1330/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/11/2011 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 28/2015 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Legislator headnote
AI generated1330/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 4/2/2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αλτάνας Κοκκοβού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 1/4/2015 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 28/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Full text
Απόφαση 1330 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1330/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Περιφέρειας Θεσσαλίας, διαδόχου ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Μαγνησίας, που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Φώτου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Κ. του Κ., συζύγου Γ. Β., 2) Α. Β. του Γ., 3) Ν. Β. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Παπαπαναγιώτου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/11/2011 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 28/2015 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/4/2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 4/2/2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αλτάνας Κοκκοβού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 1/4/2015 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 28/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλων των άρθρων 635 επ. ΚΠολΔ, 28/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που απέρριψε, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, την έφεση της αναιρεσείουσας Περιφέρειας Θεσσαλίας κατά της 45/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου.
Με την τελευταία απόφαση απορρίφθηκε η από 16.11.2011 ανακοπή της αναιρεσείουσας με αίτημα την ακύρωση της ...2011 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, η οποία εκδόθηκε με αίτηση των αναιρεσίβλητων και την υποχρέωσε να καταβάλει νομιμοτόκως σε κάθε ένα από αυτούς την αποζημίωση που καθορίστηκε για την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου τους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 17 παρ. 4 του Συντάγματος, η αποζημίωση που ορίστηκε λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτου καταβάλλεται υποχρεωτικά το αργότερο μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης και σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του δικαστηρίου, διαφορετικά η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως.
Η διάταξη αυτή, όπως και οι όμοιες διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ν.δ. 797/1971 περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων και 11 παρ. 3 του ισχύοντος ήδη Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ν. 2882/2001), τέθηκαν προς εξυπηρέτηση του συμφέροντος του καθ’ ου η απαλλοτρίωση, έτσι ώστε αυτή να μη μένει για μεγάλο χρονικό διάστημα εκκρεμής προς βλάβη του λόγω της δέσμευσης που συνεπάγεται για την ιδιοκτησία του.
Έτσι αποβλέποντας στο συμφέρον του καθ’ ου η απαλλοτρίωση, ο οποίος ενδέχεται να επιθυμεί τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης, ο κοινός νομοθέτης θέσπισε διατάξεις που οδηγούν στην αναβίωση της απαλλοτρίωσης που ήρθη αυτοδικαίως. Ειδικότερα, με την παρ. 3 του άρθρου 11 του ν.δ. 797/1971, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 212/1975, ορίστηκε ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση (άρση) της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης θεωρείται ως μη γενόμενη, αν εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από την εκπνοή της προθεσμίας του ενάμισι έτους για την καταβολή της προσωρινά ή οριστικά καθορισμένης αποζημίωσης, ο καθ’ ου η απαλλοτρίωση υποβάλλει στη Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Οικονομικών έγγραφη δήλωση ότι επιθυμεί την περαιτέρω διατήρηση της απαλλοτρίωσης.
Αντίστοιχη διάταξη δεν διέλαβε αρχικά ο ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.). Με βάση αυτό το νομοθετικό πλαίσιο, διαμορφώθηκε νομολογιακά η θέση ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, αλλά πρέπει να προταθεί και προς τούτο νομιμοποιείται αποκλειστικά ο καθ’ ου η απαλλοτρίωση, με το σκεπτικό ότι οι διατάξεις αυτές αποβλέπουν στο δικό του μόνον συμφέρον να μη παραμείνει η εις βάρος του αναγκαστική απαλλοτρίωση επί μακρόν μετέωρη και εκκρεμής ((ΑΠ 469/2016, ΑΠ 40/2015).
Επίσης, με την υπ’ αριθ. 26/2010 απόφαση του ΑΕΔ που επέλυσε τη διαφωνία μεταξύ των ολομελειών του Αρείου Πάγου (αριθ. 7/2007) και του Συμβουλίου της Επικρατείας (αριθ. 3689/2009) έγινε δεκτό ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση θεωρείται ότι δεν έγινε, στην περίπτωση κατά την οποία ο καθ’ ου η απαλλοτρίωση υποβάλλει προς το Υπουργείο έγγραφη δήλωση ότι επιθυμεί τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης εντός προθεσμίας ενός έτους από την πάροδο της τασσόμενης για την συντέλεση της απαλλοτριώσεως προθεσμίας του ενάμιση έτους.
Συνεπώς, εάν δεν έχει υποβληθεί η ανωτέρω τυπική έγγραφη δήλωση, δεν ασκούν καμία επιρροή στην ήδη επελθούσα, κατά το άρθρο 17 παρ. 4 του Συντάγματος και την σύμφωνη προς αυτό διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 11 του ν.δ. 797/1971, αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτριώσεως ενέργειες όχι μόνον του υπέρ ου η απαλλοτρίωση (λ.χ.
παρακατάθεση αποζημιώσεως), αλλά και ενέργειες δικαστικές ή εξώδικες του καθ’ ου η απαλλοτρίωση, οι οποίες λαμβάνουν χώρα μετά την πάροδο της προβλεπομένης για την συντέλεσή της προθεσμίας (λ.χ. έγερση αγωγής προς επιδίκαση της αποζημιώσεως, συνέχιση σχετικής δίκης, που άρχισε πριν από την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας, είσπραξη αποζημιώσεως).
Επισημαίνεται ότι στις ανωτέρω διατάξεις δεν προβλέπεται ευχέρεια της Αρχής (Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Οικονομικών) να μη δεχθεί και να απορρίψει την ως άνω δήλωση του καθ’ ου. Στη συνέχεια ακολούθησε νομοθετική μεταβολή και με το άρθρο 39 παρ. 3α του ν. 4024/2011 προστέθηκε νέα διάταξη στην παρ. 3 του άρθρου 11 του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), που ορίζει: "Η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως, εάν δεν συντελεστεί μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας οριστικού καθορισμού αυτής, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης.
Η αρμόδια για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης αρχή υποχρεούται να εκδώσει μέσα σε τέσσερις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου βεβαιωτική πράξη για την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση. Η πράξη αυτή δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Εφόσον οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες επιθυμούν τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης που άρθηκε αυτοδίκαια λόγω παρέλευσης της ως άνω δεκαοκτάμηνης προθεσμίας, μπορούν να υποβάλλουν αίτηση και υπεύθυνη δήλωση προς την αρχή που εξέδωσε την απαλλοτριωτική απόφαση, μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την παρέλευση της προθεσμίας, περί διατήρησης της απαλλοτρίωσης και καταβολής της δικαστικά καθορισμένης προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης.
Αν το αίτημα γίνει δεκτό από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση και υποχρεούται στην καταβολή της αποζημίωσης, δεν επιτρέπεται ο ανακαθορισμός της αποζημίωσης ή η αναζήτηση τόκων υπερημερίας". Περαιτέρω, στο άρθρο 39 παρ. 3α εδ. στ’ και ζ’ του ν. 4024/2011 ορίστηκε ότι η ρύθμιση αυτή έχει αναδρομική ισχύ εφαρμοζόμενη και επί απαλλοτριώσεων που είχαν αυτοδικαίως αρθεί λόγω παρέλευσης της παραπάνω προθεσμίας του ενάμισι έτους κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4024/2011 (27.10.2011), υπό την προϋπόθεση ότι οι ενδιαφερόμενοι θα υπέβαλαν την ανωτέρω αίτηση και υπεύθυνη δήλωση για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης μέχρι τις 31.12.2012.
Συνεπώς, υπό την ισχύ της νέας ως άνω ρύθμισης καθίσταται σαφές ότι: α) η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως, εάν δεν συντελεστεί μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας οριστικού καθορισμού αυτής, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης, β) η αρμόδια διοικητική αρχή (αν το ζητήσει ο θιγόμενος ιδιοκτήτης) υποχρεούται να εκδώσει μέσα σε τέσσερις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου πράξη με βεβαιωτικό χαρακτήρα για την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, γ) εφόσον οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες επιθυμούν τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης (που κατά τα ανωτέρω έχει αρθεί αυτοδικαίως), έχουν το δικαίωμα μέσα σε ένα έτος από την παρέλευση της προθεσμίας αυτής να υποβάλουν (τυπική) αίτηση και υπεύθυνη δήλωση προς την αρμόδια διοικητική αρχή, ζητώντας τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης και την καταβολή της προσδιορισμένης αποζημίωσης, δ) το αίτημά τους δεν γίνεται πλέον άνευ άλλου δεκτό, αλλά υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της διοικητικής αρχής, η οποία σταθμίζοντας, ως υπόχρεη για την καταβολή της αποζημίωσης, τη σκοπιμότητα του έργου και γενικότερα το δημόσιο συμφέρον για τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως, αποφασίζει επ’ αυτού κυριαρχικά.
Επομένως, σε αντίθεση με το προ του άρθρου 39 παρ, 3α ν. 4024/2011 καθεστώς, υπό τις νέες ρυθμίσεις δεν αρκεί μόνη η υποβολή από το θιγόμενο ιδιοκτήτη δήλωσης για τη διατήρηση της αυτοδικαίως αρθείσας απαλλοτρίωσης, αλλά πρέπει επιπροσθέτως το σχετικό αίτημά του να γίνει αποδεκτό από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση, πράγμα που σημαίνει ότι λαμβάνεται πλέον υπόψη και το δικό της συμφέρον, εκτός από αυτό του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου.
Και ε) αν το αίτημα του καθ’ ου η απαλλοτρίωση γίνει δεκτό από την αρχή αυτή, δεν επιτρέπεται ο ανακαθορισμός της αποζημίωσης (αφού ισχύει η ήδη καθορισμένη) ούτε η αναζήτηση (από τον δικαιούχο της αποζημίωσης) τόκων υπερημερίας. Τέλος, με το άρθρο 131 παρ. 1 ν. 4070/2012 προστέθηκε παρ. 10 στο άρθρο 20 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) ως εξής: "Εφόσον η απαλλοτρίωση έχει αρθεί αυτοδικαίως, κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 3 του άρθρου 11 ή ανακλήθηκε νομίμως, κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 11, δεν υφίσταται δικαίωμα του καθ’ ου η απαλλοτρίωση για την έγερση καταψηφιστικής αγωγής με αντικείμενο την καταβολή της οριστικής αποζημίωσης".
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι, οι αναιρεσίβλητοι με την ...2011 αίτηση προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου, ζήτησαν και εκδόθηκε η ...30.10.2011 διαταγή πληρωμής, με την οποία υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα "Περιφέρεια Θεσσαλίας" να καταβάλει στην πρώτη και δεύτερη των αναιρεσίβλητων το ποσό των 14049,46 ευρώ και στην πρώτη και τρίτο τούτων το ποσό των 64228,60 ευρώ, ως καθορισθείσα οριστικώς, με την 658/2011 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, αποζημίωση για την απαλλοτριωθείσα αναγκαστικά, με την ....12.2006 απόφαση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Μαγνησίας, καθολικός διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσείουσα, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, εδαφικής εκτάσεώς τους, της οποίας αποζημίωσης αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι.
Κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής, η αναιρεσείουσα άσκησε την από 16.11.2011 ανακοπή και ζήτησε την ακύρωση αυτής επικαλούμενη άρση της απαλλοτρίωσης και ανυπαρξία συνεπώς της αξίωσης αποζημίωσης. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου με την 45/2013 απόφαση απέρριψε την ανακοπή και επικύρωσε τη διαταγή πληρωμής. Μετά την άσκηση εφέσεως από την ήδη αναιρεσείουσα κατά της απόφασης αυτής, εκδόθηκε η 28/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η έφεση, καθόσον το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα ως υπέρ ου η απαλλοτρίωση, δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να προτείνει την άρση της απαλλοτρίωσης και την συνεπεία αυτής απόσβεση της αξίωσης για την αποζημίωση, ενώ οι καθ’ ων η απαλλοτρίωση, οι οποίοι λόγω της ιδιότητάς τους αυτής, δικαιούνται να επικαλεστούν την άρση της απαλλοτρίωσης, λόγω της άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας καταβολής της αποζημίωσης, με την αίτησή τους για έκδοση της διαταγής πληρωμής, σαφώς εκφράζουν τη βούλησή τους να μην ασκήσουν το προς το συμφέρον αυτών θεσπιζόμενο δικαίωμα να καταστήσουν ανίσχυρη της απαλλοτρίωση.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, ζητεί με την αίτησή της η αναιρεσείουσα, αποδίδοντας, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις των 7 και 11 παρ. 3 και 4 του Ν. 2882/2001. Ειδικότερα, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης, προκύπτει, ότι έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Με την υπ’ αριθμ. ...-12-2006 απόφαση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Μαγνησίας, καθολικός διάδοχος της οποίας είναι το εκκαλούν ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Περιφέρεια Θεσσαλίας" που δημοσιεύτηκε νομότυπα κηρύχθηκε αναγκαστικά απαλλοτριωτέα, για δημόσια ωφέλεια, εδαφική έκταση 60763,56 τ.μ., στην περιοχή ...
Μαγνησίας, για τη διαπλάτυνση της επαρχιακής ... κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ν. 2882/2001, καθορίστηκε οριστικά η τιμή μονάδας αποζημίωσης και αναγνωρίστηκαν οι καθ’ ων η ανακοπή ως δικαιούχοι της αποζημίωσης, με την υπ’ αριθμ. 658/7-5-2011 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Λάρισας. Προηγούμενα με την υπ’ αριθμ. 4/12-1-2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου προσδιορίστηκε προσωρινά η αποζημίωση των απαλλοτριούμενων εκτάσεων.
Με βάση τα ανωτέρω, οι καθ’ ων η ανακοπή, με την από με αριθ. καταθέσεως ...2011 αίτησή τους προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου, στρεφόμενοι κατά του υπόχρεου προς καταβολή της αποζημιώσεως, ανακόπτοντος-καθ’ ου η αίτηση ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Περιφέρεια Θεσσαλίας", ζήτησαν και πέτυχαν την έκδοση της ανακοπτόμενης, με αριθ. ...30.10.2011 διαταγής πληρωμής, με την οποία υποχρεώθηκε το τελευταίο να καταβάλει, στην μεν πρώτη και δεύτερη εξ αυτών το ποσό των 14049,46 ευρώ, στην δε πρώτη και τρίτο το ποσό των 64228,50 ευρώ, ήτοι το μέρος της αποζημίωσης που αντιστοιχεί στα απαλλοτριωθέντα ακίνητά τους, νομιμοτόκως από την επίδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής.
Ενόψει των περιστατικών αυτών, η άπρακτη παρέλευση της 18μηνης προθεσμίας από τη δημοσίευση της απόφασης του προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης, που προαναφέρθηκε, δηλαδή από 12-1-2009 έως 12-7-2010, δεν επέφερε απόσβεση της αξίωσης αποζημίωσης από την ανωτέρω αιτία για τους δικαιούχους - καθ’ ων η ανακοπή, οι οποίοι όχι μόνο δεν επικαλούνται την άπρακτη παρέλευσή της αλλά, αντίθετα, με την από προαναφερθείσα αίτησή τους επί της οποίας εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, επιδιώκουν την καταδίκη του υπόχρεου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Περιφέρεια Θεσσαλίας" στην καταβολή της αποζημίωσης που καθορίστηκε.
Εξάλλου, από την άσκηση της αιτήσεως αυτής με σαφήνεια συνάγεται η βούληση των δικαιούχων αυτής να μην ασκήσουν το προς το συμφέρον τους θεσπιζόμενο δικαίωμα να καταστήσουν ανίσχυρη την απαλλοτρίωση, επικαλούμενοι την αυτοδίκαιη άρση της. Πέραν αυτών, ο λόγος αυτός, κατά το σκέλος του ότι πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, γιατί η απαίτηση αποζημίωσης για την οποία εκδόθηκε, αποσβέστηκε, με την αυτοδίκαιη ανάκληση της επίδικης απαλλοτρίωσης, που επήλθε στις 11-7-2010, οπότε συμπληρώθηκε δεκαοκτάμηνο από τις 12-9-2009, που δημοσιεύτηκε η 4/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, χωρίς μέσα στο δεκαοκτάμηνο αυτό να καταβληθεί ή να κατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων η προσωρινώς καθορισμένη αποζημίωση, που αποτελεί ένσταση αποσβεστική της απαιτήσεως, για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, και μπορεί να προταθεί, γιατί η προβαλλόμενη απόσβεση της απαίτησης και τα θεμελιωτικά κατά νόμο πραγματικά περιστατικά της (αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης) έλαβαν χώρα πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί το εκκαλούν, ως ο υπέρ ου η απαλλοτρίωση και υπόχρεο για καταβολή της αποζημίωσης, δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να τον προτείνει και τούτο γιατί, η αυτοδίκαιη άρση (ανάκληση) της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, που προβλέπεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις λόγω μη καταβολής ή μη παρακατάθεσης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων της αποζημιώσεως που ορίστηκε μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από τις διατάξεις αυτές, δεν λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως και πρέπει να προτείνεται.
Μπορεί δε να προταθεί μόνο από τον καθ’ ου η απαλλοτρίωση και όχι τον υπόχρεο καταβολής της αποζημιώσεως. Η ως άνω αυτοδίκαιη ανάκληση αποβλέπει μόνο στο συμφέρον του καθ’ ου η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτη, για να μην παραμένει η κηρυγμένη εις βάρος του απαλλοτρίωση επί μακρόν εκκρεμής προς βλάβη των συμφερόντων του, λόγω της δεσμεύσεως της ιδιοκτησίας του. ...Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε διότι δεν έλαβε υπόψιν του την με αριθμό ...23-12-2011 απόφαση του Περιφερειακού Συμβουλίου του, με την οποία αποφασίστηκε η αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης πρέπει επίσης ν’ απορριφθεί, καθόσον ήδη οι εφεσίλβητοι - καθών η ανακοπή δικαιούχοι της αποζημίωσης είχαν ασκήσει, πολύ πριν την έκδοσή της ως άνω απόφασης, την αίτησή τους για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε στις 30.10.2011 και επιδόθηκε στο εκκαλούν ανακόπτον στις 3.11.2011 (βλ.
την υπ’ αριθμ. ...2-11-2011 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βόλου). Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι η αναφερόμενη ανωτέρω (στην παράγραφο 3 του άρθρου 11 του ν.δ. 797/1971) ετήσια ανατρεπτική προθεσμία από την εκπνοή της παραπάνω προθεσμίας των 18 μηνών, μέσα στην οποία ο καθ’ ου η απαλλοτρίωση πρέπει να υποβάλει στη Διεύθυνση απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Οικονομικών έγγραφη δήλωση, ότι επιθυμεί την περαιτέρω διατήρηση της απαλλοτριώσεως, ούτε αποκλείει την κατά τη διάρκειά της υποχρέωση της καταβολής της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε οριστικά, ούτε στην περίπτωση της άπρακτης παρέλευσης της, επιφέρει απόσβεση της αξίωσης αποζημίωσης από την ανωτέρω αιτία για το δικαιούχο που όχι μόνον δεν την επικαλείται αλλά, αντίθετα, ασκεί αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής για την επιδίκαση της ανωτέρω αποζημίωσης".
Σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ. α’ ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζητήσεως εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί.
Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη, διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του ΚΠολΔ, που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια, που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ, να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του ως άνω σκοπού.
Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό, νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, όπου και εκκρεμεί (ΑΠ 602/2015, ΑΠ 355/2014). Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, επικαλούμενη την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει ότι το Εφετείο με το να αποφασίσει ότι η ίδια ως υπέρ της οποίας η ένδικη απαλλοτρίωση δεν νομιμοποιείται να προβάλει την άρση της απαλλοτρίωσης λόγω άπρακτης παρέλευσης του δεκαοκταμήνου από τον προσδιορισμό της αποζημίωσης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 7 και 11 του Ν. 2882/2001.
Το ζήτημα, όμως αυτό, είναι ζήτημα που έχει παραπεμφθεί ήδη στην ολομέλεια του Αρείου Πάγου, με την 293/2017 απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, όπου και εκκρεμεί.
Συνεπώς, και εν όψει του ότι τούτο είναι ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, το οποίο φέρεται προς κρίση με τον ως άνω αναιρετικό λόγο, γι’ αυτό και πρέπει να αναβληθεί η συζήτηση του λόγου αυτού εωσότου εκδοθεί απόφαση επί του ως άνω ζητήματος από την ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.4 εδάφ. γ’ του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρηση του με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής "οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται αναγκαστικά και κατά του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως νόμος ορίζει", κατά δε αυτή του άρθρου 95 παρ. 5 του Συντάγματος "Η διοίκηση είναι υποχρεωμένη να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο, όπως νόμος ορίζει... Νόμος ορίζει αναγκαστικά μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της διοίκησης". Σε εκτέλεση της πρώτης από τις παραπάνω διατάξεις εκδόθηκε ο ν. 3068/2002, στο άρθρο 1 του οποίου ορίζεται ότι, το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται, χωρίς καθυστέρηση, προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων.
Δικαστικές αποφάσεις, κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου, είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και, ειδικών δικαστηρίων που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει". Επακολούθησε ο ν. 3301 /2004, με το άρθρο 20 του οποίου προστέθηκε στο άνω άρθρο 1 του ν. 3068/02 εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο, δεν είναι δικαστικές αποφάσεις, κατά την έννοια του παρόντος νόμου, και δεν εκτελούνται οι εκτελεστοί τίτλοι που αναφέρονται στις περιπτώσεις των εδαφίων γ’ - ζ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 904 ΚΠολΔ (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι κατά τα άρθρα 623 επ.
του ιδίου Κώδικα εκδιδόμενες από τον αρμόδιο δικαστή διαταγές πληρωμής), πλην των κηρυχθεισών εκτελεστών αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων. Περαιτέρω, το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που, μαζί με το προαιρετικό Πρωτόκολλο του, κυρώθηκε με τον ν. 2462/1997, και άρχισε να ισχύει για την Ελλάδα από 5.8.1997 (Ανακοίνωση Υπ.
Εξωτ. ... 7.5.1997), έχει δε υπερνομοθετική ισχύ, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, στο άρθρο 2 παρ. 3 αυτού ορίζει ότι: "Τα Συμβαλλόμενα Κράτη στο παρόν Σύμφωνο αναλαμβάνουν την υποχρέωση: α) να εγγυώνται ότι κάθε άτομο, του οποίου τα δικαιώματα και οι ελευθερίες, που αναγνωρίζονται στο παρόν Σύμφωνο, παραβιασθούν, θα έχει στη διάθεση του μία πρόσφορη προσφυγή, ακόμη και αν η παραβίαση θα έχει διαπραχθεί από πρόσωπα που ενεργούν υπό την επίσημη κρατική ιδιότητα τους, β) να εγγυώνται ότι η αρμόδια δικαστική, διοικητική, νομοθετική...
αρχή ... θα αποφαίνεται πράγματι σχετικά με τα δικαιώματα του προσφεύγοντος, και θα προωθήσουν τη δυνατότητα δικαστικής προσφυγής, γ) να εγγυώνται την εκτέλεση, από τις αρμόδιες αρχές, κάθε απόφασης που θα έχει κάνει δεκτή τη σχετική προσφυγή". Εξάλλου, το άρθρο 14 παρ. 1 εδ. α’ του ίδιου Συμφώνου ορίζει ότι: "Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεση του να δικαστεί από...
δικαστήριο... το οποίο θα αποφασίσει ... και για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα". Με τη διάταξη αυτή συμπορεύεται και το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο, που καθιερώνεται με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) (η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974), καθώς και με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος.
Οι ως άνω διατάξεις δεν ιδρύουν μόνο διεθνή ευθύνη των συμβαλλομένων κρατών, αλλά έχουν άμεση εφαρμογή και υπερνομοθετική ισχύ, άρα θεμελιώνουν δικαιώματα υπέρ των προσώπων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής τους. Οι διατάξεις αυτές εγγυώνται όχι μόνο την ελεύθερη πρόσβαση σε δικαστήριο, αλλά και την πραγματική ικανοποίηση του δικαιώματος που επιδικάσθηκε από το δικαστήριο, δηλαδή το δικαίωμα αναγκαστικής εκτέλεσης, χωρίς την οποία η προσφυγή στο δραστήριο θα απέβαλλε την ουσιαστική αξία και χρησιμότητα της (ΟλΑΠ 21/2001).
Από τις εκτεθείσες συνταγματικές διατάξεις και εκείνες του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και της ΕΣΔΑ σαφώς συνάγεται ότι, προς επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτές σκοπού της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, είναι αναγκαίο να συμπεριληφθούν στους τίτλους που μπορούν να εκτελεστούν κατά του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ και οι διαταγές πληρωμής, αφού, ναι μεν αυτές εκδίδονται από δικαστή, χωρίς προηγουμένως να ακουστεί και να αναπτύξει τις απόψεις του ο καθ’ ου, μετά από εξέταση της συνδρομής των κατά νόμο προϋποθέσεων για την έκδοση τους και όχι από συγκροτημένο δικαστήριο, πλην όμως εξομοιώνονται λειτουργικώς με τις δικαστικές αποφάσεις, διότι αφ’ ενός μεν επιλύουν διαφορές, αφ’ ετέρου δε ανταποκρίνονται στα βασικά λειτουργικά γνωρίσματα της προβλεπόμενης από το άρθρο 20 του Συντάγματος δικαστικής προστασίας, δεδομένου ότι παρέχεται η δυνατότητα στον καθ’ ου να ασκήσει ανακοπή και να προβάλει τους ισχυρισμούς του, τόσο ως προς τη μη συνδρομή του προϋποθέσεων έκδοσης της διαταγής πληρωμής, όσο και ως προς την απαίτηση.
Από τα παραπάνω παρέπεται ότι η ρύθμιση του άρθρου 20 ν. 3301/04 κατά την οποία δεν εκτελούνται οι αναφερόμενοι σ’ αυτήν εκτελεστοί τίτλοι, μεταξύ των οποίων και οι διαταγές πληρωμής, αντίκειται στις ειρημένες διατάξεις του Συντάγματος, και των Διεθνών Συμφώνων (ΑΠ 2347/2009) και επομένως είναι δυνατή η από τον αρμόδιο πολιτικό δικαστή (ειρηνοδίκη ή δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου) έκδοση διαταγής πληρωμής, συντρεχουσών των προς τούτο προϋποθέσεων εις βάρος του Δημοσίου, ΟΤΑ και ν.π.δ.δ, και αν ακόμη η υποκείμενη σχέση, από την οποία απορρέει η χρηματική απαίτηση προς πληρωμή, της οποίας ζητείται η έκδοση διαταγής πληρωμής, υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 18/2005, ΑΠ 431/2015, ΑΠ 369/2014, ΑΠ 1825/2013).
Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 του ν. 3068/2002, όπως το εδ. γ’ αυτού προστέθηκε με το άρθρο 20 του ν. 3301/2004, δεχόμενο ότι η διάταξη που απαγορεύει την εκτέλεση διαταγής πληρωμής σε βάρος Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης, όπως η αναιρεσείουσα, είναι αντισυνταγματική και συνεπώς ότι νόμιμα εκδόθηκε κατ’ αυτής η ένδικη διαταγή πληρωμής.
Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ. β’ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή άλλης αίτησης ή ανταίτησης των διαδίκων για παροχή έννομης προστασίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 99/2016).
Οι εν λόγω ισχυρισμοί πρέπει να είχαν προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο διαφορετικά δεν μπορούσε να τους λάβει υπόψη, αλλά και να είχαν επαναφερθεί νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 2/2011, ΑΠ 20/2016). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 161/2017, ΑΠ 99/2017).
Με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσβάλει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδοντας σ’ αυτήν, ότι δεν έλαβε υπόψη τις 754/2011 και 1305/2010 αποφάσεις του Αρείου Πάγου οι οποίες τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς της. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, οι αποφάσεις του Αρείου Πάγου δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης του αρ. 8 άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Επίσης, με το ίδιο μέρος του πρώτου λόγου, κατ’ ορθή εκτίμηση των σχετικών αιτιάσεων, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αρ. 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον ισχυρισμό ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ...2011 απόφαση του Περιφερειακού Συμβουλίου της Περιφέρειας Θεσσαλίας την οποία η αναιρεσείουσα νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε προς απόδειξη του ισχυρισμού της, ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν έννομο συμφέρον στον καθορισμό τιμής μονάδας.
Ο λόγος κατά το παραπάνω μέρος, είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από το ανωτέρω εκτιθέμενο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, ρητώς σ’ αυτήν γίνεται αναφορά και εκτίμηση του επικαλούμενου εγγράφου.
Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει: 1) να απορριφθούν οι ως άνω κριθέντες απορριπτέοι λόγοι της αναίρεσης και β) να αναβληθεί η συζήτηση για το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου της αναίρεσης εωσότου εκδοθεί απόφαση από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί συναφούς θέματος. Η δικαστική δαπάνη θα καθοριστεί με την τελική απόφαση επί του εκκρεμούντος αναιρετικού λόγου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο ως προς τους λόγους αναίρεσης.
Αναβάλλει να αποφανθεί για το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου της αναίρεσης, μέχρι την έκδοση από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί συναφούς θέματος που παραπέμφθηκε σ’ αυτήν με την 293/2017 απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουλίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΕΡΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ