132/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 11η Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated132/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): 1 Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Β.Δ. της 28.1/4.2.1938 " περί κανονισμού ωρών εργασίας του προσωπικού φορτηγών αυτοκινήτων" (ΦΕΚ Α` 35) "τα φορτηγά αυτοκίνητα διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες (Α`, Β`, Γ`), από τις οποίες, η κατηγορία Α` περιλαμβάνει τα μη εξυπηρετούντα ωρισμένον εργοδότην φορτηγά αυτοκίνητα (αγοραία), στη Β` κατηγορία υπάγονται τα φορτηγά των εταιρειών ηλεκτρισμού, ύδρευσης κ.λ.π.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 132 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 132/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Απόστολο Παπαγεωργίου και Παναγιώτη Κατσιρούμπα Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 11η Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Α. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθανάσιο Κανελλόπουλο και κατέθεσε προτάσεις
Του αναιρεσίβλητου: Σ. Π. του Α. κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Φαίδωνα Κουλούρη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-1-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:318/2012 μη οριστική και 596/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου,53/2013 Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 4-11-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου διάβασε την από 23-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1 Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Β.Δ. της 28.1/4.2.1938 " περί κανονισμού ωρών εργασίας του προσωπικού φορτηγών αυτοκινήτων" (ΦΕΚ Α` 35) "τα φορτηγά αυτοκίνητα διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες (Α`, Β`, Γ`), από τις οποίες, η κατηγορία Α` περιλαμβάνει τα μη εξυπηρετούντα ωρισμένον εργοδότην φορτηγά αυτοκίνητα (αγοραία), στη Β` κατηγορία υπάγονται τα φορτηγά των εταιρειών ηλεκτρισμού, ύδρευσης κ.λ.π.
και στην κατηγορία Γ` τα φορτηγά των λοιπών ανωνύμων εταιρειών, βιομηχανικών εργοστασίων και επιχειρήσεων πάσης φύσεως". Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 1 του πιο πάνω Β.Δ., η απασχόληση των οδηγών των φορτηγών αυτοκινήτων Γ` κατηγορίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις 8 ώρες ημερησίως, παρά μόνο καθ` ό μέτρο κρίνεται αναγκαία για την πρόληψη διαταραχής στην κανονική διεξαγωγή της εργασίας, σε περίπτωση ατυχήματος, επικειμένου ή επελθόντος, επείγουσας εργασίας σε μηχανές, εργαλεία ή εγκαταστάσεις και ανωτέρας βίας, κατά δε το Β.Δ. 882/1961 και λόγω συσσωρεύσεως εργασίας ή προς αντιμετώπιση επείγουσας γενικά εργασίας επί δίωρο ημερησίως (πέραν δηλαδή του οκταώρου) και επί τρίμηνο ετησίως κατ` ανώτατο όριο.
Εξάλλου, από το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 435/1976 προκύπτει ότι η απασχόληση του μισθωτού κατά το μέρος που υπερβαίνει το ανώτατο όριο διάρκειας της εργασίας κατά τη μονάδα του χρόνου, που έχει ορισθεί με διάταξη νόμου ή με κανονιστική διοικητική πράξη κατά νόμιμη εξουσιοδότηση, συνιστά, εφόσον δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 3 του ΝΔ. 515/1970 ή άλλη νόμιμη εξαίρεση, παράνομη υπερωρία, για την οποία ο μισθωτός έχει τις απαιτήσεις που αναφέρονται σε αυτή.
Περαιτέρω, με το άρθρο 13 της 12/1984 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΥΑ 12430/84,ο χρόνος εργασίας των οδηγών αυτοκινήτων ορίσθηκε σε 40 ώρες κατά εβδομάδα και με το άρθρο 6 της 40/85 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε υποχρεωτική (από 29/11/1985) με την ΥΑ 19533/1985 (ΦΕΚ 179 Α`) καθιερώθηκε η εβδομάδα των πέντε εργασίμων ημερών για τους οδηγούς όλων των φορτηγών αυτοκινήτων.
Με το άρθρο 6 της από 14.2.1984 εθνικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την απόφαση του Υπουργού Εργασίας 11770/20/2/1984 (ΦΕΚ Β`81) η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε σε 40 ώρες, για την αμοιβή δε της απασχολήσεως πέρα από το συμβατικό αυτό εβδομαδιαίο ωράριο και έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή της υπερεργασίας, γίνεται παραπομπή στο άρθρο 9 της 1/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 1346/1983.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι: α) ως προς τη συνδρομή της υπερεργασίας υπό την ανωτέρω έννοια κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και όχι κατά τις Κυριακές ή άλλες ημέρες ανάπαυσης, για τις οποίες υφίσταται αυτοτελής νομοθετική πρόνοια και συνεπώς ο απασχολούμενος υπό καθεστώς πέντε εργασίμων ημερών εβδομαδιαίως πραγματοποιεί υπερεργασία για την οποία δικαιούται την οικεία αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξανόμενο κατά 25 %), αν η απασχόληση του υπερβαίνει κατά τις ημέρες αυτές το συμβατικό όριο των 40 ωρών, β) ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του άνω Ν. 435/1976, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκείμενης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως (ή πέραν των εννέα ωρών υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26.2.1975 εθνικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν. 133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζόμενου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της επιπλέον ημερήσιας εργασίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας άλλης ημέρας.
Η υπερωριακή εργασία που παρέχεται χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του ΝΔ 515/1970 αμείβεται με αποζημίωση βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού και με προσαύξηση 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου. Ειδικώς για τους εργαζόμενους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση 45 ωρών εβδομαδιαίως, ενώ για τους εργαζομένους με το σύστημα των έξι ημερών την εβδομάδα ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών εβδομαδιαίως.
Για τους ίδιους εργαζόμενους και ανάλογα με το σύστημα των πέντε ή έξι ημερών εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερωριακή θεωρείται η απασχόληση πέραν των 9 ή 8, αντίστοιχα, ωρών ημερησίως (ΑΠ 1561/2011). Από 1/4/2000, μετά το Ν. 2874/2000 η υπερεργασία καταργείται και η απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι 43 εβδομαδιαίως θεωρείται ως ιδιόρρυθμη υπερωρία, νόμιμη και επιτρεπτή, η οποία αμείβεται με το επιβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50 % (παρ. 2 και 4 του άρθρου 4).
Υπερεργασία συνιστά η απασχόληση πέραν των 43 ωρών εβδομαδιαίως, καθώς και η απασχόληση πέραν των 9 ωρών ημερησίως για τους μισθωτούς με πενθήμερο. Αν η υπερωρία είναι παράνομη, για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης, ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομίσθιου (δηλαδή προσαύξηση 150% του ωρομίσθιου) σύμφωνα με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 1548/2011, Α.Π. 313/2010, Α.Π. 101/2008).
Κατά το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005, που αντικατέστησε το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000, "σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης.
Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα).". 2. "Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης.
Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας".. 3 "Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά σαράντα τοις εκατό (40%).
Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως (νόμιμη υπερωριακή απασχόληση) είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εξήντα τοις εκατό (60%)". 4. "Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ' εξαίρεση υπερωρία". 5. "Για κάθε ώρα κατ' εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εκατό τοις εκατό (100%)" (ΑΠ 526/2014, ΑΠ 1602/2011).
Τα ως άνω ποσοστά προσαύξησης των 25% και 100%, καθορίσθηκαν, με το άρθρο 74 παρ. 10 του Ν. 3863/2010 σε 20% και 80%, αντίστοιχα. Η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή και το Σάββατο δεν αποτελεί υπερωριακή εργασία, αν δεν υπερβαίνει το ανώτατο νόμιμο όριο ημερήσιας απασχόλησης. Με τον Κανονισμό 561/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ι5ης Μαρτίου 2006, που εφαρμόζεται από 11 Απριλίου 2007, μεταξύ άλλων, και στις οδικές μεταφορές εμπορευμάτων που γίνονται αποκλειστικά εντός της Κοινότητας, όταν το μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος των οχημάτων, συμπεριλαμβανομένου οποιουδήποτε ρυμουλκούμενου ή ημιρυμουλκούμενου, υπερβαίνει τους 3,5 τόνους θεσπίσθηκαν κανόνες που διέπουν το χρόνο οδήγησης, τα διαλείμματα και τις περιόδους ανάπαυσης Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κανονισμού ο ημερήσιος χρόνος οδήγησής δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 9 ώρες, μπορεί όμως να παρατείνεται σε 10 ώρες κατ ανώτατο όριο, όχι περισσότερες από δύο φορές στη διάρκεια της εβδομάδας, ο δε εβδομαδιαίος χρόνος οδήγησης δεν υπερβαίνει τις 56 ώρες και δεν έχει ως αποτέλεσμα την υπέρβαση του μέγιστου εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας, όπως καθορίζεται στην οδηγία 2002/15/ΕΚ .
Κατά την παράγραφο 5 του προοιμίου "τα μέτρα που προβλέπονται στον Κανονισμό αυτό για τις συνθήκες εργασίας δεν θα πρέπει να θίγουν το δικαίωμα εργοδοτών και εργαζομένων που θεσπίζουν, με συλλογικές διαπραγματεύσεις ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, διατάξεις ευνοϊκότερες για τους εργαζόμενους". Απ όλα τα ανωτέρω συνάγεται περαιτέρω ότι ο οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου ανεξαρτήτως κατηγορίας αυτού εργάζεται υπερωριακά, όταν ο συνολικός χρόνος ημερήσιας απασχόλησης, υπερβαίνει κάθε εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας (εκτός Κυριακής και Σαββάτου) τις εννέα (9) ώρες και κάθε άλλη ημέρα της εβδομάδας (Σάββατο ή Κυριακή) τις οκτώ (8) ώρες.
Εξάλλου, για να έχει νομική πληρότητα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, το δικόγραφο αγωγής οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου, που έχει ως αίτημα την καταβολή αμοιβής για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, λόγω υπερβάσεως του χρόνου της συνολικής εργασίας, θα πρέπει να αναφέρεται η εργασιακή σχέση και οι όροι αυτής καθώς και η διάρκεια της εβδομαδιαίας και καθ` εκάστη ημέρα εργασίας (ΑΠ 1468/2012,1548/2011, ΑΠ 184/2007).
Τέλος ο από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Στην προκειμένη περίπτωση, από το προσκομιζόμενο αντίγραφο του δικογράφου της ένδικης αγωγής ο ενάγων, για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής του για πληρωμή αμοιβής για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, που προσέφερε στον εναγόμενο από 23-4-2001 έως και την 8-11-2010, ισχυρίσθηκε ότι είναι κάτοχος επαγγελματικής άδειας οδήγησης Ε' κατηγορίας, ότι προσλήφθηκε από τον εναγόμενο στις 23.4.2001 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργασθεί ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου μετά ρυμουλκούμενου ή μη, αντί του νομίμου μισθού, επί 40 ώρες εβδομαδιαίως και επί πενθήμερο, ότι από το χρόνο της πρόσληψής του και μέχρι και την 8-11-2010, (οπότε απελύθη) εργαζόταν όλες τις ημέρες της εβδομάδος από ώρα 22.00 έως και την 17.00 της επομένης ημέρας, χωρίς να του καταβάλλεται οποιοδήποτε ποσό για την υπερεργασία, την υπερωριακή του εργασία, την εργασία του κατά τη νύκτα, τα Σάββατα, τις Κυριακές και τα ρεπό του, ότι ο εναγόμενος στις 9-8-2010 κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του, καταγγελία - η οποία είχε ως χρόνο λήξης της εργασιακής σχέσης στις 9-11-2010 - και η οποία έγινε κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματός του, αφού υπαγορεύθηκε από λόγους εκδίκησης και εχθρότητας προς το πρόσωπό του εξαιτίας της προηγούμενης διεκδίκησης των νομίμων δικαιωμάτων του και της προσφυγής του στην Επιθεώρηση Εργασίας.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, μεταξύ των άλλων, μετά από παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 8-11-2010 να του καταβάλει με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής το ποσό των 318.756,99 ευρώ ως αμοιβή του για την υπερεργασία και για την παράνομη υπερωριακή του απασχόληση καθώς και για τη νυκτερινή του εργασία.
Η αγωγή με το περιεχόμενο αυτό, ως προς τα αιτήματά της για πληρωμή αμοιβής για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, είναι πλήρως ορισμένη, αφού περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία για τη διαδικαστική της πληρότητα στοιχεία και ειδικότερα αναφέρεται σ` αυτή η εργασιακή σχέση του ενάγοντος με τον εναγόμενο, οι ειδικότεροι όροι αυτής, η κατοχή από τον ενάγοντα επαγγελματικής άδειας ικανότητας οδήγησης Ε' κατηγορίας ,η καθ' εκάστη ημέρα διάρκεια της εργασίας του ενάγοντος από ώρα 22.00 έως και την 17.000 της επομένης ημέρας καθ' όλο το αιτούμενο χρονικό διάστημα και η διάρκεια της εβδομαδιαίας εργασίας του (17 ώρες ημερησίως Χ 7 ημέρες εβδομαδιαίως =) από 119 ώρες για κάθε εβδομάδα εργασίας σε όλη τη διάρκεια της ένδικης εργασιακής σχέσης.
και οκτώ ώρες τις καθημερινές και τα Σάββατα αντίστοιχα.
Συνεπώς ο σχετικός πρώτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι, παρά το νόμο το Εφετείο δεν απέρριψε την αγωγή, ως προς τα αιτήματα αυτά, ως αόριστη, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί 2. Σύμφωνα με το άρθρα 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν.2915/2001,υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008).
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλ' αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Εξάλλου έγγραφα, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη. Υπό την έννοια αυτή έγγραφα αποτελούν και τα διαδικαστικά έγγραφα άλλης δίκης, δεν αποτελούν όμως έγγραφα τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης, όπως οι προτάσεις των διαδίκων (ΑΠ 1531/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠ0λΔ, μέμφεται το Εφετείο, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, διότι δεν έλαβε υπόψη έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε με τις προτάσεις του. Ειδικότερα, ψέγει το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη, 1) το από 23-4-2001 συμφωνητικό συμβάσεως εργασίας, που έχει συναφθεί μεταξύ αυτού και του ενάγοντος από το οποίο αποδεικνύονται οι όροι της μεταξύ τους συμβάσεως εργασίας, 2) τους από 2-1-2009 και από 4-11-2008 πίνακες προσωπικού απασχολουμένων μισθωτών της επιχείρησής του, νόμιμα θεωρημένους από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εργασίας και από τους οποίους αποδεικνύεται ότι ο ενάγων.
εργαζόταν από Δευτέρα έως Παρασκευή από ώρα 07.00-15.00, ενώ Σάββατο και Κυριακή ήταν ημέρες ανάπαυσης κατά τις οποίες ο ενάγων ουδέποτε εργάστηκε, 3) εξοφλητικές αποδείξεις καταβολής των μηνιαίων μισθών που έλαβε ο ενάγων για το διάστημα από 1-1-2005 μέχρι 9-11-2010, υπογεγραμμένες από τον ενάγοντα, 4) αποδείξεις :
α) την από 10-1-2011 ποσού 858 ευρώ, για την εξόφληση της αποζημίωσης απόλυσης β) την από 9-11-2010 ποσού 3.434,67 ευρώ έναντι εξόφλησης πρώτης δόσης για την αποζημίωση απόλυσης, γ) την από 15/12/ 2010 ποσού 974β4 ευρώ για εξόφληση δώρου Χριστουγέννων 2010, δ) την από 1-10-2010 ποσού 1.187,17 ευρώ για εξόφληση μισθού Οκτωβρίου 2010, ε) την από 8-11-2010 ποσού 47,49 ευρώ για εξόφληση μισθού μηνός Νοεμβρίου 2010, 5) τα υπ' αριθμ 84/11-2-2009 δελτία εργατικής διαφοράς, 6) επικυρωμένα αντίγραφα των προτάσεών του, που κατατέθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα κατά τη δικάσιμο της 17-5-2012 ,καθώς και αντίγραφα των πρακτικών της συζήτησης στο Εφετείο, 7) την υπ αριθμ .../21-5-2012 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμ/φου Πατρών Κονδυλίας Παπαδημητρίου, των Α.
Μ. και Ι. Κ., για τις οποίες ο ενάγων νομότυπα και εμπρόθεσμα ενημερώθηκε με δήλωση του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της συζήτησης της αγωγής την 17-5-2012, 8) την από 30-7-2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του μηχανολόγου Θ. Α., από την οποία αποδεικνύεται ότι ακόμα και γνήσια εάν θεωρηθούν τα προσκομιζόμενα φωτοαντίγραφα των ταχογράφων, ο ενάγων δεν έχει.
εργαστεί καμία εβδομάδα πέραν από 32 ώρες, 9) υπόδειγμα ταχογράφου σωστά συμπληρωμένου, 10) τρεις ταχογράφους με ελλιπή στοιχεία, από τους οποίους αποδεικνύεται ότι οιοσδήποτε μπορεί πλέον να επέμβει, να συμπληρώσει τους ταχογράφους αυτούς και να. διεκδικήσει οιοδήποτε ποσό επιθυμεί. Από την επισκόπηση, όμως, του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση, α) ότι ρητά λήφθηκε υπόψη η ως άνω υπ' αριθμ. .../21-5-2012 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμ/φου Πατρών Κονδυλίας Παπαδημητρίου, των Α.
Μ. και Ι. Κ. και β) ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων χωρίς να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, έστω και αν δεν πληρούν όλους τους όρους του νόμου ( άρθρο 671 και 674 ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 15/2003), σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενό της, δε γεννάται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα και τα συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματός του.
Επομένως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, που αναφέρεται στην αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις επικαλούμενες με το στοιχείο 6 έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος, είναι μη νόμιμος, διότι οι προτάσεις αυτές, που αναφέρονται στην ίδια δίκη, δεν αποτελούν αποδεικτικό έγγραφο, αλλά διαδικαστικό έγγραφο της ίδιας δίκης.
3.Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός στην περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνα που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το τρίτο λόγο αναίρεσης, προβάλλει ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο ενάγων εργαζόταν 10 ώρες ημερησίως και 50 ώρες εβδομαδιαίως και στη συνέχεια έκανε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τον ίδιο να του καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά για εργασία του πέρα από το νόμιμο ωράριο (υπερεργασιακά και υπερωριακά), παραμόρφωσε το περιεχόμενο, 1) της από 30-7-2012 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του μηχανολόγου Θ.
Α., από την οποία αποδεικνύεται ότι ακόμα και γνήσια εάν θεωρηθούν τα προσκομιζόμενα φωτοαντίγραφα των ταχογράφων, ο ενάγων δεν έχει. εργαστεί καμία εβδομάδα πέραν από 32 ώρες, 2) του υποδείγματος ταχογράφου σωστά συμπληρωμένου, 3) τριών ταχογράφων με ελλιπή στοιχεία, από τους οποίους αποδεικνύεται ότι οιοσδήποτε μπορεί πλέον να επέμβει, να συμπληρώσει τους ταχογράφους αυτούς και να.
διεκδικήσει οιοδήποτε ποσό επιθυμεί και 4) των ταχογράφων που προσκόμισε ο ενάγων και επί των οποίων διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη, από τα οποία προκύπτει ότι ο ενάγων δεν έχει. εργαστεί καμία εβδομάδα πέραν των 32 ωρών. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του, δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων, αλλά, αφού τα ανέγνωσε, κατέληξε, εκτιμώντας τα περιεχόμενό τους, σε διαφορετικό συμπέρασμα από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει δικαιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 134/2013).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992,ΑΠ 89/2013).
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, τα ακόλουθα: "Δυνάμει της από 23-4-2001 έγγραφης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε στην Πάτρα, ο εναγόμενος, ιδιοκτήτης γραφείου διεθνών μεταφορών, προσέλαβε τον ενάγοντα, κάτοχο επαγγελματικής αδείας ικανότητας οδήγησης Ε' κατηγορίας, προκειμένου να εργαστεί ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου μετά ρυμουλκούμενου ή μη Γ' κατηγορίας, με πενθήμερη εργασία και επί 40 ώρες εβδομαδιαίως, αντί των εκάστοτε οριζόμενων αποδοχών από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων.
Σύμφωνα με ειδικότερους όρους της ανωτέρω σύμβασης ορίστηκε ρητά μεταξύ των διαδίκων η απαγόρευση της παροχής υπερωριακής εργασίας πέραν της 10ης νυκτερινής και κατά Κυριακές, ενώ ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση, όπως τηρεί απαραίτητα ταχογράφους, συμμορφούμενος προς τις διατάξεις του ΚΟΚ, τους οποίους θα παραδίδει μετά από κάθε ταξίδι στο γραφείο του εναγομένου.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εργαζόταν καθημερινά από ώρα 07.00 έως 17.00 ως οδηγός στο υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΙΑΕ 4045 φορτηγό αυτοκίνητο κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως το χρόνο της λήξης της εργασιακής του σχέσης (9-11-2010), πλην του χρόνου που είχε τεθεί σε διαθεσιμότητα από 16.12.2008 έως 28.2.2009 εκτελώντας εσωτερικό δρομολόγια από Πάτρα μέχρι Θήβα ή Ιτέα ή Τρίπολή ή Αθήνα Ασπρόπυργο ή Καλαμάτα ή Λαμία και μετά τη φόρτωση των εμπορευμάτων επέστρεφε στην Πάτρα στο χώρο στάθμευσης της επιχείρησης του εναγομένου.
Συνεπώς ο ενάγων εργαζόταν επί 10 ώρες ημερησίως και εβδομαδιαίως επί 50 ώρες (10 ώρες χ 5 ημέρες), εκ των οποίων οι 5 ώρες αποτελούν υπερεργασία και οι 5 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωριακή εργασία, καθώς για αυτήν δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις, για τις οποίες ο εναγόμενος δεν του κατέβαλε αμοιβή. Τα ανωτέρω αποδείχθηκαν από την ένορκη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατάθεση της συζύγου του ενάγοντος, η οποία έχει ιδία γνώση και αντίληψη περί αυτών και ενισχύονται από τις δυο ένορκες βεβαιώσεις των οικείων του (ενάγοντος).
Εξάλλου σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής η διάρκεια πραγματικής κίνησης για κάθε ένα από τα προαναφερόμενα δρομολόγια που γίνεται με φορτηγό είναι τουλάχιστον οκτώ ώρες, στις οποίες αν προστεθούν άλλες δυο ώρες που είναι αναγκαίες για τη φόρτωση των εμπορευμάτων, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η ημερήσια απασχόληση του ενάγοντος ήταν δεκάωρη και εβδομαδιαίως πενήντα ώρες.
Περαιτέρω η ανωτέρω κρίση ενισχύεται από τις 184 κάρτες ταχογράφων, που αποτέλεσαν αντικείμενο της διαταχθείσης με την υπ' αριθμ. 318/2012 μη οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών πραγματογνωμοσύνης, οι οποίες ναι μεν δεν καλύπτουν όλο το επίδικο χρονικό διάστημα αλλά αφορούν μεμονωμένες και διάσπαρτες χρονικά εβδομάδες εργασίας πλην, όμως, αποτελούν δείγματα της εβδομαδιαίας εργασίας του ενάγοντος, στις οποίες εμφαίνονται τόσο οι ώρες πραγματικής εβδομαδιαίας κίνησης, οι οποίες δεν υπερέβαιναν τις 40, αλλά και οι ώρες άλλων δραστηριοτήτων, όπως η αναμονή για τη φόρτωση των εμπορευμάτων, οι οποίες συνυπολογιζόμενες στις πρώτες καταδεικνύουν εβδομαδιαία εργασία 50 ωρών.
Εξάλλου τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τις αντίθετες ένορκες καταθέσεις του με επιμέλεια του εναγομένου εξετασθέντος ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρα Α. Ρ. και των ενόρκως ενώπιον Συμβολαιογράφου καταθεσάντων μαρτύρων Α. Μ. και Ι. Κ., καθόσον οι ανωτέρω πρώην συνεργάτες του (εναγομένου) δεν έχουν ιδία γνώση περί της πραγματικής εργασίας του ενάγοντος.
Κατόπιν των ανωτέρω και για τις προαναφερθείσες αιτίες οφείλεται στον ενάγοντα, ενόψει της μη προσβολής με ειδικό λόγο έφεσης ως προς τον τρόπο υπολογισμού, συνολικά το ποσό των 8.724,5 ευρώ για υπερεργασία και για παράνομη υπερωρία το ποσό των 13.857,6 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.... Επομένως η εκκαλουμένη, δεν έσφαλε που δέχθηκε τα ανωτέρω και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα τα προαναφερθέντα ποσά των 8.724,5 ευρώ και 13.857,6 ευρώ για υπερεργασία και παράνομη υπερωρία, και οι περί του αντιθέτου λόγοι έφεσης είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι..." .
Μετά από αυτά το Εφετείο δέχθηκε την έφεση και την αγωγή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 8.725,5 ευρώ για υπερεργασία και το ποσό των 13.857,6 ευρώ για παράνομη υπερωρία και συνολικά το ποσό των 22.582,1 ευρώ ,με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ευθέως και εκ πλαγίου χωρίς αιτιολογία και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής τους. Και τούτο γιατί από τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι ο ενάγων εργαζόταν δέκα ώρες ημερησίως και πενήντα ώρες εβδομαδιαίως, εκ των οποίων οι πέντε πρώτες ώρες ημερησίως αποτελούν υπερεργασία και οι πέντε συνεχόμενες ώρες εργασίας αποτελούν υπερωριακή εργασία, επειδή δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις.
Ακόμη με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες επί του ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, της εργασίας δηλαδή για δέκα ώρες ημερησίως και για πενήντα ώρες εβδομαδιαίως. Επομένως είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος και τελευταίος λόγος της αναίρεσης .Η περαιτέρω αιτίαση του αναιρεσείοντος που διατυπώνεται με τον ίδιο λόγο, ότι το Εφετείο κατέληξε στην άνω κρίση του ότι δηλαδή ο ενάγων εργαζόταν δέκα ώρες ημερησίως και πενήντα ώρες εβδομαδιαίως και συνεπώς δικαιούτο αμοιβή για υπερεργασία και υπερωριακή εργασία, ενώ έπρεπε να αποφανθεί ότι αυτός δεν δικαιούται καμία αποζημίωση, αφού ουδέποτε εργάστηκε πέραν των 32 ωρών εβδομαδιαίως, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, γιατί πλήσσεται με αυτό η ουσία της υποθέσεως αφού ανάγεται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η σχετικά με τις οποίες κρίση του δικαστηρίου είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-11-2013 αίτηση του αναιρεσείοντος για αναίρεση της υπ' αριθμ. 53/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ