1330/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1330/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων, και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Αυτό υπάρχει, όταν εκχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα, ο οποίος ρυθμίζει βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1330 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1330/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Χ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Φωτόπουλο.
Της αναιρεσιβλήτου: Φ. Σ. του Κ., συζ. Γ. Χ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16656/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 1871/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 18-12-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 21-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Όπως προκύπτει από την με αριθμό Δ 1616/26.2.2010 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ... ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τις κάτω από αυτές πράξεις τού Προέδρου και Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, με τις οποίες ορίστηκε το αρμόδιο Τμήμα η δικάσιμος και ο Εισηγητής Δικαστής επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Η τελευταία, όμως δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, όταν αυτή εκφωνήθηκε κατά τη σειρά της, από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 ΚΠολΔ. Επομένως πρέπει να δικασθεί ερήμην και να χωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία της (αρθ. 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων, και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Αυτό υπάρχει, όταν εκχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα, ο οποίος ρυθμίζει βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.
Eσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, ανέλεγκτα ο δικαστής της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτού ή, αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν. (Ολ.ΑΠ 36/1988, Ολ.ΑΠ 4/2006 ΑΠ 159/2004).
Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει, επαγγελματική ενασχόληση και μπορούν να χρησιμοποιηθούν, είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (αρθρ. 336 iv ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, μετά τη διαπίστωση της βασιμότητάς τους η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (αρθρ. 559 αρ.1 εδ.β' ΚΠολΔ) (Ολ.ΑΠ 10/2005, ΑΠ 377/1998), μπορούν να αποτελέσουν λόγο αναίρεσης, μόνο κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου.
Δηλαδή, κατά την εξειδίκευση των περιεχόμενων στον κανόνα δικαίου αόριστων νομικών εννοιών ή κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 23/1988, ΑΠ 750/2003). Δεν ελέγχεται, όμως, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη η παράλειψη προκάλεσε το ζημιογόνο αποτέλεσμα (ΑΠ 1011/1994).
Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναίρεσης, όταν χρησιμεύουν, για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση αποδείξεων (ΑΠ 656/1996, ΑΠ 120/2004), η ερμηνεία δικαιοπραξίας, ούτε για την εκτίμηση, της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων (Ολ.ΑΠ 10/2005, ΑΠ 377/1998, ΑΠ 1373/2002). Στη συνέχεια, ο αναιρετικός λόγος για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου (αρθρ.559 αρ.20 ΚΠολΔ), καθιδρύεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Έγγραφο, κατά την πιο πάνω έννοια είναι μόνο το αποδεικτικό έγγραφο (αρθρ. 339 και 432 επ.), το οποίο παρέχει άμεση ή και έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου (ΑΠ 44/2003). Θα πρέπει δε, το δικαστήριο της ουσίας, να στήριξε την, επιζήμια για τον αναιρεσείοντα, κρίση του, αποκλειστικά η κατά κύριο λόγο σε έγγραφο που φέρεται παραμορφωμένο (ΑΠ 1440/2002, ΑΠ 627/2003).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο παραπάνω λόγος, όταν το έγγραφο αυτό απλώς συνεκτιμήθηκε με άλλες αποδείξεις, χωρίς να εξαίρεται ειδικά το ίδιο, ως προς το πόρισμα για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ 506/1988, ΑΠ 686/2005). Πρέπει, επιπρόσθετα, να δίδεται στο έγγραφο, περιεχόμενο, έκδηλα, κραυγαλέα διαφορετικό, από εκείνο που διαλαμβάνεται σ' αυτό (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 4/2003, ΑΠ 507/2003, ΑΠ 437/2005).
Δεν υπάρχει, όμως, παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο, εξετίμησε, απλά, το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως έχει ακριβώς, ύστερα από ορθή ανάγνωση (Ολ.ΑΠ 1/1999).Ούτε, όταν το δικαστήριο, ανέγνωσε μεν ορθά το επίμαχο έγγραφο, αλλά αξιολόγησε εσφαλμένα το περιεχόμενο του (το αληθινό), καταλήγοντας σε κρίση και συμπέρασμα αντίθετο, από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, ούτε όταν το δικαστήριο, ερμήνευσε εσφαλμένα τη δήλωση βούλησης που περιέχεται στο έγγραφο (ΑΠ 155/1996).
Για να είναι ορισμένος ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, θα πρέπει να προσδιορίζεται ακριβώς, στην αίτηση (ΑΠ 422/1993, ΑΠ 194/2005), το επίμαχο έγγραφο, το περιεχόμενό του, όπως, και το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο "αυτολεξεί" (ΑΠ 1654/2005), ώστε να καθίσταται προφανές από τη σύγκριση το διαγνωστικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 811/1998 ΑΠ 1643/2005, ΑΠ 1647/2005), έστω και έμμεσα, ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (ΑΠ 811/1998) και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε, εξ αιτίας της παραμόρφωσης το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 31/1997).
Τέλος, δεν καθιδρύεται λόγος αναίρεσης, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.4 ΚΠολΔ, σε περίπτωση παράβασης των κανόνων της, κατά τόπο, αρμοδιότητας, διότι τέτοιος λόγος δεν αναφέρεται στην πιο πάνω διάταξη (ΑΠ 661/2004,ΑΠ 1529/1991).
Στην παρούσα περίπτωση, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτο για την ουσία (αρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ), κρίση της, τα ακόλουθα: "Από την εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταποδείξεως, που εξετάσθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά, αντίγραφο των οποίων επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, από τις υπ' αριθμ. ...
και .../26-2-2009 ένορκες βεβαιώσεις των Μ. Α. και Α. Τ., ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σοφ. Ιορδανίδου, που δόθηκαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγόντων [βλ. την 6531/24-2-2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης ...] και από όλα τα έγγραφα, που αυτοί προσκομίζουν και επικαλούνται, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: 0 εναγόμενος και στην παρούσα δίκη εκκαλών και η Φ.
Σ., τέλεσαν νόμιμο γάμο, σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης του Χριστού Εκκλησίας στη Νάουσα Ν. Ημαθίας, στις 27-4-1991 και από το γάμο τους αυτόν απέκτησαν δύο τέκνα, την Κ. και την Ά. - Ξ., που γεννήθηκαν στις 11-10-1991 και 9-10-1992. Η έγγαμη συμβίωση τους δεν εξελίχθηκε ομαλά και διακόπηκε οριστικά κατά μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2006.
Έκτοτε, τα ως άνω ανήλικα διαμένουν με τη μητέρα τους, στην οποία και ανατέθηκε αποκλειστικά η άσκηση της επιμέλειας τους, και επομένως νόμιμα εκπροσωπούνται από αυτήν στην παρούσα δίκη διατροφής [άρθρο 1516 Α.Κ.]. Τα ανήλικα τέκνα, στερούνται οποιασδήποτε περιουσίας ή εισοδήματος από οποιαδήποτε πηγή, ενώ λόγω της ηλικίας τους δεν μπορούν να εργασθούν.
Έτσι, δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν με τις δικές τους δυνάμεις τις ανάγκες διατροφής τους και έχουν αξίωση διατροφής έναντι των γονέων τους, καθένας από τους οποίους ενέχεται ανάλογα με τις δυνάμεις του [αρθρ. 1486 παρ.2, 1489 παρ.2 Α.Κ.]. Οι ανήλικες κόρες του εναγομένου φοιτούν σε δημόσιο Λύκειο και ειδικότερα η Κ.
είναι μαθήτρια της Β' τάξης Λυκείου και η Ά. Ξ. της Α' τάξης Λυκείου. Η ανήλικη Κ. για την προετοιμασία της στις εισαγωγικές εξετάσεις της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης έχει ανάγκη προγυμνάσεως. Για την πληρέστερη και αρτιότερη προετοιμασία της για τις εξετάσεις αυτές παρακολουθεί μαθήματα στο ιδιωτικό φροντιστήριο "Β." αντί ετησίων διδάκτρων 2.930 ευρώ.
Παράλληλα παρακολουθεί μαθήματα εκμάθησης της αγγλικής γλώσσας στο Κέντρο ξένων γλωσσών "Κ.", αντί ετησίων διδάκτρων 850 ευρώ. Η ανήλικη Ά. - Ξ. παρακολουθεί μαθήματα στο ιδιωτικό φροντιστήριο "Κύτταρο", αντί ετησίων διδάκτρων 1.800 ευρώ. Παράλληλα παρακολουθεί μαθήματα εκμάθησης της αγγλικής γλώσσας στο κέντρο ξένων γλωσσών "Κ." αντί ετησίων διδάκτρων 850 ευρώ, καθώς και μαθήματα μπαλέτου στη σχολή της Α.
Π., αντί ετησίων διδάκτρων 420 ευρώ. Ιδιαίτερα προβλήματα υγείας να ανήλικα δεν έχουν, η δαπάνη δε αντιμετώπισης των τυχόν προβλημάτων υγείας τους καλύπτεται, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, από το δημόσιο ασφαλιστικό φορέα της μητέρας τους, στον οποίο είναι έμμεσα ασφαλισμένα. Οι λοιπές δαπάνες συντηρήσεως των ανηλίκων δηλαδή τροφής, ενδύσεως, εκπαίδευσης, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, ψυχαγωγίας και παραθερισμού είναι οι συνήθεις των συνομηλίκων τους, της αυτής, από απόψεως οικονομικών δυνατοτήτων γονέων τους, καταστάσεως.
Αυτές βαρύνονται αναλογικά και με τις δαπάνες στέγασης και τα λειτουργικά έξοδα της οικίας [θέρμανσης, ηλεκτρικό, νερό κ.α.], καθ' όσον διαμένουν μαζί με τη μητέρα τους σε μισθωμένη, αντί 450 ευρώ, οικία. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι, ο εναγόμενος πατέρας των ανηλίκων εργάζεται ως μεσίτης και υπεύθυνος πωλήσεων στην εδρεύουσα στην Καλαμαριά εταιρία "ΜΕΤΕΘ Μελετητική Τεχνικών Έργων Θεσσαλονίκης", που είναι θυγατρική του ομίλου εταιριών με την επωνυμία "ΑΘΩΝΙΚΗ Α.Ε." και από την εργασία του αυτή εσοδεύει καθαρό μηνιαίο εισόδημα 3.000 ευρώ.
Ο ισχυρισμός του ότι αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα και ως εκ τούτου εργάζεται με μειωμένο ωράριο στην παραπάνω εταιρία, αντί μηνιαίου μισθού 420 ευρώ, δεν αποδείχθηκε βάσιμος, καθόσον αναιρείται από τη σαφή και πειστική κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης Μ. Τ., ο οποίος βεβαιώνει ότι το μηνιαίο εισόδημα του εναγομένου, όπως ο ίδιος του είπε, το 2006, ανέρχονταν σε 3.000 ευρώ, αλλά και από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την ενάγουσα φωτογραφίες, όπου σε αναρτημένες πινακίδες της εν λόγω εταιρίας ο εναγόμενος αναγράφεται ως υπεύθυνος πωλήσεων της ΜΕΤΕΘ Α.Ε.
Διαφορετικό συμπέρασμα και ειδικότερα ότι τα καθαρά έσοδα του ανέρχονται σε μικρότερο ποσό, δεν μπορεί να συναχθεί από τα προσκομιζόμενα από τον ίδιο εκκαθαριστικά σημειώματα της οικίας Δ.Ο.Υ., τα οποία έγιναν βάσει της δηλώσεως του, που δεν προκύπτει ότι έχουν ελεγχθεί [βλ. Εφ.Θεσ. 286/2001, Αρμ. 2001.923] με συνέπεια να μη δεσμεύει το Δικαστήριο καθ' όσον δεν έχει ελεγχθεί η ειλικρίνεια των δηλώσεων του [Α.Π. 659/1988 Ελ.Δικ. 30,310], αλλά και ούτε από την ιατρική γνωμάτευση του νευρολόγου ιατρού Ζ.
Δ., από την οποία προκύπτει ότι πάσχει από μείζονα κατάθλιψη και χρόνιο αλκοολισμό, πλην όμως σε στάδιο αποθεραπείας με πολύ καλά αποτελέσματα, καθόσον εξ αυτής και μόνο δεν συνάγεται με βεβαιότητα ή ανικανότητα του προς βιοποριστική εργασία. Διαμένει με τη νέα του σύντροφο, δικηγόρο, στην οικία της τελευταίας και συνεπώς καλύπτει αδαπάνως τις στεγαστικές του ανάγκες.
Δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει κινητή ή ακίνητη περιουσία, προσοδοφόρα, εκτός από το 50% μιας οικίας, εμβαδού 80 τ.μ., που βρίσκεται στην Νάουσα [οδός ...] και το 25% αποθηκευτικών χώρων στο ίδιο οικόπεδο [βλ. την από 3-7-2007 δήλωση στοιχείων ακινήτων Ε9 που προσκομίζεται]. Δεν βαρύνεται με τη διατροφή άλλου προσώπου, πλην των ως άνω ανηλίκων τέκνων του, αφού το τέκνο του Ε.
από τον πρώτο του γάμο είναι ήδη ενήλικο, ο ίδιος δε δεν βαρύνεται με ιδιαίτερες άλλες δαπάνες, πλην των συνήθων για διατροφή και συντήρηση του. Εξάλλου, η μητέρα των ανηλίκων εργάζεται ως δημόσιος υπάλληλος στον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας και οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές της, με συνυπολογισμό της αναλογίας των δώρων εορτών και του επιδόματος αδείας, ανέρχονται στο ποσό των 1.596 ευρώ περίπου το 2006 [βλ.
το εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2007] και ήδη σε 1.663 ευρώ, το έτος 2007. Αυτή, όπως προειπώθηκε, διαμένει με τα ανήλικα τέκνα της σε μισθωμένη οικία και έτσι επιβαρύνεται με δαπάνες στέγασης, καθώς και με τα αυξημένα, ως εκ της εκεί διαμονής και των ως άνω τέκνων της, λειτουργικά έξοδα της κατοικίας αυτής, ιδίως αυτά που αφορούν τις δαπάνες θερμάνσεως, καθώς και καταναλώσεως ηλεκτρικού ρεύματος και νερού.
Επίσης, βαρύνεται με την καταβολή δόσεων, ποσού 141,55 ευρώ το μήνα, προς εξόφληση δανείου, το οποίο έλαβε από την υπηρεσία της, η δαπάνη όμως για την εξυπηρέτηση του δανείου αυτού δεν προαφαιρείται από τα εισοδήματα της, αλλά λαμβάνεται υπόψη ως στοιχείο προσδιοριστικό της αξίας της περιουσίας της, η οποία πρέπει να εκληφθεί ότι μειώνεται κατά το οφειλόμενο ποσό, καθώς και ως στοιχείο προσδιοριστικό των συνθηκών διαβίωσης της [Α.Π. 471/2005, Νόμος, Εφ.Θεσ. 827/2007, Εφ.Θεσ. 88/2002, 2099/2001, αδημ., Εφ.Θεσ. 2241/2000, Αρμ. 2001.330].
Δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει κινητή ή ακίνητη περιουσία, προσοδοφόρα ή όχι, ενώ δεν επιβαρύνεται και με τη διατροφή άλλου προσώπου, πλην των ως άνω ανηλίκων τέκνων της. Επίσης, αυτή επιμελείται αυτοπροσώπως τα ενάγοντα ανήλικα τέκνα της και παρέχει σ' αυτά κάθε είδους εξυπηρετήσεις και φροντίδες που κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας συνδέονται με τη συνοίκηση και είναι αποτιμητές σε χρήμα.
Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το δικαστήριο κρίνει ότι, για την ανάλογη με τις ανάγκες των προαναφερομένων ανηλίκων τέκνων διατροφή, όπως αυτές προκύπτουν από τις σημερινές συνθήκες της ζωής τους και συγκεκριμένα τις ανάγκες τους για ένδυση, διατροφή, εκπαίδευση, αγορά σχολικών ειδών, ιατρική παρακολούθηση, ψυχαγωγία και εν γένει συντήρηση τους, απαιτείται, λαμβανομένης υπόψη και της οικονομικής καταστάσεως των γονέων τους, το ποσό των εξακοσίων πενήντα [650] ευρώ μηνιαία για την Κ.
και το ποσό των εξακοσίων [600] ευρώ μηνιαία για την Ά. -Ξ.. Στα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά συμπεριλαμβάνεται και η, ως εκ της διαβιώσεως των ως άνω ανηλίκων τέκνων, προκύπτουσα επιβάρυνση των λειτουργικών εξόδων της κατοικίας, οπού διαμένουν, τα οποία φέρε η μητέρα τους, ενώ συνυπολογίζονται και οι αποτιμώμενες σε χρήμα, συναφείς με την περιποίηση και φροντίδα του προσώπου τους, υπηρεσίες, των οποίων έχουν ανάγκη για την ανατροφή τους και τους προσφέρονται από την τελευταία.
Από τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά ο εναγόμενος πατέρας τους είναι σε θέση, με βάση την προαναφερθείσα οικονομική του δυνατότητα και την προσωπική του κατάσταση, συσχετιζόμενη με την αντίστοιχη οικονομική δυνατότητα και την προσωπική κατάσταση της μητέρας τους, να καλύψει για το επίδικο χρονικό διάστημα το ποσό των τετρακοσίων είκοσι [420] ευρώ μηνιαία για την Κ.
και το ποσό των τριακοσίων ογδόντα [380] ευρώ μηνιαία για την Ά. - Ξ., χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η δική του διατροφή, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται αυτός [εναγόμενος] με την παραδεκτά προβληθείσα ένσταση περί διακινδυνεύσεως ιδίας διατροφής, η οποία πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Το υπόλοιπο μέρος της δικαιούμενης διατροφής των ανηλίκων οφείλει να το επιβαρυνθεί η μητέρα τους, η οποία έχει την οικονομική δυνατότητα να το προσφέρει, με παροχές είτε σε είδος [με την προσωπική της, καθημερινή φροντίδα] είτε σε χρήμα [από το προσωπικό της εισόδημα], ως έχουσα, κατά νόμο, συντρέχουσα και ανάλογη των οικονομικών και εν γένει δυνατοτήτων της, υποχρέωση διατροφής τους.
Πρέπει να σημειωθεί ότι ο επιμερισμός αυτός της απαιτουμένης για τα ανήλικα τέκνα του εναγομένου διατροφής, μεταξύ των γονέων τους, γίνεται χωρίς να απαιτείται η υποβολή ένστασης συνεισφοράς και της μητέρας τους, εκ μέρους του εναγομένου, δεδομένου ότι με την αγωγή ζητείται όχι ολόκληρο το ποσό της απαιτουμένης για τα εν λόγω ανήλικα διατροφής, αλλά μόνο το ποσό που αντιστοιχεί στην υποχρέωση συμμετοχής του εναγομένου στη διατροφή αυτή, μετά την αφαίρεση της συμμετοχής της μητέρας του, η υποβληθείσα δε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένσταση συνεισφοράς και της μητέρας των ανηλίκων που αποτελεί αρνητικό ισχυρισμό [Εφ.Θεσ. 2944/2004, Αρμ. 2005.886] αλυσιτελώς προβάλλεται.
-Με τις πιο πάνω παραδοχές, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε τις στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφερόμενες διατάξεις, και, όπως και στην ίδια απόφαση αναφέρεται, έλαβε υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας. Ουδόλως δε παρερμήνευε οποιοδήποτε έγγραφο. Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση: α) δεν μνημονεύεται στο αναιρετήριο, και μάλιστα "αυτολεξεί", οποιοδήποτε έγγραφο, β) δεν συνδέεται η παρερμηνεία του, με τις σκέψεις της προσβαλλόμενης απόφασης, γ) δεν αναφέρεται στην τελευταία, πως η εκτίμησή της, στηρίζεται αποκλειστικά η κυρίως σε κάποιο έγγραφο, αλλά την κρίση της, κατά τα προαναφερόμενα, σχηματίζει, απ'όλα τα ενώπιόν της, προσαχθέντα αποδεικτικά στοιχεία, δ) και αν θα εθεωρείται πως, ο αναιρεσείων, πράγματι προβάλλει την από το άρθρο 559 αρ.19 πλημμέλεια, και πάλι η πιο πάνω απόφαση, περιέχει πλήρεις και ουδόλως αντιφατικές αιτιολογίες, που στηρίζουν το διατακτικό της. Εξ άλλου, δεν εισάγεται παραδεκτά για κρίση λόγος, που αφορά την κατά τόπο αναρμοδιότητα, κατά τις παραπάνω νομικές παραδοχές. Άρα οι πρώτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης που προβάλλουν τα αντίθετα, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι αντίθετα.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ.8, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, η απόφασή του υπόκειται σε αναίρεση. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση, η παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένσταση (Ολ.ΑΠ 3/1993,).
Για να υπάρξει λόγος για λήψη υπόψη μη προταθέντων ισχυρισμών, πρέπει αυτοί να έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως, όταν το δικαστήριο της ουσίας κρίνει επι ανύπαρκτης βάσης αγωγής η λόγου έφεσης (Ολ.ΑΠ 22/2005), η λαμβάνει υπόψη θεμελιωτικά της αγωγής γεγονότα, τα οποία δεν περιέχονται σ' αυτή (Ολ.ΑΠ 294/1981).
Αντίθετα, δεν επέρχεται παραβίαση και δεν θεμελιώνεται ο πιο πάνω λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, υπάγει τα πραγματικά περιστατικά σε διάφορο κανόνα δικαίου από εκείνο που υπέδειξε ο διάδικος (ΑΠ 302/1999 ΑΠ 952/2000). Ακόμη, δεν καθιδρύεται ο λόγος αυτός, όταν υπάρχουν νομικώς αδιάφορα περιστατικά (ΑΠ 163/1994) ή του χαρακτήρα ή της έννοιας των νομικών διατάξεων (ΑΠ 1313/1997), ή όταν το δικαστήριο, εφαρμόζοντας, αυτεπάγγελτα, το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό της διαφοράς, με βάση τα εκτιθέμενα, έστω και, αν καταλήξει σε διάφορο συμπέρασμα από το διάδικο που προτείνει τα περιστατικά (ΑΠ 302/1999).
Τέλος, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.12 λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, προσέδωσε αυξημένη η μικρότερη αποδεικτική ισχύ, σε αποδεικτικό μέσο από εκείνη που καθορίζει, δεσμευτικά, για το δικαστήριο ο νόμος (ΑΠ 30/2009, ΑΠ 186/2006, ΑΠ 540/2006). Δεν καθιδρύεται ο λόγος, όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από άλλα, ισοδύναμα, κατά νόμο, αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 31/1999, ΑΠ 1225/2002, ΑΠ 30/2005).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται στις ειδικές διαδικασίες αφού λαμβάνονται υπόψη και μη πληρούντας τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 416/1999, ΑΠ 1225/2002).
Στην παρούσα περίπτωση, πρόκειται για υπόθεση που εξεδικάσθη κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666 παρ.1, 667, 670, 671 παρ.1 έως 3 και 672 έως 676 ΚΠολΔ. Άρα, δεν πληρούται η πιο πάνω προϋπόθεση. Σε κάθε περίπτωση, από τις παραπάνω παραδοχές, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, πως το Εφετείο, έλαβε, με τον προσήκοντα τρόπο, υπόψη, και, εξετίμησε τα αποδεικτικά μέσα με την δύναμη που ο νόμος προσδίδει σ' αυτά, εφ' όσον "...
η αξιολόγηση ..." ή μη αυτών, κατά τον τρόπο που εκτιμά ο αναιρεσείων (και δή των ιατρικών εγγράφων), δεν συνιστά τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο. Άλλωστε, ο τελευταίος, κάνει λόγο, εκτενώς, για τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, που, όπως επισημάνθηκε, κείνται εκτός του αναιρετικού ελέγχου. Στη συνέχεια, αναφορικά με την προβληθείσα, από τον αναιρεσείοντα ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ, το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: "Όσον αφορά την προβληθείσα πρωτοδίκως ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος των δικαιούχων διατροφής ανηλίκων (281 ΑΚ), επικαλούμενος ότι με την άσκηση της αγωγής διατροφής, η μητέρα των ανηλίκων επιδιώκει όχι διατροφή για τα ανήλικα τέκνα τους, αλλά την μη αποδέσμευση του εναγομένου από το γάμο με διαζύγιο και την ικανοποίηση του εγωισμού της, καθώς και την ηθική και οικονομική εξόντωσή του, αυτή (η ένσταση) είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη και προδήλως αβάσιμη, αφού αναφέρεται σε συμπεριφορά όχι των δικαιούχων διατροφής ανηλίκων, αλλά της συζύγου του.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την παραπάνω ένσταση ως μη νόμιμη δεν έσφαλε, γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός λόγος της έφεσης, ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Με αυτή την κρίση, το Εφετείο, δεν παρέλειψε να κρίνει επί προταθέντων "πραγμάτων" (ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, αλλά, αντίθετα, αποφάνθηκε σχετικά.
Ο αναιρεσείων επικαλείται εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, προβάλλει εφαρμογή των χρηστών ηθών, κακοβουλία της αντιδίκου του, δόλια συμπεριφορά της, αποδυνάμωση του δικαιώματος, αναλύει, εκ νέου, τις αποδείξεις, αναλύει τη συμπεριφορά της συζύγου του, επικαλείται αδυναμία καταβολής του ποσού της διατροφής που επιδικάστηκε, την περιουσιακή κατάσταση των μερών, και, γενικότερα, επαναφέρει για κρίση, στο παρόν δικαστήριο περιστατικά, ανέλεγκτα κριθέντα από το Εφετείο.
Κατόπιν αυτών, οι τα αντίθετα προβάλλοντες δεύτερος και τρίτος λόγοι, έστω και με την παραδοχή ότι στο αναφερόμενο προβάλλεται και λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ1 ΚΠολΔ, οι οποίοι εκθέτουν τα αντίθετα, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για ερεύνα, η τελευταία πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της, για τους λόγους πού προαναφέρθηκαν.
Δικαστική δαπάνη υπέρ της αναιρεσίβλητης δεν θα επιδικασθεί, γιατί αυτή λόγω της ερημοδικίας και δεν υποβλήθηκε σε έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.12.2009 αίτηση του Γ. Χ. για αναίρεση της με αριθμό 1871/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 29-3-2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 8-8-2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ