Legislator Case Law & Legislation
1330/2015 AI generated

1330/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1330/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1330/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): κατάθεσης 5058/ΤΠ316/2006) κύρια παρέμβαση της ήδη 3ης αναιρεσίβλητης, ε) από 25/11/2006 (με αρ. κατάθεσης 5059/ΤΠ317/2006) κύρια παρέμβαση της ήδη 4ης αναιρεσίβλητης, στ)από 25/11/2006 (με αρ. κατάθεσης 5060/ΤΠ318/2006) κύρια παρέμβαση του ήδη 5ου αναιρεσιβλήτου, ζ)από 18/12/2006 (με αρ. κατάθεσης 5181/ΤΠ330/2006) κύρια παρέμβαση της ήδη 2ης αναιρεσίβλητης και η)από 18/12/2006 (με αρ.

Keywords

AI generated
public domain territorial scope of the Treaties public-law restriction on property strait property ownership dominant tenement
AI generated
175/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη και Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
585/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
2106/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
719/2015
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
130/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευγενία Προγάκη Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο, Πέτρο Σαλίχο και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1330 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1330/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Β. Ζ. χας Π., κατοίκου ..., 2)Λ. Ζ. Λ. του Γ., 3)Κ. Π. του Α., 4)Α. Κ. του Α., 5)Α. Κ. του Α., κατοίκων ..., 6)Δ. Κ. του Α., κατοίκου ... 7)Μ. Κ. του Α., 8)Ζ. Κ. του Α., 9)Α. Η. του Δ., 10)Χ. Κ. του Ε., 11)Ε. Ζ. του Ν., κατοίκων ..., 12)Ζ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 13)Α. Π. του Η., 14)Α. Γ. του Η., κατοίκου ..., 15)Σ. Μ. του Α., 16)Α. Α. του Η., κατοίκων ..., 17)Α.

Α. συζ. Ν., κατοίκου ..., 18)Α. Τ. συζ. Β., 19)Ι. Ζ. του Ε., κατοίκου ..., 20)Β. Α. του Η., κατοίκου ..., 21)Κ. Σ. του Σ., 22) Κ. Σ. του Α., 23)Φ. Σ. χήρας Χ., 24)Α. Σ. του Χ., 25)Κ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., 26)Γ. Σ. του Α., κατοίκου ..., 27)Β. Μ., το γένος Α. Σ., κατοίκου ..., 28)Α. Ν. το γένος Α. Σ., 29)Κ. Σ. του Δ., κατοίκων ..., 30)Β. Κ. το γένος Δ. Σ., κατοίκου ..., 31)Ι. Φ. του Κ., 32)Ν.

Φ. του Κ., 33)Ε. Φ. του Κ., 34)1, το γένος Κ. Φ., 35)Σ. Φ. του Ι., 36)Ι. Φ. του Α., 37)Θ. Φ. του Α., 38)Ε. Φ. του Α., 39)Κ. Σ. του Ν., 40)Α. Σ. χας Χ., 41)Κ. Α. του Λ., 42)Ι. Ζ. του Κ., 43)Γ. Ζ. του Κ., 44)Ε. Α. του Χ., 45)Γ. Α. του Κ., 46)Ε. Α. του Κ., 47)Γ. Φ. του Σ., κατοίκων ..., 48)Ν. Κ. του Η., κατοίκου .... Οι 4ος, 10ος, 14ος, 15ος, 16ος, 19ος, 20ος, 21ος, 22ος 24ος, 25ος, 28η, 31ος, 32ος, 33ος, 34η, 35ος, 36ος, 37ος, 38ος, 39ος, 40η, 41ος, 42ος, 43ος, 45ος, 46ος, 47ος και 48ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κεφαλιακό, ο 26ος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος δήλωσε ότι ο 35ος (Σ.

Φ.) απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους: α)Κ. Φ. του Κ., β)Ι. Φ. του Σ., γ)Θ. Φ. του Σ. και δ)Μ. Φ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο. Οι λοιποί (1η, 2ος, 3ος, 5ος, 6ος, 7η, 8η, 9ος, 11η, 12η, 13ος, 17η, 18η, 23η, 27η, 29ος, 30η και 44ος) δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Παναγιώτη Αθανασούλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., 2)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ. ΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε." νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Κούσουλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΝΩΜΕΝΑ ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΛΑΜΙΑΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ - ΕΝΩΜΕΝΑ ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΛΑΜΙΑΣ" νόμιμα εκπροσωπούμενης, 4) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΛΑΜΙΑΣ" (πρώην ΕΠΕ με την επωνυμία "ΒΙΟΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗ") νόμιμα εκπροσωπούμενης και 5)Ε. Μ. του Α., κατοίκου ... οι οποίοι (3η ,4η και 5ος) δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις: α)από 23/11/2004 (με αρ. κατάθεσης 3598/ΤΠ/280/2004) αγωγή προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, β)από 28/4/2006 (με αρ. κατάθεσης 2239/ΤΠ/143/2006) αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, γ)από 15/11/2006 (με αρ. κατάθεσης 4586/ΤΠ297/2006) κύρια παρέμβαση προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, δ)από 25/11/2006 (με αρ.

κατάθεσης 5058/ΤΠ316/2006) κύρια παρέμβαση της ήδη 3ης αναιρεσίβλητης, ε) από 25/11/2006 (με αρ. κατάθεσης 5059/ΤΠ317/2006) κύρια παρέμβαση της ήδη 4ης αναιρεσίβλητης, στ)από 25/11/2006 (με αρ. κατάθεσης 5060/ΤΠ318/2006) κύρια παρέμβαση του ήδη 5ου αναιρεσιβλήτου, ζ)από 18/12/2006 (με αρ. κατάθεσης 5181/ΤΠ330/2006) κύρια παρέμβαση της ήδη 2ης αναιρεσίβλητης και η)από 18/12/2006 (με αρ.

κατάθεσης 5182/ΤΠ331/2006) κύρια παρέμβαση της ήδη 2ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 150/2007 του ίδιου Δικαστηρίου, 85/2008, 63/2009 μη οριστικές και 136/2012 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7/1/2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 6/10/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα συνεχίζεται η δίκη μετά το θάνατο του 35ου αναιρεσείοντος Σ. Φ. οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Κ. Φ., Ι. Φ., Θ. Φ. και Μ. Φ..

Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του δικαστηρίου τούτου, οι 1η, 2ος, 3ος, 5ος, 6ος, 7η, 8η, 9ος, 11η, 12η, 13ος, 17η, 18η, 23η, 27η, 29ος, 33ος και 44ος των αναιρεσειόντων καθώς και η 3η, 4η, και 5ος των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά το άρθρο 242παρ. 2 ΚΠολΔ κατά τη συζήτηση της υπόθεσης. Ωστόσο από την έρευνα του φακέλου της υπόθεσης προκύπτει ότι οι απολειπόμενοι ως άνω αναιρεσείοντες και αναιρεσίβλητοι δεν επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης ενώ αυτού δεν έχουν κλητευθεί από τους παρισταμένους ομοδίκους τους και τους αναιρεσίβλητους. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους ως άνω απολειπομένους αναιρεσείοντες και αναιρεσιβλήτους.

Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. α, β του Β.Δ. της 17.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", "Ιδιωτικά δάση, μεταξύ των δασών του Βασιλείου, θεωρούνται μόνον εκείνα όσα δι’ εγγράφων, εκδιδομένων κατά τους νομίμους τύπους από τας αρμοδίας τουρκικάς αρχάς, αποδειχθώσιν, ότι υπήρχον και πριν της αρχής του υπέρ ανεξαρτησίας αγώνος ιδιοκτησίαι πλήρεις ιδιωτών.

Προσέτι ως δάση ιδιωτικά θέλουν θεωρείσθαι αναμφισβητήτως και τα κείμενα εις όσα ιδιωτικά χωρία (τζεφλίκια) δεν αναφέρουν μεν τα νόμιμα έγγραφα ονομαστί τα εμπεριεχόμενα εις αυτά δάση, προϋποτιθεμένου, ότι κείνται αληθώς εντός των ακριβώς αποδειχθέντων ορίων του αρμοδίου ιδιωτικού κτήματος (τζεφλικίου), επομένως σχηματίζουν αναγκαίον και φυσικόν συστατικόν μέρος αυτού", κατά δε το άρθρ.3 αυτού, "εντός ενός έτους από της δημοσιεύσεως του παρόντος οφείλουν οι ιδιοκτήτες των υπό τα αρθρ. 1 και 2 δασών να παρουσιάσουν εις την επί των Οικονομικών Γραμματεία τους νομίμους τίτλους της ιδιοκτησίας των.

Η Γραμματεία θέλει εξετάσει αυτούς, θέλει τους αναγνωρίσει ή απορρίψει και εις την πρώτην περίπτωσιν θέλει δώσει επισήμως την κατοχήν εις τους ιδιοκτήτες, εις δε την δευτέραν αποπέμψει τας ελλείπουσας νομίμων αποδείξεων αξιώσεις αυτών ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων. Εις την περίπτωσιν αυτήν όμως μέχρι της τελειωτικής δικαστικής αποφάσεως περί της ιδιοκτησίας μένει η διακατοχή του διαφιλονικουμένου δάσους αναφαίρετος εις ον ευρίσκεται.

Παρελθούσης της ανωτέρω προθεσμίας θεωρούνται όλα τα δάση περί των οποίων δεν παρουσιαστούν οι ως άνω απαιτούμενοι τίτλοι, ως αδιαφιλονίκητα εθνικά και θέλουν διατίθενται ως τοιαύτα". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, ακόμη και εκείνων που ευρίσκονταν εντός των ορίων ιδιωτικού κτήματος (τζεφλικίου), εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας ήθελαν αναγνωρισθεί από το Υπουργείο των Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, που έχει ισχύ νόμου ή, σε αρνητική περίπτωση, από τα δικαστήρια (ΑΠ 874/2006,191/1997,426/1987,575/1967).

Περαιτέρω, με την από 16 Απριλίου/4 Μαΐου 1842 δηλοποίηση της επί των Οικονομικών Β. Γραμματείας συστάθηκε Τριμελής Επιτροπή προς εξέταση των τίτλων ιδιοκτησίας, που υποβλήθηκαν εντός της ανωτέρω ενιαυσίας προθεσμίας και δεν ελέγχθηκαν από την επί των Οικονομικών Γραμματεία. Παρόμοια διαδικασία οριζόταν και ενώπιον της "Επιτροπής των κατά την Εύβοιαν και Αττικήν κτημάτων", που συστήθηκε εις εκτέλεση της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως της 27 Ιουνίου/9 Ιουλίου 1832 (παρ.7) και των διατάξεων των άρθρων 5,6 του Πρωτοκόλλου περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος, που υπογράφηκε στο Λονδίνο, στις 3 Φεβρουαρίου 1830, με τις οποίες επετράπη στους μετανάστες Οθωμανούς η πώληση των ιδιωτικών ιδιοκτησιών τους στην Ελλάδα, η οποία με την από 27 Δεκεμβρίου 1832 διακήρυξη της (ΦΕΚ 15/1838) συνέστησε όπως, προς διασφάλιση των Ελλήνων αγοραστών, οι πωλήσεις τουρκικών κτημάτων περιβάλλονται τον κατά τους τουρκικούς τύπους χοντζετίου, υποβάλλονταν δε, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις καθώς και εκείνες της από 28-3-1835 Σύμβασης μεταξύ αυτής και των απεσταλμένων της Υψηλής Πύλης, που εγκρίθηκε με το β.δ.

από 4/16 Απριλίου 1835 (ΦΕΚ 15/1835) προς έγκριση από των υπουργό οικονομικών (ΑΠ 145/1854). Στην ίδια επιτροπή ανατέθηκε με το διάταγμα της 24 Αυγούστου 1836, ο έλεγχος και η επικύρωση των γενομένων πωλήσεων των κατά τη Φθιώτιδα πέραν του Σπερχειού αδιαφιλονίκητων οθωμανικών κτημάτων. Η τήρηση όμως της διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής αυτής δεν αναπλήρωνε την έλλειψη τήρησης της διαδικασίας με τις συνέπειες της, που, κατά τα προεκτιθέμενα, προέβλεπε το άρθρο 3 του ως άνω β.δ.

περί ιδιωτικών Δασών, διότι, αφενός το διάταγμα αυτό ως μεταγενέστερο της σύστασης της Επιτροπής, ενώ είχε υπόψη του την ενώπιον εκείνης τηρούμενη διαδικασία, δεν αρκέστηκε σ’ αυτήν, αλλά απαίτησε και πάλι την κατάθεση των τίτλων από τους ιδιώτες που πρόβαλλαν δικαιώματα επί των προαναφερομένων γαιών, στο προβλεπόμενο από αυτό αρμόδιο όργανο, αφετέρου στην Επιτροπή, όπως προκύπτει και από δική της ανακοίνωση, υποβάλλονταν, ως τίτλοι της αρμόδιας Οθωμανικής Κρατικής Υπηρεσίας ταπία ή χοτζέτια, ενώ στην προβλεπόμενη από το ως άνω Β.Δ.

Γραμματεία, για την αναγνώριση κυριότητας ιδιώτη επί δάσους υποβάλλονταν, κατά τα περί δασών κρατούντα στο Οθωμανικό Δίκαιο ως τέτοιοι τίτλοι μόνο ειδικά ταπία, τα οποία αναφερόταν ότι η παραχωρούμενη γαία ήταν δάσος (ΑΠ 874/2006, 1053/1982). Επομένως, τα χοτζέτια δεν συνιστούσαν νόμιμο τίτλο μεταβιβαστικό δικαιώματος κυριότητας επί των δασών και δασικών εκτάσεων και αν ακόμη είχαν επικυρωθεί από την επί των πωλήσεων οθωμανικών ιδιοκτησιών συσταθείσα εξεταστική επιτροπή (Ολ.ΣτΕ 1251 και 1252/1975).

Δάσος, κατά την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων, θεωρείται κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή και άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του ν.

ΑΧΝ1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", η οποία περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο ν. 3077/1924 "περί δασικού κωδικός" και βασικά δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του ν. 998/1979. Ειδικότερα κατά την έννοια των διατάξεων του ν. 998/1979 "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρη προϊόντα εκ των άνω φυτών εξαγόμενα, ή να συμβάλη εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας, ή να εξυπηρετήση την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" και ως "δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, καλυπτόμενη υπό αραιάς ή πενιχράς, υψηλής ή θαμνώδους ξυλώδους βλαστήσεως, οιασδήποτε διαπλάσεως και δυναμένη να εξυπηρέτηση μίαν ή περισσοτέρας των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το δάσος είναι οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό επί της επιφανείας του εδάφους, τα οποία μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα αποτελούν, δια της αμοιβαίας αλληλεξαρτήσεως και αλληλεπιδράσεως τους ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές).

Δασική έκταση υπάρχει και όταν στο ανωτέρω η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης είναι αραιά. Κρίσιμη επομένως, για την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σ’ αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος (ΑΕΔ 27/1999).

Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι στην έννοια του δάσους ή της δασικής έκτασης περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών, οποιασδήποτε φύσεως, ασκεπείς εκτάσεις χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των βουνών και οι άβατες κλιτύες αυτών.

Δεν ασκεί δε επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού κατά καιρούς εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση. Εξάλλου, από τις διατάξεις των νόμων 8 και 1 παρ. 1 κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Βασ. (50.14), οι οποίες κατά τα αρθρ. 51 (ή 64) του ΕισΝΑΚ έχουν εφαρμογή για τον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ χρόνο, μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα σε ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άσκηση σ’ αυτό νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία, εκείνος δε που χρησιδέσποζε μπορούσε κατά τις διατάξεις του Ν. 2 παρ. 2 Πανδ. (41.4) Ν. 6 Πανδ. (44.3), Ν. 76 παρ. 1 πανδ. (23.3) να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον όμως είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος εκείνου.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των αρθρ. 18 και 21 του Ν. ΔΞΗΥ1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του ΝΔ της 22/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", συνάγεται ότι προκειμένου περί δημόσιων κτημάτων, στα οποία περιλαμβάνονται και τα δημόσια δάση, για την κτήση επ’ αυτών κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία έπρεπε η τριακονταετής νομή με διάνοια κυρίου και καλή πίστη του νομέα να είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11.9.1915 (ΟλΑΠ 75/1987).

Τέλος, κατά το άρθρο 1 του ΒΔ διατάγματος της 3/12-12-1833, όλα τα λειβάδια (ή βοσκοτόπια) για την υπέρ ιδιώτη επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο ειδικού σχετικού περιεχομένου, που να έχει εκδοθεί από την αρμόδια Οθωμανική Κρατική Υπηρεσία, ήτοι ειδικό ταπίο, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.

Κατάλυση της κυριότητας του Δημοσίου και δημιουργία κυριότητας του ιδιώτη δεν μπορούσε να επιφέρει ούτε η μεταβίβαση της γης με σπαχί, ταπί ή χοτζέτι, γιατί οι τίτλοι αυτοί μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μπορούσαν να προσπορίσουν (ΑΠ 1239/1996). Η παραπάνω διάταξη (αρθρ. ΙΔ/τος 3/12-12-1833) αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, που προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσης στο μέλλον τα ακίνητα αυτά.

Η έννοια αυτή προκύπτει και από τα άρθρα 1 παρ. 2ν. ΚΘ’ 31-1/18-2-1964 και 3ν. ΨΗΖ/1 880. Επομένως, και στα ακίνητα αυτά χωρεί, υπό τις ίδιες ως άνω προϋποθέσεις, έκτακτη χρησικτησία μέχρι 11-9-1915 (ΑΠ 874/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων εκτίμηση του, τα εξής:

Δυνάμει του χοτζετίου της 25ης της Σελήνης Σεββάλ του έτους 1252 της Εγίρας (23-1-1831 κατά τη χριστιανική χρονολόγηση) ο Κ. Χ. Α., που είχε ορισθεί ως επίτροπος εκ μέρους του μουσουλμανικού ιερού Δικαστηρίου της Λάρισας το 1830, προκειμένου να εκποιήσει την ευρισκόμενη στην περιφέρεια της Λαμίας περιουσία του αποβιώσαντος Χ.

Μ. για να αποπληρωθούν τα χρέη του, πούλησε στους Π. Σ. Σ. και Α. Ζ. του Π. το αγρόκτημα του (τσιφλίκι), που βρίσκεται στην ...όπως και αποκαλείται). Στο χοτζέτι αναφέρεται ότι "τα όρια άρχονται πρώτον από την εκκλησίαν ... και προχωρούν έως τας ... εκείθεν πηγαίνουν εις τα ..., εκείθεν εις το οσπίτιον του Ζ. και πάλιν εκείθεν εις το φρούριον, εκείθεν εις το ...

λιθάρι, εκείθεν εις τον μύλον του ..., εκείθεν διά του στενού δρόμου ολόραχα πηγαίνει εις το μέρος λεγόμενον χωράφια του αγά, εκείθεν ολόραχα πηγαίνει εις την πηγήν του ύδατος καλουμένην ..., εκείθεν ανηφορικώς αναβαίνει εις τον λόφον, εκ του λόφου κατηφορικώς κατεβαίνει εις την ..., εκείθεν διά του δρόμου φθάνει εις τον μύλον του Π., εκείθεν κατά σειράν του ρεύματος και εκείθεν ολόραχα φθάνει εις την αγκαθίτζαν, εκείθεν εις τον ..., εκείθεν κατηφορικώς εις τον πλάτανον της ανοβόρας και εκείθεν πηγαίνουν κατηφορικώς φθάνει εις τας ραχούλας και τα ...

εκείθεν εις τον ... και εκείθεν πηγαίνει εις τον ..., ομού με τα περιεχόμενα εις αυτά ταύτα τα όρια γαίας, δάσος, θερινόν λειβάδιον, του εν τω ρηθέντι τζιφλικίω γήπεδα ερειπομένων οσπιτίων, αλωνοτόπους, αχυρουνότοπους, μύλον αλεύρων ομού με το εκπαλαιρέον αυτού ύδωρ, καθώς και με το χειμερινόν λειβάδιον καλούμενον ..., το οποίον κείται εντός των συνόρων του ειρημένου τζιφλικίου, του οποίου τα όρια άρχονται πρώτον από την εκκλησίαν του ...

και πηγαίνουν εις τας ... εκείθεν εις τα ..., εκείθεν εις το οσπίτιον του Ζ., εκείθεν πηγαίνει εις το φρούριον, και εκείθεν ολόραχα κατηφορικώς εις την κάμινον του άσβεστου, εκείθεν διαβαίνουν από το μέρος καλούμενον ... ..., πηγαίνουν εις το χαράκιον του ύδατος του μύλου, της καμάρας και διά του χαρακίου φθάνει εις τον λόφον καλούμενον ...

και πάλιν ολόραχα, καθώς τρέχουν τα νερά, πηγαίνει εις το μικρόν ρεύμα, όπου είναι το σύνορον της ..., εκείθεν κατηφορικώς εις τα ... εκείθεν ανηφορικώς πηγαίνει εις τον ... και εκείθεν κατηφορικώς τελειώνει εις το μέρος καλούμενον ...". Το τσιφλίκι αυτό, που κατά τα ως άνω όρια του απεικονίζεται στα υπ’ αριθμ. ...

από Οκτωβρίου 2011 σχέδια με κόκκινο περίγραμμα της αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Δ. - Φ. Γ., η οποία συνέταξε τεχνική έκθεση για την εταιρεία Κ. Τεχνική Α.Ε., σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, περιλάμβανε γαίες πλήρους ιδιοκτησίας (γήπεδα, σπίτια, οικόπεδα, μύλο αλεύρων) και όλες οι υπόλοιπες ήταν δημόσιες γαίες (καλλιεργήσιμες γαίες, δάση, λιβάδια, αλωνότοποι), για την εξουσίαση των οποίων με δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως ο ιδιοκτήτης του τσιφλικιού θα έπρεπε να έχει ταπί.

Θα μπορούσε δε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να κατέχει αυθαιρέτως και τέτοιες γαίες χωρίς ταπί, πλην όμως μόνο επί των καλλιεργήσιμων γαιών ήταν δυνατό να αποκτήσει, μετά από δεκαετή καλλιέργεια τους δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης. Γι’ αυτό άλλωστε στο ως άνω πωλητήριο (χοτζέτι) αναφέρεται ότι ο πωλητής επώλησε "το τζιφλίκιον ..., το χειμερινό λειβάδιον, το κείμενον επί των συνόρων αυτού, μετά των θερινών λεγομένων αυτού χόρτων με όλα τα δικαιώματα των και παραρτήματα των, άπαντα τα παρεπόμενα των και παρακολουθήματά των, ...

παραδόσας (στους αγοραστές) αυτά τα μεν εις την κυριότητα των τα δε εις την πραγματικήν κατοχήν και χρήσιν των ..." Επιβεβαίωση της πώλησης αυτής έγινε με την υπ’ αριθμ. .../23-1-1837 δηλοποίηση του συμβολαιογράφου Αθήνων Δ. Σουρμελή, όπου προστίθεται ότι έχει εξαιρεθεί της πωλήσεως και "το βόσκημα της ... τα οποία βόσκονται παρ’ αλλότριων".

Εξάλλου, με την υπ’ αριθμ. .../30-3-1843 απόφαση της "Επί των πωλήσεων των οθωμανικών ιδιοκτησιών εξεταστικής επιτροπής ", αφού έγινε δεκτό ότι "το Δημόσιον δεν έπεται να έχη απαίτησιν τινά", εγκρίθηκε η ως άνω πώληση και αναγνωρίσθηκαν οι αγοραστές νόμιμοι κύριοι " των άνω ειρημένων κτημάτων κατά τα εν τω χοτζετίω σύνορα".

Στην ίδια όμως απόφαση υπήρξε η πρόβλεψη ότι "καθ’ όσον αφορά τα δικαιώματα του Δημοσίου επί των διά ταπίων κατεχομένων κτημάτων οι ειρημένοι κύριοι (αγοραστές) θέλει υπόκεισθαι εις το ληφθησόμενον γενικό μέτρον". Ακολούθως, με την από 22-4-1843 εντολή: α) του επί του βασιλικού οίκου των εξωτερικών Γραμματέως της Επικρατείας και β) του επί των οικονομικών Γραμματέως της Επικρατείας τέθηκε σε ισχύ η ως άνω απόφαση.

Περαιτέρω, δυνάμει του χοτζετίου της 10ης της Σελήνης Σεββάλ του έτους 1254 της Εγίρας (14-12-1833 κατά τη Χριστιανική χρονολόγηση) ο Οθωμανός Γ. του Χ. Σ. (γνωστός εξελληνισμένα και ως Ι. Τ. Ζ.) και η Π. θυγατέρα του Μ. "επώλησαν και παραχώρησαν" στο Γ. Κ. τέσσερα χειμάδια, μεταξύ των οποίων και τα "καλούμενα ..., κείμενα εντός και εκτός των γαιών ... της Φθιώτιδας". Με την από 3-8-1839 απόφαση της "Επί των πωλήσεων των οθωμανικών ιδιοκτησιών εξεταστικής επιτροπής", αφού έγινε δεκτό ότι "το Δημόσιον δεν έπεται να έχη απαίτησιν τινά", εγκρίθηκε η ως άνω πώληση και αναγνωρίσθηκε ο αγοραστής νόμιμος κύριος "των ως άνω ειρημένων κτημάτων κατά τα εν χοτζετίω σύνορα". Σημειώνεται ότι στο χοτζέτι δεν υπήρχε προσδιορισμός των ορίων των ως άνω ακίνητων. Στην ίδια δε απόφαση υπήρξε η πρόβλεψη ότι "καθ’ όσον αφορά τα δικαιώματα του Δημοσίου επί των διά ταπίων κατεχομένων κτημάτων ο ειρημένος κύριος (αγοραστής) θέλει υπόκεισθαι εις το ληφθησόμενον γενικόν μέτρον". Ακολούθως, με την από 15-8-1839 εντολή α) του επί του βασιλικού οίκου των εξωτερικών γραμματέως της Επικρατείας και β) του επί των οικονομικών Γραμματέως της Επικρατείας τέθηκε σε ισχύ η ως άνω απόφαση. Εξάλλου, με την υπ’ αριθμ. .../1850 πράξη του Συμβολαιογράφου Λαμίας Αλεξάνδρου Χατζίσκου ο ως άνω Ι. Τ. Ζ. και ο Γ. Κ. επανεβεβαίωσαν την αγοραπωλησία των τεσσάρων λειβαδίων, όπως αναφέρονται και την εξόφληση του τιμήματος.

Η περιοχή "...", στην οποία αναφέρεται η υπ’ αριθμ. 2239/ΤΠ/143/2006 αγωγή κατά των Β. Ζ. κλπ έχει έκταση 6.961 στρεμμάτων και απεικονίζεται με τα διακριτικά στοιχεία ... στο από 4-4-2006 τοπογραφικό διάγραμμα, που θεωρήθηκε από το Δασάρχη Λαμίας Ν. Κ., καθώς επίσης και στα υπ’ αριθμ. ... σχέδια με πορτοκαλί περίγραμμα της αγρονόμου τοπογράφου - μηχανικού Δ. - Φ.

Γ.. Συνορεύει βόρεια με τη δημόσια δασική έκταση της ..., νότια με την περιοχή ..., ανατολικά με δημόσια δασική έκταση και δυτικά με τη δημόσια δασική έκταση .... Η ανωτέρω έκταση έχει έδαφος αβαθές, πετρώδες (ασβεστολιθικό) με εξαίρεση ορισμένες εκτάσεις που καλλιεργούνται. Ειδικότερα, το έδαφος της παρουσιάζει κλίση 5-80% και τα 6515 στρέμματα καλύπτονται από θαμνώδη δασική βλάστηση πρίνου (πουρναριού) με βαθμό συγκόμωσης 0,4 - 0,6, τα 126 στρέμματα αποτελούν δασικές εκτάσεις, που είχαν εκχερσωθεί παράνομα κατά το παρελθόν, ενώ τα 320 στρέμματα είναι καλλιεργούμενες εκτάσεις, όπως αυτές απεικονίζονται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα.

Η επίδικη έκταση, κατά τα ανωτέρω καλύπτεται από θαμνώδη ξυλώδη βλάστηση (πυκνότερη και πιο άγρια από την περιοχή ...), η οποία σχηματίζει οργανική ενότητα (δασοβιοκοινότητα) και μπορεί να προσφέρει προϊόντα (ξυλεία) από τα υπάρχοντα φυτά, να συμβάλλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας και να εξυπηρετήσει τη διαβίωση του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος.

Πρόκειται δηλαδή για δάσος κατά την έννοια του άρθρου 1 του β.δ. της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" γι’ αυτό και το Δημόσιο είχε ανέκαθεν την εποπτεία αυτού κατά τα ισχύοντα για τα δάση και τις δασικές εκτάσεις. Για την ως άνω επίδικη έκταση, που αποτελούσε δάσος και πριν την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα του 1821, δεν υποβλήθηκαν εντός της ετήσιας προθεσμίας του άρθρου 3 του ως άνω β.δ.

στην επί των οικονομικών Γραμματεία νόμιμοι τίτλοι για την αναγνώριση της ως άνω ιδιοκτησίας.

Συνεπώς, μετά την πάροδο της ετήσιας προθεσμίας, αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Δημοσίου επ’ αυτής. Σε κάθε δε περίπτωση, ακόμη και αν εθεωρείτο ότι το επίδικο είναι λιβάδι (ή βοσκότοπος), όπως οι εφεσίβλητοι ισχυρίζονται και όπως αναγράφεται στις σχετικές μεταβιβαστικές πράξεις, που επικαλούνται, εφόσον γι’ αυτό, όπως αποδείχθηκε, δεν είχε εκδοθεί από την οθωμανική εξουσία ταπί, σύμφωνα με το β.δ.

της 3/15-12-1833 ανήκε κατά κυριότητα στο Δημόσιο. Η επίδικη έκταση βρίσκεται εκτός του τσιφλικιού ..., όπως αυτό ανωτέρω προσδιορίσθηκε κατά τα όριά του και συγκεκριμένα βρίσκεται στα ανατολικά του, πέραν της περιοχής ... Όπως δε προαναφέρθηκε, με την υπ’ αριθμ. .../30-3-1843 απόφαση της "επί των πωλήσεων των οθωμανικών ιδιοκτησιών εξεταστικής επιτροπής" οι αγοραστές του τσιφλικιού ...

αναγνωρίσθηκαν νόμιμοι κύριοι "των άνω ειρημένων κτημάτων κατά τα εν χοτζετίω σύνορα". Εφόσον όμως το επίδικο, που δεν αναφέρεται ως πωλούμενο στο χοτζέτι, βρισκόταν εκτός του τσιφλικιού, με την ως άνω απόφαση δεν αναγνωρίσθηκε οποιοδήποτε δικαίωμα επ’ αυτού στους αγοραστές του ούτε καν της κατοχής και χρήσης του, ακόμη και αν εθεωρείτο ότι το επίδικο υπάγεται στην αναφερόμενη στο χοτζέτι κατηγορία των "θερινών λεγομένων αυτού χόρτων", που έχει την έννοια του δικαιώματος της θερινής βοσκής (βλ.

την προαναφερόμενη υπ’ αριθμ. 303/1845 απόφαση του εν Λαμία Δικαστηρίου των Πρωτοδικών σελ. 9). Μετά την αγορά του ως άνω τσιφλικιού από τους Π. Σ. Σ. και Α. Ζ., Κ. Τ. αγόρασε σε πλειστηριασμό το μερίδιο του Π. Σ. Σ.. Όπως προκύπτει από το υπ’ αριθμ. .../12-7-1882 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Αντωνίου Γαϊτάνου, η Φ.

χήρα Κ. Τ., μετέπειτα χήρα Δ. Φ., κληρονόμησε με διαθήκη τον πρώτο σύζυγο της Κ. Τ. και συντάχθηκε σχετικώς η υπ’ αριθμ. .../20-10-1856 πράξη του συμβολαιογράφου Λαμίας Α. Χατζίσκου. Οι εξ αδιαθέτου δε κληρονόμοι της Φ. χήρας Τ., που αναφέρονται στο ανωτέρω συμβόλαιο, ήτοι η Α. Δ., Χ. Φ., Π. Φ., Β. Δ., εκδοχεύς των δικαιωμάτων των Ι.

Σ., Κ. συζ. Κ. Δ. το γένος Β. Σ., Π. Β. Σ. και Ε. Β. Σ., Γ. Σ., Ι. Σ., Κ. Γ. το γένος Σ., Χ. συζ. Α. Α. το γένος Π. Σ., Π. χήρα Κ. Κ. το γένος Π. Σ., Σ. Σ. και Ν. Σ., φέρονται να πωλούν και μεταβιβάζουν το μερίδιο τους (1/2 εξ αδιαιρέτου) επί του τσιφλικιού στον Π. Δ.. Περαιτέρω, με το υπ’ αριθμ. .../27-1-1885 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κορδαντόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο Πανάγος Δαμασκός φέρεται να πωλεί και μεταβιβάζει το μερίδιο του στον Κ.

Π. Ε. Ακολούθως, με το υπ’ αριθμ. .../15-6-1890 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Λαμίας Δ. Γρεβενίτου, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι αδελφοί Κ. Π. Ε. και Ι. Π. Ε., οι οποίοι ως κοινοπρακτούντες δήλωσαν ότι έχουν κοινή την περιουσία που απέκτησαν, φέρονται να διανέμουν την περιουσία τους και το 1/2 εξ αδιαιρέτου του τσιφλικιού λαμβάνει ο Ι.

Π. Ε.. Στη συνέχεια, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../8-9-1890 συμβολαίου του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο Ι. Π. Ε. φέρεται να μεταβιβάζει το μερίδιο του στον Χ. Τ. Ε.. Εξάλλου, ο Α. Ζ., που απεβίωσε το 1882, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από το γιό του

Ν. Ζ., την κόρη του Κ. Τ., τον αδελφό του Π. Ζ. και τη μητέρα του Α. χήρα Α. Ζ. Με το υπ’ αριθμ. .../1882 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Λαμίας Ν. Σπένδου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο Ν. Ζ. αγόρασε το μερίδιο της αδελφής του Κ. Τ., ενώ με το υπ’ αριθμ. .../1885 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά I. Σωτηρόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο Ν.

Ζ. και οι υπόλοιποι συγκληρονόμοι διένειμαν μεταξύ τους, την περιουσία τους και το 1/2 εξ αδιαιρέτου του τσιφλικιού περιήλθε στο Ν. Ζ.. Στη συνέχεια, με το υπ’ αριθμ. .../10-1-1925 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Λαμίας Χρήστου Χατζηχρήστου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο Ν. Ζ., αφού προηγήθηκε άρση με υπουργική απόφαση της ισχύουσας απαγόρευσης μεταβίβασης μεγάλων τμημάτων, φέρεται να μεταβιβάζει λόγω πωλήσεως το 1/2 εξ αδιαιρέτου επί των λιβαδιών ...

στους Γ. Ζ., Α. Ζ., Α. Π., Ε. Μ., Γ. Μ. και Α. Σ. ανά 1/7 εξ αδιαιρέτου και στους Α. Κ. και Κ. Σ. το απομένουν 1/7 εξ αδιαιρέτου. Παρομοίως, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../16-2-1921 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Λαμίας Χρήστου Χατζηχρήστου, που μεταγραφή με νόμιμα, ο Χ. Ε. Τ., αφού προηγήθηκε άρση με υπουργική απόφαση της ισχύουσας απαγόρευσης μεταβίβασης μεγάλων τμημάτων, φέρεται να μεταβιβάζει λόγω πωλήσεως το ανήκον σ’ αυτόν 1/2 εξ αδιαίρετου επί των λιβαδιών ...

στους Κ. Σ., Κ. Α., Ν. Κ., Γ. Α., Π. Σ., Ε. Α., Φ. Π. και Ν. Κ. Περαιτέρω, οι εφεσίβλητοι της ως άνω αγωγής ισχυρίζονται ότι μεταξύ των συγκυρίων του όλου ακινήτου έγινε άτυπη διανομή του σε δύο μέρη και συγκεκριμένα α) στο ανατολικό με την ονομασία ... εμβαδού 4349 στρεμμάτων περίπου, όπως αυτό απεικονίζεται στο από Νοεμβρίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Χ.

Σ. και β) στο δυτικό με την ονομασία ... εμβαδού 4401 στρεμμάτων περίπου, όπως αυτό αποτυπώνεται στο από Οκτωβρίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ε. Φ.. Οι αξιούμενες από τους εφεσίβλητους εκτάσεις καταλαμβάνουν ολόκληρο το επίδικο και επιπλέον μία μεγάλη έκταση ανατολικώς αυτού, όπως απεικονίζεται στο υπ’ αριθμ. 4 σχέδιο της ως άνω αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Δ.

Φ. Γ. Μετά δε από διαδοχικές μεταβιβάσεις, το ανατολικό τμήμα (...) αξιώνεται από τους υπ’ αριθμ. Β1 έως 29 των εφεσίβλητων ενώ το δυτικό τμήμα (...) αξιώνεται από τους υπ’ αριθμ. Β30 έως 59 των εφεσίβλητων. Πάντως, όλοι οι ως άνω εφεσίβλητοι αμφισβητούν την κυριότητα του Δημοσίου επί του όλου επιδίκου ακινήτου, εμβαδού 6.961 στρεμμάτων.

Από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων δεν αποδείχθηκε η διενέργεια συγκεκριμένων πράξεων φυσικής εξουσίας επί του επιδίκου εκ μέρους των δικαιοπαρόχων των εφεσίβλητων μέχρι τις 11-9-1915. Αυτό ισχύει και όσον αφορά και τις πράξεις εξουσίασης διά βοσκήσεως, για τις οποίες οι εφεσίβλητοι επικαλούνται και προσκομίζουν διάφορα μισθωτήρια, καθόσον μάλιστα η αξιούμενη από αυτούς έκταση είναι πολύ μεγαλύτερη από την επίδικη.

Πέραν αυτού όμως, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι υπήρχαν πράξεις φυσικής εξουσίας (κατοχής) από τους δικαιοπαρόχους των εφεσίβλητων στο επίδικο, ουδόλως αποδείχθηκε ότι αυτές γίνονταν με διάνοια κυρίου και πολύ περισσότερο καλόπιστα, κατά την έννοια που προεκτέθηκε, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν κατ’ ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας του Δημοσίου.

Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει σαφώς ιδίως από τα ακόλουθα: 1) όπως προαναφέρθηκε, για το επίδικο, που ήταν δάσος, δεν τηρήθηκε η κατά νομοθετική επιταγή προβλεπόμενη διαδικασία για την αναγνώριση του ως ιδιωτικού, ενώ και με την εκδοχή ότι αυτό είχε το χαρακτήρα λιβαδιού ή βοσκοτόπου, αυτό δεν κατεχόταν με ταπί και συνεπώς κατά το νόμο σε αμφότερες τις περιπτώσεις ανήκε στο Δημόσιο, συνακόλουθα δε ως νομοθετική πρόβλεψη αυτό ήταν γνωστό σε όλους τους δικαιοπαρόχους των εφεσίβλητων, 2) το επίδικο δεν βρισκόταν εντός των ορίων του τσιφλικιού ..., όπως αυτά προσδιορίσθηκαν στο χοτζέτι, σε κάθε δε περίπτωση, όπως προεκτέθηκε, με την ως άνω υπ’ αριθμ. .../30-3-1843 απόφαση της "επί των πωλήσεων των οθωμανικών ιδιοκτησιών εξεταστικής επιτροπής" δεν αναγνωρίσθηκε στους αγοραστές του τσιφλικιού ...

οποιοδήποτε δικαίωμα επί του επιδίκου ούτε καν αυτό της θερινής βοσκής, 3) στα ανωτέρω υπ’ αριθμ. .../1882, .../1885, .../1890, .../1890 συμβόλαια στην περιγραφή του χωρίου (τσιφλικίου) ... αναφέρονται και "τα θερινά λειβάδια" ... πλην όμως αυτά δεν περιλαμβάνονται στα αναφερόμενα στη συνέχεια όρια του χωρίου ... τα οποία είναι αυτά που προεκτέθηκαν, σύμφωνα με το αρχικό χοτζέτι.

Για πρώτη φορά οριοθετούνται τα "λειβάδια" αυτά με τα ανωτέρω υπ’ αριθμ. .../1925 και .../1926 συμβόλαια, ενώ επισημαίνεται, σε σχέση με τα ανωτέρω τέσσερα προγενέστερα συμβόλαια, ότι, όπως προεκτέθηκε, στο υπ’ αριθμ. .../1926 συμβόλαιο για την περιοχή ..., ο όρος πώληση χειμερινού και θερινού λιβαδίου σημαίνει αναμφίβολα πώληση δικαιώματος χειμερινής ή θερινής βοσκής ή χορτονομής, 4) μολονότι και για τις περιοχές ...

και ... οι αρχικοί αγοραστές του τσιφλικιού ... ισχυρίζονταν ότι οι γαίες αυτές ανήκαν στους ίδιους, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες υπ’ αριθμ. 303/1845 και 99/1849 αποφάσεις του εν Λαμία Δικαστηρίου των Πρωτοδικών, στη συνέχεια, όπως αποδείχθηκε, αυτοί αποκόπηκαν από κάθε δικαίωμα επ’ αυτών, τα οποία παρέμειναν στην κατοχή του Γ.

Κ., ο οποίος απλώς επικαλούνταν δικαίωμα βοσκής, 5) με την υπ’ αριθμ. 2212/1874 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, επί αγωγής του Δημοσίου κατά του Α. Ζ. και του Δ. Φ., σε σχέση με το αναφερόμενο στο ως άνω από 23-1-1831 χοτζέτι ως συμμεταβιβαζόμενο χειμερινό λιβάδι "...", το οποίο μάλιστα περιγραφόταν στο χοτζέτι επακριβώς κατά τα όριά του, κρίθηκε ότι οι εναγόμενοι "δεν είχαν τη διανοία κυρίου κατοχή του επιδίκου λιβαδίου "..." αλλά αυτοί είχαν "μόνον την χρήσιν του χόρτου", "την νομήν του χόρτου του επιδίκου λιβαδίου".

Σημειωτέον δε, ότι με την υπ’ αριθμ. 575/1983 απόφαση του Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε διεκδικητική αγωγή κατά του Δημοσίου για το ως άνω ακίνητο ..., διότι κρίθηκε ότι αυτό ανήκει στο Δημόσιο, στο οποίο περιήλθε κατά κυριότητα μετά την τουρκοκρατία και δεδομένου ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εκεί εναγόντων, που ταυτίζονται με αυτούς των εφεσίβλητων στην παρούσα δίκη, δεν απέκτησαν το ως άνω ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία μέχρι το 1915.

Επομένως, το επίδικο ακίνητο, που μέχρι τις 11-9-1915 παρέμεινε στην κυριότητα του Δημοσίου, συνέχισε να βρίσκεται στην κυριότητα αυτού και κατά το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, εφόσον πλέον δεν ήταν δυνατή η χρησικτησία κατ’ αυτού.

Ακολούθως το Εφετείο δεχόμενο την έφεση του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου και ως βάσιμη κατ’ ουσία εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δέχτηκε την ένδικη αγωγή του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τους αναιρεσείοντες και ως βάσιμη κατ’ ουσία αναγνωρίσαν το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο κύριο της επίδικης εδαφικής έκτασης. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου και δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση και επομένως οι περί του αντιθέτου δεύτερος, πέμπτος, μέρος δεύτερο, έκτος και έβδομος, μέρος δεύτερο, λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι. Ο πρώτος, μέρος δεύτερο, λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης είναι απαράδεκτος αφού κατά το άρθρο 387 ΚΠολΔ το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων και η κρίση του δικαστηρίου για την εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 επ. ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθηση του ως προς την βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τ’ αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11γ’ του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο, μέρος πρώτο, δεύτερο, μέρος δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, μέρος πρώτο, έβδομο, μέρος πρώτο, λόγους αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη του τα παρακάτω έγγραφα: τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκαν μετά την 63/2009 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, την .../1843 απόφαση του Υπουργού της Γραμματείας των Οικονομικών, το .../1836 προσύμφωνο αγοραπωλησίας, το χοτζέτι, την .../1942 έκθεση εγκατάστασης, τα συμβόλαια μεταβίβασης, τα συμβόλαια ενοικίασης .../1840, 1427/1840 και .../1850, τοπογραφικούς χάρτες που συνοδεύουν τις εκθέσεις των πραγματογνωμόνων και των τεχνικών συμβούλων των αναιρεσειόντων, την 2212/1874 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το από 8-9-1981 τοπογραφικό διάγραμμα του Δασαρχείου Λαμίας, την κατάθεση του Δντη Δασών Δ.

Τ. ενώπιον του Εισαγγελέα Λαμίας, την 52/2000 απόφαση του Πρωτοδικείου Λαμίας, τις 92945/8876/1993, 1140161/5214/1999 και 114015/5213/1999 αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας, τις 1345/2006 και 57848/7255/2011 εκθέσεις αυτοψίας του Δασαρχείου Λαμίας, τις 45/1997 και 48/1997 διατάξεις του Εισαγγελέα Αθηνών, την 127/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας και τις 294/1984, 2/1986, 3/1986, 4/1986 και 5/1986 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Λαμίας, το φιρμάνι, το χοτζέτι, τον πλειστηριασμό 4874/1842 και την .../1842 έκθεση εγκατάστασης υπερθεματιστή, την 137/1842 απόφαση Πρωτοδικείου Λαμίας, 2543/1842 απόφαση Εφετείου Αθηνών, 27/1843 ΑΠ και 2883/1845 Εφετείου Ναυπλίου, την πλήρη σειρά συμβολαίων από το 1836 μέχρι το 1915, τα ενοικιαστήρια συμβόλαια μίσθωσης .../1837, .../1840, .../1841, .../1855, .../1855, .../1856, .../1840, .../1841, .../1854, .../1858 και .../1881.

Από τη βεβαίωση, όμως, του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και "όλα ανεξαιρέτως τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα" και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία ότι τούτο για το σχηματισμό της κρίσης του, στην οποία τελικώς κατέληξε, έλαβε υπ’ όψη του και συνεκτίμησε μαζί με όλες τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα προαναφερόμενα έγγραφα και επομένως οι εξεταζόμενοι λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

Η περιεχόμενη στον έβδομο, μέρος τρίτο, λόγο αναίρεσης αιτίαση για παραμόρφωση του περιεχομένου των εγγράφων που αναφέρονται στον ίδιο λόγο πέραν της αντιφατικότητας της πλήττει την εκτίμηση των αποδείξεων που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και επομένως είναι απαράδεκτη.

Αλλά και η περιεχόμενη όμοια αιτίαση στον όγδοο λόγο αναίρεσης για παραμόρφωση των 2212/1874 και 101/1879 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών αφού μ’ αυτήν πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων είναι απαράδεκτη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει την από 7.1.2014 αίτηση των Ζ. Β. κλπ για αναίρεση της 136/2012 απόφασης του Εφετείου Λαμίας ως προς τους παρισταμένους αναιρεσείοντες.

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους παρισταμένους αναιρεσείοντες στα δικαστικά των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει για το Ελληνικό Δημόσιο σε τριακόσια (300) Ευρώ και για δεύτερη αναιρεσίβλητη "Κ. ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Σεπτεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Νοεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ