Legislator Case Law & Legislation
132/2019 AI generated

132/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 132/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

132/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 εδ. α` του Ν. ΓΠΝ/4-5-1911 "περί της εκ των αυτοκινήτων ποινικής και αστικής ευθύνης" για κάθε ζημία που προξενείται από το αυτοκίνητο κατά τη λειτουργία του προς τρίτους ενέχεται σε αποζημίωση ο οδηγός και ο κατά το άρθρο του νόμου αυτού κάτοχος, ο δε ιδιοκτήτης, σε περίπτωση που είναι άλλος από τον κάτοχο, ενέχεται μόνο μέχρι της αξίας του αυτοκινήτου.

Keywords

AI generated
psychological trauma psychiatric treatment criminal responsibility of minors psychiatric impairment adult children parental responsibility
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 132 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 132/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Λ. του Γ., χας Ι. Π., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Χ. Π. του Ι., 2) Α. Π. του Ι., 3) Π. Π. του Ι., 4) Κ. Π. του Ι., 5) Μ. Π. του Ι., κατοίκων ..., 6) Α. Π. του Ι., κατοίκου ... και 7) Γ. Π. του Ι., κατοίκου ..., εκ των οποίων η 1η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Νικολιδάκη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο Χ. Π. του Ι., του οποίου ασκούσε τη γονική μέριμνα η μητέρα του Ν. Λ. του Γ. (1η αναιρεσείουσα), ενηλικιώθηκε, συνεχίζει ατομικώς τη δίκη και παρίσταται με τον ίδιο, ενώ οι λοιποί των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Νικολιδάκη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς α) Οικονομικών και β) Προστασίας του Πολίτη, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευστράτιο Ηλιαδέλη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-1-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων (για τον εαυτό της η 1η και για λογαριασμό των ανηλίκων τότε τέκνων της - ήδη 1α, 2ου, 3ης και 4ου των αναιρεσειόντων), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1026/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 975/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-10-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 9-10-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού υπ` αριθμ. 975/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, δέχθηκε τυπικά και στην ουσία τόσο την έφεση των αναιρεσειόντων, όσο και την έφεση του αναιρεσιβλήτου, τις οποίες συνεκδίκασε, κατά της πρωτόδικης με αριθμ. 1026/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί κατά ένα μέρος την από 3-1-2013 και με αυξ. αριθμ. κατάθεσης ..7/2013 αγωγή των αναιρεσειόντων κατά του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης για τον θάνατο της ανήλικης (ηλικίας εννέα ετών) θυγατέρας της πρώτης και αδελφής των υπολοίπων από αυτούς (αναιρεσείοντες), λόγω αυτοκινητικού ατυχήματος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ` άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.

Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Επομένως, για τη θεμελίωση αγωγής αποζημιώσεως για ζημίες που προξενούνται από όχημα κατά τη λειτουργία του σε τρίτους που έχει ως βάση την από το άρθρο 914 ΑΚ ευθύνη του οδηγού του φερόμενου ως ζημιογόνου οχήματος, μεταξύ των αναγκαίων στοιχείων που πρέπει να εκτίθενται σ` αυτή, είναι τα περιστατικά που συνιστούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά αυτού, η οποία μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο, τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 εδ. α` του Ν. ΓΠΝ/4-5-1911 "περί της εκ των αυτοκινήτων ποινικής και αστικής ευθύνης" για κάθε ζημία που προξενείται από το αυτοκίνητο κατά τη λειτουργία του προς τρίτους ενέχεται σε αποζημίωση ο οδηγός και ο κατά το άρθρο του νόμου αυτού κάτοχος, ο δε ιδιοκτήτης, σε περίπτωση που είναι άλλος από τον κάτοχο, ενέχεται μόνο μέχρι της αξίας του αυτοκινήτου.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 5 εδ. α` του ίδιου νόμου, από την κατά το προηγούμενο άρθρο αποζημίωση κανείς δεν απαλλάσσεται από τους ενεχόμενους σ` αυτή από οποιονδήποτε λόγο, εκτός εάν αποδείξει ότι το ατύχημα προήλθε από ανώτερη βία ή από υπαιτιότητα του θύματος ή από πταίσμα τρίτου προσώπου μη ανήκοντος στην υπηρεσία του αυτοκινήτου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 9 του ιδίου νόμου "ο δικαστής, κατά την επιδίκασιν της αποζημιώσεως, οφείλει να λαμβάνη υπ` όψιν τας κατ` ιδίαν περιστάσεις, οίον την τυχόν ύπαρξιν ή μη πταίσματος, το μέγεθος αυτού, τον ποινικόν ή μη χαρακτήρα της πράξεως ή παραλείψεως, τας περιουσιακάς συνθήκας ζημιώσαντος και ζημιωθέντος, προς δε και καταθέσεις μαρτύρων παρόντων κατά το ατύχημα και υποκειμένων, κατά τας διατάξεις της Πολ.

Δικονομίας εις εξαίρεσιν, λόγω συγγενείας". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι ο ως άνω νόμος καθιερώνει γνήσια αντικειμενική ευθύνη (ευθύνη από διακινδύνευση) σε βάρος των πιο πάνω προσώπων, που συνδέονται με το ζημιογόνο όχημα με κάποια από τις παραπάνω σχέσεις (ιδιοκτήτης, κάτοχος, οδηγός). Επομένως, για τη θεμελίωση αγωγής που έχει ως βάση το Ν.

ΓΠΝ/1911, το θύμα (τρίτος) ζητώντας αποζημίωση με βάση τον εν λόγω Νόμο, έχει υποχρέωση να επικαλεστεί και να αποδείξει ζημία που προήλθε από το όχημα κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του και την ιδιότητα του εναγόμενου ως οδηγού, κατόχου ή ιδιοκτήτη του ζημιογόνου οχήματος κατά το χρόνο της προκλήσεως της ζημίας.

Στις προϋποθέσεις αυτές δεν περιλαμβάνεται ούτε η πράξη ούτε το παράνομο. Επίσης, από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις του Ν. ΓΠΝ/2011 προκύπτει ότι προβλέπεται απαλλαγή του ενεχόμενου προσώπου, πλην άλλων, και σε περίπτωση αποκλειστικής υπαιτιότητας του θύματος στη ζημία του, μη αρκούσης συντρέχουσας υπαιτιότητας του τελευταίου (ΑΚ 300).

Η υπαιτιότητα προϋποθέτει ικανότητα προς καταλογισμό, την οποία κατά τη διάταξη του άρθρου 916 ΑΚ, δεν έχει ο ανήλικος που δεν συμπλήρωσε το δέκατο έτος της ηλικίας του. Στην περίπτωση αυτή, δεν υπάρχει λόγος απαλλαγής του εναγομένου από την υποχρέωσή του προς αποζημίωση του θύματος (ΑΠ 1743/2007), συντρέχει, όμως περίπτωση καθορισμού αποζημίωσης ενδεχομένως κατώτερης από την πράγματι προξενηθείσα, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 9 του ως άνω νόμου (ΑΠ 204/2016, ΑΠ 1446/2009).

Τέλος, κατά το άρθρο 932 εδ. γ` ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου από αδικοπραξία, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Το δικαστήριο της ουσίας στα πλαίσια της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο αυτό, δύναται να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου, με βάση τους οικείους προσδιοριστικούς παράγοντες, όπως είναι το πταίσμα του υπόχρεου, το συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η κοινωνική και περιουσιακή κατάσταση των μερών.

Το συντρέχον πταίσμα του θύματος λαμβάνεται υπόψη έστω και αν αυτό λόγω ηλικίας (π.χ. κάτω των 10 ετών) δεν έχει ικανότητα για αδικοπραξία. Επίσης λαμβάνεται υπόψη και το συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου της χρηματικής ικανοποίησης π.χ. του ενάγοντος πατέρα, ο οποίος δεν άσκησε επαρκώς το καθήκον εποπτείας στο θανατωθέν ανήλικο τέκνο του.

Στην περίπτωση αυτή το συντρέχον πταίσμα του πατέρα ή της μητέρας λαμβάνεται υπόψη προς μείωση της χρηματικής ικανοποίησης και των λοιπών δικαιούχων όπως είναι τα αδέλφια, ο παππούς και η γιαγιά (ΑΠ 204/2016, ΑΠ 1261/2007).

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013 ΑΠ 48/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 3-1-2013 αγωγή τους οι αναιρεσείοντες, εξέθεσαν ότι ο ειδικός φρουρός της Ελληνικής Αστυνομίας Ν. Μ., οδηγώντας την με αριθμ. κυκλ. ...10 δίκυκλη μοτοσικλέτα της Ελληνικής Αστυνομίας, κάτοχος και ιδιοκτήτης της οποίας ήταν το Ελληνικό Δημόσιο, νυν αναιρεσίβλητο, προκάλεσε από υπαιτιότητά του το θανάσιμο τραυματισμό της ανήλικης κόρης της πρώτης ενάγουσας και αδελφής των λοιπών εναγόντων (αναιρεσείοντες), ζήτησαν δε να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να καταβάλει στον καθένα από αυτούς (ενάγοντες) τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από το θάνατο της θυγατέρας και αδελφής τους.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως προς όλους τους ενάγοντες. Κατ` αυτής ασκήθηκαν εφέσεις από όλους τους διαδίκους. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, αναφορικά με το κρίσιμο και σχετικό με το πρώτο σκέλος του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, ζήτημα της συνυπαιτιότητας κατά ποσοστό 15% της θανούσας ανήλικης στην πρόκληση του ένδικου θανάσιμου τραυματισμού της τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στις 5-1-2011 και περί ώρα 12.05 η ανήλικη και αβάπτιστη θυγατέρα της πρώτης ενάγουσας και αδελφή των λοιπών εναγόντων, ηλικίας εννέα (9) ετών (γεννηθείσα στις 27-10-2002), βρισκόταν μαζί με το συνομήλικό της Π.

Κ. και επισκέπτονταν καταστήματα της περιοχής για να πουν τα κάλαντα, λόγω της παραμονής της εορτής των Φώτων. Την ως άνω χρονική στιγμή βρίσκονταν επί τού οδοστρώματος της οδού …. στις …., έμπροσθεν του οικοδομικού αριθμού …., από την πλευρά του ρεύματος κυκλοφορίας από Π. προς Φ., έχοντας εξέλθει από το κατάστημα εμπορίας βιομηχανικών ειδών του Σ.

Μ. και με πρόθεση να διασχίσουν κάθετα το οδόστρωμα της οδού Κ. για να μεταβούν στο απέναντι πεζοδρόμιο. Η οδός Κ., που λίγα μέτρα πριν το σημείο αυτό διασταυρώνεται με την οδό I., έχει συνολικό πλάτος δέκα (10) μέτρων, χωρίζεται με διπλή αποχρωματισμένη διαχωριστική οδό σε δύο ρεύματα κυκλοφορίας, και επ' αυτής υφίστανται πινακίδες της τροχαίας με επισημάνσεις και ενδείξεις για όριο ταχύτητας 40 χιλιομέτρων, για ύπαρξη διαβάσεως πεζών επί του οδοστρώματος και για ύπαρξη κινδύνου λόγω συχνής διέλευσης παιδιών.

Την ως άνω χρονική στιγμή η κυκλοφορία οχημάτων και πεζών ήταν κανονική, η ορατότητα δεν περιοριζόταν και επικρατούσε καλοκαιρία. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι καθό χρόνο τα ως άνω ανήλικα παιδιά επιχειρούσαν να διασχίσουν πεζή το οδόστρωμα της οδού Κ. βρισκόμενα σε απόσταση περίπου δεκατριών μέτρων (13) από τη διάβαση των πεζών και από τη διασταύρωση της οδού αυτής με την οδό I., έχοντας διασχίσει το ρεύμα κυκλοφορίας της οδού Κ.

με κατεύθυνση από Π. προς Φ. και επιχειρώντας να διασχίσουν και το ρεύμα κυκλοφορίας αυτής από Φ. προς Π. παρασύρθηκαν στο μέσο του ρεύματος αυτού από την υπ' αριθμ. ...10 δίκυκλη μοτοσικλέτα της Ελληνικής Αστυνομίας που οδηγούσε ο ειδικός φρουρός αυτής Ν. Μ. και που κινείτο στο ως άνω ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση από Φ.

προς Π. με αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό της ανηλίκου συγγενούς των εναγόντων λόγω των θλαστικών κακώσεων του λαιμού, του αυχένα και της πτυέλου που υπέστη. Ο οδηγός της μοτοσικλέτας ιδιοκτησίας του εναγομένου αποδείχθηκε ότι προ της παρασύρσεως των ανηλίκων είχε προσπεράσει προπορευόμενο αυτού φορτηγό όχημα με αποτέλεσμα να αντιληφθεί καθυστερημένα τα ανήλικα που διέσχιζαν κάθετα το οδόστρωμα και κινείτο με ιδιαίτερα αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα, την οποία ο διορισθείς από το Τμήμα Τροχαίας … πραγματογνώμονας Γ.

Μ., εκτίμησε βάσει των στοιχείων της δικογραφίας και ιδίως των χαραγών επί του οδοστρώματος της μοτοσικλέτας μήκους εξήντα έξι (66) μέτρων σε 93 χιλιόμετρα. Με βάση τα παραπάνω αποδείχθηκε ότι για το θανάσιμο τραυματισμό της ανήλικης συγγενούς των εναγόντων ευθύνεται ο οδηγός της ζημιογόνου μοτοσικλέτας κατά ποσοστό 70%, γιατί δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη προσοχή, δεν επέδειξε την επιμέλεια που μπορούσε και θα κατέβαλε κάτω από τις ως άνω περιστάσεις ο μέσος συνετός οδηγός, οδηγούσε με ιδιαίτερα αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα των 93 χιλιομέτρων (κατοικημένη περιοχή, διασταύρωση, διάβαση πεζών), πολύ μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου ταχύτητος των 40 χιλιομέτρων και έχοντας μόλις προσπεράσει προπορευόμενο φορτηγό όχημα ενώ τούτο απαγορευόταν λόγω της ύπαρξης διασταύρωσης και διάβασης πεζών επί του οδοστρώματος στο σημείο προσπέρασης (άρθρο 17 παρ. 5 του ΚΟΚ) με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί εγκαίρως τα ανήλικα παιδιά που διέσχιζαν κάθετα το οδόστρωμα από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του και είχαν φθάσει στο μέσο του ρεύματος κυκλοφορίας όπου κινείτο, παραβάσεις που συνδέονται αιτιωδώς με την επέλευση του τροχαίου ατυχήματος, αφού η ιδιαίτερα αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα και η προσπέραση του προπορευόμενου φορτηγού οχήματος συνετέλεσαν ώστε αυτός να μη μπορέσει να αντιληφθεί έγκαιρα τα δύο (2) ανήλικα παιδιά που διέσχιζαν κάθετα το οδόστρωμα και να ακινητοποιήσει τη μοτοσικλέτα του προ αυτών ή να διενεργήσει ορθό αποφευκτικό ελιγμό.

Πλην, όμως για το θανάσιμο τραυματισμό της ανήλικής συνυπαίτια είναι και η πρώτη ενάγουσα μητέρα της κατά ποσοστό 15% καθότι ως ασκούσα αποκλειστικά τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας της, έχοντας εκ του νόμου την ευθύνη για την εποπτεία αυτής, άφησε αυτή χωρίς επιτήρηση και χωρίς να συνοδεύεται από την ίδια ή από άλλο ενήλικο πρόσωπο της εμπιστοσύνης της, με αποτέλεσμα να επιχειρήσει να διασχίσει το οδόστρωμα εκτός διαβάσεως πεζών και χωρίς να ελέγξει αν μπορούσε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα χωρίς κίνδυνο τραυματισμού της από τα διερχόμενα οχήματα.

Επίσης υπάρχει συντρέχον πταίσμα και της θανούσας κατά ποσοστό 15% γιατί επιχείρησε να διασχίσει πεζή το οδόστρωμα εκτός διαβάσεων και χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων επί του οδοστρώματος, συντρέχον πταίσμα που, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε, λαμβάνεται υπόψη επί των αγωγικών αιτημάτων των συγγενικών της προσώπων περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, έστω και αν η θανούσα, λόγω της ηλικίας των εννέα (9) ετών, δεν είχε ικανότητα για αδικοπραξία.

Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κρίνοντας ότι ο οδηγός της ζημιογόνου μοτοσικλέτας του εναγομένου στο οποίο υπηρετεί ως αστυνομικό όργανο είναι συνυπαίτιος του θανάσιμου τραυματισμού της θανούσας κατά ποσοστό 70% ορθά εφάρμοσε το νόμο και τις αποδείξεις εκτίμησε και όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με τους σχετικούς λόγους εφέσεώς τους περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού της ζημιογόνου μοτοσικλέτας και το εκκαλούν με τους σχετικούς λόγους εφέσεώς του περί ελλείψεως συνυπαιτιότητας του ως άνω οδηγού στο ένδικο ατύχημα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα, καθό μέρος όμως έκρινε ότι η πρώτη ενάγουσα ήταν συνυπαίτια του θανάσιμου τραυματισμού της ανήλικης θυγατέρας της κατά ποσοστό 30%, ενώ όφειλε να το καθορίσει σε 15%, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γενομένου δεκτού εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμου του σχετικού λόγου εφέσεώς των εκκαλούντων και απορριπτόμενου ως κατ' ουσία αβάσιμου του σχετικού λόγου εφέσεως του εκκαλούντος, με τον οποίο ισχυρίζεται ότι βαρύνει την πρώτη ενάγουσα αποκλειστική υπαιτιότητα άλλως συνυπαιτιότητα κατά ποσοστό 95%.

Επίσης η εκκαλουμένη απόφαση απορρίπτοντας σιωπηρά την ένσταση του εναγομένου περί συντρέχοντος πταίσματος της ανήλικης θανούσας στο θανάσιμο τραυματισμό της κατά ποσοστό 95%, που προέβαλε παραδεκτά κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με τις προτάσεις του, ενώ έπρεπε να κάνει δεκτή εν μέρει αυτή ως κατ' ουσία βάσιμη και να καθορίσει το συντρέχον πταίσμα της θανούσας σε ποσοστό 15%, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και τις αποδείξεις εκτίμησε, γενομένων δεκτών εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμων των σχετικών λόγων εφέσεως του εναγομένου - εκκαλούντος.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες συνδέονταν με την ανήλικη θανούσα, που ήταν θυγατέρα της πρώτης ενάγουσας και αδελφή των λοιπών εναγόντων, με στενούς ψυχικούς δεσμούς αγάπης και στοργής και συνακόλουθα υπέστησαν ψυχική οδύνη από τον απροσδόκητο και υπό τις περιγραφείσες συνθήκες θανάσιμο τραυματισμό της.

Για την ανακούφιση αυτής της οδύνης αυτοί δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης, την οποία το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία της θανούσας, το ποσοστό συνυπαιτιότητας του υπαιτίου οργάνου του εναγομένου, το ποσοστό συνυπαιτιότητας της πρώτης ενάγουσας και του συντρέχοντος πταίσματος της θανούσας στο θανάσιμο τραυματισμό της, το βαθμό συγγένειας αυτής με καθένα από τους ενάγοντες, τον ψυχικό πόνο που δοκίμασαν και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, προσδιορίζει για την πρώτη ενάγουσα, μητέρα της θανούσας, που γεννήθηκε στις 6-4-1972, στο ποσό των 50.000 ευρώ, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνεται ποσό 40 ευρώ για το οποίο δήλωσε ότι θα παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγουσα στο ποινικό δικαστήριο, στον ανήλικο ενάγοντα Χ.

Π., αδελφό της, που γεννήθηκε στις 3-5-2000, και στους ενήλικες ενάγοντες αδελφούς της Α. Π. που γεννήθηκε στις 12-7-1998, Π. Π. που γεννήθηκε στις 16-4-1995, Κ. Π., που γεννήθηκε στις 4-6-1997, Μ. Π. που γεννήθηκε στις 12-8-1989, Α. Π. που γεννήθηκε στις 11-5-1987 και Γ. Π., που γεννήθηκε στις 30-11-1991, στο ποσό των 15.000 ευρώ για έκαστο. Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προσδιορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση στο ποσό των 70.000 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα και στο ποσό των 40.000 ευρώ για έκαστο των λοιπών εναγόντων, ενώ όφειλε να καθορίσει την ως άνω χρηματική ικανοποίηση στα επιδικαζόμενα με την παρούσα απόφαση ποσά, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, ως προς το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης, γινομένων δεκτών εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμων των σχετικών λόγων εφέσεως του εκκαλούντος και απορριπτόμενων ως κατ' ουσία ως αβάσιμων των σχετικών λόγων εφέσεως των εκκαλούντων...".

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Α.Κ. τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την υπαιτιότητα του οδηγού της ζημιογόνου μοτοσικλέτας, ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος οδηγός υπηρετεί ως αστυνομικό όργανο, διαλαμβάνοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε ο ως άνω οδηγός στην πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα του θανάσιμου τραυματισμού της ανήλικης.

Επίσης προσδιόρισε με σαφήνεια τα στοιχεία της αμέλειας της δεύτερης ενάγουσας, η οποία δεν επέδειξε την απαιτούμενη προσοχή στην επιτήρηση της ανήλικης κόρης της, τις κινήσεις της οποίας όφειλε να ελέγχει κάθε στιγμή, ενόψει της πολύ μικρής ηλικίας της, προκειμένου να μην εκτεθεί σε κίνδυνο η τελευταία.

Ακόμη προσδιόρισε με σαφήνεια το συντρέχον πταίσμα της θανούσας ανήλικης κατά ποσοστό 15%, γιατί επιχείρησε να διασχίσει πεζή το οδόστρωμα εκτός διαβάσεων και χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων επί του οδοστρώματος, αιτιολογώντας ότι αυτό λαμβάνεται υπόψη επί των αγωγικών αιτημάτων των συγγενικών της προσώπων περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, έστω και αν η θανούσα, λόγω της ηλικίας των εννέα (9) ετών δεν είχε ικανότητα για αδικοπραξία.

Επομένως, το πρώτο σκέλος του μοναδικού λόγου της αναίρεσης με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν έγινε ορθή εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 916 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία καθιερώνεται η ανικανότητα για καταλογισμό αυτών που δεν συμπλήρωσαν το 10ο έτος της ηλικίας τους και ως εκ τούτου αυτοί δεν έχουν ευθύνη, είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, καθόσον σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, το δικαστήριο όταν ζητείται να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης, δύναται να καθορίσει το ύψος αυτής με βάση τους οικείους προσδιοριστικούς παράγοντες, όπως είναι το πταίσμα του υπόχρεου, το συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η κοινωνική και περιουσιακή κατάσταση των μερών, λαμβάνοντας υπόψη και το συντρέχον πταίσμα του θύματος έστω και αν αυτό λόγω ηλικίας (π.χ.

κάτω των 10 ετών) δεν έχει ικανότητα για αδικοπραξία.

Κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, εξαιτίας αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή, σε περίπτωση θανάτου, ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος ή του θύματος, αντίστοιχα και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διάδικων μερών.

Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, συνακόλουθα, η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου.

Περαιτέρω, με το άρθρο 25 παρ. 1 (εδάφ. δ') του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.

Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του προσώπου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.

Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προεκτέθηκε, και πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και, συνεπώς, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, τα εν λόγω δικαιώματα του ανθρώπου, κατά τη θεσπιζόμενη από τη διάταξη αυτή προστασία, "ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν" και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμόδιων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα, πρέπει τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο, σε σχέση με άλλα μέτρα που μπορούν να ληφθούν, να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.

Με βάση αυτά, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η πιο πάνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιική αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).

Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία, πάντως, αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ο δικαστής οφείλει, κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας που, όπως αναφέρθηκε, απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.

Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει, προφανώς, τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας, πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και, συνακόλουθα, η άσκησή του είναι απαγορευμένη.

Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.

Από όσα προαναφέρθηκαν συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνες δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνους του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, ήτοι να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής για το δίκαιο συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Κατόπιν τούτων, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, αυτά ελέγχονται ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 9/2015 ΑΠ 469/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την πληττόμενη απόφασή του, σχετικά με το κεφάλαιο επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, στους αναιρεσίοντες από τον θανάσιμο τραυματισμό της ανήλικης θυγατέρας της πρώτης και αδελφής των λοιπών, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε τα εξής: "....Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες συνδέονταν με την ανήλικη θανούσα, που ήταν θυγατέρα της πρώτης ενάγουσας και αδελφή των λοιπών εναγόντων, με στενούς ψυχικούς δεσμούς αγάπης και στοργής και συνακόλουθα υπέστησαν ψυχική οδύνη από τον απροσδόκητο και υπό τις περιγραφείσες συνθήκες θανάσιμο τραυματισμό της.

Για την ανακούφιση αυτής της οδύνης αυτοί δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης, την οποία το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία της θανούσας, το ποσοστό συνυπαιτιότητας του υπαιτίου οργάνου του εναγομένου, το ποσοστό συνυπαιτιότητας της πρώτης ενάγουσας και του συντρέχοντος πταίσματος της θανούσας στο θανάσιμο τραυματισμό της, το βαθμό συγγένειας αυτής με καθένα από τους ενάγοντες, τον ψυχικό πόνο που δοκίμασαν και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, προσδιορίζει για την πρώτη ενάγουσα, μητέρα της θανούσας, που γεννήθηκε στις 6-4-1972, στο ποσό των 50.000 ευρώ, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνεται ποσό 40 ευρώ για το οποίο δήλωσε ότι θα παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγουσα στο ποινικό δικαστήριο, στον ανήλικο ενάγοντα Χ.

Π., αδελφό της, που γεννήθηκε στις 3-5-2000, και στους ενήλικες ενάγοντες αδελφούς της Α. Π. που γεννήθηκε στις 12-7-1998, Π. Π. που γεννήθηκε στις 16-4-1995, Κ. Π., που γεννήθηκε στις 4-6-1997, Μ. Π. που γεννήθηκε στις 12-8-1989, Α. Π. που γεννήθηκε στις 11-5-1987 και Γ. Π., που γεννήθηκε στις 30-11-1991, στο ποσό των 15.000 ευρώ για έκαστο. Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προσδιορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση στο ποσό των 70.000 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα και στο ποσό των 40.000 ευρώ για έκαστο των λοιπών εναγόντων, ενώ όφειλε να καθορίσει την ως άνω χρηματική ικανοποίηση στα επιδικαζόμενα με την παρούσα απόφαση ποσά, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, ως προς το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης, γινομένων δεκτών εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμων των σχετικών λόγων εφέσεως του εκκαλούντος και απορριπτόμενων ως κατ' ουσία αβάσιμων των σχετικών λόγων εφέσεως των εκκαλούντων...".

Με τις κρίσεις και τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση για τη μητέρα και τα αδέλφια της θανούσας ανήλικης στα ποσά που αναφέρθηκαν πιο πάνω, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπονται (και μάλιστα καταφανώς), των συνήθως επιδικαζόμενων σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Επομένως το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και ως εκ τούτου είναι απορριπτέο ως αβάσιμο το δεύτερο σκέλος του μοναδικού λόγου της αναίρεσης, με το οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε εν προκειμένω η προβλεπόμενη από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχή της αναλογικότητας, καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 932 παρ. 1 του ΑΚ.

Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει: α) να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, β) να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, το οποίο κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η §4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού, από 2.4.2012) και γ) να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ.), μειωμένη όμως κατ` άρθρο 22 Ν. 3693/1957 -που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ και όπως αυτό ισχύει μετά την υπ` αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β` 11/20.1.1993), εκδοθείσα κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987- ως ορίζεται στο διατακτικό (ΑΠ 107/2018).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-10-2017 αίτηση αναίρεσης της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών υπ` αριθμ. 975/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, το οποίο κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Φεβρουαρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ