Legislator Case Law & Legislation
1330/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor tribunal ruling on pension benefits and costs.

Case Number 1330/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by 20 plaintiffs against a First Instance Court judgment regarding pension benefits. The plaintiffs argued that the lower court failed to consider their claims as third-party beneficiaries under a collective agreement, but the court found these arguments legally inadmissible. Consequently, the appeal was rejected, and the plaintiffs were ordered to pay the defendant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 8 and 576 paras. 1-2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that arguments regarding the interpretation of a collective agreement do not constitute 'facts' under Article 559 no. 8 and must be rejected if the lower court has already addressed the substantive claim.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal third party beneficiary collective agreement legal costs award admissibility of facts

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paras. 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 94 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 96 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 63 of Law 4509/2017
Article 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Article 4 para. 2 sections g and d of the Special Collective Agreement dated 14-4-1988

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 200/2013
Supreme Court Case 178/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1330 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1330/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 23η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.

Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Α. του Γ., κατοίκου ..., … και 278) Δ. Χ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Κρεμαλή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Γεωργίου Τριανταφυλλάκη, Ανδριανής Παπαδοπούλου και Αθηνάς Πετρόγλου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-1-2011 αγωγή των αρχικώς εναγόντων, τριακοσίων τεσσάρων (304) τον αριθμό, μεταξύ των οποίων και οι ήδη αναιρεσείοντες, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό …5/11-2-2011. Εκδόθηκαν η 576/2014 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτής, η 487/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-9-2017 και με αριθμό κατάθεσης …8/4-9-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης ζήτησαν την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο αντίδικος του απολειπόμενου ή μη παριστάμενου με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διαδίκου, τότε ερευνάται αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα και, σε καταφατική περίπτωση, το δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ.1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ενώ με το άρθρο 63 του ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α' 201/ 22-12-2017) προστέθηκε στην παρ.3 του ως άνω άρθρου δεύτερο εδάφιο, με το οποίο ορίζεται ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται και με ιδιωτικό έγγραφο, με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής.

Η δοθείσα πληρεξουσιότητα παρέχει στο δικηγόρο, σύμφωνα με το άρθρο 97 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, το δικαίωμα να εκπροσωπεί στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε και να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, πλην άλλων, και η άσκηση ενδίκων μέσων, κατά δε το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι: α) εάν ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ.1 ΚΠολΔ για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003), β) εάν ο αναιρεσίβλητος είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ή δεν παρίσταται κανονικά ο αναιρεσείων, χωρίς να αποδεικνύεται περαιτέρω ότι ο φερόμενος ως εκπροσωπών αυτόν δικηγόρος ήταν εφοδιασμένος με πληρεξούσιο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, τότε (και υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων είχε κλητευθεί νομίμως από τον αναιρεσίβλητο, ώστε να είναι έγκυρη η συζήτηση της αναίρεσης, κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ), η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη, καθόσον ασκήθηκε χωρίς τη συνδρομή της κατά νόμο απαιτούμενης πληρεξουσιότητας (ΑΠ 334/2017, ΑΠ 195/2014, ΑΠ 1402/2003). 2.

Στην προκειμένη περίπτωση, υπόκειται προς κρίση η από 1-9-2017 και με αριθμό κατάθεσης …8/4-9-2017 αίτηση αναίρεσης των διακοσίων εβδομήντα οκτώ (278) αναιρεσειόντων [κατ' ορθή αρίθμηση, καθόσον στο αναιρετήριο εμφαίνονται 281 τον αριθμό, πλην όμως παραλείπεται ο αριθμός "44", οι δε αναιρεσείουσες Ι. Β. του Ε. (ΑΦΜ …) και Σ.

Φ. του Α. (ΑΦΜ …) αναφέρονται δύο φορές με αριθμούς 13 και 14 η πρώτη και 269 και 270 η δεύτερη], που στρέφεται κατά της 487/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η συζήτηση της οποίας ορίσθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (23-1-2018). Κατά την εκφώνηση της εν λόγω αίτησης από τη σειρά της στο πινάκιο, οι αναιρεσείοντες δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο, αλλά εκπροσωπήθηκαν από το δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κρεμαλή του Δημητρίου.

Ο εν λόγω πληρεξούσιος προσκομίζει σχετικά έγγραφα, από τα οποία προκύπτει ότι του χορηγήθηκε πληρεξουσιότητα μόνο εκ μέρους των εξής 20 αναιρεσιβλήτων (με την αρίθμηση που αναφέρεται στο εισαγωγικό της παρούσας), Ε. Α. του Β. (2ης), Γ. Β. του Ε. (17ης), Χ. Θ. του Ι. (61ου), Χ. Θ. του Κ. (63ης), Φ. Κ. του Π. (101ης), Η. Κ. του Σ. (110ης), Α.

Κ. του Ι. (114ου), Ν. Μ. του Χ. (140ου), Μ. Μ. του Κ. (141ης), Β. Μ. του Α. (145ου), Δ. Μ. του Ι. (148ης), Μ. χήρας Ε. Μ. (161ης), Ν. Μ. του Γ. (164ου), Μ. Ν. του Γ. (174ου), Α. Π. του Β. (185ης), Χ. Π. του Χ. (194ης), Γ. Π. του Γ. (201ου), Σ. Σ. του Δ. (234ου), Μ. Σ. του Ν. (239ης) και Γ. Φ. του Δ. (265ου), προκειμένου να εμφανισθεί και να τους εκπροσωπήσει ενώπιον του Αρείου Πάγου προς παραδοχή της αίτησης αναίρεσης αυτών κατά την ορισθείσα δικάσιμο.

Για τους λοιπούς αναιρεσείοντες, εκτός των Α. Κ. του Χ. (73ης), Κ. Λ. του Κ. (130ου), Ζ. Ο. του Σ. (181ου) και Μ. Π. του Α. (218ου), περί των οποίων γίνεται λόγος κατωτέρω, δεν αποδεικνύεται η παροχή ρητής πληρεξουσιότητας στον πιο πάνω δικηγόρο για να τους εκπροσωπήσει ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά την ορισθείσα δικάσιμο, καθόσον δεν προσκομίζονται σχετικά πληρεξούσια, με συνέπεια οι αναιρεσείοντες αυτοί να θεωρούνται δικονομικά απόντες.

Από την …1/19-10-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ε. Έ., που επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσίβλητη, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ανωτέρω από 1-9-2017 και με αριθμό κατάθεσης …8/4-9-2017 αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του Β1 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (23-1-2018), καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, μετά από έγγραφη παραγγελία της πληρεξούσιας δικηγόρου της αναιρεσίβλητης, στο δικηγόρο Δημήτριο Κρεμαλή, ο οποίος έχει υπογράψει το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ως πληρεξούσιος δικηγόρος (ΚΠολΔ 143 παρ.3).

Επομένως, εφόσον οι αναιρεσείοντες αυτοί (οι θεωρούμενοι δικονομικά απόντες), έχουν νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί από την επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσίβλητη, κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το δικαστήριο του Αρείου Πάγου να προχωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία τους, κατ' εφαρμογή του άρθρου 576 παρ.2 εδ.

α' και γ' ΚΠολΔ και ενόψει του ότι ως προς αυτούς δεν αποδεικνύεται ρητή πληρεξουσιότητα προς το φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς αυτούς (ΚΠολΔ 577 παρ.2). Ως προς τους εν λόγω αναιρεσείοντες δεν πρέπει να περιληφθεί διάταξη για καταδίκη τους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, διότι, λόγω της έλλειψης πληρεξουσιότητας, αυτοί πρέπει να θεωρηθούν ξένοι προς την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

3. Κατά το άρθρο 62 εδ. α' ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται, κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ, και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (ΑΚ 35).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 313 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠολΔ, η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη, η οποία διεξήχθη στο όνομα ανυπάρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που απεβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, όπως είναι η άσκηση αγωγής ή ενδίκου μέσου, είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να είχε ασκηθεί από τους κληρονόμους του.

Επομένως, εάν η αγωγή ασκηθεί στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου και τούτο διαλάθει του δικαστικού ελέγχου, δεν ιδρύεται με την άσκησή της η έννομη σχέση της δίκης, αφού λείπει ένα από τα υποκείμενα αυτής, η δε τυχόν απόφαση που εκδίδεται δεν παράγει τις έννομες συνέπειες της δικαστικής απόφασης, όπως εκτελεστότητα ή δεδικασμένο, εφόσον καταστεί τελεσίδικη.

Αν, παρότι ασκήθηκε ένδικο μέσο κατά της απόφασης αυτής, δεν προβληθεί σχετικός ισχυρισμός για ανυπαρξία της, με συνέπεια να εκδοθεί και από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απόφαση στο όνομα του προαποβιώσαντος προσώπου, η απόφαση του εφετείου πάσχει από το ίδιο ελάττωμα, δηλαδή είναι και αυτή ανύπαρκτη.

Η απόφαση αυτή, πέραν της δυνατότητας έγερσης αναγνωριστικής αγωγής, μπορεί να προσβληθεί με ένδικο μέσο, όπως είναι η αναίρεση, όπου το σχετικό ελάττωμα ιδρύει τον από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 448/ 2005). Περαιτέρω, η αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου ήδη αποβιώσαντος κατά την άσκησή της, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης (ΑΠ 1611/2011, ΑΠ 1641/2006).

Αντίθετα, η αίτηση αναίρεσης που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατό του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή αυτοβούλως εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή, κατ' εφαρμογή των άρθρων 291 και 290 ΚΠολΔ, και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 27/1987, ΑΠ 86/2016, ΑΠ 467/2014).

Στάδιο, όμως, συνέχισης της δίκης από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, είτε αυτοβούλως με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου ότι συνεχίζουν τη δίκη είτε με κλήτευση αυτών εκ μέρους του αντιδίκου τους, δεν υφίσταται στην ως άνω περίπτωση έγερσης της αγωγής στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, διότι οι διατάξεις των άρθρων 286, 287, 290 και 291 ΚΠολΔ προϋποθέτουν επελθόντα θάνατο του διαδίκου μετά την έναρξη της εκκρεμοδικίας (ΑΠ 1681/2007). 4.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες Κ. Λ. του Κ. (130ος), Ζ. Ο. του Σ. (181ος) και Μ. Π. του Α. (218ος) απεβίωσαν, αντίστοιχα, την 1-1-2011, 12-11-2013 και 28-7-2017. Ο θάνατος αυτών προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα και συγκεκριμένα, του πρώτου από το αντίγραφο της …Α/2-1-2011 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ληξιάρχου της ΔΕ …, του δευτέρου από το αντίγραφο του …0/20-11-2013 πιστοποιητικού πλησιέστερων συγγενών του Δήμου … στο οποίο αναφέρεται ότι αυτός απεβίωσε την 12-11-2013, με στοιχεία ληξιαρχικής πράξης θανάτου …4/2013 του ληξιάρχου ..., και του τρίτου από το ...7/5-1-2018 ειδικό πληρεξούσιο της κληρονόμου (Ε.

χήρας Μ. Π.) του αποβιώσαντος, που συντάχθηκε από τη συμβολαιογράφο Χ. Μ., στο οποίο αναφέρεται η ημερομηνία θανάτου αυτού (28-7-2017) και τα στοιχεία της 62/τόμος 2/έτος 2017 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ληξιάρχου Δήμου .... Δηλαδή, ο πρώτος Κ. Λ. απεβίωσε πριν την έγερση από αυτόν και άλλους 303 ενάγοντες της κατατεθείσας την 11-2-2011 (και στη συνέχεια επιδοθείσας) ένδικης αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η 576/2014 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη, σε σχέση με τους ήδη αναιρεσείοντες που ενδιαφέρει εν προκειμένω και, αφού ασκήθηκε έφεση κατ' αυτής, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 487/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, ο δεύτερος Ζ.

Ο. απεβίωσε μετά τη συζήτηση της αγωγής στον πρώτο βαθμό (2-10-2013) και πριν τη δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης, που έλαβε χώρα την 24-2-2014 και ο τρίτος Μ. Π. απεβίωσε μετά τη δημοσίευση της εφετειακής απόφασης (2-2-2017) και πριν την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε την 4-9-2017. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορά τους ανωτέρω τρεις αναιρεσείοντες, δεδομένου ότι ασκήθηκε από ανύπαρκτα πρόσωπα, είναι απαράδεκτη λόγω έλλειψης αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί.

Άλλωστε, στην προκειμένη περίπτωση, δεν καταλείπεται έδαφος συνέχισης της δίκης από τους κληρονόμους των αποβιωσάντων, αφού, όταν δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγώνας, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί βίαιης διακοπής της δίκης, ανεξαρτήτως του ότι τέτοιο ζήτημα δεν τέθηκε κατά τη συζήτηση από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, ο οποίος παρέστη και για τους θανόντες. 5.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 63 ΚΠολΔ, όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία, μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 64 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα, εκπροσωπούνται από τους νομίμους αντιπροσώπους τους.

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 128 αρ.2, 1666 παρ.1, 1667, 1676 αρ.1, 1678 παρ.1 και 1681 ΑΚ, από τη δημοσίευση της απόφασης που θέτει κάποιον ενήλικο υπό καθεστώς πλήρους στερητικής, δικαστικής συμπαράστασης, το πρόσωπο αυτό στερείται της ικανότητας προς δικαιοπραξία. Επομένως, στην περίπτωση αυτή, από τη θέση του προσώπου υπό καθεστώς πλήρους στερητικής, δικαστικής συμπαράστασης επέρχεται μεταβολή, που επηρεάζει την ικανότητα της δικαστικής παράστασής του, αφού το πρόσωπο αυτό στερείται πλέον εκ του λόγου τούτου της δικαιοπρακτικής του ικανότητας, εντεύθεν δε και της ικανότητας να παρίσταται στο δικαστήριο και να ενεργεί τις διάφορες διαδικαστικές πράξεις στο δικό του όνομα (ΑΠ 1195/2012).

Διάδικος, όμως, παραμένει το πρόσωπο αυτό, το οποίο μετά τη θέση του υπό πλήρη στερητική, δικαστική συμπαράσταση εκπροσωπείται νομίμως στο δικαστήριο από τον ορισθέντα προσωρινό και μετά την τελεσιδικία οριστικό δικαστικό συμπαραστάτη (ΑΠ 1736/2017). Τυχόν διαδικαστικές πράξεις, επιχειρούμενες ατομικά στο όνομα του συμπαραστατούμενου, μετά τη θέση αυτού υπό πλήρη δικαστική συμπαράσταση, όπως η συμμετοχή του κατά τη συζήτηση σε ανοιγείσα πριν τη θέση αυτού υπό πλήρη δικαστική συμπαράσταση δίκη, είναι κατά τα άρθρα 128 αρ.2 ΑΚ, 63, 64 παρ.1, 73, 159 παρ.1 και 160 παρ.1 ΚΠολΔ άκυρες, εκτός αν εγκριθούν εκ των υστέρων σε μεταγενέστερη δίκη, ρητώς ή σιωπηρώς, από το δικαστικό συμπαραστάτη (ΑΠ 808/2017, ΑΠ 142/2013 που αφορούν ενηλικίωση ανηλίκου).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 290 και 291 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 ιδίου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, και αν εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, επέλθει μεταβολή στο πρόσωπο κάποιου διαδίκου ή του νομίμου αντιπροσώπου του, η οποία επηρεάζει την ικανότητα της δικαστικής παράστασής του ή την εξουσία εκπροσώπησης του νομίμου αντιπροσώπου, πλην όμως η διακοπή αυτή επέρχεται όχι από τότε που θα συμβεί το γεγονός που προκάλεσε τη διακοπή, αλλά από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου της διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη (ΑΠ 1195/ 2012).

Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση της μεταβολής, δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί, εφόσον είναι δεκτική προσβολής, να προσβληθεί με ένδικα μέσα, όπως είναι η αναίρεση.

6.Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, η 73η των αναιρεσειόντων Α. Κ. του Χ. τελεί υπό πλήρη στερητική, δικαστική συμπαράσταση, δυνάμει της 6120/7-11-2005 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ορίσθηκε οριστική δικαστική συμπαραστάτρια η αδελφή της Β.

Κ. του Χ.. Δηλαδή, τελούσε υπό πλήρη στερητική, δικαστική συμπαράσταση πριν την έγερση από αυτήν και άλλους ενάγοντες της κατατεθείσας την 11-2-2011 (και στη συνέχεια επιδοθείσας) ένδικης αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στερούμενη εκ του λόγου τούτου της δικαιοπρακτικής της ικανότητας, εντεύθεν δε και της ικανότητας να παρίσταται στο δικαστήριο και να ενεργεί τις διάφορες διαδικαστικές πράξεις στο δικό της όνομα, παρά τούτα, όμως, η υπόθεση, τόσο στον πρώτο όσο και στο δεύτερο βαθμό, συζητήθηκε χωρίς να γνωστοποιηθεί το ως άνω γεγονός.

Κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, και δεδομένου ότι οι διαδικαστικές πράξεις, που επιχειρήθηκαν ατομικά στο όνομα της συμπαραστατούμενης, μπορούν να εγκριθούν εκ των υστέρων, ρητά ή σιωπηρά, από τη δικαστική συμπαραστάτρια, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, δεν έλαβε χώρα γνωστοποίηση του ως άνω γεγονότος και δήλωση συνέχισης της δίκης από την εν λόγω διάδικο, νόμιμα εκπροσωπούμενη από την πιο πάνω δικαστική συμπαραστάτρια (ΚΠολΔ 286, 287 και 290), αλλά ο παραστάς πληρεξούσιος δικηγόρος, δυνάμει του χορηγηθέντος από την τελευταία (δικαστική συμπαραστάτρια), με αριθμό ….2/7-12-2017, ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Ε.- Α.

Κ.- Μ., μετείχε στη συζήτηση, εκπροσωπώντας την ως άνω διάδικο Α. Κ., που παρέστη ατομικά. Επομένως, είναι άκυρη η ως άνω παράσταση (συμμετοχή στη συζήτηση) της 73ης αναιρεσείουσας, το δε δικαστήριο του Αρείου Πάγου θα χωρήσει κατά τα λοιπά στην περαιτέρω έρευνα της αίτησης αναίρεσης.

7.Αναφορικά με τους λοιπούς 20 αναιρεσείοντες που παρίστανται νομίμως (ήτοι τους 2η, 17η, 61ο, 63η, 101η, 110η, 114ο, 140ο, 141η, 145ο, 148η, 161η, 164ο, 174ο, 185η, 194η, 201ο, 234ο, 239η και 265ο), η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά της 487/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της 576/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και επικυρώθηκε έτσι η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144) και συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).

8.Στο άρθρο 22 παρ.2 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και, αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία". Στο άρθρο 22 παρ.5 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει".

Με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνονται οι συλλογικές διαπραγματεύσεις ως μέσο για την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων εργασίας και αμοιβής των μισθωτών, υπό την έννοια ότι οι όροι αυτοί, εκτός από τους γενικούς, δεν επιτρέπεται να ρυθμισθούν δια νόμου με αποκλειστικό τρόπο (δηλαδή, να αφαιρεθούν από την ύλη των συλλογικών συμβάσεων), εκτός αν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου συμφέροντος, συνδεόμενους με τη λειτουργία της εθνικής οικονομίας.

Με τη δεύτερη διάταξη, από τους όρους εργασίας και αμοιβής των μισθωτών, διαχωρίζονται τα θέματα της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης, όπως είναι η σύσταση ασφαλιστικού οργανισμού, η υπαγωγή στην ασφάλιση, ο καθορισμός πόρων, η είσπραξη ασφαλιστικών εισφορών, η καταβολή ασφαλιστικών παροχών κλπ και καθορίζεται ότι όλα αυτά εμπίπτουν στο αντικείμενο της κρατικής μέριμνας, που εκδηλώνεται με κανόνες αναγκαστικού δικαίου.

Σε ακολουθία προς τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις, στο άρθρο 2 περ.3 του ν. 1876/1990 ορίσθηκε ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας μόνο σε περιορισμένη έκταση μπορεί να ρυθμίζει ζητήματα κοινωνικής ασφάλισης, "εφόσον αυτά δεν έρχονται σε αντίθεση με τη συνταγματική τάξη και την πολιτική των δημοσίων φορέων κοινωνικής ασφάλισης" και, πάντως, εφόσον δεν πρόκειται για ζητήματα "συνταξιοδοτικά".

Αμέσως μετά, με το άρθρο 43 παρ.3 του ν. 1902/1990 διευκρινίσθηκε ότι στην έννοια των συνταξιοδοτικών ζητημάτων, που δεν μπορούν να αποτελέσουν περιεχόμενο συλλογικής σύμβασης εργασίας, περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, "η σύσταση ειδικών ταμείων ή λογαριασμών που χορηγούν περιοδικές παροχές ή εφάπαξ βοήθημα με επιβάρυνση του εργοδότη" (ΟλΑΠ 9/2012).

Όμως, και κατά τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.3 του ν. 3239/1955, που ίσχυε πριν από το ν. 1876/1990, "δεν δύναται δια συλλογικής συμβάσεως ή αποφάσεως διαιτησίας να συσταθεί ειδικός λογαριασμός ή επικουρικός ασφαλιστικός οργανισμός ή ταμείον προνοίας ή να καθορισθούν ή τροποποιηθούν πόροι ή εισφοραί υπέρ πάσης φύσεως ασφαλιστικών οργανισμών ή λογαριασμών".

Πριν από την ισχύ του ως άνω νόμου, είχε γίνει δεκτό ότι στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων μπορούσε να συμφωνηθεί, μεταξύ του εργοδότη και των εργαζομένων σε μία επιχείρηση ή υπηρεσία, η συγκέντρωση περιουσίας σε ειδικό λογαριασμό για ορισμένο ασφαλιστικό σκοπό (όπως η παροχή εφάπαξ βοηθημάτων, συντάξεων κλπ), διότι τέτοιους, ειδικούς λογαριασμούς δεν τους απέκλειε η νομοθεσία, αλλά αντιθέτως τους προέβλεπε ειδικώς στο πλαίσιο ασφαλιστικών οργανισμών, για ασφαλιστικές παροχές (ΑΚ 361, άρθρο 4 παρ. 7 του α.ν. 1022/1946).

Οι λογαριασμοί αυτοί, κατά κανόνα, δεν έχουν νομική προσωπικότητα, για την απόκτηση της οποίας απαιτούνται οι κατά περίπτωση νόμιμες προϋποθέσεις, δεν αποτελούν αστικές εταιρίες ούτε έχουν την ικανότητα να είναι διάδικοι, αντιμετωπίζονται, όμως, τόσο από το νομοθέτη όσο και από τη νομολογία, ως φορείς κοινωνικής ασφάλισης, ομόλογοι με τους κρατικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς (ΟλΑΠ 25/2008).

Περαιτέρω, οι ειδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, που καταρτίσθηκαν υπό την ισχύ του ν. 3239/1955 (οι οποίες αντιστοιχούν προς τις επιχειρησιακές ΣΣΕ του ν. 1876/1990), εφόσον εξακολουθούν να ισχύουν και μετά το ν. 1876/1990, υπάγονται πλέον ως προς τα αποτελέσματά τους και γενικά την ισχύ τους, στις διατάξεις του τελευταίου αυτού νόμου, που είναι άμεσης εφαρμογής και οι κανονιστικές τους διατάξεις έχουν ισχύ νόμου (ΑΠ 256/2016, ΑΠ 1494/2010).

9.Εξάλλου, με την από 31-10-1953 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ της εταιρίας με την επωνυμία "..." και του σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Προσωπικού ..." και η οποία ισχύει, όπως τροποποιήθηκε με την από 14-4-1988 ειδική ΣΣΕ, συστήθηκε κοινός ειδικός λογαριασμός επικούρησης προσωπικού (...), ο οποίος έχει σαν σκοπό την παροχή μηνιαίας σύνταξης στους απασχολούμενους στην ...

μισθωτούς, που αποχωρούν από την εργασία τους σύμφωνα με τους όρους αυτής. Κατά το άρθρο 3 της εν λόγω ειδικής ΣΣΕ, στον άνω ειδικό λογαριασμό μετέχουν υποχρεωτικά και αυτοδίκαια όλοι οι μόνιμοι υπάλληλοι της ..., καθώς και όλοι οι προσλαμβανόμενοι υπάλληλοι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, ενώ με το άρθρο 4 παρ.2 αυτής ορίζεται ότι "...Η εταιρία αναλαμβάνει την υποχρέωση να καλύπτει, με χρέωση του ..., τυχόν ταμειακή αδυναμία του για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του.

Σε περίπτωση που ο ..., μετά την κάλυψη από την εταιρία ταμειακής του αδυναμίας εκπλήρωσης υποχρεώσεών του, καθυστερεί να εξοφλήσει πέραν των δύο (2) μηνών το προς την εταιρία χρέος του από την αιτία αυτή, τότε το χρέος αυτό, όποιο και αν είναι, θα τοκίζεται με το ανώτατο επιτόκιο των ομολόγων που ισχύει κάθε φορά".

Ο τελευταίος αυτός όρος έχει κανονιστικό χαρακτήρα και, επομένως, ως κανόνας του εξ αντικειμένου δικαίου δεν μπορεί να θεωρηθεί και να ερμηνευθεί, με προσφυγή στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, ως δήλωση ιδιωτικής βούλησης και ειδικότερα ως όρος ατομικής σύμβασης εργασίας ή άλλης ιδιωτικής συμφωνίας (ΑΠ 120/2017, ΑΠ 264/1999).

10.Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 18-1-2011 (με αριθμό κατάθεσης …5/11-2-2011) ένδικης αγωγής, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι, με την από 31-10-1953 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας (ΕΣΣΕ), που καταρτίσθηκε μεταξύ της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." (...) και του σωματείου των εργαζομένων σε αυτή, συστήθηκε ειδικός λογαριασμός επικούρησης προσωπικού (...), με σκοπό την παροχή μηνιαίας επικουρικής σύνταξης στους δικαιούχους που αποχωρούν από την εργασία τους ή στις οικογένειές τους, σύμφωνα με τις διατάξεις της σύμβασης αυτής.

Ότι η ανωτέρω ΕΣΣΕ τροποποιήθηκε συνολικά και κατ' άρθρο με την από 14-4-1988 ΕΣΣΕ και στη συνέχεια η τελευταία τροποποιήθηκε με την από 14-11-2000 επιχειρησιακή ΣΣΕ, λόγω αλλαγής της επωνυμίας της ... σε "..." (...) και ακολούθως τροποποιήθηκε με την από 3-10-2006 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της "..." από την εναγομένη "..." και ο ...

μετονομάσθηκε σε "... ..." (...). Ότι, ενόψει της συγχώνευσης, υπεγράφη το από 3-2-2006 πρακτικό συμφωνίας μεταξύ της εναγομένης και της "..." αφενός και των συλλόγων των υπαλλήλων τους αφετέρου, με το οποίο συμφωνήθηκε ότι το προερχόμενο από την "..." προσωπικό θα εξακολουθεί να ασφαλίζεται για τη λήψη επικουρικής σύνταξης στον ..., για όσο χρονικό διάστημα αυτός θα εξακολουθεί να υφίσταται και η εναγομένη θα αναλάβει τις σχετικές υποχρεώσεις που είχε η ως άνω εταιρία.

Ότι στην από 14-4-1988 ΕΣΣΕ, που τροποποίησε την αρχική από 31-10-1953 καταστατική σύμβαση του ..., εκτός των άλλων, περιελήφθη στο άρθρο 4 παρ.2 αυτής όρος, ο οποίος ορίζει ότι "...Η εταιρία (δηλαδή η ... και ήδη η εναγομένη ως καθολική διάδοχος) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καλύπτει, με χρέωση του ..., τυχόν ταμειακή αδυναμία του για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του.

Σε περίπτωση που ο ..., μετά την κάλυψη από την εταιρία τής ταμειακής του αδυναμίας για εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, καθυστερεί να εξοφλήσει πέραν των δύο (2) μηνών το προς την εταιρία χρέος του από την αιτία αυτή, τότε το χρέος αυτό, όποιο και αν είναι, θα τοκίζεται με το ανώτατο επιτόκιο των ομολόγων που ισχύει κάθε φορά".

Περαιτέρω, οι ενάγοντες, αφού παραθέτουν τις διατάξεις του καταστατικού τις σχετικές με τους πόρους του ..., τη διαχειριστική επιτροπή, τους δικαιούχους επικούρησης, τα ποσοστά για τον καθορισμό του ποσού της επικούρησης και την εκπροσώπηση του ειδικού λογαριασμού, ιστορούν ότι είναι συνταξιούχοι του ..., προερχόμενοι από το προσωπικό της εταιρίας "...", οι οποίοι, ως εν ενεργεία υπάλληλοι, είχαν υπογράψει δηλώσεις αποδοχής της σύμβασης του ....

Ότι ο τελευταίος λειτουργεί με κλειστό αριθμό ασφαλισμένων, δηλαδή μόνο με τους εργαζομένους που προέρχονται από την ως άνω εταιρία και αποτελεί ασφαλιστικό φορέα ανταποδοτικού χαρακτήρα, στο πλαίσιο του οποίου οι παροχές προς τους συνταξιούχους χρηματοδοτούνται από τις εισφορές των εν ενεργεία ασφαλισμένων, με συνέπεια, αν ο ...

δεν έχει επαρκή αριθμό ασφαλισμένων- εργαζομένων, να κινδυνεύει να βρεθεί σε πλήρη αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του. Ότι η εταιρία ..., στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας έχει υπεισέλθει η εναγομένη, κατά τα έτη 1994 και 1996, προέβη στην παροχή κινήτρων προς τους εργαζομένους για εθελούσιες αποχωρήσεις, ωθώντας σε παραίτηση 106 συνολικά υπαλλήλους, ενώ κατά το έτος 1997 μετατάχθηκαν στο Δημόσιο άλλοι 152 υπάλληλοί της, χωρίς την προηγούμενη εκπόνηση αναλογιστικής μελέτης για τη βιωσιμότητα του ..., με συνέπεια να μειωθεί δραματικά η σχέση ασφαλισμένων προς συνταξιούχους και να ζημιωθεί ο ...

από την απώλεια ασφαλιστικών εισφορών των αποχωρησάντων υπαλλήλων, από την πληρωμή επικουρικών συντάξεων για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, λόγω της πρόωρης συνταξιοδότησής τους και από την επιστροφή εισφορών σε όσους από αυτούς δεν δικαιούνταν επικουρική σύνταξη. Ότι οι ενάγοντες υπέστησαν ζημία, συνιστάμενη στη μείωση των επικουρικών συντάξεών τους, εξαιτίας της υπαίτιας άρνησης της εναγομένης να καλύψει τα οργανικά ελλείμματα του ..., κατά παράβαση του άρθρου 11 παρ.2 του ν. 1902/1990, καθώς και εξαιτίας της εφαρμογής από τον προηγούμενο εργοδότη προγραμμάτων εθελουσίας εξόδου και μετατάξεων, χωρίς την προηγούμενη εκπόνηση αναλογιστικής μελέτης, που επιβάρυναν υπέρμετρα τον ...

και έθεσαν σε κίνδυνο τη βιωσιμότητά του, κατά παράβαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, των αρχών της καλής πίστης και των χρηστών ηθών και κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει τα αναφερόμενα για τον καθένα χρηματικά ποσά, που αντιστοιχούν στις διαφορές των μηνιαίων επικουρικών συντάξεων μεταξύ του μείζονος ποσού, το οποίο θα έπρεπε να τους έχει καταβληθεί βάσει των οικείων ΣΣΕ και ΔΑ κατά τα έτη 2007 έως και 2010, σύμφωνα με την από 5-2-2009 απόφαση της διαχειριστικής επιτροπής του ..., και του ποσού που πράγματι καταβλήθηκε στον καθένα κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, ευθυνόμενη για την καταβολή αυτών κυρίως λόγω αθέτησης των συμβατικών υποχρεώσεών της (επικαλούνται σωρευτικά γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτων, σύμβαση εντολής, τις διατάξεις περί λογοδοσίας, παρακαταθήκης και σωρευτικής αναδοχής χρέους, καθώς και παραβίαση των όρων ΣΣΕ που αποτελούν και περιεχόμενο των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους) και λόγω αδικοπραξίας, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η 576/2014 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτή ως μη νόμιμη ως προς όλες τις βάσεις της (η απόφαση περιέχει και διατάξεις περί βιαίας διακοπής της δίκης ως προς ορισμένους ενάγοντες και περί επανάληψης της συζήτησης στο ακροατήριο ως προς άλλους, που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω).

Επί της ασκηθείσας έφεσης κατ' αυτής, εκδόθηκε η 487/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, κατ' επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, κρίθηκε μη νόμιμη η αγωγή ως προς όλες τις βάσεις της και απορρίφθηκε η έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσία.

11.Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Η διαπίστωση, εξ άλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή, ανάλογα, στην ερμηνεία τους.

Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των ανωτέρω διατάξεων συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με τα κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 672/2014, ΑΠ 1098/2011).

Οι εν λόγω ερμηνευτικοί κανόνες εφαρμόζονται για την ερμηνεία δικαιοπραξιών και όχι για την ερμηνεία διατάξεων ουσιαστικού νόμου και, συνεπώς, η μη προσφυγή στους κανόνες αυτούς προκειμένου περί ερμηνείας ουσιαστικής διάταξης, όπως είναι και οι διατάξεις των ΣΣΕ, δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο (ΑΠ 599/2004, ΑΠ 1012/1995).

12.Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αίτησης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, που συνίσταται στην παραβίαση των ερμηνευτικών των δικαιοπραξιών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, επειδή το Εφετείο δεν προσέφυγε στις διατάξεις αυτές για να ερμηνεύσει τον θεσπισθέντα, με την από 14-4-1988 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας, όρο του άρθρου 4 παρ.2 εδ.

γ' και δ', με τον οποίο ιδρύεται αυτοτελής ενδοσυμβατική ευθύνη της εταιρίας ... (ήδη ΕΤΕ) για διασφάλιση της επικουρικής τους σύνταξης ως ενός από τα εργοδοτικά ανταλλάγματα από την εργασιακή τους σχέση. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δέχθηκε, μεταξύ των άλλων, ότι ο θεσπισθείς με την από 14-4-1988 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας ως άνω όρος, ως εκ της προέλευσης και του κανονιστικού χαρακτήρα του, συνιστά κανόνα του εξ αντικειμένου δικαίου και δεν μπορεί να θεωρηθεί και ερμηνευθεί, με προσφυγή στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ως δήλωση ιδιωτικής βούλησης και ειδικότερα ως όρος ατομικής σύμβασης εργασίας ή άλλης ιδιωτικής συμφωνίας.

Ότι, κατά τη σαφή έννοια του όρου αυτού, ο εργοδότης ανέλαβε την υποχρέωση να καλύπτει τυχόν ταμειακή (και άρα προσωρινή) αδυναμία του λογαριασμού για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, χορηγώντας του αντίστοιχο δάνειο, το οποίο ο ... οφείλει να αποδώσει εντόκως μετά πάροδο διμήνου. Ότι δεν γεννάται, συνεπώς, με βάση τον όρο αυτό αξίωση των ασφαλισμένων του ...

να ζητήσουν ευθέως από τον εργοδότη τις επικουρικές συντάξεις τους, ολικά ή μερικά, ακόμη και αν η μη καταβολή τους οφείλεται σε ταμειακή αδυναμία του λογαριασμού, ούτε θεμελιώνεται με βάση αυτόν ευθύνη του εργοδότη να καλύπτει τα προκύπτοντα από τη λειτουργία του λογαριασμού ελλείμματα, καθόσον η μόνη σχετική υποχρέωσή του αφορά την καταβολή της εισφοράς του και δεν έχει αναλάβει εγγυητική ευθύνη έναντι των ασφαλισμένων για την καταβολή των συντάξεών τους.

Με την κρίση αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και μέσω αυτών με εσφαλμένη ερμηνεία την ουσιαστικού δικαίου διάταξη της προαναφερόμενης ΕΣΣΕ και του άρθρου 21 παρ.3 του ν. 3239/1955, καθόσον οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται μόνο για την ερμηνεία των δικαιοπραξιών και όχι για την ερμηνεία διατάξεων ουσιαστικού νόμου, όπως είναι και οι διατάξεις των ΣΣΕ.

Επομένως, ο εξεταζόμενος πρώτος λόγος από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος. 13.

Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνάγεται ότι για τη γέννηση ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία πρέπει να υπάρχει α) συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, β) επέλευση ζημίας και γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του ενός και της ζημίας του άλλου.

Η παράνομη συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται είτε σε θετική ενέργεια, είτε σε παράλειψη. Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση της θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύπτει είτε από δικαιοπραξία, οπότε μάλιστα μπορεί να συρρέουν αδικοπρακτική και δικαιοπρακτική ευθύνη, είτε από ειδική διάταξη νόμου, όπως είναι και το άρθρο 919 ΑΚ, εφόσον συντρέχει αντίθεση στα χρηστά ήθη και πρόθεση βλάβης, είτε από την αρχή της καλής πίστης, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στα άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ και που είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ προκύπτει, ότι η από πρόθεση πρόκληση ζημίας σε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη είναι πράξη παράνομη και δημιουργεί υποχρέωση προς αποζημίωση. Ως κριτήριο των χρηστών ηθών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Ενόψει, όμως, του ότι ζημιογόνος συμπεριφορά από πρόθεση, με την οποία παραβιάζεται σύμβαση, τότε μόνο μπορεί να θεμελιώσει και αξίωση αποζημίωσης βάσει του άρθρου 919 ΑΚ, όταν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη θα ήταν αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, μόνη η από τον ένα των συμβαλλομένων αθέτηση κάποιας από τη σύμβαση υποχρέωσης, που ανέλαβε έναντι του άλλου, δεν αποτελεί πράξη αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, ώστε να θεμελιώνει και αξίωση αποζημίωσης κατά το προαναφερόμενο άρθρο του ΑΚ (ΑΠ 191/2016, ΑΠ 292/2015, ΑΠ 997/2012).

14.Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, σε σχέση με τη βάση της αγωγής από αδικοπραξία, έκρινε αυτή μη νόμιμη με το εξής σκεπτικό: Ότι, κατά το άρθρο 11 παρ.1 και 2 του ν. 1902/1990, όπως το δεύτερο εδάφιο της παρ.2 αντικαταστάθηκε με την παρ.1 του άρθρου 10 του ν. 1976/1991, "Από 1-1-1996 το ασφάλιστρο που καταβάλλουν οι ασφαλισμένοι στο ταμείο κύριας ασφάλισης μισθωτών του άρθρου 10 δεν μπορεί να είναι κατώτερο του 7,5% [...].

Ο εργοδότης υποχρεούται να παρακρατεί και αποδίδει από τις αποδοχές των ασφαλισμένων το ασφάλιστρο της παρ.1 του άρθρου αυτού, καθώς επίσης και να καλύπτει τα τυχόν προκύπτοντα σε κάθε οικονομική χρήση ή κατά τη διάρκεια της χρήσης ελλείμματα του αντίστοιχου φορέα". Ότι από τη ρητή και σαφή γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διάταξης συνάγεται ότι η υποχρέωση που επιβάλλει αυτή στον εργοδότη για την κάλυψη των ελλειμμάτων χρήσης, αναφέρεται στα ταμεία κύριας και όχι επικουρικής ασφάλισης των μισθωτών των ειδικών ταμείων.

Ότι στην προκειμένη περίπτωση (με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή), δεδομένου ότι ο εργοδότης δεν έχει τη διοίκηση και διαχείριση του ..., ούτε υποχρέωση από το νόμο ή τη σύμβαση να μεριμνά για τη διατήρηση της βιωσιμότητας αυτού μέσω κάλυψης των ελλειμμάτων του ή με άλλο τρόπο, η εφαρμογή των προγραμμάτων εθελουσίων αποχωρήσεων του προσωπικού, χωρίς την προηγούμενη διενέργεια αναλογιστικής μελέτης της βιωσιμότητας του ..., δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το οποίο πάντως δεν κατοχυρώνει δικαίωμα σύνταξης ορισμένου ύψους, δεν συνιστά συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και η άσκηση του σχετικού δικαιώματος δεν υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του, ώστε να θεμελιώνεται παράβαση των άρθρων 281, 914 και 919 ΑΚ.

Ότι, εξάλλου, οι μετατάξεις του προσωπικού της ... (εκ παραδρομής αναφέρεται "...") έγιναν κατ' επιταγή της διάταξης του άρθρου εβδόμου του ν. 2436/1996, προκειμένου, όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού, να αποφευχθεί η απόλυση του πλεονάζοντος προσωπικού της ... μετά τη συρρίκνωση των δραστηριοτήτων της, λόγω της κατάργησης των τελωνειακών δασμών από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ως εκ τούτου δεν συνιστά συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη.

Με βάση αυτά έκρινε ότι τυγχάνει μη νόμιμη η αγωγή και κατά τη βάση της περί αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγομένης. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 919 και 281 ΑΚ, αφού, πράγματι, με βάση τα εκτιθέμενα, δεν στοιχειοθετείται ευθύνη της εναγομένης από αδικοπραξία και, συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αίτησης, κατά το πρώτο μέρος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης στο ως άνω κρίσιμο ζήτημα της απόρριψης της αγωγής ως μη νόμιμης κατά τη βάση της από αδικοπραξία, είναι απαράδεκτος, διότι ο προβλεπόμενος από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας και δεν ιδρύεται, όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, όπως στην προκειμένη περίπτωση συνέβη [και] για την επί της αδικοπραξίας θεμελιούμενη (κατά τους αναιρεσείοντες) βάση της. 15.

Ο αναιρετικός λόγος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 576/2017).

Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 200/2013, ΑΠ 178/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα ενώπιόν του με τον πρώτο λόγο της έφεσης ισχυρισμό τους ότι η εναγομένη ανέλαβε (ως καθολική διάδοχος της ...) ενδοσυμβατική υποχρέωση για παροχή επικούρησης υπέρ αυτών ως τρίτων και εφόσον αυτή ανέλαβε την ενοχική υποχρέωση κάλυψης των ελλειμμάτων, με υπόσχεση προς τη συλλογικά αντισυμβαλλόμενη επαγγελματική τους οργάνωση (στο άρθρο 4 παρ.2 εδ.

γ' και δ' της από 14-4-1988 ειδικής ΣΣΕ), δημιουργήθηκαν ευθείες αξιώσεις υπέρ αυτών ως τρίτων για την εξασφάλιση καταβολής του ύψους των παροχών, που αναφέρονται στον κωδικοποιημένο κανονισμό του .... Ο επικαλούμενος ισχυρισμός, ο οποίος αποτέλεσε βάση της αγωγής, ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απερρίφθη, καθόσον με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε μη νόμιμη η αγωγή κατά τη βάση της περί ευθύνης της εναγομένης από γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου και επικυρώθηκε έτσι η πρωτόδικη απόφαση, που είχε αποφανθεί ομοίως.

Συνεπώς, ο εξεταζόμενος λόγος είναι αβάσιμος. Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση ότι δεν ελήφθη υπόψη ο ισχυρισμός τους, συνιστάμενος στο ότι το άρθρο 4 παρ.2 εδ. γ' και δ' της από 14-4-1988 ΕΣΣΕ, σύμφωνα με την τριγωνική ενοχική σχέση μεταξύ των συλλογικώς αντισυμβαλλόμενων, αποτυπώνει ρητό ενοχικό όρο υπέρ των εναγόντων ως δικαιούχων τρίτων προς εξασφάλιση της ακεραιότητας των επικουρικών συντάξεών τους, πλην όμως η προσβαλλόμενη απόφαση ουδόλως ασχολήθηκε με την ύπαρξη ενοχικού μέρους στην συγκεκριμένη ΕΣΣΕ, είναι απαράδεκτη, διότι τα ως άνω αναφερόμενα συνιστούν ισχυρισμό που αναφέρεται στην κατ' αυτούς ορθή ερμηνεία του νόμου και όχι "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ.

16. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση ως προς τους ανωτέρω παρισταμένους νομίμως 20 αναιρεσείοντες και να καταδικασθούν αυτοί, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-9-2017 και με αριθμό κατάθεσης 578/4-9-2017 αίτηση για αναίρεση της 487/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. -Και

Καταδικάζει τους 2η, 17η, 61ο, 63η, 101η, 110η, 114ο, 140ο, 141η, 145ο, 148η, 161η, 164ο, 174ο, 185η, 194η, 201ο, 234ο, 239η και 265ο των αναιρεσειόντων Ε. Α. του Β., Γ. Β. του Ε., Χ. Θ. του Ι., Χ. Θ. του Κ., Φ. Κ. του Π., Η. Κ. του Σ., Α. Κ. του Ι., Ν. Μ. του Χ., Μ. Μ. του Κ., Β. Μ. του Α., Δ. Μ. του Ι., Μ. χήρα Ε. Μ., Ν. Μ. του Γ., Μ. Ν. του Γ., Α. Π. του Β., Χ. Π. του Χ., Γ. Π. του Γ., Σ. Σ. του Δ., Μ. Σ. του Ν. και Γ. Φ. του Δ., αντίστοιχα, στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Ιουνίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 8η Αυγούστου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ