Legislator Case Law & Legislation
132/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against defamation judgment due to lack of substantive law violation.

Case Number 132/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by defendants against the Second Instance Court's judgment in a defamation case. The appellants argued that the lower court failed to apply substantive law correctly and lacked sufficient reasoning regarding the burden of proof. The court found no violation because the Second Instance Court correctly applied the relevant civil and criminal codes and provided clear, consistent reasoning supporting its findings of fact.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court correctly applied substantive law and provided sufficient, non-contradictory reasoning to justify its decision.

Keywords

AI generated
appeal admissibility defamation liability burden of proof substantive law violation judicial reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(13) of the Code of Civil Procedure
Articles 57, 59, 914, 932 of the Civil Code
Article 362 of the Criminal Code

Cited Case Law

AI generated
OLAP 7/2006
OLAP 4/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 132 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 132/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Στυλιανή Γιαννούκου, και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. Δ. του Μ.-Χ., κατοίκου ..., 2. Μ. Δ. του Μ.-Χ., κατοίκου ... και 3. Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Εφαρμοσμένες Ηλεκτρομεταλλικές Κατασκευές Ανώνυμη Βιοτεχνική Εταιρεία", με τον διακριτικό τίτλο "ΒΙΕΡΕΞ ΑΒΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αρβανιτάκη Παρασκευά.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Δ. Κ. του Δ., 2.Χ. Κ. του Η., 3. Δ. Λ. του Π., κατοίκων …, 4. Κ. Β. του Β., κατοίκου …, 5. Σ. Ρ. του Σ., κατοίκου …, 6. Β. Ρ. του Σ., κατοίκου … και 7. Α. Α. του Δ., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στριμπέρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-9-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1083/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 852/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-5-2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 14-9-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 57 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού έχει λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος ως προς την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης απαιτείται η παράνομη προσβολή να είναι και υπαίτια. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Για να γεννηθεί η αξίωση από την προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 του ΑΚ, θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη και υπαίτια. Παράνομη είναι η προσβολή που γίνεται χωρίς δικαίωμα γι' αυτό, ή με ενάσκηση μεν δικαιώματος, το οποίο είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας είτε ασκείται υπό περιστάσεις, που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική (ΑΠ 356/2010), είναι δε αδιάφορο, σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.

Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη. Ειδικότερα, προστασία της τιμής κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην υπόληψη, εκτίμηση και αξία που αποδίδεται σ` αυτόν από τους άλλους και συνακόλουθα του δικαιώματος της προσωπικότητας αυτών, παρέχεται και από τις διατάξεις των άρθρων 361 ΠΚ., κατά το οποίο, "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμισης (άρθρ. 362 και 363 ΠΚ) προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο τιμωρείται.." (εξύβριση), 362 ΠΚ, κατά το οποίο " όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, τιμωρείται..." (δυσφήμηση), 363 ΠΚ, κατά το οποίο, "αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είνα ψευδές τιμωρείται..." (συκοφαντική δυσφήμηση).

Η ικανοποίηση συνίσταται, μεταξύ άλλων, και σε πληρωμή χρηματικού ποσού. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την 7089/23-9-1999 διακήρυξη της διεύθυνσης Κατασκευής Έργων Συντηρήσεως Οδοποιΐας (Δ.Κ.Ε.Σ.Ο.) του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., προκηρύχθηκε ανοικτός διαγωνισμός, με κριτήριο κατακύρωσης τη χαμηλότερη μόνο τιμή, για τη προμήθεια φωτεινών σηματοδοτών....

Ο πιο πάνω διαγωνισμός, διενεργήθηκε στις 18-11-1999 από επιτροπή που αποτελείτο από τον πρώτο των εναγόντων, ως Πρόεδρο και τους δεύτερο έως πέμπτο ως μέλη, οι οποίοι ήταν υπάλληλοι του πιο πάνω Υπουργείου (σημ: εδώ αναιρεσίβλητους, στη θέση του πέμπτου από τους οποίους υπεισήλθαν, λόγω επισυμβάντος θανάτου του, ως νόμιμοι κληρονόμοι του η πέμπτη και έκτη αναιρεσίβλητες).

Στο διαγωνισμό έλαβαν μέρος η δεύτερη εναγομένη, ανώνυμη εταιρεία (σημ: εδώ τρίτη αναιρεσείουσα)... η επιχείρηση "Θ...Ν." και η εταιρεία ... Η τελευταία είχε υποβάλει την οικονομικά χαμηλότερη προσφορά και σ' αυτή κατακυρώθηκε τελικά ο διαγωνισμός. Στις 29-5-2000 ο πρώτος εναγόμενος (σημ: στη θέση του οποίου υπεισήλθαν λόγω επισυμβάντος θανάτου του, ως νόμιμοι κληρονόμοι του, ο πρώτος και η δεύτερη αναιρεσείουσα), ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης, κατέθεσε μήνυση σε βάρος των πέντε πρώτων εναγόντων, στην οποία ανέφερε ότι αυτοί, ως μέλη της ως άνω επιτροπής του διαγωνισμού, δεν απέρριψαν τις προσφορές των δύο άλλων επιχειρήσεων, παρότι οι τελευταίες δεν πληρούσαν τις απαιτούμενες τεχνικές προδιαγραφές, καθώς επίσης ότι δέχθηκαν την εκπρόθεσμη και παράτυπη υποβολή τεχνικών στοιχείων, εκ μέρους της επιχείρησης Ν.

και την εκπρόθεσμη υποβολή εγγράφων δικαιολογητικών από την εταιρία Χ.. Ανέφερε επίσης ότι τα ανωτέρω μέλη της επιτροπής, ενήργησαν τις ως άνω παραλείψεις, με την προτροπή κυρίως του προέδρου αυτής, πρώτου ενάγοντος και ότι όλοι, είχαν την πρόθεση να ζημιώσουν την εγκαλούσα εταιρία και ωφελήσουν αντίστοιχα την εταιρία Χ., επειδή ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της τελευταίας, Δ.

Χ., είναι σύζυγος της έκτης ενάγουσας, η οποία είναι υπάλληλος στη διεύθυνση που διενήργησε το διαγωνισμό, ο δε πρώτος ενάγων, συνδεόταν με ισχυρή φιλία με την οικογένεια Χ ... Οι παραπάνω ισχυρισμοί των εναγομένων όμως δεν αποδείχθηκαν βάσιμοι, αφού: δεν αποδείχτηκε ότι οι προσφορές των άλλων διαγωνισθέντων επιχειρήσεων, δεν πληρούσαν τις τεχνικές προδιαγραφές της προκήρυξης και ότι είχαν αποκλίσεις ικανές να αποτελέσουν λόγο αποκλεισμού των επιχειρήσεων αυτών από το διαγωνισμό.

Περαιτέρω, η ανωτέρω επιτροπή, πράγματι παρέβαλε, μετά το άνοιγμα των προσφορών, έγγραφα τεχνικού περιεχομένου, που με ΦΑΞ, απέστειλε, σ'αυτή η επιχείρηση Ν., τα οποία και έθεσε στη διάθεση των λοιπών επιχειρήσεων που συμμετείχαν στο διαγωνισμό, η παραλαβή όμως αυτή, έγινε προκειμένου η επιτροπή να μορφώσει γνώμη, για τεχνικά θέματα, που η εγκαλούσα έθιγε με την ένσταση της, κατά της πιο πάνω εταιρίας και όχι να ευνοήσει την τελευταία.

Άλλωστε, η επιτροπή, στο πλαίσιο του ίδιου διαγωνισμού, είχε δεχθεί, μετά το άνοιγμα των προσφορών, επιπλέον στοιχεία και από την επιχείρηση των εναγομένων... Σε κάθε περίπτωση, η επιτροπή δεν κατακύρωσε τον εν λόγω διαγωνισμό στην ανωτέρω επιχείρηση Ν., ώστε να μπορεί να υποτεθεί, ότι με την ως άνω εκπρόθεσμη παραλαβή των στοιχείων, ήθελε να ευνοήσει την τελευταία.

Τέλος δεν αποδείχθηκε ότι η επιχείρηση Χ., στην οποία κατακυρώθηκε ο επίδικος διαγωνισμός, προσκόμισε εκπρόθεσμα τα έγγραφα, που οι εναγόμενοι αναφέρουν στη μήνυση τους, σε αντικατάσταση δήθεν άλλου άκυρου πιστοποιητικού...Ωστόσο, όπως προέκυψε τα παραπάνω πιστοποιητικά κατατέθηκαν εμπρόθεσμα, μαζί με την τεχνική προσφορά της εταιρίας Χ....Πέραν όμως των ανωτέρω, ακόμη και ήθελε υποτεθεί ότι οι πέντε πρώτοι ενάγοντες, προέβησαν σε τυχόν εσφαλμένες εκτιμήσεις των προσφορών των διαγωνιζομένων εταιριών ή σε τυχόν διαδικαστικές παρατυπίες, ουδόλως προέκυψε ότι τούτο έγινε με σκοπό να βλάψουν τη διαγωνιζόμενη εταιρία, δεύτερη εναγόμενη, προκειμένου να ωφελήσουν αντίστοιχα την εταιρία Χ., στην οποία τελικά και κατακυρώθηκε ο διαγωνισμός και ότι τα ανωτέρω έγιναν με οποιαδήποτε παρέμβαση της έκτης εναγόμένης (σημ:

προδήλως ενάγουσας). Άλλωστε στην δεύτερη εναγόμενη, είχαν κατακυρωθεί στο παρελθόν αρκετοί διαγωνισμοί, μεταξύ άλλων και από επιτροπές στην οποία συμμετείχαν κάποιοι από τους ενάγοντες και κυρίως ο πρώτος εξ αυτών. Πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι για την ασκηθείσα σε βάρος των εναγόντων ποινική δίωξη, με αφορμή την παραπάνω μήνυση της δεύτερης εναγόμενης, έχει εκδοθεί το υπ'αρ. 3729/2002 απαλλακτικό βούλευμα του συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που έχει γίνει αμετάκλητο.

Αποδείχτηκε επίσης ότι ο πρώτος εναγόμενος πίστευε ως αληθινά τα όσα ανέφερε στην προαναφερόμενη μήνυση, που υπέβαλε ως εκπρόσωπος της δεύτερης εναγόμενης. Ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά σε βάρος του το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης των εναγόντων, ως πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 914 του Α.Κ.

Τα ως άνω όμως αναφερθέντα αποτελούν ισχυρισμούς γεγονότων, που διαδόθηκαν με πρόθεση ενώπιον τρίτων, που ανεξάρτητα της αναλήθειάς τους και της προαναφερόμενης γνώσης του πρώτου εναγομένου, είναι ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων, ακόμη και της έκτης εξ αυτών, κατά της οποίας δεν στρέφεται ευθέως η μήνυση, με βάση όμως το περιεχόμενο της, συνάγεται ότι αυτή εμπλέκεται στις ενέργειες των υπολοίπων και ως εκ τούτου στοιχειοθετείται, ως πραγματικό της προαναφερθείσης διατάξεως του άρθρου 914 του Α.Κ,, το αδίκημα της απλής δυσφημίσεως σε βάρος των εναγόντων, εκ της πραγματώσεως της οποίας οι τελευταίοι, δικαιούνται χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, το ύψος της οποίας, με βάση το μέγεθος της προσβολής της προσωπικότητας καθενός εξ αυτών, το βαθμό του πταίσματος του πρώτου εναγομένου, την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, το δικαστήριο ορίζει στο ποσό των 5.000 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα και στο ποσό των 4,000 ευρώ για καθένα των λοιπών εναγόντων.

Επομένως, η κρινομένη αγωγή, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να αναγνωριστεί η υποχρέωση των συνεχιζόντων τη δίκη κληρονόμων του πρώτου εναγομένου και της δεύτερης εναγομένης να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας, σε καθένα των εναγόντων και αναφορικά με τον πέμπτο εξ αυτών.. στους προαναφερθέντες κληρονόμους του, που συνεχίζουν τη δίκη τα πιο πάνω ποσά...." Υπό τις εκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στις ως άνω διατάξεις που εφάρμοσε των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ και 362 ΠΚ τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή.

Διέλαβε δε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των αναφερόμενων πιο πάνω διατάξεων και δη: για τη συνδρομή των αντικειμενικών και ιδίως των υποκειμενικών στοιχείων του αδικήματος της απλής δυσφημήσεως , που δέχθηκε ότι τέλεσε ο (αρχικά) πρώτος εναγόμενος, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης, καταθέτοντας την ως άνω μήνυση με το προαναφερθέν περιεχόμενο, με βάση το οποίο, συνάγεται, ότι εμπλέκεται και η έκτη ενάγουσα.

Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., πρώτος λόγος της αιτήσεως των αναιρεσειόντων με τον οποίο υποστηρίζονται, τα αντίθετα. Αβάσιμος είναι επίσης ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 13 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια και υποστηρίζεται (κατ' εκτίμηση) ότι το Εφετείο απήλλαξε τους ενάγοντες από το (αντικειμενικό) βάρος να προβούν σε απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών "των πραγματικών δηλαδή περιστατικών που επικαλέσθηκαν ως όρων του πραγματικού των κανόνων των άρθρων 57, 59, 932 ΑΚ και 362 ΠΚ". Τούτο δε διότι, από το παρατεθέν ανωτέρω περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει ότι, ανεξάρτητα από τη χρησιμοποιηθείσα φρασεολογία, το Εφετείο έκρινε αποδεδειγμένους τους αγωγικούς ισχυρισμούς για την αδικοπρακτική σε βάρος των εναγόντων συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου, ενεργούντος με την προαναφερθείσα ιδιότητα ως νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, χωρίς να μεταφέρει το σχετικό βάρος από αυτούς στους αντιδίκους τους. Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, στο σύνολο της, να απορριφθεί και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 18-5-2011 αίτηση των Γ. Δ. του Μ.-Χ., Μ. Δ. του Μ.-Χ. και της Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εφαρμοσμένες Ηλεκτρομεταλλικές Κατασκευές Ανώνυμη Βιοτεχνική Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "ΒΙΕΡΕΞ ΑΒΕ", για αναίρεση της 852/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

-Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιανουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ