Legislator Case Law & Legislation
132/2014 AI generated

132/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 132/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

132/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος της απαιτήσεώς τους, σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου ...(παρ.2 εδ.α'). Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν.2789/2000, όπως (αυτός) ισχύει (παρ.12), μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 42 του Ν.2912/2001".

Keywords

AI generated
loan write-off satisfaction of claim subsequent paying-up of shares instalment payment agreement reassignment of claim withdrawal of debt enforcement
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 132 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 132/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο-Μάρκο Αχουζαρίδη, ο οποίος δήλωσε την αλλαγή της επωνυμίας στη νέα "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK" λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση ως καθολική διάδοχος της πρώτης.

Των αναιρεσιβλήτων: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "…" που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, 2.Ν. Τ. Γ., κατοίκου ... και 3. Κ. συζ. Ν. Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πάρι Αναστασάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-10-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 183/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 81/2010 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 11-2-2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 4-6-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Εισάγεται αναίρεση κατά απόφασης δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η οποία έκρινε, επί ανακοπής κατά αναγκαστικής εκτέλεσης, σε θέματα ορθού ή μη υπολογισμού (επανακαθορισμού) οφειλής των ήδη αναιρεσίβλητων, από την αντίδικό τους Τράπεζα για οφειλή τους, από αλληλόχρεο λογαριασμό, ως προς το θέμα της συναφούς εφαρμογής των διατάξεων του Ν.3259/2004 και 2789/2000.

ΙΙ. Με τη διάταξη του άρθρου 30 παρ.1 του Ν.2789/2000, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του Ν.2912/2001 ορίζεται ότι: "κατ'εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω η εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31.12.2000, δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή αθροίσματος κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου, κατ'ανώτατο όριο.

Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου, δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιαστεί κατά περίπτωση: α)το τετραπλάσιο, αν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985 ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτή β)το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.1990 γ)το διπλάσιο, αν συνέβησαν μετά την από (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.2000.

Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται με βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού". Από δε τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ.1, 2 και 12 του επιγενόμενου, ισχύοντος δε από 4.8.2004 ν.3259/2004, ορίζεται, ότι "η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή, από, κάθε είδους συμβάσεις δανείων η πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί, πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του, κατά περίπτωση, ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης η του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παρ.4 και 5 του παρόντος άρθρου (παρ.1).

Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος της απαιτήσεώς τους, σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου ...(παρ.2 εδ.α'). Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν.2789/2000, όπως (αυτός) ισχύει (παρ.12), μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 42 του Ν.2912/2001".

Από τον συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων, που εγκαθίδρυσαν υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από συμβάσεις ή πιστώσεις, ώστε η εκάστοτε προς αυτά οφειλή, να μην υπερβαίνει το τετραπλάσιο, τριπλάσιο ή διπλάσιο, κατά περίπτωση, του ληφθέντος κεφαλαίου κάθε δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού και, όπως το ως άνω πολλαπλάσιο ορίστηκε, τόσο με το άρθρο 30 παρ.1 του Ν.2789/2000, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του Ν.2912/2001, σε συνδυασμό και με τη διάταξη της παρ.12 του άρθρου 39 του Ν.3259/2004 προκύπτει, ότι με το άρθρο 39 του Ν.3259/2004 βελτιώθηκε το παραπάνω άρθρο 30 παρ.1 του Ν.2789/2000, όπως αυτό αντικαταστάθηκε και περιορίστηκε μόνο το οριζόμενο, ως ανώτατο όριο, του τετραπλασίου της απαιτήσεως από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων με πιστωτικά ιδρύματα, στο τριπλάσιο αυτής, δεν καταργήθηκαν δε οι ως άνω διαβαθμίσεις των οφειλών, ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού.

Το πιο πάνω πολλαπλάσιο των απαιτήσεων, όπως αυτό ορίστηκε με την αρχική διάταξη του άρθρου 30 του Ν.2789/2000 και, στη συνέχεια, με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ.1 του Ν.2912/2001, εξακολουθεί να ισχύει, παράλληλα με το Ν.3259/2004, διότι η διάταξη αυτή δεν έχει χρονικά όρια εφαρμογής και εξακολουθεί να ισχύει και να εφαρμόζεται αναλόγως, κατά τα λοιπά και μετά τη νέα ρύθμιση του ν.3259/2004, σύμφωνα με την παράγραφο 12 του ίδιου άρθρου 39 του νόμου αυτού.

Η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη τόσο με τη γραμματική διατύπωση των εν λόγω διατάξεων, όσο και με το σκοπό και τη βούληση του νομοθέτη, εγκειμένων, σύμφωνα και με την αιτιολογική έκθεση του νεότερου παραπάνω νόμου, στη βελτίωση των ισχυουσών ρυθμίσεων με τον περιορισμό της επιβάρυνσης των οφειλετών από πολλαπλάσια χρέη σε σχέση με την αρχική οφειλή τους, λόγω του συνδυασμού υψηλών επιτοκίων και συχνότητας ανατοκισμού των ληξιπρόθεσμων οφειλών, όχι δε και στη μεταβολή προς το χειρότερο της υφιστάμενης ευνοϊκότερης ρύθμισης, ως προς τον συντελεστή πολλαπλασιασμού (2 αντί 3) του άρθρου 39 παρ.1 του Ν.2789/2000, όπως και ισχύει, αν οι σχετικές συμβάσεις δανεισμού ή πιστώσεων είχαν συναφθεί η το οριστικό κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού είχε συμβεί από 1.1.1991 και έως 31.12.2000 (ΑΠ 842/2012).

Περαιτέρω, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεων τους, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις, να μην προχωρήσουν δε σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης, για την είσπραξή τους, ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν, ήδη, αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή, εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρονικό διάστημα, ο οφειλέτης είναι ενήμερος.

Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004, οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας, κατά τα ως άνω, οφειλής, πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο έτη (2), θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφώνησαν διαφορετικά.

Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες, χρηματοδοτήσεις (παρ.2) (βλ.και ΑΠ 1449/2012).

Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνοντας επί ανακοπής των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά διαταγής πληρωμής, επικύρωσε την εκκληθείσα απόφαση, η οποία ακύρωσε την επιταγή για πληρωμή. Ειδικότερα, δέχτηκε συναφώς τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθμό 574/5-1-1994 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και τις 574/1/21-8-1995 και 574/2/31-1-1997 αυξητικές αυτής συμβάσεις η καθής η ανακοπή "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" χορήγησε στην πρώτη από τους ανακόπτοντες πίστωση μέχρι του ποσού των 60.000.000 δραχμών ή 176.082,17 ευρώ.

Την τήρηση των όρων τόσο της αρχικής όσο και των πρόσθετων πράξεων της κύριας σύμβασης εγγυήθηκαν εγγράφως υπέρ της πιστούχου οι δεύτερος και τρίτη των ανακοπτόντων. Η πιστούχος έκανε χρήση της πίστωσης και για το σκοπό αυτόν ανοίχθηκαν οι 104825/30101 και 104825/33401 λογαριασμοί, οι οποίοι έκλεισαν οριστικά με καταγγελία της καθής την 1-12-1998, με συνολικό χρεωστικό κατάλοιπο 37.402.941 δραχμών ή 109.766,51 ευρώ.

Για την απαίτηση της αυτή η καθής ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθμό 149/1999 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, με την οποία οι ανακόπτοντες υποχρεώθηκαν να της καταβάλουν σε ολόκληρο καθένας το ποσό των 37.402.941 δραχμών και ήδη 109.766,51 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Αντίγραφο της άνω διαταγής πληρωμής κοινοποιήθηκε εκ νέου στους ανακόπτοντες από την καθής με την ανακοπτόμενη από 10-6-2006 επιταγή προς πληρωμή, με την οποία οι τελευταίοι επιτάσσονται να της καταβάλουν το ποσό των 88.388,04 ευρώ, εντόκως από την επίδοσή της.

Με την ίδια επιταγή γνωστοποιείται στους ανακόπτοντες ότι η υπαγωγή της οφειλής στο άρθρο 39 του ν. 3259/2009 δεν ευνοείται, καθόσον το υπόλοιπο της οφειλής κατά την ημερομηνία τελευταίας χορήγησης (5-2-1998) ανερχόμενο στο ποσό 144.850,78 ευρώ, πολλαπλασιαζόμενο επί 3 ανέρχεται σε 434.552,34 ευρώ και αφαιρουμένων των καταβολών μέχρι 4-8-2004, ύψους 244.599,63 ευρώ, διαμορφώνεται σε 189.952,71 ευρώ και ως εκ τούτου ο υπολογισμός με βάση την άνω διάταξη κρίνεται ασύμφορος.

Περαιτέρω, οι ανακόπτοντες στις 21-10-2004, υπέβαλαν εμπρόθεσμα στην καθής αίτηση για επαναπροσδιορισμό της οφειλής τους και ρύθμιση αυτής με βάση τις διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004. Η τελευταία, όμως, με το από 11-1-2005 έγγραφό της, που επέδωσε στους ανακόπτοντες αρνήθηκε να προβεί σε επαναπροσδιορισμό της οφειλής τους και στη ρύθμιση αυτής με βάση τις διατάξεις του παραπάνω νόμου ισχυριζόμενη ότι η συνολική οφειλή τους στις 4-8-2004 αναμορφώνεται στο ποσό των 70.954,74 ευρώ και δεν μπορεί να υπαχθεί στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, γιατί δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο του ληφθέντος κεφαλαίου (πίστωσης), ενώ στη συνέχεια προχώρησε με την παραπάνω πράξη εκτέλεσης σε επίσπευση της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Κατά της επισπευδόμενης εκτέλεσης οι ανακόπτοντες άσκησαν την ένδικη από 4-10-2006 ανακοπή τους, με τον πρώτο λόγο της οποίας επικαλούνται ακυρότητα της από 10-6-2006 επιταγής προς πληρωμής, ισχυριζόμενοι ότι η καθής δεν προέβη σε ορθό επαναπροσδιορισμό του ύψους της απαίτησης τους με βάση τις διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 30 παρ. 1 του ν. 2789/2000 και 42 παρ. 1 του ν. 2912/2001, με αποτέλεσμα να στερηθούν το δικαίωμα υπαγωγής της οφειλής τους στις διατάξεις του άνω νόμου, όπως και το δικαίωμα της τμηματικής εξόφλησης της και ότι η απαίτησή τους υπολογιζόμενη ορθά έχει αποσβεστεί στο σύνολο της, Ο σχετικός λόγος ανακοπής περί ακυρότητας της ανωτέρω προσβαλλόμενης πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης (από 10-6-2006 επιταγής προς πληρωμή), σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, από άποψη προθεσμιών του άρθρου 934 ΚΠολΔ, εφόσον πρόκειται για λόγο που αφορά την απαίτηση, ασκείται εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. 1β ΚΠολΔ, δηλαδή μπορεί να στηρίζει εμπρόθεσμη ανακοπή έως την έναρξη της σύνταξης της τελευταίας πράξης εκτέλεσης...

και ως εκ τούτου ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος έφεσης της καθής η ανακοπή πιστώτριας Τράπεζας, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η καθής όφειλε να αναπροσαρμόσει το ύψος της οφειλής των ανακοπτόντων, χρησιμοποιώντας ως βάση το ποσό της οφειλής όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, το οποίο ακολούθως έπρεπε να πολλαπλασιαστεί με το συντελεστή 2, αφού η τελευταία εκταμίευση έλαβε χώρα εντός της τρίτης περιόδου, όπως αυτή καθορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 42 ν. 2912/2001, ήτοι στο διάστημα μεταξύ 31-12-1990 και 31-12-2000 και συγκεκριμένα στις 1-4-1998.

Η παραπάνω δε διάταξη του άρθρου 2 του ν. 2912/2001, όπως ήδη εκτέθηκε, εξακολουθεί να ισχύει και δεν. καταργήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, με την οποία περιορίστηκε το πολλαπλάσιο των απαιτήσεων, μόνο ως προς τα ανώτατα όρια, ήτοι το τετραπλάσιο της απαίτησης που οριζόταν στον παραπάνω νόμο και δεν καταργήθηκαν οι διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος των λογαριασμών.

Με βάση τις παραπάνω νομικές και ουσιαστικές παραδοχές, η οφειλή των ανακοπτόντων, ορθά υπολογιζόμενη με βάση τις διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 30 παρ. 1 του ν. 2789/2000 και 42 παρ. 1 του ν. 2912/2001, διαμορφώνεται ως εξής: υπόλοιπο οφειλής, όπως αυτό διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση, που έλαβε χώρα στις 1-4-1998, 38.230.660 δραχμές ή 112.195,63 ευρώ Χ συντελεστή 2, 76.461.320 δραχμές ή 224.391,25 ευρώ, από το οποίο αφαιρουμένων των καταβολών μετά την 1-4-1998, ποσού 83.347.323 δραχμών ή 244.599,63 ευρώ, το ύψος των οποίων συνομολογείται από την καθής τόσο στην από 11-1-2005 επιστολή της, όσο και στην προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή, απομένει πιστωτικό υπέρ των ανακοπτόντων υπόλοιπο, ύψους 6.886.003 δραχμών ή 20.208,37 ευρώ.

Η καθής βεβαίως στην προσβαλλόμενη επιταγή χρησιμοποιεί ως βάση της οφειλής το ποσό των 144.850,78 ευρώ, ισχυριζόμενη ότι στο ποσό αυτό ανερχόταν η οφειλή των ανακοπτόντων κατά την 5-2-1998, όταν και έλαβε χώρα κατά τους ισχυρισμούς της η τελευταία εκταμίευση. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τους ανακόπτοντες από 1-12-1998 επιστολή της ίδιας, στην οποία ενσωματώνονται πίνακες με την κίνηση των λογαριασμών, προκύπτει ότι οι λογαριασμοί κινήθηκαν και μετά τον άνω χρόνο με χορηγήσεις και καταβολές, η τελευταία δε χορήγηση, ύψους 6.800.000 δραχμών έλαβε χώρα την 1-4-1998.

Κατά το χρονικό αυτό σημείο η οφειλή των ανακοπτόντων διαμορφώθηκε σε 38.230.660 δραχμές ή 112.195,63 ευρώ, ποσό που αποτυπώνεται στον ενσωματωμένο στην ανακοπή πίνακα οφειλής, στον οποίο έχουν συμπεριληφθεί όλες οι χορηγήσεις και οι καταβολές, όπως αναφέρονται στους συνημμένους στην παραπάνω από 1-12-1998 επιστολή της καθής πίνακες, καθώς και οι συμβατικοί τόκοι.

Σημειώνεται ότι η καθής προέβη στο κλείσιμο των λογαριασμών την 1-12-1998, προσδιορίζοντας το ποσό της οφειλής κατά τον άνω χρόνο σε 37.402.941 δραχμές ή 109.766,50 ευρώ. Σε κάθε περίπτωση, η οφειλή των ανακοπτόντων και αν ακόμη το ποσό βάσης της οφειλής ανερχόταν στο αναφερόμενο από την καθής ποσό των 144.850,78 ευρώ, επαναπροσδιοριζόμενη ανέρχεται σε 45.101,93 ευρώ, ήτοι 144.850,78 Χ το συντελεστή 2, 289.701,56 ευρώ - καταβολές ύψους 244.599,63 ευρώ.

Επομένως και με την εκδοχή αυτή η καθής όφειλε να προβεί σε επαναπροσδιορισμό της οφειλής και στη συνέχεια να προχωρήσει στη ρύθμιση αυτής, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 30 παρ. 1 του ν. 2789/2000 και 42 παρ. 1 του ν. 2912/2001, η άρνησή της δε να πράξει τούτο είναι μη νόμιμη".

Ήδη η αναιρεσείουσα Τράπεζα, προβάλλουσα, την από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, ότι το Εφετείο, κατά τον τρόπο υπολογισμού της ένδικης οφειλής, παραβίασε τις διαληφθείσες διατάξεις, εφ'οσον, είναι ανακόλουθο, ως προς την ημερομηνία της τελευταίας καταβολής και ύπαρξης υπολοίπου (5.2.98 ή 1.4.98).

Όμως η προσβαλλόμενη απόφαση: α)έκρινε, κυρίως, για την ύπαρξη του πολλαπλασιαστή 2 ή του πολλαπλασιαστή 3 και, σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα που προπαρατέθηκαν, ορθά έκρινε σχετικά ερμηνεύοντας, ωσαύτως ορθά, τις πιο πάνω διατάξεις β)η αναιρεσείουσα παραθέτει αριθμητικά στοιχεία υπολοίπων λογαριασμών, σε διάφορες ημερομηνίες, παραθέτει αριθμητικές πράξεις και αναγεται σε διάφορο συμπέρασμα.

Όμως, τούτο κείται πέραν της έρευνας του Δικαστηρίου, εφόσον ο ορθός η μη τρόπος υπολογισμού, δεν ήταν αντικείμενο της σχετικής δίκης, η οποία έκρινε, αν ορθώς ή μη η αναιρεσείουσα δεν εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις. γ)το αν υπήρξαν η μη καταβολές και ποίου ύψους μετά την 1.4.1998, το Εφετείο δέχτηκε πως συνομολογούνται από την αναιρεσείουσα και αναφέρονται και στην προσβαλλόμενη επιταγή για πληρωμή.

Όμως, τούτο, για τους παραπάνω λόγους αλυσιτελώς προβάλλεται και ο πιο πάνω λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν το Δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση, όμως, υφίσταται, όταν το δικαστήριο δέχτηκε πράγματα πρόδηλα διαφορετικά από εκείνα που, πράγματι, περιέχει.

Δεν καθιδρύεται, όμως, ο λόγος, όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε το δικαστήριο, συνάγει πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό και τούτο διότι στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1/1999).

Εδώ, η αναιρεσείουσα, εκθέτει πως το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 11-1-2005 επιστολής της, όσο και την επιταγή για πληρωμή θεωρώντας, πως από τα παραπάνω έγγραφα δεν προκύπτουν, μετά την 1.4.1998, καταβολές, ύψους 244.599,63 ευρώ, διότι: α)το ποσό αυτό που αναφέρεται στην επιταγή έχει την έννοια του συνόλου των καταβολών όχι μετά την 1.4.1998, αλλά μετά την 5/2/1998 και β)το αυτό προκύπτει από την πιο πάνω επιστολή.

Όμως, τούτο, κατά τα νομικά δεδομένα που προεκτέθηκαν, δεν συνιστά παραμόρφωση, αλλά συναγωγή διαφορετικού πορίσματος από το Δικαστήριο. Άρα και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Μετά ταύτα, πρέπει ν'απορριφθεί, στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση, και να επιβληθεί στην αναιρεσείουσα η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (αρθρ.176, 180, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11.2.2011 αίτηση της "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (ήδη "ALPHA BANK", λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση) προς αναίρεση της 81/2010 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ