γένος Γ. Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Μπότσαρη.

Των αναιρεσίβλητων: 1.Γ. Π. του Ε., 2.Κ. συζύγου Γ. Π., το γένος Ι. Π. κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλειο Σπανουδάκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 17-9-2019 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3.Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS A.E.", νομίμως εκπροσωπουμένης, που εδρεύει στην Αθήνα, ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχώνευσης δια απορροφήσεως της ανωνύμου τραπεζικής με την επωνυμία "Νέο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο", που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Φωτεινή Χατζηχηδίρογλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2006 αγωγή της αναιρεσείουσας και την από 18-1-2007 πρόσθετη παρέμβαση του 3ου αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:416/2007 μη οριστική, 5/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 94/2014 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-12-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ανθή Γκάμαρη, ανέγνωσε την από 8-11-2018 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων να απορριφθεί, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 74, 80,81 παρ. 3 ,82 παρ 3 και 558 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη, ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά στην πρόσθετη παρέμβαση, πρέπει όμως να επιδίδεται σ' αυτόν η κλήση προς συζήτηση της αναίρεσης για να ενημερώνεται για την εξέλιξη της δίκης που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου, χωρίς την κλήτευση του οποίου παραβιάζεται η θεμελιώδης δικονομική αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης, που καθιερώνεται με το άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ και δημιουργείται απαράδεκτο τη συζήτησης της αναίρεσης (άρθρο 576 παρ. 3 ΚΠολΔ), εφόσον δεν παραστεί κατ' αυτήν (ΑΠ 424/2017, ΑΠ 23/2017).

Τυχόν δε σχετική απεύθυνση της αίτησης αναίρεσης και εναντίον του προσθέτως παρεμβάντος εκτιμάται ως κλήση αυτού στη δίκη (ΑΠ 949/2017, ΑΠ 475/2016). Στην προκείμενη περίπτωση η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται και κατά της τρίτης των αναιρεσιβλήτων "ΤΡΑΠΕΖΑΣ EUROBANK ERGASIAS ΑΕ" ως καθολικής διαδόχου δια απορροφήσεως της τραπεζικής εταιρίας "Νέο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο", η τελευταία των οποίων είχε ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο υπέρ των πρώτου και δεύτερης των ήδη αναιρεσιβλήτων και εναγομένων στη δίκη εκείνη, παραστάθηκε δε και στο Εφετείο η ήδη καθολική ως άνω διάδοχος της κατά τη συζήτηση της έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας, ενώ δεν έπρεπε η αναίρεση να στραφεί και κατ' αυτής, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, αφού αυτή δεν ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, ούτε οι λόγοι αναίρεσης αφορούν στην πρόσθετη παρέμβαση.

Πλην όμως, το γεγονός αυτό εκτιμάται ως κλήση αυτής στην προκείμενη δίκη, κατά τα προεκτεθέντα, στην οποία πράγματι κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο από την επισπεύδουσα τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσείουσα, παραστάθηκε δε νομότυπα και κατέθεσε και προτάσεις.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθηση του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005).

Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει να το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να καθορίζεται ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, στα οποία αφορά η σχετική αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη του από το δικαστήριο της ουσίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα περιστατικά: "Δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου διόρθωσης δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς και αγοραπωλησίας ακινήτου της συμβολαιογράφου Η. Β. Β., νόμιμα μεταγραφέντος οι εναγόμενοι αγόρασαν από τους Γ., Ε., Π.

και Ζ. Λ. ένα ακίνητο, που βρίσκεται στη θέση "..." η "...", της κτηματικής περιφέρειας του δήμου ... εκτάσεως 4.073,76 τ.μ, το οποίο κατά τον τίτλο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία αγνώστου, σε πλευρά τεθλασμένης γραμμής 59,55 μ, νοτιοδυτικά με αγροτικό δρόμο σε πλευρά μήκους 19,37μ, νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία Ε. Σ., σε πλευρά τεθλασμένης γραμμής μήκους 112,37 μ, και δυτικά με ιδιοκτησία Χ.

Κ. σε πλευρά τεθλασμένη μήκους 96,77 μ, και με τον τρόπο αυτό έγιναν συγκύριοι αυτού κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει στη συγκυριότητα των παραπάνω πωλητών από κληρονομιά των γονέων τους Κ. Λ., ο οποίος απεβίωσε στις 26/8/2000 και της μητέρας τους Α. Λ., η οποία απεβίωσε στις 18/10/2000, την οποία κληρονομιά αποδέχθηκαν και μετέγραψαν δυνάμει του με αριθμό ...

δηλωτικού αποδοχής κληρονομιάς συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου. Σύμφωνα με τη δήλωση αυτή το προαναφερόμενο ακίνητο, ευρισκόμενο στη θέση "...", είχε έκταση 2.500 τ.μ περίπου η όση πραγματικά έκταση έχει, εντός των ορίων του .Ο δε δικαιοπάροχος των πωλητών πατέρας τους Κ. Λ. είχε γίνει κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άτυπη δωρεά από τον πατέρα του Ε.

Λ. το έτος 1937. Περαιτέρω για να συναφθεί η παραπάνω πώληση προς τους εναγόμενους, συντάχθηκε το από Ιούλιο του 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ε. Σ., στο οποίο αποτυπώθηκαν καθ' υπόδειξη των πωλητών τα όρια του ακινήτου, μετά δε την καταμέτρηση αυτού η έκταση του ανήλθε σε 4.073,76 τ.μ, λόγος για τον οποίο οι πωλητές προέβησαν στη διόρθωση της δήλωσης τους αποδοχής κληρονομιάς, με το προαναφερόμενο συμβόλαιο.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο είναι επικλινές βραχώδες, με μικρή κλίση προς τα βορειοανατολικά, η οποία αυξάνεται προοδευτικά έως το σημείο που βρίσκεται στο βόρειο και ανατολικό άκρο του ακινήτου αυτού, όπου η κλίση είναι εμφανέστερη και ανέρχεται σε 55%. Η καλλιέργεια αυτού ήταν αδύνατη λόγω του πετρώδους του εδάφους.

Στη συνέχεια του επιδίκου ακολουθεί μια αναβαθμίδα με πέντε ελαιόδεντρα ιδιοκτησίας της ενάγουσας. Ανάμεσα στο επίδικο και στα ελαιόδεντρα είχε τοποθετηθεί συρματόπλεγμα, το οποίο κατά τους μάρτυρες της ενάγουσας είχε τοποθετηθεί κατά τον ένα το 1950 (Χ. Σ.) και κατά τον άλλο το 1972 (Β. Κ.). Η ενάγουσα κυρία του ομόρου ακινήτου κατέστη κυρία αυτού κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά της μητέρας της ….., η οποία απεβίωσε το έτος 1998, την οποία κληρονομιά αποδέχθηκε και μετέγραφε δυνάμει του ...

δηλωτικού αποδοχής της συμβολαιογράφου Χερσονήσου Σ. Σ. και κατά το άλλο 1/2 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του ... δωρητηρίου συμβολαίου, της ίδιας συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγραφέντος, από δωρεά της αδελφής της Ε. συζ. Ι. Χ.. Σύμφωνα με τους τίτλους κυριότητας της, το ακίνητο αυτό είναι αγροτεμάχιο με πέντε ελαιόδεντρα εκτάσεως 3.259,68 τ.μ, συνορευόμενο βορειοδυτικά με ιδιοκτησία αγνώστου, βορειοανατολικά με ιδιοκτησίες Ε.

Σ. και κληρονόμων Γ. Φ., νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία Σ. Χ. και νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία εναγομένων. Στη δικαιοπάροχο μητέρα της περιήλθε με έκτακτη χρησικτησία μετά από άτυπη δωρεά από τους γονείς της. Εξ άλλου, η επίδικη έκταση, η οποία βρίσκεται μεταξύ των δυο ακινήτων, έχει σύμφωνα με το επισυναπτόμενο στην αγωγή από Ιούλιο του 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Β.

Κ. έκταση 1732,43 τ.μ, συνορευόμενο βορειοδυτικά με ιδιοκτησία αγνώστου σε πλευρά μήκους 45,62 μ, νοτιοανατολικά σε πλευρά μήκους 29,94 μ, με υπόλοιπο ακίνητο ενάγουσας και με ιδιοκτησία Σ. Χ., νοτιοδυτικά σε πλευρά μήκους 53,94 μ, με ιδιοκτησία εναγομένων και βορειοδυτικά σε καμπύλη γραμμή μήκους 75,75 μ, με υπόλοιπο ακίνητο ενάγουσας.

Η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι το επίδικο ακίνητο καλλιεργείτο από τη δικαιοπάροχο μητέρα της με σιτηρά και ψυχανθή και στη συνέχεια το εκμίσθωνε σε κτηνοτρόφους όπως και η ίδια η ενάγουσα το εκμίσθωνε σε τρίτους κτηνοτρόφους. Από τη στερεοσκοπική παρατήρηση και φωτοερμηνεία που έγινε από τη διορισθείσα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πραγματογνώμονα Ε.

Μ., η οποία αφού έλαβε υπόψη τις προαναφερόμενες τεχνικές εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων, που όρισε η ενάγουσα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στην περιοχή υπήρχε κατά τα έτη 1945 και 1960 μόνο μια αναβαθμίδα με δυο ρίζες ελιές, που βρίσκεται εντός των ορίων της ενάγουσας (μη διεκδικούμενο τμήμα). Αντίθετα νοτιότερα και εντός της επίδικης έκτασης δεν διακρίνονται αναβαθμίδες, ενώ λόγω της μικρής κλίμακας των αεροφωτογραφιών η πραγματογνώμονας δεν μπόρεσε να διακρίνει αν οι εναλλαγές στην ένταση του γκρι χρώματος των αεροφωτογραφιών οφείλονται σε κάποια καλλιέργεια η στην αυτοφυή βλάστηση που φύεται στις χέρσες - βραχώδεις εκτάσεις της Κρήτης.

Ενόψει δε του βραχώδους της έκτασης της έντονης κλίσης που παρουσιάζει σε ποσοστό 55% και της βεβαιότητας περί της ανυπαρξίας αναβαθμίδων, αντικρούοντας τις τεχνικές εκθέσεις, οι οποίες αποφαίνονται ότι το επίδικο ήταν καλλιεργήσιμο, και παρουσιάζει αναβαθμίδες και το ανάγλυφο της έκτασης είναι το ίδιο με αυτό του υπόλοιπου ακινήτου της ενάγουσας, διαψεύδονται από την πραγματογνώμονα, αλλά και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται και έτσι το δικαστήριο κρίνει ότι η επίδικη έκταση ήταν πάντοτε ακαλλιέργητη σε βάθος χρόνου μέχρι το 1945 που υπάρχουν αεροφωτογραφίες αφού η μορφολογία του εδάφους είναι η ίδια και ήταν αδύνατη η επέμβαση του ανθρώπου χωρίς τεχνητά μέσα για να καταστεί καλλιεργήσιμη η έκταση αυτή.

Αλλά και από τις αεροφωτογραφίες των ετών 1970, 1986 και 1994 η κατάσταση είναι η ίδια και εξακολουθεί να υφίσταται μια μόνο αναβαθμίδα με πέντε πλέον ελαιόδεντρα ιδιοκτησίας της ενάγουσας. Μεταξύ των ακινήτων των διαδίκων δεν υπάρχουν φυσικά όρια ούτε τάφρος, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, αφού από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη τους, καταρρίπτοντας την μαρτυρία του μάρτυρα απόδειξης της ενάγουσας.

Αλλά και ο ισχυρισμός της ενάγουσας για εκμίσθωση του επιδίκου σε κτηνοτρόφους δεν αποδείχθηκε. Και ο μάρτυρας της ενάγουσας (σύζυγος της), κατέθεσε "ότι από το 1968 έως το 1990 η δικαιοπάροχος της ενάγουσας νοίκιαζε το επίδικο και μόνο για να περνάνε τα πρόβατα και οι βοσκοί και να τα βόσκουν". Δεν έκανε καμία αναφορά σε ονόματα μισθωτών, για μίσθωμα η αν υπήρχε έγγραφη προφορική μίσθωση.

Αλλά και ο Κ. Β., ο οποίος φέρεται ως μισθωτής κτηνοτρόφος κατέθεσε ενόρκως ενώπιον συμβολαιογράφου ότι "Στην περιοχή "..." ο Σ. Π. και η γυναίκα του έχουν ένα ακίνητο με ελιές. Εγώ σαν βοσκός τοποθέτησα συρματοπλέγματα στη νότια πλευρά των ελιών για να μην μπαίνουν τα πρόβατα μου και τρώνε τις ελιές. Το ίδιο έχω κάνει και σε όλη την περιφέρεια από το έτος 1972 για να μην κάνω αγροζημιές.".

Δεν κατέθεσε ότι βοσκούσε στο επίδικο τα ζώα του δυνάμει συμβάσεως μίσθωσης με τη δικαιοπάροχο της ενάγουσας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά από τις ελιές και σε απόσταση ικανή από αυτές υπήρχε παλιά περίφραξη, η ύπαρξη της οποίας δεν αμφισβητείται και ασχέτως του χρόνου που τοποθετείται η ύπαρξη της το 1950 η το 1972, αλλά και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες αποδεικνύεται η ύπαρξη της παλαιάς περίφραξης.

Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η περίφραξη τοποθετήθηκε από τον μισθωτή και μάρτυρα της Β. Κ. εντός του ακινήτου της, για να προστατέψει τις ελιές από τα ζώα δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού για να υπάρξει προστασία τους θα έπρεπε να υπάρξει περίφραξη κυκλικά αυτών και όχι σε μία μόνο πλευρά, αφού τα ζώα θα μπορούσαν να εισέλθουν από τον ακάλυπτο χώρο.

Εξ άλλου δεν είναι σύνηθες φαινόμενο οι κτηνοτρόφοι να προφυλάσσουν την περιουσία των άλλων από τα ζώα τους. Αντίθετα οι ιδιοκτήτες μεριμνούν για τη φύλαξή τους. Λαμβανομένου δε υπόψη του μικρού αριθμού των ελαιοδέντρων (πέντε τον αριθμό), κρίνεται υπερβολική ή τοποθέτηση συρματοπλέγματος για τη φύλαξή τους.

Επομένως η περίφραξη αυτή είχε τοποθετηθεί για να διαχωρίζει τις δύο ιδιοκτησίες, γεγονός που κατέθεσαν οι μάρτυρες των εναγομένων, στους οποίους είχε υποδείξει την περίφραξη, ως όρια των δύο ακινήτων ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγομένων. Πράξεις νομής μέχρι την περίφραξη με την έννοια της επίβλεψης και της οριοθέτησης έκανε ο δικαιοπάροχος πατέρας των πωλητών, για περισσότερα από είκοσι χρόνια πριν το θάνατο του γενόμενος έτσι κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, υποδεικνύοντας τα όρια του όλου ακινήτου και στους μισθωτές του υπόλοιπου καλλιεργήσιμου ακινήτου.

Επομένως οι εναγόμενοι έγιναν κύριοι του αγορασθέντος από αυτούς ακινήτου με παράγωγο τρόπο παρ'αληθούς κυρίου. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η πραγματική έκταση του ακινήτου των πωλητών που αγόρασαν οι εναγόμενοι ήταν αυτή των 2.500 τ.μ που δήλωσαν στην πρώτη δήλωση αποδοχής οι πωλητές και όχι αυτή που διόρθωσαν μεταγενέστερα ελέγχεται ως αβάσιμος, αφού η δήλωση από μόνη της δεν αποδεικνύει την κυριότητα του ακινήτου, αφού πολλές φορές γίνεται και για λόγους δημοσιονομικού ενδιαφέροντος.

Οι εναγόμενοι μετά την αγορά του ακίνητου^ τους προέβησαν στην οριοθέτηση του. Η οριοθέτηση όμως αυτή αμφισβητήθηκε από την ενάγουσα, η οποία τοποθέτησε πασσάλους και συρματοπλέγματα νοτιότερα από το ανωτέρω όριο, καταλαμβάνοντας το βόρειο τμήμα του ακινήτου των εναγομένων. Οι εναγόμενοι άσκησαν αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής στο Ειρηνοδικείο Χερσονήσου και ζήτησαν να αναγνωριστούν συννομείς σε έκταση 1355 τ.μ.

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 134/2004 απόφαση του παραπάνω Ειρηνοδικείου, με την οποία έγινε δεκτή αίτηση και οι αιτούντες - εναγόμενοι αναγνωρίστηκαν προσωρινά συννομείς του τότε επιδίκου τμήματος των 1355 τμ., το οποίο αποτελούσε τμήμα του όλου ακινήτου των 4.073,76 τ.μ. Οι αιτούντες - εναγόμενοι σε εκτέλεση της απόφασης αυτής προέβησαν στην αποβολή της ενάγουσας από το καταληφθέν τμήμα των 1355 τ.μ.

Το ακίνητο των εναγομένων εκτάσεως 4.073,76 τ.μ απεικονίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα της πραγματογνωμοσύνης με στοιχεία ... και έχει έκταση 4.073,76 τ.μ. Κατά την υλοποίηση όμως των ορίων του ακινήτου τους με συρματόπλεγμα τα όρια διαφοροποιήθηκαν σε τμήμα βορειοανατολικής πλευράς στη θέση του κοινού ορίου με την ενάγουσα.

Τα υλοποιημένα όρια ιδιοκτησίας των εναγομένων απεικονίζονται στο τοπογραφικό της πραγματογνωμοσύνης με στοιχεία ..., ήτοι η έκταση της ιδιοκτησίας των εναγομένων ανέρχεται σε 4.349,68 τ.μ, ήτοι μεγαλύτερη από την αγορασθείσα κατά 275,92 τ.μ (βλ. προσκομιζόμενη πραγματογνωμοσύνη). Όμως κατά την υλοποίηση των ορίων προφανώς από σφάλμα κατά την εφαρμογή του συμβολαίου αγοράς, μέρος του δικού τους ακινήτου με στοιχεία ...

δεν τοποθετήθηκε μέσα στα όρια του δικού τους ακινήτου, αλλά το άφησαν εκτός του ακινήτου τους. Επομένως οι εναγόμενοι παράνομα προέβησαν στην κατάληψη τμήματος του ακινήτου της ενάγουσας κατά την παραπάνω έκταση, όπως αυτή προσδιορίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα της πραγματογνωμοσύνης με στοιχεία ...

εκτάσεως 313,62 τ.μ. Όμως τα όρια του ακινήτου τους θα τοποθετηθούν στη σωστή θέση, έτσι ώστε το ακίνητο τους να έχει έκταση 4.073,76 τ.μ ήτοι με στοιχεία του τοπογραφικού διαγράμματος της πραγματογνώμονος .... Θα περιληφθεί όμως στην έκταση του, ακινήτου τους το τμήμα με στοιχεία του ιδίου διαγράμματος ...... Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο δέχθηκε ότι η έκταση την οποία περιέφραξαν οι εναγόμενοι στο σύνολο της ανήκει στην ιδιοκτησία τους και περιλαμβάνεται στην αγορασθείσα έκταση των 4.073,76 τ.μ έσφαλε ως προς τη σωστή εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσία βάσιμος ο σχετικός λόγος της εφέσεως.

Να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση. Στη συνέχεια αφού κρατηθεί και δικαστεί η από 15/7/2006 και με αριθμό κατάθεσης 4113/2006 αγωγή, πρέπει να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος και ως ουσία βάσιμη, να αναγνωριστεί η ενάγουσα κυρία του τμήματος του ακινήτου τους, όπως αυτό περιγράφεται στο διατακτικό της απόφασης και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της το αποδώσουν".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε, κατά ένα μέρος τη διεκδικητική αγωγή κυριότητας της αναιρεσείουσας του επίδικου ακινήτου, που αποκτήθηκε με παράγωγο τρόπο , ήτοι για τμήμα 313,62 τμ εκ του συνολικά διεκδικούμενού των 1732,43 τμ, ενώ απέρριψε ως προς το υπόλοιπο, εμβαδού 1.418,81 τμ (1732,43-313,62 τμ) ως κατ'ουσίαν αβάσιμη, αφού δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεσή της και εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε απορρίψει στο σύνολο της κατ' ουσίαν την αγωγή στρεφόμενη κατά των ήδη πρώτου και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της στη δευτεροβάθμια δίκη, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και, ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη: 1) αντίγραφο μελέτης πλήρους φωτοερμηνείας για την ιδιοκτησία της αναιρεσείουσας, της εταιρείας S. N. ΕΠΕ και 2) την από 10-8-2007 Τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου Ε.

Κ., σχετικά με τη μορφολογία και τα χαρακτηριστικά του επίδικου ακινήτου και σε σχέση με τις μη αμφισβητούμενες ιδιοκτησίες των διαδίκων. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκαν, τα προαναφερόμενα έγγραφα, ώστε να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα ήταν κρίσιμα για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του ισχυρισμού.

Σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από την στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το περιεχόμενο της οποίας προαναφέρθηκε, ενυπάρχουσα διαβεβαίωση ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους προσαχθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων γίνεται ρητή αναφορά και στα παραπάνω έγγραφα, σε συνδυασμό με το σύνολο των αιτιολογιών της, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο, κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη του και τα προαναφερόμενα έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά και ουδεμία αμφιβολία δημιουργείται για τη συνεκτίμησή τους με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων η δικαστική πραγματογνωμοσύνη.

Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, κατά τα οποία αφενός "κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις" και αφετέρου "οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη" εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως.

Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί, οπότε ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 245/2018, ΑΠ 221/20017), ή δεν παραθέτει στην απόφασή του πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΟλΑΠ 26/2004) ή και όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, αν και δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 635/2011, ΑΠ 604/2011).

Αν αντίθετα το δικαστήριο, δεν δέχεται την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς τη βούληση των δικαιοπρακτούντων και δεν προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω άρθρων, δεν δημιουργείται ο προαναφερθείς λόγος αναίρεσης, αφού το δικαστήριο δεν έχει στην περίπτωση αυτή υποχρέωση προσφυγής στις διατάξεις αυτές (ΑΠ 221/2017, ΑΠ 175/2014).

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρέλειψε να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ σχετικά με τις δηλώσεις των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων στο ... συμβόλαιο διόρθωσης δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς και αγοραπωλησίας ακινήτου της Συμ/φου Ηρακλείου Κρήτης Β.

Β. και στη ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της ίδιας Συμ/φου) αναφορικά με την έκταση, τα όρια και το χαρακτήρα του ακινήτου που περιήλθε σε αυτούς και πώλησαν στη συνέχεια στους αναιρεσίβλητους, αφού στο δεύτερο συμβόλαιο σε σχέση με το πρώτο η έκταση διπλασιάζεται, διαφοροποιούνται τα όριά του και αναφέρεται από αγρός χέρσος σε οικόπεδο.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας προεκτέθηκε, το Εφετείο δεν δέχεται, ούτε έμμεσα την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας σχετικά με τις παραπάνω δηλώσεις των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων, ώστε έτσι να απαιτείται η προσφυγή στις παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις.

Σε κάθε περίπτωση t ο λόγος αυτός είναι και αλυσιτελής αφού, όπως προαναφέρθηκε και προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας ως προς το απορριπτικό μέρος της, που ενδιαφέρει, δηλαδή, ως προς το τμήμα του επίδικου, εμβαδού 1.418,81 τμ, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη λόγω μη απόδειξης της κυριότητας της αναιρεσείουσας σ' αυτό κατά τη μοναδική βάση της κτήσης κυριότητας με παράγωγο τρόπο (και όχι κατά παραδοχή ένστασης ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων-εναγομένων), η αιτιολογία δε αυτή, που δεν πλήττεται με λόγο αναίρεσης, στηρίζει επαρκώς την απορριπτική κρίση και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ με το λόγο αυτό αποδίδονται πλημμέλειες αναφορικά με τις πλεοναστικές αιτιολογίες της απόφασης ως προς την απόδειξη της κτήσης κυριότητας των εναγομένων και ήδη πρώτου και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο (ΑΠ 1991/2017), που δεν επιδρούν στο διατακτικό.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο, όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση, δηλαδή, μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ.

ΚΠολΔ, δέχθηκε ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι περιλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε, στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης κλπ, στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικά σε αυτό, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλλει ότι χώρησε παραμόρφωση του εγγράφου (ΟλΑΠ 2/2008).

Και τούτο , επειδή η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας, που έχει εξαχθεί από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων είναι κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικώς ανέλεγκτη. Τέλος, για την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας του ως άνω λόγου, απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο του εγγράφου, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το περιεχόμενο του, ως προς τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας.

Διαφορετικά ο ερευνόμενος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της Συμ/φου Ηρακλείου Κρήτης Β.

Β., που αποτελεί τον τίτλο κυριότητας των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων, αναφορικά με την ταυτότητα του επίδικου ακινήτου και δη ως προς τα όρια αυτού, που ουδόλως αναφέρονται, και το εμβαδόν, τα οποία διαφοροποιούνται στο ... συμβόλαιο διόρθωσης δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς και αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της ίδιας Συμ/φου, που αποτελεί τον τίτλο κυριότητας των αναιρεσιβλήτων, και το εμβαδόν διπλασιάζεται, με αποτέλεσμα έτσι, κατ' εκτίμηση, να απορριφθεί η ένδικη αγωγή της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη (κατά το απορριπτικό μέρος).

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας εκτέθηκε στην αρχή, το Εφετείο, το μεν, δεν προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου με το να παραθέσει τα όσα αναφέρονται σε αυτό (... είχε έκταση 2500 τμ περίπου ή όση πραγματικά έκταση έχει, εντός των ορίων του") και να μη μνημονεύσει τα όρια που δεν αναφέρονταν στη δήλωση αυτή (όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα), το δε, σχημάτισε τη δικανική κρίση του για το ζήτημα της ταυτότητας του επίδικου σε σχέση με το διαφοροποιημένο εμβαδόν και τα όρια στη διορθωτική δήλωση ...

και πωλητήριο συμβόλαιο από τη συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι (μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις, δικαστική πραγματογνωμοσύνη, έγγραφα), χωρίς να στηρίξει την κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο φερόμενο ως παραμορφωθέν κατά το περιεχόμενο έγγραφο.

Σε κάθε περίπτωσης λόγος αυτός είναι και αλυσιτελής, για τον ίδιο λόγο που αναφέρθηκε στον αμέσως προηγούμενο δεύτερο αναιρετικό λόγο.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των πρώτου και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, καθώς και της τρίτης αναιρεσίβλητης, που παρέστη με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσε χωριστά προτάσεις, κληθείσα με την ιδιότητα που προεκτέθηκε στην αρχή της παρούσας, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 180, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-12-2015 αίτηση της Σ. Π. για αναίρεση της 94/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης .

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποίαν ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για τους πρώτο και δεύτερο από αυτούς, και στο ίδιο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για την τρίτη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρία.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ