Supreme Court dismisses appeal in employment contract dispute, rejecting claims for salary arrears due to non-renewal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision denying salary arrears for a period of non-renewed employment contracts. The appellant argued that the employer unreasonably refused to renew the contract, causing financial loss, while the employer contended no new contracts were issued and the appellant failed to meet specific renewal conditions. The court ruled that the appellant's claim lacked legal basis as the non-renewal did not stem from bad faith or abuse of rights, thereby upholding the lower court's judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 185, 189, 192, 201, 361 of the Civil Code; The court established that an employment contract formed via competition becomes effective upon the candidate's acceptance, and the employer is not liable for salary arrears if the non-renewal of fixed-term contracts does not constitute bad faith or abuse of rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 132 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 132/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Καλλιόπη Πανά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17η Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Α. του Ε., κατοίκου…, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Πέτρου Ζάπρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου "Κοινωφελούς Επιχείρησης Υπηρεσιών Νεάπολης Συκεών" ως καθολικού διαδόχου της Κοινωφελούς Δημοτικής Επιχείρησης Ενότητας Νεάπολης Δήμου Νεάπολης - Συκεών "ΚΟ.Δ.Ε.ΔΗ.Ν", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στις Συκιές Θεσσαλονίκης και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Μακρή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 04-12-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν 6694/2014 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και ακολούθως η 9656/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 188/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 05-02-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[1] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 185, 189, 192, 201, 361 και 648 ΑΚ συνάγεται, ότι σε περίπτωση κατάρτισης σύμβασης εργασίας με διαγωνισμό, η προκήρυξη του διαγωνισμού συνιστά πρόταση του εργοδότη προς αόριστο αριθμό προσώπων για κατάρτιση σύμβασης, ενώ η υποβολή υποψηφιότητας και η συμμετοχή σ` αυτόν επέχει θέση αποδοχής της εργοδοτικής πρότασης, από την περιέλευση δε της δήλωσης του υποψηφίου στον εργοδότη για την αποδοχή της πρότασής του, θεωρείται, ότι καταρτίσθηκε η σύμβαση εργασίας, η οποία τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της επιτυχίας του ενδιαφερομένου στον διαγωνισμό. Με την έκδοση και ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού, εφόσον ο ενδιαφερόμενος πέτυχε σ` αυτόν, πληρώνεται η αίρεση και επέρχονται τα αποτελέσματα της σύμβασης, ο δε επιτυχών θεωρείται αυτοδικαίως και οριστικά μισθωτός του εργοδότη, που προκήρυξε τον διαγωνισμό. (ΑΠ 654/2000). Η πλήρωση της παραπάνω αίρεσης ελέγχεται βάσει του άρθρου 207 παρ. 1 ΑΚ, κατά το οποίο η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της (ΑΠ 282/2017, ΑΠ 878/2014, ΑΠ 829/2006, ΑΠ 654/2000).
Μετά την τελείωση της σύμβασης κατά τ` ανωτέρω, ο εργοδότης, μη αποδεχόμενος τις υπηρεσίες του μισθωτού, καθίσταται υπερήμερος με τις συνέπειες που ορίζουν σε βάρος του οι διατάξεις των άρθρων 349, 350 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 192/2000, ΑΠ 1661/1995, ΑΠ 821/1987). Εάν όμως από την προκήρυξη προκύπτει ότι ο εργοδότης απευθύνει απλή πρόκληση προς ενδιαφερομένους να υποβάλουν αίτηση και τα δικαιολογητικά έγγραφα των προσόντων τους και συγχρόνως ασκώντας φυσική ευχέρεια επιφυλάχθηκε να επιλέξει τους κατά την κρίση του καταλληλότερους, η συμμετοχή των υποψηφίων στην παραπάνω διαδικασία και στην τυχόν προβλεπόμενη προφορική συνέντευξη δεν επιφέρει κατάρτιση της εργασιακής σύμβασης υπό αναβλητική αίρεση, η δε επιλογή του εργοδότη δεν ελέγχεται βάσει του άρθρου 207 παρ. 1 ΑΚ (ΑΠ 1163/2019, ΑΠ 829/2006).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 361 ΑΚ για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Η από την ανωτέρω διάταξη απορρέουσα αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, η οποία στηρίζεται στη φυσική ευχέρεια κάθε προσώπου που έχει ικανότητα δικαίου και δικαιοπραξίας, να καταρτίζει με τρίτους συμβάσεις ή να αποκρούει την κατάρτιση αυτών, ως έκφανση κατά το άρθρο 5§1 του Συντάγματος ατομικού δικαιώματος για ανάπτυξη της προσωπικότητας και ελεύθερης επαγγελματικής και οικονομικής δράσης ,ως εκ της φύσεως της, δεν υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281ΑΚ,το οποίο προϋποθέτει άσκηση συγκεκριμένου δικαιώματος παρεχομένου στο δικαιούχο από θετική διάταξη του δικαίου και αποσκοπεί στην προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος (ΟλΑΠ 33/1987).
Με βάση την ανωτέρω αρχή που ισχύει και στο χώρο των εργασιακών σχέσεων, ο εργοδότης δεν υποχρεούται να αιτιολογήσει την επιλογή πρόσληψης η μη πρόσληψης συγκεκριμένου υποψηφίου και η επιλογή κατά τούτο δεν ελέγχεται για υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281ΑΚ και επομένως ο μισθωτός, του οποίου έληξε η σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου με τον εργοδότη του, δεν έχει δικαίωμα επικαλούμενος καταχρηστική 'άσκηση της φυσικής ευχέρειας του τελευταίου να αρνηθεί την κατάρτιση νέας συμβάσεως, να αξιώσει ως αποζημίωση τους μισθούς που απώλεσε λόγω της μη ανανέωσης της σύμβασής του (ΟλΑΠ 33/1987).
Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 ΑΚ συνάγεται ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως, Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή, όπως ήδη αναφέρθηκε, παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της συμβάσεως και καταβολή αποζημίωσης.
[2] Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 6/2019, 4/2018, 7/2006, 4/2005).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία ΟλΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 169/2019, 1394/2017, 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 578/2019, 945/2019, 15/2018, 413/1993).
[3] Ο ενάγων ήδη αναιρεσίβλητος με την αριθμ. 21493/2013 αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, ισχυρίστηκε ότι τον Σεπτέμβριο του 2011 η πρώην Κοινωφελής Δημοτική Επιχείρηση Ενότητας Νεάπολης του Δήμου Νεάπολης Συκεών (ΚΟ.Δ.Ε.ΔΗ.Ν.), που στη συνέχεια απορροφήθηκε από την εναγομένη κοινωφελή επιχείρηση, η οποία υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της, προκήρυξε διαγωνισμό για την πρόσληψη 22 ατόμων στο τμήμα αθλητισμού με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας έως την 31-08-2012.
Ότι η σχετική προκήρυξη ρητά προέβλεπε την ανανέωση των συμβάσεων εργασίας όσων θα επιλέγονταν, υπό την προϋπόθεση της συνέχισης της χρηματοδότησης από το πρόγραμμα ΕΣΠΑ, από το οποίο θα καταβαλλόταν η μισθοδοσία τους.
Ότι ο ίδιος συμμετείχε στο διαγωνισμό αυτόν ως πτυχιούχος φυσικής αγωγής με ειδικότητα την αντισφαίριση, καταλαμβάνοντας τη σχετική προκηρυχθείσα θέση και συνήψε έγγραφη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ήτοι από 13-10-2011 έως την 31-08-2012 μερικής απασχόλησης έναντι της εκεί αμοιβής.
Ότι λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγομένης να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ο ενάγων άσκησε κατ' αυτής αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η 3751/2013 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η εργοδότρια υποχρεώθηκε να του καταβάλει το σύνολο της συμβατικής αμοιβής του έως τη 31-08-2012, χρόνο λήξης της σύμβασης εργασίας.
Ότι το πρόγραμμα ΕΣΠΑ συνεχίστηκε και το έτος 2013 και ενώ το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης αποφάσισε την ανανέωση της σύμβασης του, εν τούτοις ουδέποτε αποδέχθηκε τις υπηρεσίες του.
Ότι το ίδιο έπραξε και το έτος 2014 κατά το οποίο επίσης συνεχίστηκε η χρηματοδότηση του προγράμματος από το ΕΣΠΑ αρνούμενη να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του και να υπογράψει τη σχετική σύμβαση καταχρηστικά, για λόγους εκδίκησης λόγω της προηγηθείσας δικαστικής διένεξης ,ενώ κατήρτισε συμβάσεις με όλους τους λοιπούς υποψηφίους.
Ζήτησε, ως εκ τούτου:
α) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη περιήλθε σε υπερημερία εργοδότη κατά το χρονικό διάστημα από 01-09-2012 έως 31-08-2014,
β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα,
γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας του διαστήματος από 01-09-2012 έως 31-08-2014, το συνολικό ποσό των 14.868,88 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις και
δ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Επί της αγωγής αυτής, ύστερα από την έκδοση της 6694/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης που κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, εκδόθηκε η 9656/2015 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία έγινε αυτή εν μέρει δεκτή, αναγνωρίστηκε η υπερημερία της εναγομένης εργοδότριας για το από 01-09-2012 έως 31-08-2013 χρονικό διάστημα και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα, ως μισθούς υπερημερίας, του αμέσως ανωτέρω χρονικού διαστήματος, ποσό 7.215,78 ευρώ νομιμοτόκως. Κατόπιν άσκησης αντίθετων εφέσεων κατ' αυτής εκδόθηκε η αναιρεσιβαλομένη με την οποία απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η έφεση του ενάγοντος, έγινε δεκτή κατ'ουσίαν η έφεση της εναγομένης, και στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη, δίκασε εκ νέου την αγωγή και την απέρριψε στο σύνολό της.
[4] Στην προκείμενη περίπτωση από την προσβαλλομένη απόφαση, παραδεκτώς επισκοπούμενη (ΚΠολΔ 561 παρ.2), προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:
Ότι η δημοτική επιχείρηση με την επωνυμία "Κοινωφελής Δημοτική Επιχείρηση Ενότητας Νεάπολης" του Δήμου Νεάπολης - Συκεών (ΚΟ.Δ.Ε.ΔΗ.Ν.) η οποία συγχωνεύθηκε στην εδώ αναιρεσίβλητη εναγομένη δημοτική επιχείρηση με την επωνυμία "Κοινωφελής Επιχείρηση Υπηρεσιών Νεάπολης Συκεών (ΚΕΥΝΣ)", η οποία έκτοτε υποκαταστάθηκε αυτοδικαίως σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αρχικής δημοτικής επιχείρησης, με την υπ' αριθμ.968/12-9-2011 ανακοίνωση της γνωστοποίησε ότι προς υλοποίηση του επιχειρησιακού προγράμματος "Ανάπτυξη ανθρώπινου δυναμικού / Εναρμόνιση οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής", στα πλαίσια του ΕΣΠΑ 2007-2013, θα προβεί στην πρόσληψη 22 συνολικά ατόμων στο τμήμα αθλητισμού, μεταξύ των οποίων και ενός ατόμου με τα προσόντα του πτυχιούχου φυσικής αγωγής (ΠΕ), με ειδικότητα την αντισφαίριση, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου με διάρκεια από την υπογραφή της σύμβασης έως την 31-08-2012.
Ότι η επιλογή των εργαζομένων ορίστηκε ότι θα γίνει με το σύστημα της μοριοδότησης, με βάση συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, όπως ο χρόνος κατά τον οποίο ο υποψήφιος υπήρξε άνεργος, η ιδιότητα του ως πολυτέκνου ή τέκνου πολύτεκνης οικογένειας, γονέα ή τέκνου μονογονεϊκής οικογένειας, ο βαθμός του πτυχίου και η τυχόν υπάρχουσα εμπειρία στο συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο.
Ότι ορίστηκε ρητά η δυνατότητα ανανέωσης ή παράτασης των συμβάσεων, υπό τον όρο ότι θα συνεχιστεί το προαναφερόμενο πρόγραμμα, γεγονός που αναγκαίως προϋπέθετε και την εξασφάλιση της αναγκαίας χρηματοδότησης από το ΕΣΠΑ.
Ότι ο ενάγων, ο οποίος είναι πτυχιούχος φυσικής αγωγής (ΠΕ) με ειδικότητα την αντισφαίριση (τένις), έλαβε με επιτυχία μέρος στο διαγωνισμό αυτό και κατέλαβε τη μοναδική προκηρυχθείσα θέση.
Ότι, ακολούθως, κατήρτισε με την ως άνω κοινωφελή επιχείρηση έγγραφη σύμβαση εργασίας μερικής απασχόλησης, διάρκειας από 13-10-2011 έως 31-08-2012, με την οποία συμφωνήθηκε να παρέχει τις υπηρεσίες του ως δάσκαλος αντισφαίρισης, κατά το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, από Δευτέρα έως Παρασκευή, επί τέσσερις το πολύ ώρες ημερησίως και συνολικά επί 17 ώρες εβδομαδιαίως, έναντι ωρομισθίου ποσού 8,41 ευρώ και συνολικά 142,92 ευρώ εβδομαδιαίως.
Ότι το ανωτέρω ωράριο τροποποιήθηκε στη συνέχεια με συμφωνία των μερών ως εξής. Δευτέρα από 16:00 έως 18:00 και Τρίτη έως Σάββατο από 16:00 έως 19:00 ήτοι συνολικά 17 ώρες εβδομαδιαίως.
Ότι ο ενάγων παρείχε προσηκόντως τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες του έως την 21-11-2011, οπότε η εργοδότρια του έπαυσε αρχικά να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, επικαλούμενη δήθεν απρεπή συμπεριφορά του προς τον πατέρα μαθήτριας του, ενώ στη συνέχεια, τον δέχθηκε ξανά προς εργασία, πλην όμως μειώνοντας αναίτια και αντισυμβατικά τις ώρες εβδομαδιαίας εργασίας του, τις οποίες πλέον καθόρισε σε μόλις 2 αντί των 17 που είχαν αρχικά συμφωνηθεί.
Ότι ο ενάγων απέκρουσε άμεσα την κατά τα ανωτέρω μονομερή δυσμενή μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης, αξίωσε την απασχόληση του με τους όρους που είχαν συμφωνηθεί και άσκησε την με αρ. κατ.10116/2012 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία αξίωνε, το σύνολο της συμβατικής του αμοιβής έως την 31-08-2012, που αντιστοιχούσε σε 17 ώρες εβδομαδιαίως, ύψους 6.894,42 ευρώ, πλέον χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ύψους 5.000 ευρώ και συνολικά 11.894,42 ευρώ.
Ότι η αγωγή έγινε δεκτή στο σύνολο της με την 3751/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που έχει καταστεί τελεσίδικη.
Ότι στις 29-8-2012 το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης, η οποία στο μεταξύ είχε υπεισέλθει στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αρχικής εργοδότριας, αποφάσισε να προβεί στην ανανέωση των συμβάσεων εργασίας για το διάστημα από 01-09-2012 έως 31-08-2013, όλων όσων είχαν απασχοληθεί στα πλαίσια της ως άνω προκήρυξης, συμπεριλαμβανομένου του ενάγοντος, ενόψει του ότι το πρόγραμμα "εναρμόνιση οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής" επρόκειτο να συνεχιστεί.
Ότι, όμως, η εναγομένη δεν προχώρησε σε υπογραφή της νέας σύμβασης με τον ενάγοντα και δεν αποδέχθηκε τις υπηρεσίες του κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα (01-09-2012 έως 31-08-2013).
Ότι κατά την περίοδο από 01-09-2013 έως 31-08-2014 η εναγομένη δεν έλαβε απόφαση περί ανανέωσης της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και δεν υπέγραψε οποιαδήποτε σύμβαση εργασίας με αυτόν.
Ότι η εναγομένη δεν περιήλθε σε υπερημερία εργοδότη, διότι δεν υπήρχε σχετική προς τούτο συμβατική της υποχρέωση, αφού σε κανένα σημείο της προκήρυξης δεν περιεχόταν όρος περί ανάληψης δέσμευσης από αυτή για την ανανέωση της σύμβασης των εργαζομένων σε περίπτωση συνέχισης του προγράμματος, παρά μόνον αναφερόταν ότι σε μία τέτοια περίπτωση, αυτή θα είχε απλώς τη δυνητική ευχέρεια να ανανεώσει, κατά την κρίση της, τις εν λόγω συμβάσεις.
Ότι, εξάλλου, το γεγονός ότι οι υπόλοιποι επιτυχόντες του διαγωνισμού απασχολήθηκαν από την εναγομένη κατά το άνω χρονικό διάστημα και αληθές υποτιθέμενο, δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της υπόθεσης, αφού η εναγομένη δεν δεσμεύεται από κάποιο συμβατικό ή εκ του νόμου όρο να ανανεώσει τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, αλλά αντιθέτως ανήκει στο διευθυντικό της δικαίωμα η επιλογή της ανανέωσης μιας σύμβασης εργασίας μετά τη λήξη του συμφωνηθέντος χρόνου.
Ότι η εναγομένη δεν υπήρξε υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας του ενάγοντος και συνεπώς δεν οφείλει μισθούς υπερημερίας ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από τη μη αποδοχή της εργασίας του, καθ' όλο το αιτούμενο με την αγωγή χρονικό διάστημα από 01-09-2012 έως 31-12-2014.
Ότι, πέραν τούτων, δεν είναι καταχρηστική η μη πρόσληψη του ενάγοντος επειδή θα έμενε αχρησιμοποίητη η χρηματοδότηση του ΕΣΠΑ προς ζημία της τοπικής κοινωνίας, καθόσον η ύπαρξη της χρηματοδότησης δεν καθιστά υποχρεωτική την χρησιμοποίηση της χωρίς αντίστοιχο όφελος.
Ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η εναγομένη έλαβε την επιχορήγηση του ΕΣΠΑ και δεν ανανέωσε την σύμβαση του ενάγοντος, προκειμένου να ευνοήσει "ημέτερους ή να καρπωθεί τη χρηματοδότηση, που θα μπορούσε, ενδεχομένως, να στηρίξει τη καταχρηστικότητα της συμπεριφοράς της εναγομένης, δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
Ότι επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι η μη πρόσληψη του ενάγοντος οφείλεται σε εκδίκηση της εναγομένης, λόγω των δικαστικών διαφορών που είχαν κατά την αρχική περίοδο του προγράμματος, καθόσον δεν προέκυψε κάποιος λόγος εκδικητικής συμπεριφοράς σε βάρος του ενάγοντος και συνεπώς είχε δικαίωμα να αποφασίσει για την αναγκαιότητα και τη χρησιμότητα της εργασίας του ενάγοντος.
Με βάση τα περιστατικά αυτά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε ότι ο ενάγων ήδη αναιρεσείων δεν δικαιούται αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 01-09-2012 έως 31-08-2014 .
[5] Με τις ανωτέρω παραδοχές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ορθώς ερμήνευσε τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 648, 652, 653, 656, 672 ΑΚ και 21 του ν.2190/1994 και δεν παραβίασε αυτές με τη μη εφαρμογή τους, ευθέως ή εκ πλαγίου, καθόσον με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα. Ειδικότερα, δεχόμενο, ότι με βάση την προκήρυξη καταρτίσθηκε σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, μερικής απασχόλησης, με τον ενάγοντα μισθωτό με ημερομηνία λήξης την 31-08-2012, ότι η εναγομένη δεν είχε αναλάβει με όρο της προκήρυξης δέσμευση για την ανανέωση της σύμβασης του αναιρεσείοντος για όλο το χρονικό διάστημα διάρκειας του προγράμματος και ότι της ανωτέρω σύμβασης ορισμένου χρόνου δεν επακολούθησε κατάρτιση συμβάσεων ορισμένου χρόνου ήτοι από 01-09-2012 έως 31-08-2013 και από 01-09-2013 έως 31-08-2014, ορθώς κατέληξε ότι ο αναιρεσείων δεν δικαιούται τα αξιούμενα ως μισθούς υπερημερίας χρηματικά ποσά για το από 01-09-2012 έως 31-08-2014 χρονικό διάστημα, ως μη συνδεόμενος κατά το ανωτέρω διάστημα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με την αναιρεσίβλητη.
Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ , κατά το μέρος που αποδίδεται παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι.
Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, υπό τις λοιπές διαλαμβανόμενες παραδοχές και ειδικότερα, ότι η μη ανανέωση της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος δεν οφείλεται σε καταχρηστική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, ώστε να δικαιούται τα αξιούμενα χρηματικά ποσά, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία, ενόψει του ότι, κατά τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας νομικές διατάξεις, η επικαλούμενη άσκηση από την αναιρεσίβλητη καταχρηστικώς της φυσικής ευχέρειας να αρνηθεί την κατάρτιση- ανανέωση της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος, δεν θεμελιώνει δικαίωμα του τελευταίου να αξιώσει ως αποζημίωση τους μισθούς που απώλεσε, κατέληξε σε ορθό κατ'αποτέλεσμα διατακτικό. Επομένως, οι λόγοι της αιτήσεως, πρώτος και δεύτερος, από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά το μέρος που πλήττουν την ανωτέρω αιτιολογία όπως και ο τρίτος με τον οποίο πλήττεται η ίδια αιτιολογία, για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατ'ορθή υπαγωγή από τον αρ.1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 281, 361ΑΚ, μετά την αντικατάσταση της αιτιολογίας κατά το μέρος αυτό, παρίστανται αλυσιτελείς.
Παρατηρείται, τέλος, ότι η αποδιδόμενη αιτίαση για παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης, ως γενικής αρχής του διοικητικού δικαίου που επιβάλλει στα διοικητικά όργανα, κατά την άσκηση της διακριτικής τους εξουσίας, να ενεργούν σύμφωνα με το περί δικαίου αίσθημα ώστε κατά την εφαρμογή των σχετικών νομοθετικών διατάξεων να αποφεύγονται ανεπιεικείς και άδικες λύσεις, δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκείμενη ιδιωτικού δικαίου διαφορά, η οποία ρυθμίζεται από τις διατάξεις που εκτίθενται στην αρχή της παρούσας και οι συναφείς αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες.
[6] Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας. (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-2-2019 αίτηση περί αναιρέσεως της 188/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. -Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ