Legislator Case Law & Legislation
1330/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissible failure to raise evidence argument in inheritance case.

Case Number 1330/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding an inheritance dispute. The appellant argued the lower court failed to consider specific documents proving the death of a key heir, but the court found these documents were implicitly evaluated within the general reasoning of the judgment. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8) and 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may not admit an appeal based on a failure to consider evidence unless the omitted fact was crucial and the lower court's reasoning explicitly excludes it.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal failure to consider evidence inheritance dispute free evaluation of evidence legal costs Code of Civil Procedure supreme court review

Cited Legislation

AI generated
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Articles 335 and 338 et seq. of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1330 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1330/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελ-λόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπρο-σωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λωρίτη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1 συζ. Μυ, το γένος Ξ, κατοίκου ... και 2. Ψ2 συζ. Ν, το γένος Ξ2, κατοίκου .... Η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Φυτιλή και η 2η παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 231/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 618/2003 του Εφετείου Λάρισας. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1808/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Λάρισας. Το Εφετείο Λάρισας εξέδωσε την 374/2008 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-10-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 14-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μέχρι την 31-12-2001 πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 του ν. 2915/2001, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή του συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έχουν συνταχθεί πριν από τη δικάσιμο και μετά από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση.

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τις 522, 523, 524 και 525/5-6-2000 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκου Βόλου τις οποίες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητες, πλην όμως αυτές δεν ήσαν επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, αφού δεν είχε κλητευτεί νόμιμα για να παραστεί κατά τα λήψη των ενόρκων αυτών βεβαιώσεων, δεδομένου ότι η σχετική από 29-5-2000 κλήση προς αυτόν, που του επιδόθηκε, αναγράφει ως τόπο εξέτασης των μαρτύρων το Ειρηνοδικείο Αλμυρού και όχι το Ειρηνοδικείο Βόλου, όπου λήφθηκαν οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις.

Η πλημμέλεια αυτή δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε στο Εφετείο με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος, τις οποίες αυτός κατέθεσε κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι όπως προκύπτει από τις από 25-10-2007 προτάσεις του αναιρεσείοντος, τις οποίες αυτός κατέθεσε κατά την πιο πάνω συζήτηση, δεν προέβαλε ενώπιον του Εφετείου ισχυρισμό περί απαραδέκτου των προαναφερόμενων ένορκων βεβαιώσεων.

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο τον πρώτο πρόσθετο λόγο της έφεσής του, με τον οποίο πρόβαλε ότι το αναφερόμενο στην αγωγή επίδικο κληροτεμάχιο ήταν μέχρι το έτος 1968 ανεπίδεκτο χρησικτησίας και κατά πλάσμα θεωρούνται μετά το 1968 νομείς αυτού οι κληρονόμοι του κληρούχου δηλ.

η Ρ (δικαιοπάροχη των εναγουσών) και τα αδέλφια της και αν Ρασκούσε πράξεις νομής επί αυτού μετά το έτος 1968 θεωρείται ότι τις ασκούσε επ' ονόματι και των συγκληρονόμων αδελφών της και δεν μπορούσε να χρησιδεσπόσει εφ' ολοκλήρου του επιδίκου ακινήτου, εφ' όσον δεν τους γνωστοποίησε τη βούληση της να το νέμεται αποκλειστικά και μόνο για δικό της λογαριασμό.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ότι έχουν αποδειχθεί τα ακόλουθα: Δυνάμει του 5422/21-6-1923 τίτλου κληρουχίας του Υπουργείου Οικονομικών, παραχωρήθηκε στην απώτερο δικαιοπάροχο των εφεσίβλητων (ήδη αναιρεσειόντων) Τ κλήρος αποτελού-μενος από τα εις αυτόν αναφερόμενα ακίνητα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το 692 επίδικο οικόπεδο, εμβαδού 600 τ.μ.

μετά παλαιάς ισόγειας πέτρινης οικίας δύο δωματίων, που βρίσκεται στο χωριό Ευξεινούπολη της επαρχίας ..., για το οποίο τελικά εκδόθηκε το 2909/14-1-1954 οριστικό παραχωρητήριο στο όνομα των κατά το αστικό δίκαιο κληρονόμων του Τ. Ο τελευταίος υπήρξε πράγματι με το ανωτέρω όνομα και στοιχεία, γεγονός που και ο εναγόμενος συνομολογεί τόσο στις προτάσεις του ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όσο και στο δικόγραφο της εφέσεώς του.

Σε διαφορετική περίπτωση δεν θα αναφερόταν στα παραπάνω δημόσια έγγραφα και όσα περί πλαστογραφίας αορίστως ισχυρίζεται ήδη ο εναγόμενος δεν έχουν καμία έννομη επιρροή. Έτσι λοιπόν ο εν λόγω κληρούχος εγκαταστάθηκε στον παραχωρηθέντα σ' αυτόν κλήρο αμέσως μετά την παραχώρησή του, νεμήθηκε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη καλλιεργώντας αυτόν και διαμένοντας στην οικία μέχρι το έτος 1926, όταν τον παραχώρησε ατύπως ως προίκα στην κόρη του Ρ χήρα Ξ.

Πραγματικά ο ανωτέρω κατά την τοιαύτη παραχώρηση ήταν εν ζωή, ενόψει του ότι το προσωρινό παραχωρητήριο εκδόθηκε στο όνομά του και ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι δήθεν είχε πεθάνει από το έτος 1915, είναι αβάσιμος. Στο ανωτέρω κληροτεμάχιο-οικόπεδο εγκαταστάθηκε από της παραχωρήσεως η Ρ χήρα Ξ με το σύζυγό της, διαμένοντας εντός της επ' αυτού υφισταμένης παλαιάς ισόγειας οικίας, όπου γεννήθηκαν και τα δυο παιδιά τους, δηλαδή την πρώτη εφεσίβλητη και τον Ξ2, πατέρα της δεύτερης εφεσίβλητης.

Βέβαια ο αρχικός κληρούχος, αν και αποξενώθηκε της κατοχής του επιδίκου, ήταν κατά πλάσμα δικαίου νομέας αυτού και συνέχισε να λογίζεται νομέας μέχρι τον θάνατό του, που συνέβη πρόδηλα προ της εκδόσεως του οριστικού παραχωρητηρίου (14-1-1954) και όχι πάντως το 1915, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος. Όμως εν τοις πράγμασι η Ρ ασκούσε πράξεις νομής μέχρι την έκδοση του οριστικού παραχωρητηρίου, αλλά και στη συνέχεια μέχρι το έτος 1968 (23-5-1968) και εφεξής μέχρι το θάνατό της.

Ειδικότερα: εγκαταστάθηκε με την οικογένειά της στο επίδικο και διέμεινε εντός της υπάρχουσας οικίας, περιέφραξε αυτό και καλλιεργούσε το ακάλυπτο τμήμα του, ανήγειρε δε και τα δύο δωμάτια με βοηθητικούς χώρους επ' αυτού. Το έτος 1956 η Ρ χήρα Ξ, λόγω της μετοικήσεώς της στην ..., προέβη στην εκμίσθωση του ημίσεως οικοπέδου μετά δύο δωματίων στον Σ και του άλλου ημίσεως οικοπέδου μετά των άλλων δύο δωματίων στον Γαντί αρχικώς συμφωνηθέντος ετησίου μισθώματος 50 δρχ.

από τον καθένα των ανωτέρω μισθωτών, το οποίο με την πάροδο των ετών αναπροσαρμοζόταν και στο τέλος έφθασε στο ποσό των 1.000 δρχ. Η Ρ με την πρώτη εφεσίβλητη κόρη της, προσήρχετο κατ' έτος από την ... στην ... και εισέπραττε το μίσθωμα του επιδίκου ακινήτου από τους μισθωτές, όλο το χρονικό διάστημα από το 1956 μέχρι το 1968 (23-5-1968).

Το ίδιο δε έπραττε από τότε μέχρι το θάνατό της (1996), υπό τα όμματα και χωρίς αντίρρηση από οιονδήποτε, ασκώντας επί του επιδίκου όλες τις προσήκουσες στον κύριο και τη φύση του πράγματος πράξεις νομής, που προαναφέρθηκαν, με διάνοια κυρίου δια των ενεργούντων ως αντιπροσώπων της προαναφερομένων μισθωτών, οι οποίοι πάντοτε αναγνώριζαν την ιδιότητά τους ως μισθωτών του επιδίκου, καταβάλλοντος χωρίς καμία διαμαρτυρία το μίσθωμα στην εκμισθώτρια Ρ, γνωστοποιώντας με την επί μακρόν χρόνου τοιαύτη συμπεριφορά της, τη βούληση της προς οιονδήποτε να νέμεται το επίδικο αποκλειστικά για τον εαυτό της.

Ο Γ το έτος 1986 απεχώρησε από το ήμισυ τμήμα του επιδίκου και έτσι ολόκληρο το επίδικο εκμισθώθηκε από την Ρ στον Σ, ο οποίος εξακολούθησε την χρήση ολόκληρου του επίδικου μισθίου πληρώνοντας αδιαμαρτύρητα το μίσθωμα στην εκμισθώτρια μέχρι το έτος 1996, οπότε αυτή απεβίωσε. Το έτος 1995 ο Σ απεχώρησε από την μισθωτική σχέση του επιδίκου και υπεισήλθε σ' αυτήν ο εκκαλών (ήδη αναιρεσείων) Χ, γιός του, ο οποίος εξακολούθησε την χρήση του μισθίου αυτού καταβάλλοντος μέχρι το έτος 1999 το μίσθωμα χωρίς οποιαδήποτε αντίρρηση στους εξ αδιαθέτου ως μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς κληρονόμους της αρχικής εκμισθώτριας Ρ χήρας Ξ, Ψ1 σύζυγο Μ και Ξ2, οι οποίοι και αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς ως άνω κληρονομία της μητέρας τους κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου (βλ.

τις ... και ... δηλώσεις ενώπιον του συμβολαιογράφου Βόλου Ιωάννη Παπαδόπουλου και Αθηνών Διονυσίας Χαϊκάλη αντιστοίχως) στην οποία συγκαταλέγεται και το επίδικο οικόπεδο και μετέγραψαν την δήλωση αποδοχής. Με το προαναφερόμενο ... συμβόλαιο ο Ξ2 μεταβίβασε, το περιελθόν σ' αυτόν 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου, λόγω γονικής παροχής στη δεύτερη εφεσίβλητη.

Έτσι οι εφεσίβλητες απέκτησαν την συγκυριότητά τους κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η κάθε μία, τόσον παραγώγως όσο και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία με την επί πέραν της εικοσαετίας νομή του επιδίκου ακινήτου με διάνοια κυρίου υπό των ιδίων και των δικαιοπαρόχων τους, όπως προεκτέθηκε, από το έτος 1968 (23-5-1968) και μέχρι την 26-6-1996, που πέθανε η Ρ η πρώτη και από 23-5-1968 μέχρι την 23-12-99 η δεύτερη και εντεύθεν αμφότερες μέχρι την 29-10-99, οπότε ο εκκαλών για πρώτη φορά προέβαλε δικαιώματα κυριότητας επί του επιδίκου οικοπέδου, αποτρέποντας τις εφεσίβλητες να προβούν στην αντικατάσταση της παλαιάς περίφραξής του με νέα.

Από το ανωτέρω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο εξέτασε κατ' ουσίαν τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος που πρόβαλε με τον ως άνω πρώτο πρόσθετο λόγο της έφεσής του, παρά την απόρριψη του λόγου αυτού, αφού δέχθηκε ότι ο αρχικός κληρούχος Τ το έτος 1926 παραχώρησε ατύπως ως προίκα στην κόρη του Ρ χα Ξ το επίδικο ακίνητο, η οποία έκτοτε το είχε στην αποκλειστική φυσική της εξουσίαση και νόμιμα με διάνοια κυρίας, μετά τις 23-5-1968 μέχρι το θάνατό της (1996).

Επομένως η αιτίαση για μη λήψη υπόψη του προαναφερόμενου ισχυρισμού είναι αβάσιμη και συνακόλουθα ο κρινόμενος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι επίσης αβάσιμος, ως προβαλλόμενος, χωρίς έννομο συμφέρον.

II. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής κλπ ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγουσών και αρχικώς κληρούχος ήταν ο Τ, ενώ στην αγωγή οι ενάγουσες επικαλούνταν ότι απώτερος δικαιοπάροχός των και αρχικός κληρούχος ήταν ο Τ, χωρίς να αναφέρεται πουθενά στην αγωγή περί διπλού ανωνύμου αυτού. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού στην προκειμένη περίπτωση δεν συνιστούν πράγματα η λήψη υπόψη διευκρινιστικών της αγωγής περιστατικών, που βεβαιώθηκαν κατά τους μάρτυρες, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 επ. ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα να νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τ' αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11 γ' του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγος της αίτησης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το με αριθμό:

α) το ... πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης της Ρ του Δήμου ... και β) το 3201/2003 επεξηγηματικό σημείωμα του παλαιού δημοτολογίου του ΔΔ .... του Δήμου ... τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε και από τα οποία αποδεικνύονταν ότι ο πατέρας της Ρ, Τ είχε ήδη πεθάνει το έτος 1915 και δεν ζούσε το έτος 1926, που δέχθηκε το Εφετείο, ως το χρόνο κατά τον οποίο ο αναφερόμενος ως απώτερος δικαιοπάροχος των εναγουσών είχε παραχωρήσει το επίδικο ως άτυπη προίκα στην κόρη του Ρ.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη γενική βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το Εφετείο σχημάτισε τη δικανική του πεποίθηση και απ' όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα προαναφερόμενα έγγραφα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-10-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 374/2008 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ