1330/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 78/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 39/2003 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Μαρτίου 2003 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 22 Νοεμβρίου 2004 έκθεση του αποχωρήσαντος ήδη από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Βαρδαβάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1330/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙV.- Επειδή, δεν έκρινε το Εφετείο επί βάσεως της αγωγής από αδικοπραξία και δη επί αγωγής στηριζόμενης σε περισσότερες βάσεις υπό αίρεση, για να έχει υποχρέωση να κηρύξει το απαράδεκτο της αγωγής σύμφωνα με τα άρθρα 219 παρ.1 και 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ, ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος της αναιρέσεως κατά το μέρος του από την ανωτέρω διάταξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση.
Full text
Απόφαση 1330 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1330/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : ......, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Λιαρομμάτη.
Των αναιρεσιβλήτων : 1)..... και 2)....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Μελισσηνό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 78/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 39/2003 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Μαρτίου 2003 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 22 Νοεμβρίου 2004 έκθεση του αποχωρήσαντος ήδη από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Βαρδαβάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Επειδή, από το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ που ορίζει ότι η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 πρέπει να περιέχει α] σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, συνάγεται ότι ο ενάγων έχει το δικονομικό βάρος να επικαλεστεί τα άνω στοιχεία, με ποινή απαραδέκτου της αγωγής λόγω αοριστίας (ποσοτικής ή ποιοτικής] η οποία ελέγχεται ως παράβαση από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, από το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να είναι σαφής και ορισμένος, πρέπει δηλαδή στο αναιρετήριο να καθορίζονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα στοιχειοθετούν την πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του λόγου αναιρέσεως με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή, η έφεση ή οι προτάσεις του αναιρεσείοντος (Ολ.
ΑΠ 20/2005). Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της παρά το νόμο μη απόρριψης της αγωγής ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας της, πρέπει να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ποιο ακριβώς ήταν το περιεχόμενο της αγωγής, ως προς ποιο σημείο ειδικότερα αυτή δεν είναι πλήρης, καθώς και ότι ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 15/2000).
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, προβάλλει ο αναιρεσείων ότι την ένδικη αγωγή που έγινε δεκτή πρωτοδίκως και υποχρεώθηκε να καταβάλει σε καθένα από τους αναιρεσίβλητους 28.073,41 ευρώ, νομιμοτόκως από 1.12.1999, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έπρεπε να την απορρίψει κατά μεν τη βάση της τη στηριζόμενη στη σύμβαση ως αόριστη διότι δεν αναφέρεται ο χρόνος καταρτίσεως της συμβάσεως, και ποιοι συμμετείχαν στην κατάρτισή της, ούτε εξειδικεύονται οι δαπάνες των αναιρεσιβλήτων, κατά δε τη βάση της στην αδικοπραξία διότι δεν διαλαμβάνει τα υπό του νόμου απαιτούμενα στοιχεία, δηλαδή τη ζημία το ζημιογόνο γεγονός και την αιτιώδη συνάφεια, ενώ κατά τη βάση της τη στηριζόμενη στον αδικαιολόγητο πλουτισμό διότι δεν εκτίθενται τα απαιτούμενα περιστατικά για την εφαρμογή του άρθρου 904 ΑΚ.
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο: α] αν ο αναιρεσείων τον περί αοριστίας ισχυρισμό πρότεινε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, β] ποια από τις ανωτέρω βάσεις δέχθηκε το Εφετείο ότι στηρίζει το αγωγικό αίτημα, και γ] τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκαν οι αναιρεσίβλητοι στην αγωγή τους, για τη στήριξη του συγκεκριμένου αιτήματος έννομης προστασίας.
ΙΙ.- Επειδή, εκτός από τις εξαιρέσεις που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 561 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, διότι το Εφετείο με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 361 και 496 Α.Κ. υπήγαγε τη διαφορά στην αιτιώδη αναγνώριση χρέους και δέχθηκε την αγωγή, αντί στη δωρεά και συνακολούθως έπρεπε να απορρίψει την αγωγή. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι, υπό την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας, στην ουσία πλήττεται, όχι η υπαγωγή, αλλά η υπό του Εφετείου ανέλεγκτη εκτίμηση περί του τι τα μέρη θέλησαν με τη συμφωνία τους, δηλαδή η εκτίμηση πραγμάτων εκ των αποδείξεων (Κ.Πολ.Δ.561 παρ.1).
ΙΙΙ.- Επειδή, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως για την εφαρμογή της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 Α.Κ., ότι ο ενιστάμενος εναγόμενος είναι καλής οικονομικής καταστάσεως με αξιόλογη ακίνητη περιουσία και εισοδήματα, ότι οι σχέσεις του με τους ενάγοντες είχαν διαταραχθεί πολύ πριν το θάνατο της συζύγου του και παρά ταύτα τον διευκόλυναν στην ιατρική περίθαλψη της παθούσας εφόσον ήταν θυγατέρα τους, καθώς και ότι αξίωσαν από αυτόν την επιστροφή κατά τη συμφωνία τους, όχι όλου του ποσού που κατέβαλαν για τα νοσήλια, αλλά μόνο το ολιγότερο ποσό που του κατέβαλε για την αιτία αυτή ο ασφαλιστικός του φορέας, το οποίο επιχείρησε αυτός να επωφεληθεί παρά τα συμφωνηθέντα. Με τις παραδοχές αυτές έκρινε το Εφετείο ότι η αξίωση της αγωγής δεν υπερβαίνει προφανώς τα αντικειμενικά όρια που τίθενται με τη ανωτέρω διάταξη, και απέρριψε την ένσταση ως αβάσιμη. Όπως έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, γι' αυτό και ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙV.- Επειδή, δεν έκρινε το Εφετείο επί βάσεως της αγωγής από αδικοπραξία και δη επί αγωγής στηριζόμενης σε περισσότερες βάσεις υπό αίρεση, για να έχει υποχρέωση να κηρύξει το απαράδεκτο της αγωγής σύμφωνα με τα άρθρα 219 παρ.1 και 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ, ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος της αναιρέσεως κατά το μέρος του από την ανωτέρω διάταξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση.
V.- Επειδή οι κανόνες δικονομικού δικαίου, όπως είναι και η διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ποια ουσιώδη και απαραίτητα στοιχεία πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής για να είναι ορισμένη, καθώς και οι διατάξεις των άρθρων 218 και 219 ΚΠολΔ, που ορίζουν αντιστοίχως τις προϋποθέσεις της αντικειμενικής και επικουρικής σώρευσης αγωγών, δεν αποτελούν αντικείμενο παραβιάσεως ευθείας ή εκ πλαγίου, δημιουργικής λόγου αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως κατά το μέρος του από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση του Εφετείου ότι δέχθηκε χωρίς αιτιολογίες άλλως με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σώρευση αγωγών, καθώς και ο πέμπτος λόγος από τον ίδιο αριθμό που αποδίδει στην απόφαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει αιτιολογίες, άλλως έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί του ορισμένου της αγωγής, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι αφού ο αναιρεσείων παραπονείται πράγματι για εκ πλαγίου παραβίαση των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 216, 218, 219 ΚΠολΔ που είναι διατάξεις δικονομικές, και όχι για παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.
VΙ.- Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.19 για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται ιδίως όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς σε ζήτημα το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως αιτιολογίες νοούνται οι ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως για την εφαρμογή συγκεκριμένης διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, ανεπάρκεια δε αιτιολογιών υπάρχει αν από την απόφαση δεν προκύπτουν επαρκώς τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι απαραίτητα για να κριθεί αν συντρέχουν στην συγκεκριμένη περίπτωση οι όροι της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ( Ολ.Α.Π.2/97), και όχι αν υπάρχουν ελλείψεις που αναφέρονται μόνο στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού (Ολ.24/92).
Με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως από την ανωτέρω διάταξη αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι έχει μη νόμιμες, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, διότι δέχεται το Εφετείο ότι η οικονομική κατάσταση του αναιρεσείοντος είναι καλή και ταυτοχρόνως ότι συμφώνησε με τους αντιδίκους του να πληρώσουν τα νοσήλια λόγω αδυναμίας του και θα τους εξοφλούσε αργότερα.
Η πλημμέλεια αφορά την εκτίμηση αποδείξεων και ο λόγος είναι απαράδεκτος.
VΙΙ.- Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 10 α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2002, μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, θεμελιώνεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικώς το κάθε αποδεικτικό μέσο.
Εν προκειμένω το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στις καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα, όπως βεβαιώνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του. Επομένως, ο έβδομος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που αποδίδει στην απόφαση ότι δέχθηκε καταβολή 26.500.000 δραχμών από τους ενάγοντες ως νοσήλια χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο όγδοος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο αγνόησε την κατάθεση της θυγατέρας των εναγόντων, περί του ότι οι ενάγοντες προσφέρθηκαν να βρουν τα χρήματα για νοσήλια λόγω αδυναμίας του αντιδίκου των. Διότι από το καθόλου περιεχόμενο και τις αιτιολογίες της αποφάσεως προκύπτει το αντίθετο. Ειδικότερα δέχεται το Εφετείο ανελέγκτως ότι ο εναγόμενος ζήτησε τη βοήθεια των αντιδίκων του - γονέων της συζύγου του - για την κάλυψη των δαπανών νοσηλείας λόγω παροδικής οικονομικής του αδυναμίας και υποσχέθηκε την απόδοση, έναντι των ποσών που θα δαπανήσουν, του ποσού που θα εισπράξει από τον ασφαλιστικό του φορέα.
VΙΙΙ- Επειδή, το Εφετείο δεν εφάρμοσε, ούτε είχε υποχρέωση να εφαρμόσει, άρα δεν παραβίασε τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1485 Α.Κ. για τον επιμερισμό του κόστους θεραπείας, πλην του εναγομένου συζύγου, και μεταξύ των ανιόντων συγγενών της θανούσας.
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου ένατος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος .
ΙΧ.- Επειδή, από την κατά το άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. θεώρηση των από 16/11/ 2002 προτάσεων του αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι αυτός επικαλέστηκε ότι προσκομίζει ως αποδεικτικό μέσο "ένορκες καταθέσεις των τέκνων μου" χωρίς άλλο τι σχετικώς και δη αν πρόκειται περί ένορκων βεβαιώσεων ή μη.
Συνεπώς το Εφετείο, απορρίπτοντας την επίκληση των αποδεικτικών αυτών μέσων λόγω της αοριστίας της δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 Κ.Πολ.Δ, γι' αυτό και ο αντίθετος δέκατος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος του από τη διάταξη αυτή, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος του και από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, που προβάλλεται με τα ίδια περιστατικά, είναι απαράδεκτος.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων [ΚΠολΔ 176, 183].-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.3.2003 αίτηση του ......... για αναίρεση της 39/2003 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.-.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να πληρώσει στους αναιρεσίβλητους τα δικαστικά έξοδα εξ εξακοσίων πενήντα [650] ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ