Supreme Court dismisses appeal against appellate council ruling rejecting retrial request for defendant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Larissa Court of Appeal Council's decision to reject a request for retrial. The appellant argued that new evidence regarding the exact date of the tax contribution obligation should have led to acquittal, but the court found the new document merely corrected a clerical error without changing the legal outcome. Consequently, the court ruled that the conditions for retrial were not met and the appeal was inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 465, 473, 474, 484, 525, 528 of the Code of Civil Procedure; Article 583 of the Code of Criminal Procedure: A request for retrial is rejected when new evidence only corrects a clerical error without altering the legal characterization of the crime or the defendant's liability.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1330 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 1330/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ – ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια και Γρηγόριο Μάμαλη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστου Σιδέρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ... περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 81/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας.
Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και o αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Ιουλίου 2004 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1361/2004.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χρήστος Σιδέρης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Μαγκλάρα με αριθμό 98/28-2-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, με τη σχετική δικογραφία, την από 1-7-2004 αίτηση αναιρέσεως του ..., κατά του υπ΄αριθμ. 81/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας και εκθέτω τα εξής:
1. Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε ως κατ΄ουσίαν αβάσιμη η από 13-11-2003 αίτηση του αναιρεσείοντος για επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ΄αριθμ. 7176/1997 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, με την οποία έχει καταδικασθεί για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών (άρθ. 1 παρ. 1, 2 ΑΝ 86/1967) σε συνολική ποινή φυλακίσεως 16 μηνών και χρηματική ποινή 700.000 δραχμών.
2. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπροθέσμως, νομοτύπως και παραδεκτώς, σύμφωνα με τα άρθρα 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474 παρ. 1, 484 παρ. 1 και 528 παρ. 1 εδ. του ΚΠΔ, αφού α) ασκήθηκε στις 1-7-2004 με δήλωση του αναιρεσείοντος στο Γραμματέα του Εφετείου Λάρισας, για την οποία συντάχθηκε η υπ΄αριθμ. 3/1-7-2004 σχετική έκθεση, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στις 28-6-2004 και β) διαλαμβάνεται σ΄αυτή (έκθεση) ο αναιρετικός λόγος της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθ. 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ ΚΠΔ).
3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ανωτέρω άρθρο, και όταν μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος, ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής «νέα γεγονότα ή αποδείξεις» είναι εκείνες οι οποίες, ασχέτως αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και οι οποίες μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις συμπληρωματικές, διευκρινιστικές, ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος, ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε (ΑΠ 557/2002, 783/2002 Π Λογ 2002, 651 και 816 αντίστοιχα).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 528 παρ. 1 εδ. τελευταίο, σε συνδυασμό με τα άρθρα 484 και 485 του ίδιου Κώδικα, κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, που εκδίδεται επί αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας, επιτρέπεται αναίρεση στον Εισαγγελέα και τον αιτούντα για όλους τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους. Τέλος, η απόφαση αυτή του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όταν εκτίθενται σ΄αυτή με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την εξέταση της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας που υποβλήθηκε ενώπιον του Συμβουλίου, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε, ότι τα νέα γεγονότα ή αποδείξεις, είτε από μόνα είτε σε συνδυασμό με τα προηγούμενα, δεν καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε αδίκως για βαρύτερο έγκλημα, με αποτέλεσμα την απόρριψη της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας.
4. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ΄αυτό εισαγγελική πρόταση δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών καταδικάσθηκε και κρατείται στις φυλακές με την υπ΄αριθμ. 7176/1997 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λαρίσης σε ποινή φυλακίσεως 16 μηνών και χρηματική ποινή 700.000 δραχμών για μη έγκαιρη καταβολή εισφορών στο ΙΚΑ.
Κατά της παραπάνω απόφασης ο αιτών ήσκησε έφεση η οποία όμως με την υπ΄αριθμ. 7552/2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαρίσης απορρίφθηκε. Η ασκηθείσα κατ΄αυτής από τον αιτούντα αίτηση ακυρώσεως της διαδικασίας απορρίφθηκε με την υπ΄αριθμ. 5515/2003 απόφαση του ιδίου ως άνω δικαστηρίου. Κατόπιν αυτών διατάχθηκε αρμοδίως η εκτέλεση της ως άνω αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λαρίσης.
Εφ΄όσον λοιπόν ο αιτών φυλακίσθηκε δυνάμει της ανωτέρω υπ΄αριθμ. 7176/1997 αμετακλήτου καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λαρίσης ορθώς υπέβαλε την αίτησή του ενώπιον ημών (άρθρ. 527 παρ. 3 Κ.Π.Δ.) και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου σας αφού αυτό είναι σύμφωνα με το άρθρο 528 ΚΠΔ αρμόδιο να αποφασίσει για την αποδοχή ή την απόρριψη αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών καταδικάσθηκε με την υπ΄αριθμ. 7176/97 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λαρίσης σε ποινή φυλακίσεως 16 μηνών και χρηματική ποινή 700.000 δραχμών για μη έγκαιρη καταβολή εργατικών και εργοδοτικών εισφορών ΙΚΑ, για το χρονικό διάστημα από 3/1995 έως 4/1995 (παραβ. άρθρ. Ι, 2 ΑΝ 86/67), της υπ΄αριθμ.
Π.Ε.Ε. Όπως προκύπτει από το υπ΄αριθμ. 20308/12.11.2003 έγγραφο του ΙΚΑ (Υποκ/μα Λάρισας) για την χρονική περίοδο από 3/1995 έως 4/1995 για την οποία καταμηνύθηκε (και καταδικάσθηκε) ο ανωτέρω αιτών από λάθος, δεν υφίσταται οφειλή, υπάρχει όμως οφειλή για το χρονικό διάστημα από 3/1994 έως 3.4.1994 (για την οποία από λάθος δεν καταμηνύθηκε ο αιτών) η οποία είναι απαιτητή.
Το (νέο) στοιχείο (έγγραφο) αυτό του ΙΚΑ και αν ακόμη ήταν γνωστό στον δικαστή του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λαρίσης ο οποίος τον κατεδίκασε με την παραπάνω (υπ΄αριθμ. 7176/97) απόφασή του, η ποινική αντιμετώπιση του αιτούντος-κατηγορουμένου θα ήταν ίδια, καθ΄όσον ούτος θα προέβαινε σε επακριβέστερο χρονικό προσδιορισμό της πράξεως (από 3/95-4/95 σε 3/94-4/94) χωρίς αυτός να συνιστά μεταβολή της κατηγορίας, επί τω ότι ουδεμία επιρροή θα ασκούσε στην παραγραφή και την εν γένει εξάλειψη του αξιοποίνου.
Συνεπώς δεν συντρέχει εν προκειμένω η ως άνω υπό στοιχ. γ΄, προϋπόθεση για την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας προς το συμφέρον του αιτούντος-κατηγορουμένου, καθίσταται δε ούτω πρόδηλον ότι ο αιτών δεν είναι αθώος του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε και για τον λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί στην ουσία η κρινόμενη αίτησή του περί επαναλήψεως διαδικασίας και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του.
5. Με αυτές τις παραδοχές του Συμβουλίου Εφετών η αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος είναι ελλιπής και ασαφής. Ειδικότερα, το Συμβούλιο με το προσβαλλόμενο βούλευμα κατέληξε, ότι «το (νέο) στοιχείο (έγγραφο) αυτό του Ι.Κ.Α. και αν ακόμη ήταν γνωστό στο δικαστή του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λαρίσης ο οποίος τον κατεδίκασε με την παραπάνω (υπ΄αριθμ. 7176/97) απόφασή του, η ποινική αντιμετώπιση του αιτούντος-κατηγορουμένου θα ήταν ίδια, καθόσον ούτος θα προέβαινε σε επακριβέστερο χρονικό προσδιορισμό της πράξεως (από 3/95-4/95 σε 3/94-4/94) χωρίς αυτός να συνιστά μεταβολή της κατηγορίας, επί τω ότι ουδεμία επιρροή θα ασκούσε στην παραγραφή και την εν γένει εξάλειψη του αξιοποίνου».
Δεν προσδιορίζονται όμως στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, δηλαδή δεν αναφέρονται τα ποσά των εργατικών και εργοδοτικών εισφορών, που δεν καταβλήθηκαν εγκαίρως στο Ι.Κ.Α. για το χρονικό διάστημα από 3/1995 μέχρι 4/1995 και αν ο ίδιος ήταν εργοδότης ή εκπρόσωπος εργοδότριας εταιρίας.
Εξάλλου, από την αόριστη παραδοχή του Συμβουλίου Εφετών, ότι «υπάρχει όμως οφειλή για το χρονικό διάστημα από 3/1994 μέχρι 3.4.1994 (για την οποία από λάθος δεν καταμηνύθηκε ο αιτών), η οποία είναι απαιτητή», δεν προσδιορίζονται επίσης οι αξιόποινες πράξεις, που φέρονται ότι τελέσθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 3/1994 μέχρι 3.4.1994 και για τις οποίες δεν καταμηνύθηκε ο αναιρεσείων, δηλαδή δεν αναφέρονται τα ποσά των εργατικών και εργοδοτικών εισφορών που δεν καταβλήθηκαν εγκαίρως στο Ι.Κ.Α.
και αν ο ίδιος ήταν εργοδότης ή εκπρόσωπος εργοδότριας εταιρίας κατά το ίδιο χρονικό διάστημα. ΄Ετσι, παραμένει ασαφές, αν οι αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, ταυτίζονται με εκείνες, που φέρεται ότι τέλεσε κατά το χρονικό διάστημα από 3/1994 μέχρι 3-4-1994 και για τις οποίες δεν καταμηνύθηκε.
Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που αποφάνθηκαν προηγουμένως, σύμφωνα με τα άρθρα 485 παρ. 1 και 519 ΚΠΔ.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χαράλαμπος Μαγκλάρας
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 ΚΠοινΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο αυτό. Μεταξύ δε τούτων περιλαμβάνεται και εκείνη της περιπτώσεως 2, με την οποία ορίζεται ότι η επανάληψη της διαδικασίας χωρεί και αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα-άγνωστα στους Δικαστές που τον καταδίκασαν- γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους Δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση και οι οποίες μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο Δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Εξάλλου, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υποβάλλεται από τα αναφερόμενα στο άρθρο 527 παρ.1 ΚΠοινΔ πρόσωπα, μεταξύ των οποίων είναι και ο καταδικασμένος, προς τον Εισαγγελέα Εφετών, όταν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Πλημμελειοδικείο, και εισάγεται στο Συμβούλιο Εφετών, κατά της αποφάσεως δε τούτου επιτρέπεται αναίρεση, σύμφωνα με τα άρθρα 484 και 485 ΚΠοινΔ (άρθρ. 528 παρ.1 ΚΠοινΔ).
Τέλος, η απόφαση αυτή του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, έχει την απαιτούμενη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος, και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όταν εκτίθενται σ'αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την εξέταση της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας που υποβλήθηκε ενώπιον του Συμβουλίου, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε ότι τα νέα γεγονότα ή αποδείξεις, είτε από μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με τα προηγούμενα, δεν καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε, με αποτέλεσμα την απόρριψη της εν λόγω αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας.
Στη προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο 81/2004 βούλευμά του Εισαγγελική πρόταση, κρίνοντας την από 13-11-2003 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος για επανάληψη υπέρ αυτού, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 525 παρ.1 περ.2 ΚΠοινΔ, της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε αμετάκλητα, δέχθηκε τα ακόλουθα:
Ο αιτών καταδικάσθηκε με την υπ'αριθ.7176/1997 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας σε ποινή φυλακίσεως 16 μηνών και χρηματική ποινή 700.000 δρχ. για μη έγκαιρη καταβολή εργατικών και εργοδοτικών εισφορών στο ΙΚΑ, για το χρονικό διάστημα από 3/1995 έως 4/1995 (παράβαση άρθρ. 1,2 ΑΝ 86/1967). Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε ο αιτών έφεση, η οποία όμως απορρίφθηκε με την υπ'αριθ.7552/2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, ενώ, στη συνέχεια, η ασκηθείσα απ' αυτόν κατά της τελευταίας αποφάσεως αίτηση ακυρώσεως της διαδικασίας απορρίφθηκε με την 5515/2003 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.
Κατόπιν αυτών, διατάχθηκε αρμοδίως η εκτέλεση της πιο πάνω 7176/1997, ήδη αμετάκλητης, καταδικαστικής απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, δυνάμει της οποίας ο αιτών φυλακίσθηκε. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το υπ'αριθ 20308/12-11-2003 έγγραφο του Ι.Κ.Α. (Υποκατάστημα Λάρισας), για τη χρονική περίοδο από 3/1995 έως 4/1995, για την οποία καταμηνύθηκε, από λάθος, ο αιτών (και καταδικάσθηκε), δεν υφίσταται οφειλή, πλην όμως υπάρχει οφειλή, που είναι απαιτητή, για το χρονικό διάστημα από 3/1994 έως 30-4-1994 (για το οποίο από λάθος δεν καταμηνύθηκε αυτός). 'Όμως, και αν ακόμη ήταν γνωστό το νέο αυτό στοιχείο (έγγραφο του Ι.Κ.Α.) στο Δικαστή του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας που καταδίκασε με την άνω (7176/1997) απόφαση του τον αιτούντα, η ποινική αντιμετώπιση του τελευταίου (ως κατηγορουμένου) θα ήταν η ίδια, γιατί ο ειρημενος Δικαστής θα προέβαινε σε επακριβέστερο χρονικό προσδιορισμό της πράξεως (ήτοι από 3/1995-4/1995 σε 3/1994-4/1994), χωρίς αυτός να συνιστά μεταβολή της κατηγορίας, αφού ουδεμία επιρροή θα ασκούσε στην παραγραφή και την εν γένει εξάλειψη του αξιοποίνου.
Συνεπώς, δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι νόμιμες προϋποθέσεις για την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας προς το συμφέρον του καταδικασμένου αιτούντος, καθίσταται δε έτσι πρόδηλο ότι αυτός δεν είναι αθώος του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε. 'Επειτα, από τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας απέρριψε με το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμά του την προαναφερόμενη αίτηση του αναιρεσείοντος για επανάληψη της διαδικασίας ως κατ΄ουσίαν αβάσιμη.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στον προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον περιέχονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα απαραίτητα πραγματικά περιστατικά και σκέψεις, που δικαιολογούν την απόρριψη της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας ως αβάσιμης.
Ειδικότερα, με σαφήνεια και πληρότητα το Συμβούλιο έκρινε ότι από το ανωτέρω νέο έγγραφο του ΙΚΑ, που προσκόμισε ο αιτών, εκτιμώμενο είτε μόνο του, είτε σε συνδυασμό με προηγούμενα στοιχεία, δεν είναι φανερό ότι είναι αυτός αθώος. Αντιθέτως, από την εν λόγω υπ'αριθ.20308/12-11-2003 βεβαίωση του ΙΚΑ επιβεβαιώνεται η ύπαρξη της προς αυτό συγκεκριμένης οφειλής του αιτούντος για εργατικές και εργοδοτικές εισφορές για τη χρονική περίοδο από 3/1994 μέχρι 4/1994, και όχι για τη χρονική περίοδο από 3/1995 μέχρι 4/1995, όπως, από παραδρομή, αναγράφηκε στην υποβληθείσα από το ΙΚΑ, κατά του αιτούντος για την άνω πράξη μήνυση, με συνέπεια να μνημονεύεται η τελευταία χρονική περίοδος και στην πιο πάνω αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, Και ότι, ενόψει τούτων, αν το εν λόγω έγγραφο του ΙΚΑ, ήταν γνωστό στο Δικαστήριο που εξέδωσε την τελευταία απόφαση, η ποινική αντιμετώπιση του αιτούντος θα ήταν η ίδια και θα προσδιόριζε αυτό, με βάση τα προεκτεθέντα, επιτρεπτώς το χρόνο τελέσεως της πράξεως από 3/1995-4/1995 σε 3/1994-4/1994.
Επομένως, ο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.δ΄ΚΠοινΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, συνακόλουθα δε, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1 Ιουλίου 2004 αίτηση του ... για αναίρεση του 81/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2006. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣκαι τούτου, καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη, αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, ο νεότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης