1330/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Γεώργιο Παπαηλιάδη-Εισηγητή, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή-Χαλεβίδου και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1330/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, με τα αρθρ. 1 και 78 εδ. α’ και β’ του Π.Δ/τος 1073/1981 " Περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητας Πολιτικού Μηχανικού " ορίζεται ότι " Επί των πάσης φύσεως εργοταξιακών έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού, συμπεριλαμβανομένων και των οικοδομικών τοιούτων, τηρούνται υπό των κατά νόμον υπευθύνων, πέραν των διατάξεων του Π.Δ/τος της 14-3-1934 ...
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1330 / 2016 (Α Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 1330/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Γεώργιο Παπαηλιάδη-Εισηγητή, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή-Χαλεβίδου και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Ιουλίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Γ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Επαμεινώνδα Ρέκκα, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ.601/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Απριλίου 2016 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 651/2016.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του Π.Κ., " όποιος επιφέρει από αμέλεια τον θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών " και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ., " από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποίαν όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν ".
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για την στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου από αυτές εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται, αντικειμενικά μεν πρόκληση θανατώσεως άλλου, από πράξη του δράστη, ενέργεια ή παράλειψη, η οποία να βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο με το αξιόποινο αυτό αποτέλεσμα που επήλθε, κατά τις αρχές της θεωρίας του ισοδυνάμου των όρων ( conditio sine qua non ) που επικρατεί στον χώρο του ποινικού δικαίου, ώστε να είναι βέβαιο ότι το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα προήλθε από την αμελή συμπεριφορά του δράστη και δεν θα επερχόταν, αν ο δράστης τηρούσε την ενδεδειγμένη συμπεριφορά.
Υποκειμενικά δε απαιτείται: α ) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλόμενης, κατ’ αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποίαν κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και β ) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε ( άνευ συνειδήσεως αμέλεια ), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν ( συνειδητή αμέλεια ).
Έτσι από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 28 και 302 του Π.Κ. προκύπτει ότι, για την θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, όταν αυτή δεν είναι ενσυνείδητη, απαιτείται: α ) ο δράστης να μην έχει καταβάλει την επιβαλλόμενη, κατ’ αντικειμενική κρίση, προσοχή ( περίσκεψη - επιμέλεια ), την οποίαν, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, συνήθως καταβάλλει ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος του οικείου τομέα κοινωνικής δραστηριότητας με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συναλλακτικές συνήθειες και την κοινή πείρα και λογική, β ) ο δράστης να είχε τη δυνατότητα, με βάση τις ατομικές ιδιότητες, ικανότητες, γνώσεις και λοιπές προσωπικές περιστάσεις, που συνάπτονται ιδίως με το επάγγελμα ή την υπηρεσία που ασκεί, να προβλέψει και να αποφύγει το συγκεκριμένο αξιόποινο αποτέλεσμα, δηλαδή ( να προβλέψει και να αποφύγει ) την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος που τελέσθηκε, ( και όχι οποιουδήποτε άλλου εγκλήματος ή επιβλαβούς αποτελέσματος ) και γ ) να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξεως του δράστη, ενέργειας ή παραλείψεως, και του επελθόντος αποτελέσματος της θανατώσεως άλλου, υπό την εκτεθείσα έννοια.
Εάν δε η αμελής πράξη δεν συνίσταται μόνο σε ορισμένη ενέργεια ή παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του εγκληματικού αποτελέσματος, για την ανθρωποκτονία από αμέλεια που διαπράττεται με αυτόν τον τρόπο και συνιστά έγκλημα που τελείται με παράλειψη, απαιτείται ( επιπλέον των όρων του άρθρου 28 του Π.Κ. ) και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ., το οποίο ορίζει ότι, " όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεως απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του " ( με παράλειψη ) " τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος ".
Από την τελευταία διάταξη αυτή συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως του υπαιτίου να προβεί σε ενέργεια αποτρεπτική του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Δεν αρκεί δηλαδή η ύπαρξη απλής ηθικής υποχρεώσεως, ούτε γενικής νομικής υποχρεώσεως για συνδρομή, ώστε να προληφθεί το επιβλαβές αποτέλεσμα, αλλά απαιτείται ιδιαίτερη ( ειδική ) νομική υποχρέωση, η οποία επιφορτίζει τον υπαίτιο της παραλείψεως με τη δημιουργία και διασφάλιση πραγματικής καταστάσεως, που εξυπηρετεί και διαφυλάσσει τα έννομα αγαθά που προσβάλλονται με την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος.
Η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση αυτή αποτελεί πρόσθετο στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη και μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου που επιβάλλει συγκεκριμένη ενέργεια ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου για ενέργεια ή από ειδική έννομη σχέση που απορρέει από σύμβαση ή από προηγούμενη μονομερή ενέργεια του υπόχρεου, με την οποίαν αυτός αυτοβούλως αναδέχεται την αποτροπή μελλοντικών κινδύνων για έννομα αγαθά τρίτων ή από προγενέστερη συμπεριφορά του υπαιτίου που δημιούργησε τον κίνδυνο επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος.
Στα εγκλήματα που τελούνται με παράλειψη υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραλείψεως και του εγκληματικού αποτελέσματος που επήλθε, όταν, με μεγάλη πιθανότητα ( και όχι βεβαιότητα, όπως συμβαίνει στα άλλα εγκλήματα αμελείας και στα εγκλήματα δόλου ), θα αποτρεπόταν το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα ( θανάτωση προσώπου, σωματική βλάβη κ.λ.π. ), εάν ο υπόχρεος πραγματοποιούσε την ενέργεια, στην οποία είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβεί και την οποίαν παρέλειψε.
Για την θεμελίωση δε αιτιώδους συνδέσμου, αρκεί η σχετική παράλειψη να ήταν ένας μόνο από τους περισσοτέρους όρους παραγωγής του εγκληματικού αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο αυτό δεν θα επερχόταν. Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 4 του Νόμου 1396/1983 " υποχρεώσεις λήψεως και τηρήσεως των μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές και λοιπά ιδιωτικά τεχνικά έργα ", σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολοκλήρου του έργου σε έναν εργολάβο ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτό, όλα τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι ή υπεργολάβοι.
Κύριος δε του έργου κατά το άρθρο 2 παρ. 3 του ιδίου νόμου θεωρείται " ο κύριος, ο νομέας ή ο κάτοχος του ακινήτου στο οποίο εκτελείται, ύστερα από εντολή του και για λογαριασμό του, τεχνικό έργο ". Κατά δε το άρθρο 18 παρ. 3 του Π.Δ/τος 778/1980 " Περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών " " Οσάκις επιβάλλεται η εργασία ατόμων επί της υπό κατασκευήν στέγης, δέον όπως εναλλακτικώς, α ) ή κατασκευάζονται διάδρομοι εργασίας επεκτατοί συν τη προόδω τής κατασκευής, πληρούντες τας αρχάς των διαδρόμων και δαπέδων εργασίας και ως προς την αντοχήν και ως προς τα μέτρα ασφαλείας, ως αύται περιγράφονται εις τα άρθρα 9 και 16 του παρόντος, ή β ) λαμβάνεται πρόνοια προς συγκράτησιν ατόμων και υλικών διά δικτύων ή λοιπών μέσων αναστελλόντων αποτελεσματικώς την πτώσιν ( προστεγάσματα ή πετσώματα ) ή γ ) χρησιμοποιώνται κινητοί εξώσται εργασίας ανηρτημένοι έξ ανυψωτικού μηχανήματος, και δ ) εις περίπτωσιν αδυναμίας εξευρέσεως ετέρας λύσεως χρησιμοποιώνται ατομικά μέσα προστασίας, ήτοι ζώναι ασφαλείας διά τους επί της στέγης εργαζομένους ως και κράνη δι απάντας τους έχοντας προσπέλασιν εις τον χώρον υπό και πέριξ της υπό κατασκευήν στέγης. ".
Τέλος, με τα αρθρ. 1 και 78 εδ. α’ και β’ του Π.Δ/τος 1073/1981 " Περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητας Πολιτικού Μηχανικού " ορίζεται ότι " Επί των πάσης φύσεως εργοταξιακών έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού, συμπεριλαμβανομένων και των οικοδομικών τοιούτων, τηρούνται υπό των κατά νόμον υπευθύνων, πέραν των διατάξεων του Π.Δ/τος της 14-3-1934 ...
και του Π.Δ/τος 778/26-8-1980 " περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών ", και αι ειδικαί διατάξεις των επομένων άρθρων ( άρθρο 1 ). Δια την πρόληψιν ατυχημάτων από άμεσον ή έμμεσον επαφήν ή προσέγγισιν προς δίκτυα ή λοιπά στοιχεία ηλεκτρικών εγκαταστάσεων υπό τάσιν, πρέπει ειδικώτερον :
α ) να λαμβάνωνται όλα τα επιβαλλόμενα μέτρα ώστε να αποκλείεται η προσέγγισις εργαζομένων εις ηλεκτροφόρους αγωγούς ή στοιχεία, ασχέτως τάσεώς των, β ) Αι μεταφοραί, χειρωνακτικαί ή μη, σιδηροπλισμού σωλήνων, κιγκλιδωμάτων κ.α. και αι εγκαταστάσεις μηχανημάτων, τροχιών αναβατορίων, πυραύλων κ.α. ως και αι προσεγγίσεις αντλιών σκυροδέματος, να πραγματοποιούνται μακράν από ηλεκτροφόρους αγωγούς ασχέτως τάσεως ( άρθρο 78 ).
Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.2 του Νόμου 1396/1983, " Σε περίπτωση διακοπής των εργασιών ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λάβει όλα τα μέτρα, τα οποία του υποδεικνύει εγγράφως ο επιβλέπων το έργο και να τα διατηρεί αναλλοίωτα καθ’ όλη τη διάρκεια της διακοπής ". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι : 1 ) ο πολιτικός μηχανικός που επιβλέπει την κατασκευή οικοδομικού έργου έχει νομική υποχρέωση να δίνει οδηγίες στον εργολάβο, ( και τον τυχόν υπάρχοντα υπεργολάβο ), για τη λήψη των ενδεικνυόμενων μέτρων ασφάλειας προς πρόληψη ατυχήματος από την επαφή ή προσέγγιση των εργαζομένων προς πλησίον διερχόμενο ηλεκτροφόρο αγωγό, ανεξαρτήτως του αν προ της ενάρξεως των εργασιών ειδοποιήθηκε εγγράφως η αρμόδια υπηρεσία της Δ.Ε.Η.
από τον εκτελούντα το έργο και αν τα ενδεικνυόμενα μέτρα ασφαλείας εξετάσθηκαν από κοινού από τη Δ.Ε.Η., τον ίδιο και τον εκτελούντα το έργο. Επίσης ( συνάγεται ), ότι ο κύριος της οικοδομής τότε μόνον δεν υπέχει νομική υποχρέωση να λάβει τα ανωτέρω μέτρα ασφαλείας όταν έχει αναθέσει την κατασκευή ολόκληρου του έργου σε εργολάβο ή σε τμήματα του έργου που έχει αναλάβει ο εργολάβος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Έτσι, ενόψει της κατά το ως άνω άρθρο 28 του Π.Κ., διακρίσεως της αμελείας σε μη συνειδητή και σε ενσυνείδητη, το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποίο από τα ανωτέρω δύο είδη της αμέλειας συνέτρεξε στην συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς ή δέχεται και τα δύο είδη αμελείας δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής αυτής ποινικής διατάξεως.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας στοιχειοθετεί λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικά στα εγκλήματα από αμέλεια, που τελούνται με παράλειψη του υπόχρεου ( κατά το άρθρο 15 του Π.Κ. ) σε ορισμένη ενέργεια αποτροπής του εγκληματικού αποτελέσματος, πρέπει στην απόφαση να προσδιορίζεται η πηγή προελεύσεως της ειδικής νομικής υποχρεώσεως και να μνημονεύεται η αντίστοιχη επιτακτική διάταξη, όταν αυτή είναι η πηγή της σχετικής υποχρεώσεως.
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο γενικός προσδιορισμός ως προς το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση αυτών ή να διευκρινίζεται τι προκύπτει από το καθένα χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Το δε γεγονός ότι στην απόφαση εξαίρονται ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη και δεν έχουν συνεκτιμηθεί τα υπόλοιπα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και εκείνα.
Δεν αρκεί, όμως, να περιορίσθηκε το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνο από αυτά, αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποιθήσεώς του.
Επίσης δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η στάθμιση από το δικαστήριο της ουσίας της αποδεικτικής σημασίας και βαρύτητας συγκεκριμένων εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως και συγκρίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, η αμφισβήτηση ή η απόκρουση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο από τη λειτουργική συσχέτιση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων κ.λ.π., αφού σ’ αυτές τις περιπτώσεις, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υποθέσεως ( Α.Π. 469/2016 ).
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της υπ’ αριθμ. 601/2015 αποφάσεώς του μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται κατ’ είδος, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη ως προς τα πράγματα κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : ".......
Ενώ οι κατηγορούμενοι είχαν κατασκευάσει πάνω από το δεύτερο όροφο της οικοδομής αυθαίρετο δώμα, το τοιχίο του οποίου, στη νότια πλευρά, είχε ύψος τριών ( 3 ) μέτρων από την επιφάνεια της πλαγιάς, ενώ έπρεπε να καταλήγει σε ξύλινη στέγη, γεγονός που μείωνε την απόσταση από τα καλώδια της Δ.Ε.Η. από τα πέντε ( 5 ) μέτρα, που έπρεπε να είναι, σύμφωνα με την οικοδομική άδεια, μόλις στα δύο ( 2 ) μέτρα από αυτά, δεν επέστησαν την προσοχή στον θανόντα εργαζόμενο - υιό του δευτέρου κατηγορουμένου και όταν αυτός προσπαθούσε να προσαρμόσει μία σιδερένια ράβδο στο σενάζ που καλούπωνε στην κορυφή του τοιχίου, κρατώντας την από τα χέρια, υπέστη ηλεκτροπληξία επειδή αυτή προσήγγιζε τα καλώδια, με αποτέλεσμα λόγω και της ελλείψεως προστατευτικών κιγκλιδωμάτων, να πέσει από το δεύτερο όροφο στο έδαφος και να τραυματισθεί σοβαρά, υποκύψας στα τραύματά του.
Συνεπώς, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι γιατί από αμέλειά τους, δηλαδή από έλλειψη της απαιτουμένης από τις περιστάσεις και δυναμένης από αυτούς να καταβληθεί προσοχής δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσαν οι παραλείψεις τους να λάβουν και να τηρούν τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις των Π.Δ/των 778/1980, 305/1996, 1073/1981, του Νόμου 1396/1983 και του Π.Δ/τος 17/1996 μέτρα ασφαλείας, με αποτέλεσμα να προκαλέσουν το θάνατο του ως άνω εργαζομένου, αν και είχαν, λόγω της ιδιότητάς τους, ως κυρίου του έργου - αυτεπιστατούντος του πρώτου και ως υπεργολάβου τοιχοποιιών και κατασκευής ξυλοτύπου ο δεύτερος - ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς τούτο.
Περαιτέρω, όμως ο δεύτερος κατηγορούμενος πρέπει να απαλλαγεί πάσης ποινής, κατά το άρθρο 302 του Π.Κ., να αναγνωρισθεί δε στον πρώτο κατηγορούμενο το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α του Π.Κ. ". Μετά ταύτα το δικαστήριο και υπό τις παραδοχές αυτές κήρυξε ενόχους αμφοτέρους τους κατηγορουμένους, μεταξύ των οποίων τον αναιρεσείοντα, κατά πιστή μεταφορά του ότι : " Στη θέση " ... " του Δήμου Ναυπλιέων Αργολίδος την 22-9-2008 όντες ο μεν πρώτος των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσείων Γ.
Μ. του Α. κύριος και συνιδιοκτήτης του οικοδομοτεχνικού έργου " διώροφη οικοδομή με υπόγειο ", που ανεγειρόταν στην ... Ναυπλίου και το οποίο εκτελείτο υπό την γενική αυτεπιστασία του, ο δεύτερος των κατηγορουμένων Ι. Κ., υπεργολάβος κατασκευαστής των τοιχοποιιών κατασκευής ξυλοτύπου για σενάζ από οπλισμένο σκυρόδεμα, από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της απαιτουμένης κατά τις περιστάσεις και δυναμένης, να καταβληθεί από αυτούς, προσοχής δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη τους και επέφεραν έτσι τον θάνατο σε άλλον αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να αποτρέψουν το αποτέλεσμα αυτό, και συγκεκριμένα, ενώ ήσαν λόγω των προαναφερομένων ιδιοτήτων τους κατά νόμο υπόχρεοι ο πρώτος να λαμβάνει και να τηρεί όλα τα συλλογικά μέτρα ασφαλείας, που όφειλε ο ίδιος να επιλέγει και να λάβει, δοθέντος ότι το ως άνω έργο εκτελείτο υπό την γενική επιστασία του, ο δεύτερος να λαμβάνει και να τηρεί όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν στο τμήμα του έργου που ανέλαβε και ειδικότερα να λαμβάνουν και να τηρούν τα από τις διατάξεις των Π.Δ/των 778/1980, 305/1996, 1073/1981 του Νόμου 396/1983 και του Π.Δ/τος 17/1996 οριζόμενα μέτρα ασφαλείας εργαζομένων κατά την εκτέλεση οικοδομικών έργων, μεταξύ των οποίων μέτρων ασφαλείας είναι, η κατασκευή ξύλινων πλαισίων - περιθωρίων ασφαλείας κάτωθεν των διερχομένων γραμμών μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος ή άλλο ισοδύναμο συλλογικό μέτρο προστασίας από ηλεκτροπληξία που θα ετύγχανε της εγκρίσεως της Δ.Ε.Η., τα πέρατα όλων των πλακών των οροφών να εξασφαλίζονται με προσωρινά αλλά σταθερά και ανθεκτικά κιγκλιδώματα και θωράκια, τα οποία τοποθετούνται σε άλλο η οποία και παραμένουν στα πέρατα είτε μέχρι της τοποθετήσεως των οριστικών - μονίμων κιγκλιδωμάτων είτε μέχρι της τοποθετήσεως εξωτερικών μεταλλικών ικριωμάτων, η κατασκευή ξύλινων πλαισίων - περιθωρίων ασφαλείας κάτωθεν των διερχομένων γραμμών μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος ή άλλο ισοδύναμο συλλογικό μέτρο προστασίας από ηλεκτροπληξία που θα ετύγχανε της εγκρίσεως της Δ.Ε.Η., το εν λόγω δάπεδο εργασίας να είναι εφοδιασμένο εκατέρωθεν των δύο πλευρών του τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά, προς την πλευρά του τοίχου, με προστατευτικές διατάξεις έναντι πτώσεως από ύψος και συγκεκριμένα να φέρουν χειρολισθείρα ( κουπαστή ) σε ύψος ενός ( 1 ) μέτρου από το δάπεδο εργασίας, σανίδα μεσοδιαστήματος και σοβατεπί και τέλος η εξασφάλιση της - χρησιμοποιήσεως ατομικού - μέσου προστασίας, ήτοι ζώνης ασφαλείας προσδεδεμένης με σχοινί επαρκώς στερεωμένο σε φέροντα δομικά στοιχεία είχε σε άλλο επαρκούς αντοχής και στερεώσεως στοιχείο, συγκρατεί τον εργαζόμενο και δεν επιτρέπει την ελεύθερη πτώση του πλέον του ενός ( 1 ) μέτρου ( άρθρα 17 και 21 παρ. 1 του Π.Δ/τος 778/1980 καθώς και άρθρα 4, 5 και 7 του Νόμου 1396/1983 ) και τέλος η καθοδήγηση των εργαζομένων σχετικά με τις κινήσεις τους και την αποφυγή των υφισταμένων κινδύνων, αυτοί, παραβαίνοντας τις προαναφερόμενες υποχρεώσεις τους, δεν έλαβαν κανένα από τα εκτεθέντα προστατευτικά μέτρα.
Ειδικότερα, αυτοί ενώ είχαν κατασκευάσει άνωθεν του δευτέρου ορόφου της οικοδομής αυθαίρετο δώμα, το τοιχίο της νότιας πλευράς του οποίου ( δώματος ) είχε ύψος τρία ( 3 ) μέτρα από την επιφάνεια της πλάκας ( ενώ σύμφωνα με την εκδοθείσα οικοδομική άδεια στο σημείο αυτό έπρεπε να καταλήγει ξύλινη στέγη ), γεγονός που μείωνε την απόσταση από τους εναέριους αγωγούς μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος στα δύο ( 2 ) μέτρα ( αντί των πέντε ( 5 ) μέτρων που έπρεπε να ήταν σύμφωνα με την οικοδομική άδεια ), αυτοί όχι μόνον δεν επέστησαν την προσοχή του εργαζομένου σε εργασίες κατασκευής ξυλοτύπου σε σενάζ από οπλισμένο σκυρόδεμα στη δίριχτη κορυφή της νότιας φέρουσας τοιχοποιίας του δώματος που είχε ανεγερθεί επάνω στην πλάκα οροφής του δευτέρου ορόφου της οικοδομής του Ν.
Κ. του Ι., καθώς τούτος εργαζόταν σε υπερυψωμένο δάπεδο εργασίας, εντός επικίνδυνης ζώνης για πρόκληση ατυχήματος ηλεκτροπληξίας από δίκτυα ευρισκόμενα υπό τάση λόγω ελλιπούς αποστάσεως ασφαλείας αλλά και δεν φρόντισαν να λάβουν τα ως άνω αναφερόμενα αναγκαία μέτρα προς εξασφάλιση της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας τους, με αποτέλεσμα καθ’ ην στιγμή ο ως άνω εργαζόμενος επιχειρούσε να προσαρμόσει ράβδο σιδηρού οπλισμού στο σενάζ που καλούπωνε στην κορυφή του τοίχου, την οποίαν κρατούσε με τα χέρια του, αυτή να προσεγγίσει τους εναέριους αγωγούς μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος και να υποστεί αυτός ηλεκτροπληξία, ακολούθως δε και λόγω ακριβώς ανυπαρξίας προστατευτικών κιγκλιδωμάτων και θωρακίων να πέσει από το δεύτερο όροφο της οικοδομής στο έδαφος, υποστάς σοβαρά τραύματα, αιτίες από τις οποίες επήλθε αποκλειστικά ο θάνατός του.
Το πιο πάνω θανατηφόρο αποτέλεσμα δεν προέβλεψαν οι κατηγορούμενοι, επειδή δεν κατέβαλαν την επιβαλλομένη, κατ’ αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποίαν κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές συνθήκες να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, αν και μπορούσαν να προβλέψουν και να αποφύγουν αυτό με βάση τις προσωπικές τους περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως με βάση τα ανωτέρω επαγγέλματά τους ".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 15, 16, 17, 18, 26 παρ. 1, 28, 51, 53, 54, 61, 63, 64, 79, 80, 302 παρ. 1 του Π.Κ.
σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 2, 13 παρ. 6 και 22 του Π.Δ/τος 778/1980, 37 παρ. 1 και 2, 38, 78, 79, 102, 107 παρ. 1 - 2 και 117 του Π.Δ/τος 1073/1981, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Β.Δ/τος της 25-8/5-9-1920, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 εδ. β του Νόμου 2943/1922, άρθρα 1, 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 9 του Νόμου 1396/1983, άρθρα 8 παρ. 1, 2, 9, 12 Παράρτημα VI, Μέρος Β, Τμήμα
ΙΙ, παρ. 5.1, 5.2, και άρθρο 14 παρ. 2 του Π.Δ/τος 305/1996, άρθρα 7 παρ. 1 και 5 και 16 παρ. 2 του Π.Δ/τος 17/1996 σε συνδυασμό με το άρθρο 25 παρ. 1 του Νόμου 2224/1994 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά.
Επίσης, παρατίθενται στην απόφαση οι συνθήκες κάτω από τις οποίες επήλθε ο θάνατος του εργαζομένου στην ως άνω οικοδομή, ήτοι οι οφειλόμενες σε αμέλεια - παραλείψεις του αναιρεσείοντος, ήτοι το είδος της αμέλειας ( μη συνειδητή ) συνισταμένης στο ότι δεν προέβλεψε, ότι ένεκα των ανωτέρω παραλείψεών του θα επήρχετο το εν λόγω αξιόποινο αποτέλεσμα, η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των παραλείψεων αυτών και του αποτελέσματος, ότι αυτός με την αναφερομένη ιδιότητα που έφερε, ήτοι του έχοντος διατηρήσει για τον εαυτό του την διεύθυνση εκτελέσεως του έργου υπό τις οδηγίες και εντολές του, ως τούτο συνάγεται από την παραδοχή, ότι το έργο αυτό που ήταν αυθαίρετο, εκτελείτο υπό την γενική αυτεπιστασία του, από υπεργολάβο στον οποίον είχε ανατεθεί τούτο, ένεκα της οποίας, είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, να αποτρέψει το εγκληματικό αποτέλεσμα του θανάσιμου τραυματισμού του παθόντος, καθώς και οι επιτακτικοί νομικοί κανόνες, από τους οποίους πήγαζε η υποχρέωση αυτή του αναιρεσείοντος.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του Κ.Π.Δ. λόγοι της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως και για εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 15 και 302 του Π.Κ. είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι δε λοιπές αιτιάσεις με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση υπό την επίφαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και ελλείψεως αιτιολογίας είναι απαράδεκτες ως αναγόμενες στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου περί τα πράγματα.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως στην ουσία της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ( άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. ) στα δικαστικά έξοδα, όπως αυτά καθορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20 Απριλίου 2016 και με αριθμό πρωτοκόλλου 3301/2016 αίτηση - δήλωση του Γ. Μ. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 601/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα ( 250 ) ΕΥΡΩ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ στην Αθήνα στις 14 Ιουλίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2016.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ