132/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated132/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, σύμφωνα με την §5 του άρθρου μόνου της ΚΥΑ 18310/1946 (ΦΕΚ Β’ 15), όπως ερμηνεύθηκε από το άρθ.2 της ΚΥΑ 25825/1951 (ΦΕΚ Β’ , 86), στους πάσης φύσεως μισθωτούς των επιχειρήσεων και εργασιών εν γένει, συνεχούς ή μη λειτουργίας, όταν απασχολούνται από 22.00’ μέχρι την 06.00’ της επομένης, καταβάλλονται οι νόμιμες αποδοχές αυξημένες κατά 25%.
Full text
Απόφαση 132 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 132/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1)Κ. Γ. Κ. και 2)Δ. Η. Α., κατοίκων .... Η 1η ατομικά και ως ασκούσα την επιμέλεια της δεύτερης, αμφοτέρων ως μοναδικών κληρονόμων και καθολικών διαδόχων του Η. Κ. Α. που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Μέτο, ο οποίος ανακάλεσε την από 30/11/2015 δήλωσή του κατ’ άρθρο 242 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... International Company S.A." που τυπικά εδρεύει στο … και ουσιαστικά στην…, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Δούναβη, ο οποίος ανακάλεσε την από 4/12/2015 δήλωσή του κατ’ άρθρο 242 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/4/2008 αγωγή του αρχικού διαδίκου Η. Α., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2942/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 2115/2012 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 24/4/2015 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος ανέγνωσε την από 24/11/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης 2ου και 3ου κατά το με στοιχ. α’ σκέλος αυτού, την απόρριψη δε αυτού κατά τα λοιπά σκέλη του, καθώς και των λοιπών λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 1§§1 και 2 του Ν. 435/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέραν από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερήσιας εργασίας δικαιούνται αμοιβής για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης ίσης προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέρα από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία, και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου των.
Περαιτέρω, με το άρθρο 6 της από 14-2-1984 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ’ αριθμ. 11770/20-3- 1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β’ , 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από 1-1-1984 σε 40 ώρες, για την απασχόληση δε πέραν από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο έως την συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή για την υπερεργασία, καταβάλλεται αμοιβή, σύμφωνα με το άρθρο 9 της 1/1982 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ.
Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του ν. 1346/1983. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι (1) η υπερωριακή εργασία, νόμιμη ή παράνομη, έχει ως βάση το ανώτατο ωράριο της ημερήσιας και όχι της εβδομαδιαίας απασχόλησης του μισθωτού, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία, όταν ο μισθωτός της προκείμενης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως ή πέραν των εννέα ωρών ημερησίως, για όσους απασχολούνται επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (άρθρο 6 της από 26-2-1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζομένου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωρίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου και (2) ότι στην περίπτωση της υπερεργασίας, δηλ.
της απασχόλησης του μισθωτού πέραν από τις 40 ώρες μέσα στην ίδια εβδομάδα μέχρι την συμπλήρωση των 48 ωρών ανωτάτης εβδομαδιαίας εργασίας, κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας. Επομένως, αν ο μισθωτός, απασχολούμενος μετά την 1-1-1984, δεν υπερβεί κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας το συμβατικό εβδομαδιαίο όριο των 40 ωρών, δεν δικαιούται την οικεία πρόσθετη αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξημένο κατά 25%) διότι δεν έχει πραγματοποιήσει υπερεργασία.
Το ίδιο συμβαίνει και όταν ο χρόνος της εβδομαδιαίας εργασίας έχει υπερβεί το όριο των ωρών λόγω απασχόλησης του μισθωτού την Κυριακή ή άλλη ημέρα αναπαύσεως, αφού οι ώρες της εργασίας αυτής, για την οποία υφίσταται ειδική και αυτοτελής νομοθετική πρόνοια, δεν συναριθμούνται με τις ώρες των εργάσιμων ημερών της ίδιας εβδομάδας, στις οποίες και μόνο αποβλέπει η ρύθμιση της υπερεργασίας.
Με το άρθρο 4 του ν. 2874/2000 (όπως ίσχυε έως 30-9-2005, που αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν. 3385/2005) από 1-4-2001, σε επιχειρήσεις για τις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας 40 ωρών την εβδομάδα, καταργείται η κατά την κρίση του εργοδότη υποχρέωση του μισθωτού για υπερεργασιακή απασχόληση πέντε (5) ωρών την εβδομάδα.
Κατά συνέπεια καταργούνται οι 44η, 45η, 46η, 47η και 48η ώρες υπερεργασιακής απασχόλησης, εφόσον στις επιχειρήσεις αυτές ανώτατο νόμιμο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας ήταν μέχρι την 31-3-2001 το 48ωρο. Στις ως άνω επιχειρήσεις ο εργοδότης διατηρεί την ευχέρεια υπερωριακής απασχόλησης του μισθωτού και ο μισθωτός αντίστοιχα υποχρεούται να παρέχει την εργασία του για τρεις (3) ώρες πέραν του συμβατικού ωραρίου (41η, 42η και 43η ώρα) την εβδομάδα.
Η τρίωρη αυτή πέραν των 40 ωρών απασχόληση από 1-4-2001 ονομάζεται ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση. Από 1-4-2001 η πέραν των σαράντα τριών (43) ωρών την εβδομάδα επί πλέον απασχόληση του μισθωτού των ως άνω επιχειρήσεων θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης.
Από 1-4-2001 οι μισθωτοί που απασχολούνται υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης, καθώς και για κάθε ώρα νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης και μέχρι την συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως, αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%. Για την πέραν των 120 ωρών ετησίως υπερωριακή απασχόληση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 435/1976.
Ο μισθωτός σε κάθε περίπτωση μη νόμιμης (παράνομης) υπερωριακής απασχόλησής του δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας (δηλ. για κάθε ώρα, προσαύξηση 150% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου). Με το άρθρο 1 του ν. 3385/2005 (έναρξη ισχύος από 1-10-2005) το παραπάνω άρθρο 4 του ν. 2874/2000 αντικαταστάθηκε ως εξής: "1.
Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επί πλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η και 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης.
Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα). 2. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης.
Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι την συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%.
Η αμοιβή για την πέραν των 120 ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75%. 4. Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ’ εξαίρεση υπερωρία. 5.
Για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100%". Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 Κ.Πολ.Δικ., η αγωγή, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα στοιχεία που αναγράφονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει (α) σαφή έκθεση των γεγονότων, που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή τους από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου (β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς (γ) ορισμένο αίτημα.
Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις, που προαναφέρθηκαν, με τις οποίες καθορίζεται το ωράριο εργασίας των, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου απασχολουμένων, προκύπτει ότι, για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η καταβολή αμοιβής και αποζημίωσης για υπερεργασία και για υπερωριακή απασχόληση, νόμιμη ή παράνομη, απαιτείται, αλλά και αρκεί να εκτίθεται (εκτός των λοιπών στοιχείων) ο αριθμός των ωρών, κατά τις οποίες είχε απασχοληθεί ο εργαζόμενος εβδομαδιαία και καθημερινά, αντίστοιχα, καθόσον για την ύπαρξη υπερεργασίας κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση, και μάλιστα κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας, ενώ για την συνδρομή υπερωριακής εργασίας λαμβάνεται υπόψη (όχι η εβδομαδιαία αλλά) η ημερήσια απασχόληση, αφού έτσι και με βάση τα προβλεπόμενα από το νόμο, μπορεί να διακριβωθεί από το δικαστήριο, με βάση τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, αν ο εργαζόμενος εργάσθηκε ή όχι καθ’ υπέρβαση του νομίμου ωραρίου και πόσο, ώστε να κριθεί το βάσιμο του σχετικού αγωγικού αιτήματος (ΑΠ 526/2013, 1548/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη αγωγή του (άρθ.561§2 ΚΠολΔ) ο κληρονομηθείς από τις ήδη αναιρεσείουσες, ως μόνες εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, Η. Α. (βλ. αντίγραφο της …/2013 ληξιαρχικής πράξης θανάτου που συνέταξε ο ληξίαρχος του Δήμου ..., με αριθ.πρωτ..../2013 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου ..., με αριθ.66420/2013 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, με αριθ.14.2014 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, με αριθ.13113/2013 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με αριθ.38/2013 Διάταξη του Ειρηνοδικείου Αχαρνών-κληρονομητήριο, γεγονός, άλλωστε, που δεν αμφισβητείται) στην ένδικη αγωγή του κατά της αναιρεσίβλητης (και του μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη Τ.
Χ.) εξέθετε, μεταξύ άλλων που δεν ενδιαφέρουν εδώ, ότι προσλήφθηκε από την τώρα αναιρεσίβλητη εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του ηλεκτρολόγου-τεχνικού συντήρησης κτιρίων, αρχικά την 1-12-1991 και στην συνέχεια, ύστερ’ από συναινετική απόλυσή του, την 1-7-2006 και ότι για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 2003 μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2006 η εναγομένη του οφείλει, πλην άλλων, ως διαφορά για την παρασχεθείσα απ’ αυτόν υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία και παράνομη υπερωριακή απασχόληση, κατά τις εκεί αναφερόμενες αριθμητικά κατ’ είδος απασχόλησης και συνολικά (συλλήβδην) για κάθε έναν μήνα ώρες τα εκτιθέμενα εκεί ποσά, τα οποία και ζήτησε να υποχρεωθεί να του καταβάλει η εναγομένη μαζί με άλλα, που αφορούσαν άλλες αξιώσεις του από την μεταξύ τους εργασιακή σχέση.
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ως προς τις αξιώσεις αυτές η αγωγή ήταν αόριστη και επομένως, εφόσον και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την απέρριψε για τον λόγο αυτόν με την προσβαλλομένη 2115/2012 απόφασή του ουδόλως κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και συνακόλουθα ο 1ος λόγος αναίρεσης από το άρθ.559 αριθ.14 είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά τις διατάξεις της ΚΥΑ 8900/1946 "περί καθορισμού αυξημένης αμοιβής εις τους εργαζομένους εν γένει κατά τας Κυριακάς και εορτάς", όπως ερμηνεύθηκε με την 25825/1951 ομοία και το άρθρο 2 του ν. 435/1976, στους εργαζόμενους κατά τις Κυριακές και τις μη εργάσιμες εορτές καταβάλλεται, ανεξαρτήτως του κύρους για την απασχόληση, το κανονικό ημερομίσθιο αυξημένο κατά 75%.
Η προσαύξηση αυτή υπολογίζεται επί του νομίμου μισθού και ισούται με το 75% ενός ημερομισθίου, εφόσον η εργασία εξαντλήσει το κανονισμένο ωράριο. Εάν υπολείπεται του νομίμου ωραρίου μειώνεται ανάλογα και αν υπερβαίνει αυτό αυξάνεται ανάλογα. Έτσι ο υπολογισμός της αμοιβής του μισθωτού από την αιτία αυτή μπορεί να γίνει με βάση την ωριαία απασχόληση μέσα στα χρονικά όρια των ημερών αυτών, που είναι γνωστές από το ημερολόγιο.
Εξάλλου, σύμφωνα με την §5 του άρθρου μόνου της ΚΥΑ 18310/1946 (ΦΕΚ Β’ 15), όπως ερμηνεύθηκε από το άρθ.2 της ΚΥΑ 25825/1951 (ΦΕΚ Β’ , 86), στους πάσης φύσεως μισθωτούς των επιχειρήσεων και εργασιών εν γένει, συνεχούς ή μη λειτουργίας, όταν απασχολούνται από 22.00’ μέχρι την 06.00’ της επομένης, καταβάλλονται οι νόμιμες αποδοχές αυξημένες κατά 25%.
Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, για την κατ’ άρθ. 216§1 ΚΠολΔ πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, με την οποία ζητείται η καταβολή διαφοράς αποδοχών για παρασχεθείσα εργασία κατά Κυριακές και εορτές συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, καθώς και για νυκτερινή εργασία δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται οι συγκεκριμένες ημέρες και ο αριθμός αυτών, αλλά αρκεί ότι αναφέρεται ο αριθμός ωρών εργασίας, σε κάθε μία από τις παραπάνω περιπτώσεις που παρέσχε, ο εργαζόμενος κατά το διάστημα αυτό (ΑΠ 1488/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή του ο αρχικός ενάγων ζήτησε, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει τα αναφερόμενα εκεί ποσά για εργασία του, εντός του ως άνω χρονικού διαστήματος, κατά Κυριακές και κατά τη νύκτα, αναφέροντας το συνολικό κατά μήνα αριθμό ημερών εργασίας κατά περίπτωση.
Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ήταν πλήρως ορισμένη ως προς τις συναφείς αξιώσεις και επομένως το Εφετείο απορρίπτοντας αυτήν ως αόριστη, λόγω μη αναφοράς του ωραρίου παροχής της εργασίας αυτής, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ.14 του άρθ.559 ΚΠολΔ, ως εκ τούτου δε πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο συναφής από την ως άνω διάταξη 2ος λόγος αναίρεσης.
ΙΙΙ. Κατά το άρθ.3§1 του ν.1876/1990 "ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις", οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας διακρίνονται σε (α) εθνικές γενικές (β) κλαδικές (γ) επιχειρησιακές (δ)εθνικές ομοιοεπαγγελματικές και (δ) τοπικές ομοιοεπαγγελματικές. Οι εθνικές ΣΕΕ αφορούν τους εργαζομένους όλης της χώρας και καθορίζουν τους ελάχιστους όρους εργασίας που ισχύουν για τους εργαζομένους όλης της χώρας (άρθ.8§1 του ν.1876/1990).
Κατά τις διατάξεις της §2 του ίδιου άρθρου 8, οι λοιπές (πλην των εθνικών γενικών) ΣΣΕ, καθώς και οι εξομοιούμενες με αυτές Δ.Α. (άρθ.16 αυτού), δεσμεύουν τους εργαζομένους και τους εργοδότες που είναι μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων, τον εργοδότη που συνάπτει ΣΣΕ ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν ΣΣΕ με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους, όπως ορίζεται στην §4 του άρθρου αυτού.
Κατά το άρθ.11§2 του ίδιου νόμου ορίζεται πάντως ότι με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας, ο Υπουργός Εργασίας μπορεί να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζόμενους του κλάδου ή επαγγέλματος ΣΣΕ (ή ΔΑ), η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος.
Μπορεί δηλ. ο Υπουργός Εργασίας να επεκτείνει την ισχύ της και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική ΣΣΕ. Ειδικότερα, στην ίδια διάταξη του άρθ.11§2 εδ.β’ ορίζεται ότι η επέκταση ομοιοεπαγγελματικής ΣΣΕ δεσμεύει όλους τους εργαζομένους του επαγγέλματος, ανεξάρτητα από το είδος της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, με την επιφύλαξη της §2 του άρθ.10, κατά την οποία κλαδική ή επιχειρησιακή ΣΣΕ υπερισχύει σε περίπτωση συρροής με ομοιοεπαγγελματική ΣΣΕ.
Τόσο η κλαδική όσο και η ομοιοεπαγγελματική ΣΣΕ, αν κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτική, ισχύει για όλους τους εργαζομένους και εργοδότες του κλάδου του ή του επαγγέλματος που αυτή αφορά, εφόσον όμως αυτοί θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της (ΑΠ 693/2011). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθ.1§1 ν.δ.89/1967 "Αλλοδαπές εταιρείες μπορούν να εγκαθίστανται στην Ελλάδα σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, με αποκλειστικό σκοπό να παρέχουν στα κεντρικά τους καταστήματα ή σε συνδεδεμένες με αυτές, υπό την έννοια του άρθρου 42ε του κν. 2190/1920, και μη εγκατεστημένες στην Ελλάδα επιχειρήσεις, υπηρεσίες συμβουλευτικού χαρακτήρα, κεντρικής λογιστικής υποστήριξης, ελέγχου ποιότητας παραγωγής, προϊόντων, διαδικασιών και υπηρεσιών, κατάρτισης μελετών, σχεδίων και συμβάσεων, διαφήμισης και μάρκετινγκ, επεξεργασίας στοιχείων, λήψης και παροχής πληροφοριών και έρευνας και ανάπτυξης...".
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών με την ως άνω προσβαλλομένη απόφασή του και όπως απ’ αυτήν προκύπτει δέχθηκε, μεταξύ άλλων, που δεν ενδιαφέρουν εδώ, ότι η (1η) εναγομένη αλλοδαπή τεχνική εταιρεία εδρεύει στον … και δραστηριοποιείται στην κατασκευή δημοσίων και ιδιωτικών τεχνικών έργων υψηλών προδιαγραφών, έχει δε εγκαταστήσει γραφεία στην Ελλάδα σύμφωνα με τις διατάξεις του α.ν. 89/1967, από όπου ασκεί μελετητική και συντονιστική δραστηριότητα, ότι την 1-12-1991 προσέλαβε τον ενάγοντα, αδειούχο ηλεκτροτεχνίτη, με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως ηλεκτρολόγος ή και με οποιανδήποτε άλλη συναφή ειδικότητα, που θα καθορίζονταν από την εταιρεία, στα γραφεία της στο ...
ή και εκτός τούτων, ανάλογα με την φύση της εργασίας του και την ειδικότητά του, επί 40 ώρες εβδομαδιαίως (Δευτέρα έως Πέμπτη από 08.00’ έως 15.30’ , την δε Παρασκευή και το Σάββατο από 08.00’ έως 15.30’ ), αντί μηνιαίου μισθού 181.600 δρχ., ότι ως εφαρμοστέο μεταξύ τους δίκαιο συμφωνήθηκε το σε κάθε περίπτωση εφαρμοστέο ελληνικό, λόγω δε της φύσης της εναγομένης ως ανώνυμης αλλοδαπής εταιρείας, που έχει εγκαταστήσει γραφεία στην Ελλάδα κατά τους όρους του α.ν. 89/1967 και δεν μπορεί να ασκήσει οποιαδήποτε εμπορική δραστηριότητα στην ημεδαπή και να αποτελέσει μέλος της αντίστοιχης εργοδοτικής οργάνωσης του "Συνδέσμου Ανωνύμων Εταιρειών και ΕΠΕ" και ως εκ τούτου δεν δεσμεύεται από τις κηρυχθείσες ως υποχρεωτικές σ.σ.ε.
που διέπουν τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών, συμφωνήθηκε οι όροι αμοιβής και εργασίας του ενάγοντος να διέπονται από την εκάστοτε ισχύουσα ΕΓΣΣΕ, ότι ειδικότερα οι (α) 19/2003 ΔΑ (β) από 7-7-2004 σ.σ.ε. (γ) από 26-3-2005 σ.σ.ε. και (δ) 26/2007 ΔΑ, για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών, κηρυχθείσες όλες υποχρεωτικές με τις αναφερόμενες εκεί ΥΑ, έχουν συναφθεί μεταξύ αφενός της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων "Ομοσπονδία Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδας" και αφετέρου των συνδικαλιστικών οργανώσεων των εργοδοτών "Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών Ελλάδας", "Πανελλήνια Ομοσπονδία Σωματείων Εργοληπτών Ηλεκτρολόγων", "Πανελλήνια Ένωση Διπλωματούχων Μηχανικών Εργοληπτών Δημοσίων Έργων", "Συνδέσμου Ανωνύμων Εταιρειών και ΕΠΕ", "Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Βιοτεχνών Εγκαταστατών Συντηρητών Ανελκυστήρων" και "Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ξενοδόχων" και επομένως αυτές (ΔΑ και σ.σ.ε.), αν και έχουν κηρυχθεί υποχρεωτικές, δεν δεσμεύουν την εναγομένη εταιρεία, η οποία δεν μετείχε στην σύναψή τους, ούτε θα μπορούσε να είναι μέλος των ως άνω εργοδοτικών οργανώσεων που την συνήψαν, λόγω της φύσης της ως ανώνυμης εταιρείας που έχει εγκαταστήσει γραφεία στην Ελλάδα κατά τους όρους του α.ν.89/1967, μη δυναμένη να ασκήσει οποιαδήποτε εμπορική δραστηριότητα στην ημεδαπή, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά έκρινε, απορρίπτοντας σχετικό λόγο της έφεσης του (αρχικού) ενάγοντος, ότι δεν ήταν εφαρμοστέες οι ως άνω ΔΑ και ΣΣΕ, τις οποίες και δεν εφάρμοσε στην κρινομένη υπόθεση και απέρριψε συνακόλουθα τις αγωγικές αξιώσεις που αφορούσαν διαφορές μεταξύ των καταβλητέων νομίμων αποδοχών που προβλέπονται από τις εκάστοτε ισχύουσες σ.σ.ε.
και των καταβαλλομένων. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφού δεν εφάρμοσε, όπως προαναφέρθηκε, τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις (ΔΑ και ΣΣΕ), αν και αυτές ήσαν εφαρμοστέες και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο 3ος λόγος της κρινόμενης αίτησης κατά το α’ σκέλος αυτού από την ως άνω διάταξη.
IV. (Α) Σύμφωνα με το άρθ.559 αριθ.8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ ΑΠ 25/2003, 3/1997, ΑΠ 757/2015) και κατά συνέπεια δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του νόμου, οι ισχυρισμοί που συνιστούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των περιστατικών που θεμελιώνουν την αγωγή (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 757/2015).
Αν με την αιτίαση αυτή προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε να είχε προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να επαναφέρθηκε παραδεκτά στον δεύτερο βαθμό, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατ’ άρθ.527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη, προϋπόθεση δηλ.
για την δημιουργία του λόγου αυτού είναι η παραδεκτή προβολή του μη ληφθέντος υπόψη ισχυρισμού στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 757/2015). Κατά συνέπεια, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει ν’ αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο νόμιμος τρόπος προβολής του ισχυρισμού στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και της επαναφοράς του στο Εφετείο, όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας (ΑΠ 1731/2008).
Συναφώς, από τις διατάξεις των άρθ.591§1β, 666§1, 115§3 και 256§1δ ΚΠολΔ συνάγεται ότι (α) στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθ.664 επ. ΚΠολΔ (εργατικών διαφορών), κατά την οποία εκδικάσθηκε και η κρινομένη υπόθεση και κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείο, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ενστάσεις, αντενστάσεις κλπ) για το παραδεκτό αυτών, προφορικά κατά την συζήτηση στο ακροατήριο, επιπλέον δε οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις, απαιτείται δηλ.
δε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση ισχυρισμών που σημειώνεται στα πρακτικά (Ολ ΑΠ 2/2005, ΑΠ 757/2015). Επομένως και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ο από την διάταξη αυτή και κατά το συναφές με στοιχ. β σκέλος του 3ος λόγος αναίρεσης, κατά το οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ενώπιον αυτού προταθέντα από τον δικαιοπάροχο των αναιρεσειουσών ισχυρισμό, που αποτελεί "πράγμα", ότι "ασχέτως της άμεσης δεσμευτικότητας των ανωτέρω ΣΣΕ και ΔΑ και ασχέτως της φύσεως ή του χαρακτηρισμού της εναγομένης ως αλλοδαπής εταιρείας κλπ., η τελευταία δεσμεύθηκε συμβατικά να τηρήσει τους περιεχομένους εις αυτές όρους και διατάξεις με τις από 1/2/1991 και από 1/7/2006 έγγραφες διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και δη από τους όρους 5,6 και 7", το περιεχόμενο των οποίων παρατίθεται στο αναιρετήριο, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, καθόσον ουδόλως εκτίθεται σ’ αυτόν ότι τα μη ληφθέντα υπόψη "πράγματα" είχαν προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή υπάγονταν σε κάποια περίπτωση επιτρεπτής βραδείας προβολής για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου (Β) Κατά το άρθ.559 αριθ.20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα εντελώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει δηλ. σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθ.339 και 432 επ. ΚΠολΔ, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι, όμως, και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του που έχει διαγνωσθεί σωστά, δηλ.
σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό εκείνου που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, διότι πράγματι στην τελευταία αυτήν περίπτωση πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ.561§1 ΚΠολΔ), για την θεμελίωση δε του λόγου αυτού πρέπει το δικαστήριο να μόρφωσε την γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου, που κατά την σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος φέρεται ότι παραμόρφωσε, προϋπόθεση που δεν συντρέχει, όταν το έγγραφο αυτό εκτιμήθηκε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου (ΑΠ 757/2015).
Εξάλλου, η παραμόρφωση μπορεί να γίνει θετικά, με την μεταβολή του κειμένου του εγγράφου, ή αρνητικά, με την παράλειψη κρίσιμων περικοπών, πρέπει δε αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό (ΑΠ 947/2014). (Γ) Περαιτέρω, κατά τον αριθ. 11 περ. γ’ του ίδιου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 193/2012).
Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο ως άνω αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, εκτός αν, παρά την βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων (ΑΠ 156/2012, 739/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δεχθέν ότι μεταξύ των διαδίκων "συμφωνήθηκε οι όροι αμοιβής και εργασίας του (αρχικού) ενάγοντος να διέπονται από την εκάστοτε Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας" παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 17-2006 μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου (ως προς την από 1-2-1991 σύμβαση εργασίας μεταξύ των διαδίκων αυτών ο εδώ ερευνώμενος λόγος είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι η σύμβαση αυτή προσκομίζεται μόνο στην αγγλική γλώσσα και όχι και σε νόμιμη μετάφραση στην ελληνική), ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραλείποντας κρίσιμες περικοπές όρων αυτής, καθόσον ναι μεν με τον όρο 8 αυτής ορίσθηκε ότι "οι όροι αμοιβής και εργασίας του εργαζομένου καθορίζονται από την Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας", παρέλειψε, όμως, τους κρίσιμους όρους της ίδιας σύμβασης 5 (και όχι 6, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο), κατά τον οποίο "ρητά συμφωνείται ότι οι εκάστοτε καταβαλλόμενες αποδοχές περιλαμβάνουν και καλύπτουν τον εκάστοτε ισχύοντα νόμιμο μισθό, καθώς και τα κάθε μορφής επιδόματα που ισχύουν σήμερα ή που θα θεσπισθούν στο μέλλον...που προβλέπονται από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις ή τις διαιτητικές αποφάσεις ή καθορίζονται με οποιονδήποτε άλλο νόμιμο τρόπο...", και 9 (και όχι 7, όπως επίσης εσφαλμένα αναφέρεται εκεί), κατά τον οποίο (με διαφορετική, πάντως, διατύπωση απ’ αυτήν που αναφέρεται στον συναφή λόγο αναίρεσης) "η παρούσα σύμβαση διέπεται συμπληρωματικά από την ελληνική εργατική και ασφαλιστική νομοθεσία και την εκάστοτε ισχύουσα συλλογική σύμβαση εργασίας".
Επομένως, ο 3ος λόγος αναίρεσης κατά τα συναφή σκέλη του από την ως άνω διάταξη πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατά το σημείο αυτό. Ο αυτός 3ος λόγος κατά το με στοιχ.δ’ σκέλος του από την διάταξη του αριθ.11γ’ άρθ.559 ΚΠολΔ, με το οποίο προβάλλεται, επικουρικά, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις ως άνω συμβάσεις, πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την περιεχομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη τα μνημονευόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις, τις καθοριζόμενες ένορκες βεβαιώσεις και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν) σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, και ανεξάρτητα από την ορθή ή μη εκτίμηση αυτής, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά, δεν καταλείπονται αμφιβολίες ότι λήφθηκαν υπόψη και η ως άνω έγγραφη σύμβαση.
V. (A) Σύμφωνα με την διάταξη του αριθ. 19 του άρθ.559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθ. 93§1 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του κανόνας δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλ.
δεν προκύπτει από την απόφαση, ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε, δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης (με βάση το οποίο κρίνεται η συνδρομή έλλειψης νόμιμης βάσης) προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το πραγματικό του οποίου πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην στάθμιση και ανάλυση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών, καθόσον μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (AΠ 2234/2013, 1361/2013) (B) O εργοδότης ασκώντας το κατ’ άρθ.652 ΑΚ διευθυντικό του δικαίωμα έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρέωσης του μισθωτού για παροχή εργασίας καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση.
Δηλαδή, ο εργοδότης ως διευθυντής της εκμετάλλευσης, έχει την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα απ’ αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά γι’ αυτήν κριτήρια. Από το συνδυασμό των άρθρων 648, 652, 656 και 349-351 ΑΚ, 7§1 του ν.2132/1920 και 5§3 του ν. 3198/1955 προκύπτει, επομένως, ότι στον εργοδότη ανήκει το δικαίωμα να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του μισθωτού για την αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχείρησής του προς επίτευξη των σκοπών αυτής, δεν επιτρέπεται, όμως, κατά την ενάσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος να προκαλείται υλική και ηθική ζημία στο μισθωτό κατά παράβαση διατάξεως νόμου ή της ατομικής σύμβασης εργασίας ή κατά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπό την έννοια του άρθ. 281 ΑΚ.
Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας που παρέχει στο μισθωτό, αν δεν αποδέχεται την μεταβολή, το δικαίωμα, είτε να εμμείνει στην σύμβαση και να απαιτήσει από τον εργοδότη να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία, υπό τους πριν από την μεταβολή όρους, καθιστώντας αυτόν, διαφορετικά, υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας του, είτε να θεωρήσει την μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας και να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση.
Εξάλλου, από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθ. 57, 59, 281, 288, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι, αν η ως άνω βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας, υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού μπορεί ο τελευταίος να αξιώσει από τον υπαίτιο, εκτός των άλλων, και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για την ανεπίτρεπτη επαγγελματική μείωση που υφίσταται (ΑΠ 251/2008).
Από τις ίδιες, ως άνω, διατάξεις, καθίσταται σαφές, ότι, μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει, όταν ο εργοδότης επιχειρεί, χωρίς την συγκατάθεση του μισθωτού τροποποίηση των όρων αυτών χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα από την σύμβαση, το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό της επιχείρησης, βλαπτική δε μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει όταν αυτή προκαλεί στον εργαζόμενο, άμεσα ή έμμεσα, υλική ή και ηθική μόνο ζημία, πράγμα που συμβαίνει και όταν τον υποβιβάζει με την ανάθεση σε αυτόν καθηκόντων κατώτερης φύσης, που συνεπάγονται δυσμενείς ως προς τις αποδοχές αλλά και την προσωπικότητά του, συνέπειες.
Στην περίπτωση αυτή, ο μισθωτός μπορεί να αντιδράσει με τους εξής τρόπους (α) να αποδεχθεί την μεταβολή, στην περίπτωση δε αυτή συνάπτεται νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη (β) να θεωρήσει την μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει από την εργασία αξιώνοντας την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης και (γ) να εμμείνει στη σύμβαση και να ζητήσει την τήρηση των συμφωνηθέντων.
Βλαπτική, όμως, μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας δεν υφίσταται, όταν ο εργοδότης στα πλαίσια του διευθυντικού του δικαιώματος τοποθετεί τον εργαζόμενο σε άλλο τομέα, τμήμα ή θέση της επιχείρησης και με άλλο αντικείμενο απασχόλησης , αν τούτο επιβάλλει το πραγματικό συμφέρον της επιχείρησης για την αρτιότερη οργάνωση και λειτουργία της, εφόσον τα νέα αυτά καθήκοντα δεν είναι υποδεέστερα για τον εργαζόμενο, ούτε η ανάθεση αυτή των καθηκόντων συνεπάγεται δυσμενείς υλικές ή ηθικές ως προς το κύρος και την προσωπικότητά του συνέπειες (πρβλ.
ΑΠ 195/2015, 836/2004). Προϋπόθεση, όπως προαναφέρθηκε, για τα παραπάνω είναι η μονομερής ενέργεια εκ μέρους του εργοδότη, η οποία δεν συντρέχει όταν με την σύμβαση εργασίας έχει συμφωνηθεί εκ των προτέρων ότι ο εργοδότης δικαιούται να προβεί μονομερώς σε μεταβολή των όρων της συμβάσεως και τα όρια αυτά της μεταβολής καθορίζονται επακριβώς, μέσα δε στα όρια αυτά ο εργοδότης προβαίνει στη μεταβολή των όρων της συμβάσεως, έστω και σε βάρος του εργαζομένου, διότι τότε πρόκειται όχι για μονομερή αλλά για συμφωνημένη μεταβολή, η οποία είναι νόμιμη, εφόσον δεν προσκρούει σε ειδική απαγορευτική διάταξη και εφόσον κατά την άσκηση του σχετικού διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη δεν γίνεται υπέρβαση των ορίων που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. (AΠ 240/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε περαιτέρω, μεταξύ άλλων που δεν ενδιαφέρουν εδώ, ότι ο ενάγων από την πρόσληψή του μέχρι τα τέλη του 1996 εργάσθηκε στο κτίριο των γραφείων της εναγομένης, αποτελούμενο από 8 ορόφους, ισόγειο και 3 υπόγεια και στην συνέχεια μετατέθηκε στο υπό ανέγερση συγκρότημα κατοικιών των οικογενειών των δύο κυρίων μετόχων της εταιρείας (...), στην Πολιτεία Αττικής, απασχολούμενος αρχικά στην επίβλεψη των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων αυτών και μετά την αποπεράτωσή τους ως υπεύθυνος συντήρησης, με την εν γένει συντήρηση των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων αυτών, έχοντας υπό τις εντολές του δύο εργατοτεχνίτες, επιπλέον δε βοηθούσε στην ετοιμασία των δεξιώσεων και των γευμάτων εργασίας που διοργάνωναν τα μέλη των ανωτέρω οικογενειών, είτε στις πολυτελείς κατοικίες τους, είτε σε άλλα μέρη της Αθήνας, ενώ κατά τους τελευταίους μήνες κάθε έτους απασχολείτο στον χριστουγεννιάτικο στολισμό των ως άνω οικιών, ότι για την διεκπεραίωση των προαναφερομένων εργασιών που του αναθέτονταν πολλές φορές ήταν απαραίτητη η εκτέλεση υπερωριακής εργασίας, τα χρονικά όρια της οποίας γνωστοποιούσε κάθε μήνα στον προϊστάμενό του, Κ.
Π., ο οποίος, αφού συνέτασσε το σχετικό έντυπο, το προωθούσε στον υπεύθυνο N. S., που με την σειρά του ενέκρινε τις υπερωρίες και έστελνε το έγγραφο στο λογιστήριο για πληρωμή, ότι η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα αποζημίωση για τις, δηλωθείσες από τον ίδιο, ώρες υπερωριακής εργασίας, οι οποίες ανέρχονταν, κατά μέσο όρο, σε 100-110 τον μήνα, ότι το έτος 2006 ο ενάγων αντιμετώπισε έκτακτες οικονομικές ανάγκες, προκειμένου δε να αντεπεξέλθει στις τρέχουσες και άμεσες υποχρεώσεις του (αποπληρωμή στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων, πιστωτικών καρτών κλπ.) οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εναγομένης συμφώνησαν να τον διευκολύνουν οικονομικά και να προβούν σε συναινετική απόλυσή του, ώστε να εισπράξει την προβλεπομένη αποζημίωση απόλυσης, ανερχομένη στο ποσό των 47.559,32€, το οποίο και έλαβε ο ενάγων, ενώ στην συνέχεια την 1-7-2006 καταρτίσθηκε μεταξύ των ιδίων ως άνω συμβαλλομένων μερών νέα έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με τους ίδιους όρους εργασίας με την πρώτη και αμοιβή την προβλεπομένη από την εκάστοτε ισχύουσα ΕΓΣΣΕ, ότι η ένδικη εργασιακή σχέση εξελίχθηκε ομαλά μέχρι τα τέλη του έτους 2006, όταν τεχνικός διευθυντής συντήρησης των κτιρίων και των μηχανικών μέσων της εναγομένης ανέλαβε ο Χ.
Σ., ο οποίος στα πλαίσια της ανατεθείσας σ’ αυτόν άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης σχετικά με την αναγκαιότητα πραγματοποίησης υπερωριών από το τεχνικό προσωπικό του συγκροτήματος κατοικιών, αλλά και τον καθορισμό του απαιτουμένου αριθμού αυτών, αποφάσισε ότι δεν ήταν απαραίτητη η πραγματοποίηση τόσων ωρών υπερωριακής εργασίας εκ μέρους του ανωτέρω προσωπικού, με συνέπεια την μη έγκριση των υπερωριών του ενάγοντος, ότι η περικοπή των ωρών υπερωριακής εργασίας προκάλεσε αίσθημα δυσαρέσκειας στον ενάγοντα, με αποτέλεσμα την δημιουργία κλίματος έντασης στις σχέσεις του με τον ως άνω Χ.
Σ., προς αποφυγή δε περαιτέρω διενέξεων, το τελευταίο δεκαήμερο του 2007 η εναγομένη, διά των αρμοδίων οργάνων της, μετέθεσε εκ νέου τον ενάγοντα στο κτίριο των γραφείων της, έχοντας σχετικό προς τούτο δικαίωμα, κατ’ εφαρμογή των όρων 3 και 4 της σύμβασης εργασίας του, όπου του ανέθεσε μεμονωμένες εργασίες συντήρησης των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων του κτιρίου, ότι είναι ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η μετάθεσή του αυτή συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, καθόσον αφενός υποβαθμίσθηκε από υπεύθυνος συντήρησης του συγκροτήματος των κατοικιών της Πολιτείας σε απλό εργαζόμενο στα γραφεία της εναγομένης και αφετέρου υπήρξε σημαντική μείωση των αποδοχών του λόγω μη εκτέλεσης πλέον υπερωριών, καθόσον εκεί (στα γραφεία της εναγομένης) του προτάθηκε να αναλάβει την θέση του υπευθύνου προμηθειών των ηλεκτρομηχανολογικών εξαρτημάτων και ανταλλακτικών της εταιρείας, την οποία απέρριψε θεωρώντας την υποδεέστερη και μη συναφή με την ειδικότητά του, ότι κατά τα οριζόμενα στην ένδικη σύμβαση αποτελούσε συμβατικό δικαίωμα της εναγομένης, αφενός να μεταθέσει τον ενάγοντα εντός και εκτός Ελλάδος, προκειμένου να εκτελέσει την ανατεθειμένη σ’ αυτόν εργασία και αφετέρου να τον απασχολεί με οποιαδήποτε άλλη συναφή ειδικότητα που θα καθορίζεται από την ίδια, η θέση δε του υπευθύνου προμηθειών των ηλεκτρομηχανολογικών εξαρτημάτων μίας εταιρείας με τόσο μεγάλο κύκλο εργασιών, όπως η εναγομένη, δεν μπορεί να θεωρηθεί υποδεέστερη εκείνης του υπευθύνου συντήρησης των κτιριακών εγκαταστάσεων, αφού απαιτεί την ύπαρξη τεχνικών γνώσεων, εμπειρίας και υπευθυνότητας, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι από το τμήμα αυτό προμηθειών εφοδιάζονται όλα τα συνεργεία συντήρησης (κατοικιών και γραφείων) που μισθοδοτούνται από την εναγομένη αλλοδαπή εταιρεία, ότι λαμβανομένου υπόψη ότι εργασία πέρα από την συμφωνημένη παρέχεται μόνο σε περίπτωση ανάγκης, ο σχεδιασμός της υπερωριακής απασχόλησης ανήκει στην ευθύνη του εργοδότη, ο οποίος διατηρεί και την ευθύνη κατάργησής της, μη θεμελιουμένου αναλόγου δικαιώματος του μισθωτού, ότι τέτοια έκτακτη ανάγκη απασχόλησης του ενάγοντος πέραν από το συμφωνημένο ωράριό του, τουλάχιστον από τον παραπάνω χρόνο της βλαπτικής μεταβολής των όρων της εργασίας του, που αυτός επικαλείται, και εντεύθεν, δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε και δεν παρασχέθηκε στον ενάγοντα, ενώ εξάλλου η εναγομένη διά του τεχνικού διευθυντή της είχε προηγουμένως αποφασίσει ότι ήταν αναγκαία και εξυπηρετούσε το πραγματικό συμφέρον της εταιρείας η περικοπή των υπερωριών των εργαζομένων στις κατοικίες της Πολιτείας, με αποτέλεσμα την αναμενόμενη μείωση των αποδοχών του ενάγοντος, ακόμη και εάν αυτός παρέμενε στην προηγουμένη θέση του υπευθύνου συντήρησης των κατοικιών, ότι σύμφωνα με τα παραπάνω η μετάθεση του ενάγοντος στα γραφεία της εναγομένης δεν συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας του, αφού η εναγομένη, κάνοντας χρήση συμβατικού δικαιώματός της και ενόψει της μακροχρόνιας εργασιακής σχέσης που την συνέδεε μαζί του, προσπάθησε να τον εντάξει στον επαγγελματικό ιστό της με αλλαγή θέσης εργασίας, την οποία αυτός δε αποδέχθηκε και συνεπώς η εναγομένη ενήργησε εντός των ορίων της σύμβασης και της άσκησης του διευθυντικού της δικαιώματος, σύμφωνα με την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος, ότι ακολούθως, λόγω των συνεχών διαμαρτυριών του ενάγοντος στη νέα του θέση και της επιμονής του να μετατεθεί στις κατοικίες των μετόχων, η εναγομένη, διά του προέδρου της Τ.
Χ., τον Απρίλιο του 2007 τον μετέθεσε στην οικία ενός των ιδιοκτητών, του Σ. Σ., στο ..., όπου ανέλαβε καθήκον ηλεκτρολόγου, πλην όμως και εκεί δεν ήταν ευχαριστημένος, με συνέπεια να εγκαταλείψει την θέση του τον Οκτώβριο του 2007 και να επανέλθει, αυτοβούλως, στα γραφεία της εταιρείας, όπου έθεσε τις υπηρεσίες του στην διάθεσή της, ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι τα καθήκοντα που του ανατέθηκαν στην οικία του ...
περιορίσθηκαν στο να συνοδεύει τον γηραιό και ανήμπορο ένοικο της οικίας στις καθημερινές του εξόδους, καθόσον ο διευθυντής Χ. Σ. φρόντιζε οποιαδήποτε εργασία ηλεκτρολογικής φύσης να την αναθέτει σε άλλους τεχνικούς της εταιρείας, ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο προαναφερόμενος προϊστάμενος του ενάγοντος τον αντιμετώπιζε με εμπάθεια και μίσος, που δεν σχετίζονταν με πλημμελή ή όχι άσκηση των καθηκόντων του, καθόσον σε έλεγχο που διενήργησε ο ως άνω διευθυντής στην οικία του ...
διαπιστώθηκε ότι ήταν καμένες οι λαμπτήρες φωτισμού του προαύλιου χώρου σε ποσοστό 40%, το δε επιχείρημα του ενάγοντος, ότι παρά τις αιτήσεις του ο ως άνω διευθυντής δεν του χορηγούσε τα ανταλλακτικά, κρίνεται ως ουσιαστικά αβάσιμο, αφού δε αποδείχθηκε ότι είχε ζητήσει την χορήγηση ανταλλακτικών λαμπτήρων, δεδομένου ότι λόγω της αντιπαλότητάς του με τον διευθυντή του, θα μπορούσε να υποβάλει εγγράφως το αίτημά του στην εταιρεία και όχι να αμελεί και να διατηρεί ανεπαρκή τον εξωτερικό φωτισμό της πολυτελούς κατοικίας, ότι μετά την παραπάνω αποχώρηση του ενάγοντος, η εταιρεία προσπαθώντας και πάλι να τον εντάξει στον εργασιακό ιστό της επιχείρησης, του προσέφερε την θέση του βοηθού του τεχνικού διευθυντή Χ.
Σ., την οποία, όμως, αρνήθηκε λόγω της τεταμένης σχέσης μαζί του, ότι η αυτόβουλη και χωρίς σχετική εντολή εγκατάλειψη εκ μέρους του ενάγοντος της τελευταίας θέσης του στην οικία του ... και η επάνοδός του στα γραφεία της εταιρείας κατέστησε δυσχερέστερη την περαιτέρω συνεργασία του με την εργοδότριά του, με επακόλουθο την μετά πάροδο τριμήνου (1-2-2008) καταγγελία απ’ αυτήν της σύμβασης εργασίας του, ότι σύμφωνα με τα προαναφερθέντα η καταγγελία αυτή δεν οφείλεται σε εμπάθεια και εκδικητικότητα των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης, αλλά αποκλειστικά και μόνο στην επίμονη άρνηση του ενάγοντος να αποδεχθεί την μεταβολή των όρων εργασίας του, η οποία κρίθηκε από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης ως ωφέλιμη για την εταιρεία και πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο των συμβατικών δυνατοτήτων της και επομένως η ως άνω καταγγελία δεν υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, είναι έγκυρη και επέφερε την λύση της εργασιακής σχέσης του ενάγοντος, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά απέρριψε τον συναφή 3ο λόγο της έφεσης του ενάγοντος και τις δι’ αυτού επαναφερθείσες αξιώσεις του από την θεωρηθείσα απ’ αυτόν άκυρη καταγγελία της σύμβασης αυτής.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή η εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και συνεπώς είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου 4ος λόγος αναίρεσης (και τελευταίος), αληθώς μόνον από την διάταξη του αριθ.19 του άρθ.559 ΚΠολΔ (αφού η αποδιδομένη πλημμέλεια από τον αριθ.8 του αυτού άρθρου είναι εντελώς αόριστη, καθόσον πλην της αριθμητικής αναφοράς της ως άνω διάταξης ουδεμία συγκεκριμένη αιτίαση προβάλλεται).
Σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά το ως άνω μέρος της, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος αυτό, να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς αυτό, ως προς το οποίο χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση (υπολογισμός των πράγματι οφειλομένων στον αρχικό ενάγοντα με βάση τα επιμέρους κεφάλαια της αγωγής), στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ.580§3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθ. 65§1 ν.4139/2013) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2115/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, το οποίο ορίζει σε χίλια τετρακόσια (1400) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ