Legislator Case Law & Legislation
132/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against tax authority seizure, ruling facts show no debt existed at seizure time.

Case Number 132/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court's decision regarding a tax seizure. The State argued the seizure was invalid due to alleged procedural errors and lack of debt, while the lower court found the amounts were hypothetical and no debt existed at the time of seizure. The court upheld the lower court's factual findings, rejecting the State's claims of procedural violation and confirming the seizure was lawful.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1 KPolD; Art. 559 no. 19 KPolD: An appeal is inadmissible when the appellate court fails to find facts necessary for the application of substantive law or when the lower court's factual findings are not contradicted by the evidence, as the appeal does not constitute a valid ground for re-examination of the case.

Keywords

AI generated
administrative appeal tax seizure validity substantive law violation factual findings review Greek Supreme Court procedural error tax authority

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 KPolD
Art. 559 no. 19 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 22 no. 1 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
OLAP 14/2015
OLAP 7/2006
OLAP 4/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 132 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 132/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και ήδη από 1-01-2017 από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή αυτής. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Θεόδωρο Στριλάκο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Μητσιμπούνα, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία ... ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ...

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-02-2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3624/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 3259/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-12-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 30 του ΚΕΔΕ (ΝΔ 356/1974) "η κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων χρημάτων, καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του διευθυντού του δημοσίου ταμείου δια κατασχετηρίου εγγράφου μη κοινοποιουμένου εις τον οφειλέτην, περιέχοντος δε:

α) το όνομα, επώνυμον, όνομα πατρός του οφειλέτου, β) το ονοματεπώνυμον του τρίτου εις χείρας του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεσις, γ) το ποσόν δια το οποίον επιβάλλεται η κατάσχεσις, δ) πίνακα χρεών του οφειλέτου και δ) χρονολογίαν και υπογραφήν του διευθυντού του δημοσίου ταμείου (παρ.1). Δια του κατασχετηρίου εγγράφου προσκαλείται ο τρίτος όπως τα υπ` αυτού εις τον οφειλέτην του Δημοσίου οφειλόμενα χρήματα κατάθεση εντός οκτώ ημερών εις το δημόσιον ταμείον (παρ.2 εδ.α) ... .

Από της ημέρας κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον δεν δύναται ούτος να αποδώση προς τον οφειλέτην του Δημοσίου τα κατασχεθέντα χρήματα..., της κατασχέσεως επιφερούσης τα αποτελέσματα αυτοδικαίως χωρούσης αναγκαστικά εκχωρήσεως (παρ.3 εδ.α)". Σύμφωνα δε με το άρθρο 30 Α του ΚΕΔΕ, όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 67 ν. 3842/2010 και τροποποιήθηκε με την παράγραφο Α υπό παρ.2 άρθρου τρίτου Ν. 4254 (ΦΕΚ Α 85/07.04.2014, "Ειδικά για κατασχέσεις απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων, το κατασχετήριο έγγραφο κοινοποιείται στο κεντρικό κατάστημα ή σε οποιοδήποτε υποκατάστημα αυτών και μπορεί να περιέχει πολλούς οφειλέτες του Δημοσίου.

Στο κατασχετήριο αυτό έγγραφο επισυνάπτεται για τον κάθε οφειλέτη πίνακας στον οποίο αναφέρεται το είδος και το ποσό κάθε οφειλής, ως και ο αριθμός και η χρονολογία βεβαίωσής της. Η δήλωση του πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32, γίνεται κοινή για όλους τους οφειλέτες του κατασχετηρίου εγγράφου και συνοδεύεται απαραίτητα από παραστατικό κίνησης του τραπεζικού λογαριασμού του κάθε οφειλέτη για διάστημα τουλάχιστον πέντε (5) ημερών πριν την ημερομηνία επίδοσης του κατασχετηρίου εγγράφου και μιας ημέρας μετά από αυτήν, άλλως θεωρείται ότι δεν υποβλήθηκε ποτέ δήλωση.

Η απόδοση των ποσών στην υπηρεσία που επέβαλε την κατάσχεση γίνεται υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή της δήλωσης του πιστωτικού ιδρύματος". Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ.1 εδ. α του ΚΕΔΕ, αν ο τρίτος δεν οφείλει τίποτε ή δεν οφείλει όλα τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο έγγραφο του Δημοσίου χρήματα ή και άλλα πράγματα ή δεν υποχρεούται σε άμεση απόδοση αυτών, λόγω υφιστάμενων μεταξύ αυτού και του οφειλέτη συμφωνιών ή από άλλο νόμιμο λόγο, οφείλει να δηλώσει αυτό, εντός 8 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου.

Η δήλωση αυτή γίνεται εγγράφως, με αναφορά που επιδίδεται με δικαστικό κλητήρα στο Διευθυντή του Δημοσίου Ταμείου, που εξέδωσε το κατασχετήριο έγγραφο ή προφορικώς στον Ειρηνοδίκη της κατοικίας ή διαμονής του τρίτου, συντασσόμενης σχετικής έκθεσης, την οποία αποστέλλει στο Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου μέσα σε 24 ώρες.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 33 του ΚΕΔΕ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 67 παρ. 1 του Ν. 3842/2010, "εάν ο τρίτος δεν προβεί σε δήλωση ή προβεί εκπρόθεσμα ή χωρίς την τήρηση του τύπου που προβλέπεται από το άρθρο 32 του παρόντος, λογίζεται οφειλέτης του Δημοσίου για το σύνολο της απαίτησης, για την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση, εκτός αν αυτός αποδείξει ότι δεν οφείλει στον καθ' ου το άρθρο 32 του παρόντος, ή ότι η οφειλή του είναι μικρότερη από την απαίτηση του Δημοσίου, οπότε απαλλάσσεται ή ευθύνεται μέχρι του ύψους της οφειλής του, κατά περίπτωση".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του ΚΕΔΕ προκύπτει ότι το Δημόσιο, προς ικανοποίηση απαίτησής του κατά οφειλέτη του, μπορεί να επιβάλλει κατάσχεση στα χέρια οποιουδήποτε πιστωτικού ιδρύματος ως τρίτου, οποιασδήποτε κατάθεσης του οφειλέτη του, η οποία διενεργείται από το Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείο με κατασχετήριο έγγραφο, το οποίο επιδίδεται στο κεντρικό κατάστημα του πιστωτικού ιδρύματος ή σε οποιοδήποτε υποκατάστημα αυτού.

Η επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στο πιστωτικό ίδρυμα έχει τα αποτελέσματα της αυτοδικαίως χωρούσης αναγκαστικής εκτέλεσης (άρθρο 30 παρ.3 ΚΕΔΕ). Το πιστωτικό ίδρυμα, στα χέρια του οποίου έγινε κατάσχεση, μέσα σε προθεσμία 8 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου, πρέπει να δηλώσει στο Ειρηνοδικείο του τόπου του κατασχόντος με προφορική δήλωση ή στον διενεργήσαντα την κατάσχεση με κοινοποίηση αναφοράς, αν οφείλει τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο χρήματα και σε καταφατική περίπτωση να τα αποδώσει στην υπηρεσία που επέβαλε την κατάσχεση υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή της δήλωσής του (άρθρο 30Α ΚΕΔΕ), διαφορετικά αν ο τρίτος ουδέν οφείλει ή δεν οφείλει όλα τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο του Δημοσίου χρήματα ή δεν υποχρεούται στην άμεση απόδοση αυτών, πρέπει να προβεί σε αρνητική δήλωση εντός οκτώ (8) ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου (άρθρο 32 ΚΕΔΕ).

Η ως άνω δήλωση συνιστά υποχρέωση του τρίτου (πιστωτικού ιδρύματος), η οποία δεν εκτείνεται μόνο στην απλή δήλωση περί του αν υφίσταται η απαίτηση, αλλά επεκτείνεται και στην υποχρέωση παροχής πληροφοριών στον κατασχόντα και επιβάλλει σαφή και ειλικρινή πληροφόρηση του τρίτου για τις σχέσεις του με τον καθ' ου η εκτέλεση.

Έτσι, η δήλωση πρέπει να είναι ειλικρινής, σαφής και ορισμένη, ώστε να προκύπτει η τυχόν υποχρέωση του τρίτου, ενώ, επί διαρκών σχέσεων, ο τρίτος πρέπει, αφενός μεν να προσδιορίζει το χρόνο παύσεως του δεσμού του με τον καθ' ου η εκτέλεση (οφειλέτη), αφετέρου δε οφείλει να εκτιμήσει και να εκθέσει όλα εκείνα τα ουσιώδη περιστατικά, που είναι ικανά να βοηθήσουν και προσανατολίσουν τον κατασχόντα στην ικανοποίηση απαίτησής του.

Σε περίπτωση κατασχέσεως μελλούσης απαιτήσεως, οπότε ο τρίτος συνήθως βρίσκεται σε αδυναμία να παράσχει σαφή πληροφόρηση και πάλι δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση υποβολής δηλώσεως, αφού στην περίπτωση αυτή, η δήλωσή του είναι δυνατόν να είναι αρνητική, ως προς την ενεστώσα οφειλή και θετική, ως προς τη μελλοντική, παρέχοντας τη διαβεβαίωση, ότι θα παρακρατήσει οτιδήποτε προκόψει στο μέλλον υπέρ του καθ' ου η κατάσχεση από την δικαιογόνο αιτία της οφειλής (ΑΠ 259/2020, ΑΠ 972/2019, ΑΠ 825/2018).

Η παράλειψη του τρίτου να δηλώσει αν υπάρχει η απαίτηση ή αν έχει στα χέρια του το πράγμα που κατασχέθηκε, ή η εκπρόθεσμη ή παράτυπη δήλωση, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο ότι ο τρίτος είναι οφειλέτης της ποσότητας που κατασχέθηκε στα χέρια του, κατ' αντίθεση με τον ΚΠολΔ (άρθρο 985 παρ.3), κατά τον οποίο η ως άνω παράλειψη του τρίτου εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση.

Το τεκμήριο αυτό δημιουργείται μόνο στις ως άνω αναφερόμενες τρεις περιπτώσεις του άρθρου 33 του ΚΕΔΕ. Άρα δεν δημιουργείται τούτο, όταν η δήλωση του τρίτου δεν περιέχει κάποιο από τα στοιχεία, την αναφορά των οποίων αξιώνει όχι η διάταξη του άρθρου 32 του ΚΕΔΕ, αλλά η διάταξη του άρθρου 985 ΚΠολΔ, η οποία, κατά τα λοιπά, εφαρμόζεται και στη διοικητική εκτέλεση κατά τον ΚΕΔΕ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 89 του ΚΕΔΕ (ΑΠ 259/2020).

Την ειλικρίνεια της δήλωσης του τρίτου (πιστωτικού ιδρύματος) μπορεί να αμφισβητήσει το κατασχόν Δημόσιο με ανακοπή, η οποία ασκείται από το Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου, μέσα σε προθεσμία ενός μηνός, από την κοινοποίηση της δήλωσης ή από την περιέλευση σ' αυτόν της δήλωσης ενώπιον του Ειρηνοδικείου, εισάγεται δε και εκδικάζεται κατά το άρθρο 986 ΚΠολΔ (άρθρο 34 ΚΕΔΕ).

Η ως άνω ανακοπή αποτελεί ένδικο βοήθημα, με το οποίο το κατασχόν Δημόσιο επιδιώκει την αναγνώριση της εν όλω ή εν μέρει ανακρίβειας της δήλωσης του τρίτου και την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού (ΑΠ 1027/2020, ΑΠ 972/2019). Κύριο αντικείμενο της σχετικής δίκης, το οποίο δημιουργείται μεταξύ του κατασχόντος και του τρίτου και το οποίο περιορίζεται από το περιεχόμενο του κατασχετηρίου και της δήλωσης του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθ' ου η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος έχει ή όχι, και σε ποια ακριβώς έκταση και με ποιους περιορισμούς, οφειλές προς τον οφειλέτη του κατασχόντος Δημοσίου (ΑΠ 259/2020, ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 1092/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, δικάζοντας επί της από 6-10-2015 εφέσεως του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της με αριθ. 3624/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 26-2-2013 ανακοπή του κατά της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το ελληνικό δημόσιο διατηρώντας βέβαιη και ληξιπρόθεσμη απαίτηση σε βάρος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΦΛΕΞ...", τελικού ποσού 357.019,76 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 55.613,76 ευρώ, επέδωσε, στις 21-12-2012, στην καθής το υπ' αριθ.

πρωτ. 57.068/14-12-2012 κατασχετήριο έγγραφο του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Μεγάλων Επιχειρήσεων, δυνάμει του οποίου επέβαλε εις χείρας αυτής ως τρίτης, κατάσχεση των υφισταμένων και μελλοντικών απαιτήσεων της προαναφερθείσας εταιρίας έναντι αυτής μέχρι του συνολικού ποσού των 357.019,76 ευρώ... Ακολούθως, η καθής με την υπ' αρ. 70.308/31-12-2012 δήλωσή της ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, νομίμως επιδοθείσα την 1-2-2013 στον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ.

Μεγάλων Επιχειρήσεων, δήλωσε ότι δεν οφείλει στην ως άνω οφειλέτιδα του ανακόπτοντος, κάποιο ποσό, καθόσον κατά την ημέρα της κατάσχεσης υπήρχε ένας λογαριασμός της με χρεωστικό και ένας λογαριασμός της με μηδενικό υπόλοιπο. Στη δήλωση αυτή εμπεριέχοντο και αποτελούσαν ενιαίο σύνολο με αυτή τα περιστατικά κίνησης του υπάρχοντος τραπεζικού λογαριασμού της οφειλέτιδας πέντε ημέρες πριν και μία ημέρα μετά την επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου, σύμφωνα με το άρθρο 67 του ν. 3842/2010 (ΦΕΚ Α58/23-4-2010).

Το ανακόπτον αμφισβητεί την ειλικρίνεια της δήλωσης αυτής, διότι, όπως ισχυρίζεται, από τις αναλυτικές καταστάσεις, που γνωστοποίησε η καθής στον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Μεγάλων Επιχειρήσεων, όπως υποχρεούται δυνάμει του άρθρου 16 Α του Ν. 2459/1997, προκύπτει ότι η οφειλέτιδα εταιρία έχει συνάψει δύο συμβάσεις Προθεσμιακών Πράξεων Επιτηδευματιών αξίας 300.000 ευρώ και 473.610 ελβετικών φράγκων, που αποτελούν συμβάσεις χρηματοοικονομικών προϊόντων, τις οποίες δεν ανέφερε η καθής στην ανακοπτόμενη δήλωση, ούτε ανέφερε ότι στον με αριθμό ...

λογαριασμό, που αφορά τη δεύτερη σύμβαση και τηρείται στο κατάστημα της καθής στον Ασπρόπυργο Αττικής, στις 10-10-2012 υπήρχε πίστωση ποσού ύψους 8.065,18 ευρώ, το οποίο αυθημερόν εκταμιεύθηκε, γεγονός από το οποίο επιβεβαιώνεται ότι μέχρι τότε η σύμβαση αυτή λειτουργούσε ομαλά και απέφερε κέρδη στην οφειλέτιδά της, επίσης δεν ανέφερε και την μέλλουσα απόδοση αυτών.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι δυνάμει του ιδιωτικού συμφωνητικού με τίτλο "Σύμβαση Ανταλλαγής Επιτοκίων και Συναλλάγματος: ΕΥΡΩ - ΕΛΒΕΤΙΚΑ ΦΡΑΓΚΑ", η καθής δια των εντεταλμένων οργάνων της και η ... δια του νομίμου εκπροσώπου της, κατήρτισαν και συνυπέγραψαν στις 20-2-2008 σύμβαση ανταλλαγής επιτοκίων και συναλλάγματος ΕΥΡΩ - ΕΛΒΕΤΙΚΑ ΦΡΑΓΚΑ (EUR-CHF), που είναι σύμβαση παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων...

Με τις συμβάσεις παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων, οι εταιρίες έχουν δυνατότητα να μετατρέψουν τον επιτοκιακό ή συναλλαγματικό κίνδυνο για κάποια δάνεια που έχουν. Η εταιρία όταν παίρνει ένα δάνειο συνήθως είναι σε κυμαινόμενο επιτόκιο euribor, το οποίο κάθε μήνα ή κάθε τρίμηνο αλλάζει, ανεβαίνει-πέφτει, και συνεπώς έχει ένα κίνδυνο ν' αυξηθούν οι τόκοι τους οποίους καταβάλλει.

Έχει λοιπόν το δικαίωμα (διεθνώς) να προσέλθει σε μια εμπορική τράπεζα και να κάνει μια παράλληλη συναλλαγή, όχι δανειακής φύσης, με την ακόλουθη συμφωνία: Για ένα ονομαστικό κεφάλαιο το οποίο είναι το κεφάλαιο της συναλλαγής, αλλά είναι υποθετικό, επί του οποίου πρέπει να γίνουν όλοι οι υπολογισμοί, η Τράπεζα θα καταβάλλει τους τόκους που υπολογίζονται στο euribor που είναι στο δάνειο της εταιρίας και η εταιρία θα καταβάλλει ένα ποσό βάσει ενός σταθερού επιτοκίου, δηλαδή από μία σύμβαση απορρέουν δύο χρηματικές ροές.

Δεν υπάρχει κεφάλαιο που να έχει δοθεί στην εταιρία ή η εταιρία να έχει λάβει από την Τράπεζα. Δηλαδή η εταιρία έχει παραλλάξει τον κίνδυνο του κυμαινόμενου επιτοκίου με ένα σταθερό ποσό το οποίο καταβάλει τελικά στην Τράπεζα. Το κεφάλαιο αυτό, επειδή ακριβώς είναι υποθετικό, δεν είναι σε λογαριασμό τάξεως, ούτε εμφανίζεται στον ισολογισμό της εταιρίας, στον οποίο εμφανίζονται μόνο τα πραγματικά δάνεια της εταιρίας.

Οι εταιρίες μπορούν να κάνουν σε μία Τράπεζα μια τέτοια συναλλαγή για το σύνολο των δανειακών τους υποχρεώσεων στην Τράπεζα. Ο πελάτης προσδοκά με τις συμβάσεις αυτές να έχει προγραμματισμό των ροών του. Σημαντική παράμετρος της συναλλαγής είναι η λεγόμενη "εκτοκιστική περίοδος", δηλ. το τρίμηνο ή εξάμηνο κατά το οποίο θα λάβει χώρα η ανταλλαγή των ροών.

Στη λήξη της περιόδου αυτής γίνονται δύο εγγραφές, μία εγγραφή κατά την οποία "αποζημιώνει" η Τράπεζα την εταιρία και ταυτόχρονα μία άλλη εγγραφή κατά την οποία "αποζημιώνει" η εταιρία την Τράπεζα. Η διαφορά των ποσών αυτών είναι η απόδοση του προϊόντος. Για ν' αποτυπωθεί το όφελος ή η ζημία της εταιρίας από τη μετακίνηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας πρέπει να γίνουν ταυτόχρονα δύο "αγοραπωλησίες".

Η μία είναι στην αρχή της ισοτιμίας και η άλλη στην ισοτιμία της λήξης. Οι δύο αγοραπωλησίες δείχνουν το θετικό ή αρνητικό αποτέλεσμα της εταιρίας. Όταν υπάρχει διολίσθηση της ισοτιμίας η εταιρία έχει ζημία. Μια εταιρία ή ένας που θέλει να είναι σε μια συναλλαγή συναλλάγματος, μπορεί να αγοράσει σήμερα το ένα νόμισμα έναντι κάποιου άλλου σε μια ισοτιμία 1,60 και μετά από αύριο, να έρθει να το πουλήσει στο 1,50.

Απ' αυτό θα γράψει μια ζημιά 10 μονάδες. Άρα ανέλαβε ένα ρίσκο συναλλαγματικό, έκανε μία συναλλαγή και οι δύο όμως συναλλαγές διακανονίζονται αύριο γιατί ο πελάτης δεν έχει το ονομαστικό κεφάλαιο στην τσέπη του, καρπούται ή καταβάλει τη διαφορά μόνο. Κεφάλαια δεν υπάρχουν ούτε στην κατοχή του ούτε στους τραπεζικούς του λογαριασμούς.

Ο πελάτης δεν έχει κανένα δηλ. κεφάλαιο στην κατοχή του, ούτε εμφανίζεται κεφάλαιο στο λογαριασμό του για να μπορεί να το δώσει στην τράπεζα, η οποία του το ξαναεπιστρέφει. Γίνονται δηλαδή αγοραπωλησίες και οι δύο ταυτόχρονα, όπως φαίνεται στους λογαριασμούς του πελάτη. Την τελευταία ημέρα ο πελάτης αγοράζει το ένα νόμισμα έναντι του άλλου και το ξαναπωλεί ταυτόχρονα, προκειμένου η διαφορά των δύο ευρώ ισοδυνάμων, ν' αποτυπώσει τη ζημία ή το όφελός του.

Έτσι δικαιολογείται η περιγραφή στην παράγραφο (όρος 2 της συμβάσεως) και των δύο συναλλαγών που γίνονται ταυτόχρονα. Γιατί αν υπήρχε μόνο μία συναλλαγή θα έπρεπε ο πελάτης να είχε διαθέσιμο το κεφάλαιο στο λογαριασμό του. Εκεί θα ήταν ένα πραγματικό κεφάλαιο για το οποίο θα υπήρχε μία απαίτηση. Στην κρινόμενη υπόθεση τα ονομαστικά ποσά που αναφέρονται στην από 2-2-2008 σύμβαση ήτοι των 300.000 ευρώ και το αντίστοιχό του σε ελβετικά φράγκα, που μετά τον πολλαπλασιασμό του κεφαλαίου σε ευρώ με την Ισοτιμία Διακανονισμού, ορίστηκε στο ποσό των 473.610 ελβετικών φράγκων είναι υποθετικά, αποτελούν την ονομαστική αξία της σύμβασης, όπως αναγράφεται και στην οικεία στήλη στις αποσταλείσες από την καθής στο ανακόπτον αναλυτικές καταστάσεις.

Τα ποσά αυτά δεν κατατέθηκαν σε λογαριασμούς της οφειλέτιδας, διατηρούμενους στην καθής, ούτε επρόκειτο να καταβληθούν από αυτή στην οφειλέτιδα εταιρία .... Κατά τη λήξη της σύμβασης θα ελάμβαναν χώρα λογιστικά και όχι πραγματικά δύο αγοραπωλησίες νομίσματος, και ειδικότερα μία προς την καθής από την ...

και μία προς την τελευταία από την πρώτη και η τυχόν διαφορά που θα προέκυπτε θα ήταν κέρδος για την οφειλέτιδα εταιρία αν η ισοτιμία των δύο νομισμάτων-χρηματοροών (ευρώ και ελβετικού φράγκου) κατά το χρόνο αυτό ήταν μεγαλύτερη από την αντίστοιχη κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης. Ημέρα έναρξης της σύμβασης ορίστηκε η 8-4-2008 και ημέρα λήξης η 8-4-2013.

Τα ονομαστικά κεφάλαια προσδιορίστηκαν από τα συμβαλλόμενα μέρη, προκειμένου ανά εξάμηνο να υπολογίζονται οι τόκοι, που βάσει της σύμβασης ανταλλαγής επιτοκίων και συναλλάγματος, κάθε συμβαλλόμενο μέρος θα καλείτο να καταβάλει, και ειδικότερα η μεν καθής με βάση το επιτόκιο euribor, η δε αντισυμβαλλόμενή της ...

με βάση σταθερό επιτόκιο, που ορίστηκε σε 3,35% σε CHF. Οι καταβολές του συνόλου των τόκων, παρότι ονομάζονται επιτοκιακές ροές, δεν ελάμβαναν χώρα στην πραγματικότητα, και λογιστικά δεν καταχωρούντο ως τόκοι πιστωτικοί προς την εταιρία επί ενός πραγματικού κεφαλαίου, διότι αν ήταν τέτοιοι θα υπήρχε και παρακράτηση φόρου επ' αυτών.

Αντίθετα αν ήταν τόκοι που χρωστούσε η εταιρία για κάποιο δάνειο στην τράπεζα θα έπρεπε να υπήρχαν και οι λοιπές εισφορές που καταβάλλονται. Είναι δηλαδή ποσά που υπολογίζονται επί του υποθετικού ονομαστικού κεφαλαίου επί ενός επιτοκιακού δείκτη αλλά ο τόκος πραγματικά είναι στο δάνειο σε άλλη συναλλαγή και ισοφαρίζεται το ένα ποσό με το άλλο.

Η εκάστοτε διαφορά των τόκων χρεωνόταν ή πιστωνόταν στον αντίστοιχο λογαριασμό ευρώ ή ελβετικού φράγκου, που τηρείτο για την εξυπηρέτηση της σύμβασης και αναγράφονται σ' αυτήν, ήτοι τον με αριθμό ... σε ευρώ και τον με αριθμό ... λογαριασμό σε ελβετικά φράγκα (υπό στοιχεία 3.1 όρος της σύμβασης), ανάλογα με το αν οι τόκοι βάσει euribor ήταν μικρότεροι ή μεγαλύτεροι από τους τόκους βάσει σταθερού επιτοκίου, οπότε στην πρώτη περίπτωση τον κίνδυνο αναλάμβανε η ...

και στη δεύτερη η καθής. Ειδικότερα με την επίδικη σύμβαση η καθής ανέλαβε να καταβάλει τους τόκους επί κεφαλαίου 300.000 ευρώ ή του ισότιμού του σε ελβετικά φράγκα με επιτόκιο euribor για την εξυπηρέτηση υποχρεώσεων της ... που απέρρεαν από άλλες (κύριες) συμβάσεις δανεισμού ή πίστωσης. Η ... ανέλαβε να καταβάλει τους τόκους επί του ανωτέρω ποσού βάσει σταθερού επιτοκίου.

Αν το επιτόκιο euribor ήταν μικρότερο από το σταθερό επιτόκιο, η προκύπτουσα διαφορά θα αποτελούσε οφειλή της ... προς την καθής. Αντιθέτως, αν το επιτόκιο euribor ήταν μεγαλύτερο από το σταθερό επιτόκιο, η προκύπτουσα διαφορά θα αποτελούσε την απόδοση του προϊόντος, δηλαδή το κέρδος της ... από τη συναλλαγή αυτή.

Τα παραπάνω υπολογίζοντο και βάσει διαφορετικού νομίσματος και εν προκειμένω ελβετικού φράγκου προκειμένου να προληφθεί και η περίπτωση υποτίμησης του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου. Η απόδοση δηλαδή του χρηματοοικονομικού προϊόντος της ένδικης σύμβασης επηρεαζόταν από την ισοτιμία του ευρώ-ελβετικού φράγκου.

Για να αποτυπωθεί το όφελος ή η ζημία έπρεπε να γίνουν δύο αγοραπωλησίες. Η μία ήταν στην ιστορική στιγμή που μπήκε η εταιρία και ήταν 1,58 και η άλλη ήταν η ισοτιμία της λήξης περίπου 1,22, 1,23. Επειδή έπεσε η ισοτιμία ανατιμήθηκε το ελβετικό φράγκο, ταυτόχρονα οι δύο αγοραπωλησίες δείχνουν το αρνητικό αποτέλεσμα της εταιρίας.

Οι εγγραφές στο λογαριασμό των ελβετικών φράγκων ήταν το ισόποσο ποσό. Οι δύο εγγραφές στο λογαριασμό του ευρώ άφηναν το αρνητικό αποτέλεσμα της εταιρίας και ήταν η αποτύπωση του κινδύνου από τη διολίσθηση της ισοτιμίας και την ανατίμηση του ελβετικού φράγκου. Οι προαναφερόμενοι λογαριασμοί, με τους οποίους εκινείτο η σύμβαση, συμπίπτουν με τους αναφερόμενους από την καθής στην ανακοπτόμενη δήλωση, εκ των οποίων αυτός που τηρείτο σε ευρώ εμφάνιζε κατά την ημέρα της κατάσχεσης χρεωστικό υπόλοιπο 54,91 ευρώ, ενώ αυτός του ελβετικού φράγκου παρουσίαζε μηδενικό υπόλοιπο.

Στις 10.10.2012 στον ως άνω λογαριασμό εξυπηρέτησης των χρηματικών ροών της ως άνω σύμβασης, φαίνεται ότι πιστώθηκε το ποσό των 8.065,18 ευρώ, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη εκτύπωση κίνησή τους με ημερομηνία 24-1-2014, το ίδιο δε ποσό αυθημερόν χρεώνεται στον ίδιο λογαριασμό με αποτέλεσμα το λογιστικό υπόλοιπο να είναι μηδενικό, όπως και δηλώθηκε από την καθής...

Από τα παραπάνω σαφώς προκύπτει ότι η επίδικη σύμβαση που κατήρτισε με την καθής η εταιρία ... και είχε ως σκοπό την αντιστάθμιση επιτοκιακών κινδύνων που απέρρεαν από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων που αυτή είχε καταρτίσει με την καθής τράπεζα, ήταν μία σύμβαση παραγώγου χρηματοοικονομικού προϊόντος, με δύο χρηματοοικονομικές ροές σε ευρώ και σε ελβετικό φράγκο, στα άρθρα 1, 2 και 3 της οποίας αναφέρονται αναλυτικά ο τρόπος προσδιορισμού, ο χρόνος διακανονισμού και ο λογαριασμός εξυπηρέτησης των ροών μεταξύ των συμβαλλομένων και δεν υπάρχουν δύο συμβάσεις με πραγματικά ποσά, όπως αβάσιμα το ανακόπτον και ήδη εκκαλούν ισχυρίζεται, βασιζόμενο στις δύο καταχωρήσεις της εταιρίας ...

στις αποσταλείσες από την καθής προς αυτό καταστάσεις, καθόσον οι καταχωρήσεις αυτές αντιστοιχούν σε διαφορετικές χρηματοροές της ιδίας ως άνω σύμβασης την 10.4.2012 σε ευρώ και σε ελβετικά φράγκα αντίστοιχα, τα ως άνω δε ποσά είναι υποθετικά και δεν οφείλονται από την καθής στην οφειλέτιδα του ανακόπτοντος.

Τα δεδομένα αυτά επιβεβαιώνονται από τη σύγκριση και την ταυτοποίηση των στοιχείων κάθε καταχώρισης που συμπίπτει όσον αφορά στην ημερομηνία της συναλλαγής (21.2.2008), στην έναρξη της λειτουργίας της (8.4.2008), στη συμφωνηθείσα λήξη της (8.4.2013) καθώς και στο ποσό αυτής σε ευρώ (300.000,00) και σε ελβετικά φράγκα αντίστοιχα (473.610), όπως προκύπτουν από την ίδια τη σύμβαση.

Ακόμη επιβεβαιώνεται η ύπαρξη μιας σύμβασης και από την υπ' αριθμ. πρωτοκ. ... επιστολή της Τράπεζας με αναλυτικούς πίνακες λογιστικής απεικόνισης του προϊόντος από την οποία εμφαίνεται η απόδοσή του καθ' όλη τη διάρκεια της ισχύος του, οι χρεωπιστώσεις στο λογαριασμό όψεως με αριθμό 0026.0335.290200265882 της οφειλέτιδας του εκκαλούντος, η εκτέλεση από την ημερομηνία έναρξης της παραπάνω συναλλαγής μέχρι την πρόωρη λήξη αυτής την 23.11.2012 και οι εκατέρωθεν χρηματοροές στα πλαίσια της ανωτέρω σύμβασης.

Συνεπώς αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσης, την κατάρτιση δύο συμβάσεων παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων και την πραγματική ύπαρξη κεφαλαίων ύψους 300.000 ευρώ και 473.610 ελβετικών φράγκων αντίστοιχα σε λογαριασμούς της οφειλέτιδός του στην καθής, προκειμένου να στηρίξει την ανειλικρίνεια της ανακοπτόμενης δήλωσης της καθής...

Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι η καθής ήδη εφεσίβλητη στις 23-11-2012, προέβη όπως είχε δικαίωμα βάσει του υπό στοιχεία 5.2 όρου της σύμβασης, στη πρόωρη λήξη αυτής, επειδή ήταν ζημιογόνος. Πράγματι από τις αναλυτικές καταστάσεις προκύπτει ότι η ΥΔΡΟΦΛΕΞ, μόνο τις δύο πρώτες περιόδους είχε κέρδος, ενώ τις υπόλοιπες ζημία.

Με την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. πρωτοκ. ... επιστολή της η καθής γνωστοποίησε στην ως άνω εταιρία τη λήξη της σύμβασης και την υποχρέωσή της (της τελευταίας εταιρίας) προς την καθής ύψους 41.910,00 ευρώ που στις 23.11.2012 χρεώθηκε στον προαναφερόμενο με αριθμό ... λογαριασμό όψεως αυτής, ήδη δε κατά το χρόνο σύνταξης της άνω επιστολής η συνολική της υποχρέωση από τη λειτουργία και την πρόωρη λήξη της άνω σύμβασης προσδιορίσθηκε στο ποσό των 37.300,13 ευρώ (χρέωση 41.910,00 ευρώ + πιστωτικό υπόλοιπο 4.609,87 ευρώ).

Η άνω επιστολή κοινοποιήθηκε νομίμως στην ... στις 28-1-2013. Ακόμη η ύπαρξη του άνω χρεωστικού υπολοίπου και η μεταφορά του την 28.11.2012 στον ως άνω λογαριασμό, προκύπτει και από το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. πρωτ. ... επιστολή της καθής περί οριστικού κλεισίματος της πίστωσης που χορηγήθηκε στην ... στα πλαίσια της υπ' αριθμόν 335/2005 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό.

Η σύμβαση από τις 23.11.2012 και εφεξής ήταν ανενεργής και ουδεμία εγγραφή έγινε σ' αυτήν, οι δε λογαριασμοί εξυπηρέτησης των ροών είχαν κλείσει. Παρότι δε η κοινοποίηση της καταγγελίας της σύμβασης καθυστέρησε λόγω φόρτου εργασίας των αρμοδίων υπηρεσιών της καθής, δεν υπήρχε περίπτωση μελλοντικής πίστωσης οποιουδήποτε ποσού στο λογαριασμό της ...

από τη λειτουργία της σύμβασης.

Συνεπώς κατά το χρόνο της κατάσχεσης στις 21-12-2012, δεν υπήρχε ενεστώσα οφειλή ή μέλλουσα οφειλή, έως την τυπική λήξη στις 30-1-2013 (δύο ημέρες μετά την κοινοποίηση) της καθής προς την ..., απορρέουσα από την μεταξύ τους καταρτισθείσα μία σύμβαση παραγώγων χρηματοοικονομικού προϊόντος, που είναι η επίδικη σύμβαση, όπως αβάσιμα το εκκαλούν ισχυρίζεται με τον τρίτο λόγο της έφεσης και δεν υφίσταται ανειλικρίνεια της δήλωσης της καθής.

Σε κάθε περίπτωση δε η παράλειψη αναφοράς ότι η ως άνω σύμβαση ανταλλαγής επιτοκίων αποτελούσε χρηματοοικονομικά παράγωγα, καθώς και η ύπαρξη και εξέλιξη αυτής, δεν συνδέεται με μη ικανοποίηση της απαίτησης του εκκαλούντος, στοιχείο απαραίτητο για την ανειλικρίνεια της δήλωσης..., λόγω της ανυπαρξίας όπως αποδείχθηκε οποιασδήποτε απαίτησης της οφειλέτιδας του ανακόπτοντος κατά της καθής...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τους περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και κακής εκτίμησης των αποδείξεων λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας έτσι την με αριθ. 3624/2014 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η από 27-2-2013 ανακοπή του αναιρεσείοντος ως ουσία βάσιμη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 30, 30Α, 31, 32, 33 και 34 του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974), καθόσον, υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία, κατά το χρόνο της κατάσχεσης στις 21-12-2012 έως την τυπική λήξη της στις 30-1-2013 δεν υπήρχε ενεστώσα ή μέλλουσα οφειλή της αναιρεσίβλητης προς την ..., απορρέουσα από την μεταξύ τους καταρτισθείσα μία σύμβαση παραγώγων χρηματοοικονομικού προϊόντος, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών και, ως εκ τούτου, δεν καταφάσκεται υποχρέωση της αναιρεσίβλητης, με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 30 επ.

ΚΕΔΕ, για καταβολή στο αναιρεσείον του κατασχεθέντος ποσού, αφού η υπ' αρ. 70.308/31-12-2012 δήλωση της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, με την οποία αυτή δήλωσε ότι δεν οφείλει στην ως άνω οφειλέτιδα του ανακόπτοντος εταιρία ..., κάποιο ποσό και ότι κατά την ημέρα της κατάσχεσης υπήρχε ένας λογαριασμός της με χρεωστικό και ένας λογαριασμός της με μηδενικό υπόλοιπο, δεν είναι ανειλικρινής, μη αρκούσης για την ανειλικρίνειά της μόνης της μη αναφοράς σ' αυτή της επίμαχης από 20-2-2008 σύμβασης μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της εταιρίας ..., ενόψει και του ότι σε περίπτωση μη υποβολής δηλώσεως και δημιουργίας του μαχητού τεκμηρίου του άρθρου 33 του ΚΕΔΕ, ο καθ' ου μπορεί να αποδείξει ότι δεν οφείλει τίποτε στον καθ' ου.

Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών, ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε σ` αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα, με βάση τα οποία κατέληξε στην παραπάνω κρίση του περί μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 30, 30Α, 31, 32, 33 και 34 του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974), τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αρνητικό αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή η δήλωση της καθής δεν ήταν ανειλικρινής, λόγω παράλειψής της να περιλάβει σ' αυτή την προαναφερθείσα από 20-2-2008 σύμβαση παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων, με τις επιστηρίζουσες την κρίση αυτή ανέλεγκτες παραδοχές α) ότι ναι μεν είχε καταρτισθεί μεταξύ της καθ' ης τράπεζας και της εταιρίας ...

η από 20-2-2008 σύμβαση παραγώγων χρηματοοικονομικού προϊόντος, πλην όμως τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά ήταν υποθετικά και δεν οφείλονται από την καθ' ης στην οφειλέτιδα του ανακόπτοντος, αφού δεν κατατέθηκαν σε λογαριασμούς της οφειλέτιδας, διατηρούμενους στην καθής, ούτε επρόκειτο να καταβληθούν από αυτή στην οφειλέτιδα εταιρία ..., δεν υπήρχαν δε δύο συμβάσεις με πραγματικά ποσά, όπως ισχυρίσθηκε το ανακόπτον, αμφισβητώντας την ειλικρίνεια της καθ' ης, βασιζόμενο στις δύο καταχωρήσεις της εταιρίας ...

στις αποσταλείσες από την καθ' ης προς αυτό καταστάσεις, καθόσον οι καταχωρήσεις αυτές αντιστοιχούν σε διαφορετικές χρηματοροές της ιδίας ως άνω σύμβασης την 10.4.2012 σε ευρώ και σε ελβετικά φράγκα αντίστοιχα, β) ότι η καθ' ης στις 23-11-2012 προέβη στην πρόωρη λήξη της άνω σύμβασης, επειδή ήταν ζημιογόνος, εφεξής δε η εν λόγω σύμβαση ήταν ανενεργής και ουδεμία εγγραφή έγινε σ' αυτήν και δεν υπήρχε περίπτωση μελλοντικής πίστωσης οποιουδήποτε ποσού στο λογαριασμό της εταιρίας ...

από τη λειτουργία της σύμβασης και γ) ότι κατά το χρόνο της κατάσχεσης στις 21-12-2012, δεν υπήρχε ενεστώσα οφειλή ή μέλλουσα οφειλή, έως την τυπική λήξη στις 30-1-2013, της καθ' ης προς την εταιρία ..., απορρέουσα από την μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση παραγώγων χρηματοοικονομικού προϊόντος, αιτιολογώντας αναλυτικά και χωρίς αντιφάσεις, γιατί δεν υπήρχε περίπτωση ούτε και μελλοντικής πίστωσης οποιουδήποτε ποσού στο λογαριασμό της εταιρίας ...

από τη λειτουργία της άνω σύμβασης, δεχόμενο μάλιστα ρητά ότι, αντιθέτως, υπήρχε ήδη οφειλή σημαντικού ύψους και δη ποσού 37.300,13 ευρώ της άνω οφειλέτιδας εταιρίας προς την καθ' ης και στ) ότι, σε κάθε περίπτωση, η παράλειψη αναφοράς στην επίμαχη δήλωση ότι η ως άνω σύμβαση ανταλλαγής επιτοκίων αποτελούσε χρηματοοικονομικά παράγωγα, καθώς και η ύπαρξη και εξέλιξη αυτής, δεν συνδέεται με μη ικανοποίηση της απαίτησης του ανακόπτοντος, στοιχείο απαραίτητο για την ανειλικρίνεια της δήλωσης, λόγω της ανυπαρξίας οποιασδήποτε απαίτησης της οφειλέτιδας του ανακόπτοντος κατά της καθ' ης.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον μέμφεται το Εφετείο για ευθεία παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων, καθώς και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον προβάλλει αιτιάσεις για αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι αβάσιμοι..

Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4 Δεκεμβρίου 2018 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της με αριθ. 3259/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Οκτωβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ