132/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 132 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated132/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 132 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 132 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 132/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γιαννάκη Ιωάννου του Ερρίκου.
Των αναιρεσίβλητων: 1, Κ. Ν. του Ε., 2. Κ. θυγ. Ε. Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λουκά Συκιώτη, Ε. θυγ. Σ. Ό.-Δ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κατσαρό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και 4. Α. θυγ. Σ. Ό.-Δ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-2-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 863/1998 μη οριστική, 694/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 717/2003 του Εφετείου Λάρισας. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1785/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Λάρισας. Το Εφετείο Λάρισας εξέδωσε την 113/2008 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-5-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 11-1-2010 έκθεση του αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Λεωνίδα Ζερβομπεάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των 1ου, 2ης αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1, 2 και 3, 568 παρ. 1 και 4 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αν εκλήθη νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και, σε καταφατική περίπτωση, να προχωρήσει στην συζήτηση παρά την απουσία του. Εξ' άλλου, η διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. α' ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στην μετ' αναβολή δικάσιμο δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, εφαρμόζεται και στην διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. 3121γ/18.5.2009 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελητού στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ..., την οποία προσκομίζει ο αναιρεσείων, αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 20/1/2010, μετά την οποία η συζήτηση της εν λόγω αιτήσεως δι' επισημειώσεως στο πινάκιο ανεβλήθη για την στην αρχή της παρούσης αποφάσεως αναφερομένη δικάσιμο της (6/4/2011), νομίμως και εμπροθέσμως επεδόθη προς την τετάρτη εκ των αναιρεσιβλήτων Α. Ο., με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, ο οποίος, διά του πληρεξουσίου του δικηγόρου Αποστόλου Σοφιαλίδου, επισπεύδει την συζήτηση. Πλην όμως αυτή, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του παρόντος δικαστηρίου, δεν εμφανίσθηκε κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την οικεία σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσε σχετική δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, η συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία της, ως εάν ήταν και αυτή παρούσα, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΙΙ. Επειδή, ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών ιδρύεται, όσον αφορά την διαθήκη, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ διαπιστώνει αμέσως ή εμμέσως, κατά μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση, την ύπαρξη σ' αυτή κενού ή αμφιβολίας, δεν προσφεύγει για την άρση αυτών στους ερμηνευτικούς κανόνες των διαθηκών, όχι δε και όταν η μη προσφυγή στους εν λόγω κανόνες οφείλεται στο ότι, κατά την επίσης μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του, δεν υπάρχει κενό ή ασάφεια στη διαθήκη. Περαιτέρω, κατά τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟΛ.ΑΠ 26/2004).
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα εξής: "Με το υπ' αριθμόν .../1918 συμβόλαιο, που συνέταξε ο τότε συμβολαιογράφος Λάρισας Ευστράτιος Γεωργιάδης και μεταγράφηκε νόμιμα, η Μ. σύζυγος Δ. Ζ. το γένος Δ. και ο Γ. Δ. κατέστησαν συγκύριοι κατ' ισομοιρία "μιας οικίας κείμενης εντός της πόλεως Λαρίσης του ομωνύμου Δήμου εν τη συνοικία Νεύσι Τεκελά επί της οδού Ηπείρου διωρόφου αποτελούσα δυο κατοικίας κεχρωσμένας μετά του οικοπέδου της και της περιοχής της του όλου εμβαδού της οικίας, μετά της περιοχής της όντος εκτάσεως τετρακοσίων πεντήκοντα περίπου τετραγωνικών μέτρων έχουσα επί της προσόψεως μήκος είκοσι πέντε μέτρων και πλάτος είκοσι δυο περίπου". Με το υπ' αριθμόν .../1919 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου ο άνω Γεωρ. Δημητρακόπουλος μεταβίβασε στον Δ. Ζ. την κυριότητα του ανήκοντος σ' αυτόν 1/2 εξ αδιαίρετου του άνω ακίνητου, ο τελευταίος δε με δημοσία διαθήκη εγκατέστησε κληρονόμο του την σύζυγό του ... στην οποία κατέλειπε το άνω ιδανικό μερίδιό του. Με την υπ' αριθμόν ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, που συνέταξε ο τότε συμβολαιογράφος Λάρισας Ιωάννης Μαλακής και μεταγράφηκε νόμιμα, η Μ. Ζ. αποδέχθηκε την κληρονομιά του συζύγου της και κατέστη αποκλειστική κυρία του ως άνω ακινήτου. Το ακίνητο αυτό κείται επί της οδού Ηπείρου ήδη αριθμός ... και συνορεύει Βόρεια με ιδιοκτησίες Α. Κ., Π. και Δ. Μ., Νότια με την οδό Ηπείρου, Ανατολικά με ιδιοκτησία Φ. Λ. και Δυτικά με ιδιοκτησία Φ. Μ., επί του ακίνητου δε αυτού είχαν ανεγερθεί και υφίσταντο ενόσω ακόμη ζούσε η Μ. Ζ. δύο οικίες, ήτοι η προπεριγραφόμενη διώροφη οικία κείμενη στο Νοτιοδυτικό τμήμα αυτού με πρόσοψη στην οδό Ηπείρου, μια ανώγεια οικία κείμενη στο Βορειοδυτικό τμήμα του εν λόγω ακινήτου καθώς και διάφορα πάλαια κτίσματα στο ανατολικό τμήμα αυτού. Στις 18-3-1901 η Μ. Ζ., η οποία δεν απέκτησε από τον γάμο της γνήσιους κατιόντες, συνέταξε ενώπιον του τότε συμβολαιογράφου Λαρίσης Κων/νου Ρούντου την υπ' αριθμόν .../1961 δημοσία διαθήκη της, με την οποία εγκατέστησε κληρονόμους της τους απωτέρους δικαιοπαρόχους των εναγομένων δηλαδή τον θετό γιο της Δ. Π. Ζ., την ανήλικη ανεψιά της Σ. θυγατέρα Κ. Γ. και τον ενάγοντα Π. Γ. Γ., με τον οποίο δεν την συνέδεε συγγενική σχέση αλλά ετύγχανε απλά συμπέθερός της. Με την διαθήκη η διαθέτιδά προέβη σε κατάτμηση του άνω ακίνητου της σε τρία τμήματα, ήτοι στο Νοτιοδυτικό, το Βορειοδυτικό και το Ανατολικό συγχρόνως δε διαμόρφωσε δίοδο προς επικοινωνία του Βορειοδυτικού τμήματος με την οδό Ηπείρου δοθέντος ότι αυτό στερείτο διόδου. Με τη διαθήκη αυτή η διαθέτιδα κατέλειπε 1- στον Δ. Ζ. το Νοτιοδυτικό τμήμα αυτού και ειδικώτερα κατά τα αναφερόμενα στη διαθήκη "μίαν ανώγειον οικίαν επί της οδού Ηπείρου αριθ. ..., αποτελούμενη εκ τριών ισογείων δωματίων και αντρέ, και των τριών άλλων δωματίων της και αντρέ μετά των εν αυτή χρειωδών, έχουσα κεντρική είσοδον από την αυλόπορτα της προσόψεως της οδού Ηπείρου ... και το πορτάκι προς την αυτήν πρόσοψιν της Ηπείρου, ο δεύτερός της όροφος συγκοινωνεί με εξωτερικήν σκάλαν από μέσα της αυλής και από Νοτιοανατολική γωνία της όλης αυτής οικίας, και ουδέν άλλο - διότι δεν με κοίταξε ο ίδιος ως θετός υιός μου και ορίζω ότι το προαύλιον της οικίας αυτής μετά το θάνατό μου, θα είναι ανατολικώς όχι παραπάνω των δύο τρεχόντων μέτρων από την ισόγειον είσοδον της προς την αυλήν δυτικώς συνορεύει με ιδιοκτησία Φ. Μ., Νοτίως με οδό Ηπείρου, Βορείως με οικίαν μου, την οποία ορίζω εις ποιον να δώσω, και να κλείσει την θύραν που είναι στην Βόρειαν πλευράν που βλέπει εις το σπίτι αυτό" 2- στη Σ. θυγ. Κ. Γ. κατέλειπε το Βορειοδυτικό τμήμα και κατά τα αναφερόμενα στη διαθήκη "μιαν ανώγειον οικίαν, κειμένην παραπλεύρως της ανωτέρω οικίας που άφησα στο θετόν υιόν μου Δ. αποτελούμενη εκ δυο μικρών δωματίων ισογείων και άλλων δυο εξ ων το εν δωμάτιον και το άλλο κουζίνα μετά των παραρτημάτων της, συνορευόμενη γύρωθεν προς Νότον με την οικίαν που άφησα εις τον Δ. Ζ. θετόν υιόν μου, Βορείως με ιδιοκτησία Γ. Μ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Α. Κ., Ανατολικώς με την αυλήν και η οικία αυτή συγκοινωνεί με κυρίαν εισοδον της αυλής από την οδό Ηπείρου αριθ. ..., δηλαδή η είσοδος των σπιτιών αυτών έχουν και θα είναι κοινή από την οδό Ηπείρου και ουδέν άλλο)", 3- στον ενάγοντα η διαθέτιδα κατέλειπε το Ανατολικό τμήμα του άνω ακίνητου και κατά τα αναφερόμενα στη διαθήκη "το οικόπεδον, όσης εκτάσεως και αν είναι, μετά των παλαιοκτισμάτων επ' αυτού, οριζόμενον επί πλευράς 12 περίπου μέτρων τρεχόντων με την οδόν Ηπείρου, Βορείως με ιδιοκτησίαν Α. Κ., Δυτικώς με αυλάς που θα περιέλθουν στους ανωτέρω (Δ. Π. Σ. και Σ. Κ. Γ., δια της παρούσης) και Ανατολικώς με ιδιοκτησίαν Φ. Λ. και όπερ οικόπεδον περιβάλλεται με τοίχους από τας τρεις πλευράς μείον της Βόρειου, της Νοτίου και Ανατολικής άφραγο δε προς Δυσμάς - η πρόσοψις επί της οδού Ηπείρου είναι δώδεκα μέτρα περίπου, εις τον Π. το γράφω το οικόπεδον αυτό, διότι είναι καλό παιδί με περιποιείται όσον μπορεί-...). Μετά την σύνταξη της διαθήκης αυτής στις 20-8-1962 η Μ. Ζ. μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στον ενάγοντα και στην τότε μνηστή του Φ. θυγ. Γ. Λ. κατ' ισομοιρία την κυριότητα του ανατολικού τμήματος του ως άνω μείζονος εκτάσεως ακινήτου της, συνετάγη δε το υπ' αριθμόν .../1962 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Λάρισας Ιωάννη Μαλάκη. Ειδικότερα με την μεταγραφή του άνω συμ/φου μεταβιβάστηκε στον ενάγοντα και στην τότε μνηστή του "ένα οικόπεδο εκτάσεως μέτρων τετραγωνικών 220 κειμένου εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως Λαρίσης του ομωνύμου Δήμου επί της οδού Ηπείρου και παραπλεύρως της επί της αυτής οδού υπ' αριθ. ... οικίας της, οριζομένου εν συνόλω γύρωθεν Ανατολικώς επί πλευράς μέτρων τρεχόντων είκοσι δυο (22) με ιδιοκτησίαν Φ. Λ. Δυτικώς επί πλευράς μήκους μέτρων τρεχόντων είκοσι δυο (22) με οικίαν της ίδιας (πρώτης συμβαλλόμενης) Βορείως επί πλευράς μήκους μέτρων τρεχόντων δέκα (10) με ιδιοκτησία Κ. Κ. και Π. και Νοτίως επί πλευράς μέτρων τρεχόντων δέκα (10) με την οδόν Ηπείρου". Την νομή του προπεριγραφομένου εδαφικού τμήματος είχε παραδώσει στον ενάγοντα και στην μνηστή του η Μ. Ζ. πριν την κατάρτιση της άνω συμβάσεως πωλήσεως, αφού ήδη στις 18-8-1962 είχε χορηγηθεί σ' αυτόν (ενάγοντα) η υπ' αριθμόν 7542/1962 άδεια οικοδομής του Γραφείου Πολεοδομίας της Δ/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών Ν. Λάρισας, προκείμενου να ανεγείρει επί του ακινήτου αυτού ισόγεια οικοδομή εμβαδού 116 τ.μ. Ο ενάγων στη συνέχεια ανήγειρε επί του ακινήτου τούτου ισόγεια κατοικία, στην οποία διέμεινε, οριοθέτησε δε το ακίνητό του κατασκευάζοντας επί του δυτικού ορίου αυτού μανδρότοιχο, ο οποίος όμως δεν εκτείνετο σε ολόκληρο το μήκος της δυτικής πλευράς του ακινήτου του αλλά μόνο σε μήκος 15,90 γ.μ., ήτοι ξεκινούσε από το Νοτιοδυτικό άκρο αυτού, δηλαδή από την οδό Ηπείρου, με κατεύθυνση προς Βορά και κατέληγε στην κατοικία που η διαθέτιδα κατέλειπε στη Σ. Γ. και είχε ανεγερθεί στο ΒΔ τμήμα του μείζονος εκτάσεως ακινήτου. Συμφώνα με το συνοδεύον την έκθεση πραγματο-γνωμοσύνης τοπογραφικό διάγραμμα αλλά και κατά τα αναφερόμενα σ' αυτή, η δυτική πλευρά του περιελθόντος στον ενάγοντα ακινήτου έχει μήκος 22,5 γ.μ. και ο μαντρότοιχος που ο τελευταίος ανήγειρε επί του ορίου αυτού έχει μήκος 15,90 γ.μ. το υπόλοιπο δε μήκος του ήτοι 6,60 γ.μ. καλύπτετο από το ανατολικό τμήμα της άνω κατοικίας της Σ. Γ., η οποία μάλιστα δεν είχε ανεγερθεί ακριβώς επί του ορίου αυτού, αλλά εισήρχετο σ' όλο το μήκος της (6,60 γ.μ.) ανατολικότερα κατά 0,40 μ. καταλαμβάνοντας εδαφική λωρίδα του ακινήτου του ενάγοντος διαστάσεων 6,60Χ0,40 (βλ. έκθεση πραγματογνωμοσύνης και σχ. τοπογραφικό διάγραμμα). Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε περαιτέρω ότι στις 15-1-1965 η Μ. Ζ. απεβίωσε και στην κληρονομιά της εχώρησε η εκ διαθήκης διαδοχή σύμφωνα με την άνω δημοσία διαθήκη της που δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα υπ' αριθμόν 42/1965 πρακτικά συνεδριάσεως του Πρωτοδικείου Λάρισας. Με την υπ' αριθμόν .../1998 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Λάρισας Γεώργιος Φυτίλης και μεταγράφηκε νόμιμα, ο ενάγων αποδέχθηκε την κληρονομιά της άνω αποβιωσάσης ως εκ διαθήκης κληρονόμος αυτής σε τμήμα εμβαδού 44 τ.μ. του άνω μείζονος εκτάσεως ακινήτου συνορεύοντος Αν. με ιδιοκτησία του ιδίου και της συζύγου του, Δυτικά με ιδιοκτησία Φ. Μ., Βόρεια με ιδιοκτησίες Α. Κ., Π. και Μ. και Νότια σε πλευρά 2 γ.μ. με οδό Ηπείρου, διατεινόμενος ότι η διαθέτιδα με την άνω διαθήκη της εγκατέστησε αυτόν κληρονόμο της σε τμήμα του μείζονος εκτάσεως ακινήτου της εμβαδού, του τμήματος, κατά πρόσφατη καταμέτρηση 264 τ.μ. με το άνω δε συμβόλαιο μεταβίβασε στον ίδιο και την σύζυγό του τμήμα του ακινήτου αυτού εμβαδού 220 τ.μ. έτσι περιήλθε σ' αυτόν με κληρονομική διαδοχή το επίδικο εδαφικό τμήμα εμβαδού 44 τ.μ του ως άνω μείζονος εκτάσεως ακινήτου. Με την μεταγραφή όμως της άνω δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς ο ενάγων δεν κατέστη κύριος της επίδικης εδαφικής λωρίδος, γιατί πραγματική βούληση της διαθέτιδος ήταν να εγκατασταθεί αυτός σε αυτοτελές και διαιρετό τμήμα του ακινήτου της εμβαδού 220 τ.μ. επακριβώς προσδιορισθέντος και όχι σε τμήμα εμβαδού 264 τ.μ. περιλαμβάνοντος και το επίδικο- ήτοι την διαμορφωθείσα με την διαθήκη δίοδο-, όπως αυτός διατείνεται, το κατελειφθέν δε στον ενάγοντα άνω εδαφικό τμήμα μεταβίβασε στη συνέχεια σ' αυτόν η διαθέτιδα με πράξη εν ζωή και έτσι η εγκατάστασή του με τη διαθήκη είναι πλέον κενή περιεχομένου. Και τούτο γιατί, η διάταξη της διαθήκης της περί εγκαταστάσεως του ενάγοντα ως κληρονόμου της στο άνω ακίνητο δεν έχει ισχύ, δοθέντος ότι η κυριότητα του καταλειφθέντος με τη διαθήκη ακινήτου μεταβιβάσθηκε στη συνέχεια από τη διαθέτιδα εν ζωή στον ίδιο και στην σύζυγό του και δεν περιλαμβανόταν πλέον αυτό στην κληρονομιαία περιουσία κατά το χρόνο θανάτου της, συνεπώς η εγκατάσταση αυτή δεν μπορεί να προσδώσει στον ενάγοντα την ιδιότητα του κληρονόμου και να αποκτήσει αυτός εκ νέου το επιδοθέν σ' αυτούς ακίνητο. Άλλωστε το ότι πραγματική βούληση της διαθέτιδος ήταν να εγκατασταθεί ο ενάγων στο επιδοθέν εν ζωή στον ίδιο και στην σύζυγό του ακίνητο προκύπτει ευθέως από το κείμενο της άνω διάταξης της διαθήκης χωρίς να απαιτείται προσφυγή στον κανόνα του άρθρου 173 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άνω υπ' αριθ. .../1962 συμβόλαιο. Ειδικώτερα, όπως προαναφέρεται, την διαθέτιδα δεν συνέδεε καμμία συγγενικής σχέση με τον ενάγοντα, αλλά αυτή διακατεχόταν από αισθήματα ιδιαίτερης ευγνωμοσύνης και αγάπης για το πρόσωπό του, τούτο δε προκύπτει ευθέως επίσης από το, ίδιο το κείμενο της διαθήκης όπου κατά λέξη αναφέρεται "... εις τον Π. του γράφω το οικόπεδον αυτό, διότι είναι καλό παιδί με περιποιείται όσον μπορεί.." αντίθετα αυτή ήταν δυσαρεστημένη από την συμπεριφορά του θετού γιου της όπως επίσης ευθέως προκύπτει από το ίδιο κείμενο δοθέντος ότι στη διάταξη που αφορά τον τελευταίο κατά λέξη αναφέρεται "... διότι δεν με κοίταξε ο ίδιος ως θετός υιός μου ...", από τα ανωτέρω είναι προφανές ότι η πραγματική βούληση της Μ. Ζ. ήταν να εξασφαλίσει τον ενάγοντα αφήνοντας σ' αυτόν το μεγαλύτερο μέρος της ακίνητης περιουσίας της και μάλιστα άμεσα με πράξη εν ζωή και όχι μετά τον θάνατό της. Έτσι ενώ αρχικά τον τίμησε με τη διαθήκη της στη συνέχεια μεταβίβασε στον ίδιο και στην μέλλουσα σύζυγό του την κυριότητα του καταλειφθέντος σ' αυτόν ακινήτου λόγω πωλήσεως ήτοι με σύμβαση που διασφάλιζε με πιο πρόσφορο τρόπο τον ενάγοντα έναντι του νομίμου μεριδούχου της απ' ότι η κληρονομική διαδοχή, επιπλέον δε περιήρχετο άμεσα στον ίδιο και την σύζυγό του η κυριότητα της καταλειφθείσης με την διαθήκη περιουσίας γεγονός που επέτρεψε αυτούς στην αξιοποίηση της αμέσως μετά την γενομένη μεταβίβαση με την ανέγερση επί του ακίνητου, τούτου οικίας. Άλλωστε, η πραγματική βούληση της διαθέτιδος περί εγκαταστάσεως του ενάγοντος στο επιδοθέν στον ίδιο και στη σύζυγό του ακίνητο συνάγεται και από στοιχεία εκτός του κειμένου της διαθήκης και συγκεκριμένα 1- από το άνω υπ' αριθ. .../1962 συμβόλαιο στο οποίο η περιγραφή του μεταβιβασθέντος ακίνητου δεν διαφέρει ουσιωδώς από την περιγραφή του καταλειφθέντος με τη διαθήκη ακινήτου, η διαφορά δε των δυο μέτρων που εμφανίζεται στο μήκος της προσόψεως του ακίνητου τούτου μεταξύ της διαθήκης και του συμβολαίου αυτού δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι το καταλειφθέν ακίνητο είναι διάφορο, δηλαδή μεγαλύτερο κατά 44 τ.μ., από αυτό που μεταβίβασε στον ενάγοντα και στην σύζυγο του η διαθέτιδα δοθέντος άλλωστε ότι στη διαθήκη το μήκος της πλευράς αυτής προσδιορίζεται κατά προσέγγιση με την προσθήκη της λέξης "περίπου" και όχι επακριβώς, το μήκος δε των λοιπών πλευρών ουδόλως διαφέρει και 2- από το γεγονός ότι η διαθέτιδα παρέδωσε στον ενάγοντα την νομή του καταλειφθέντος και στην συνέχεια μεταβιβασθέντος ακίνητου πριν την κατάρτιση της άνω συμβάσεως πωλήσεως, αφού στις 18-8-1962 είχε ήδη χορηγηθεί σ1 αυτόν η άνω άδεια ανεγέρσεως οικοδομής. Τέλος το γεγονός ότι ο ενάγων εγκαταστάθηκε στο μεταβιβασθέν ακίνητο και όχι σε μεγαλύτερο ενισχύεται και από το ότι αυτός μετά την προς τον ίδιο και την σύζυγό του μεταβίβαση της κυριότητος του άνω ακινήτου κατασκεύασε επί του δυτικού ορίου του ακινήτου τούτου σταθερή περίφραξη με μαντρότοιχο οριοθετώντας έτσι αυτό από όλες τις πλευρές, Η διαμορφωθείσα δε δίοδος εκτείνετο πέραν του δυτικού ορίου του ακινήτου του και δεν αποτελούσε τμήμα αυτού, ήταν σαφώς προσδιορισμένη και οριοθετημένη, ήτοι άρχιζε από την οδό Ηπείρου και κατέληγε στην αυλή του ΒΔ τμήματος του μείζονος εκτάσεως ακινήτου, που καταλείφθηκε στην Σ. Γ., είχε μήκος στην πραγματικότητα 10,10 μ. και πλάτος 2,15 μ. ήτοι συνολικό εμβαδόν 20,20 τ.μ. και όχι 44 τ.μ., δηλαδή διαστάσεις 2 Χ 22 όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, δοθέντος ότι αυτή δεν κατέληγε στο Βόρειο όριο του μείζονος εκτάσεως ακίνητου αλλά στην αυλή του άνω τμήματος, όπως άλλωστε τα ανωτέρω απεικονίζονται στο συνοδεύον την έκθεση πραγματογνωμοσύνης τοπογραφικό διάγραμμα. Συνακόλουθα τούτων η υπό κρίση αγωγή περί αναγνωρίσεως της κυριότητος του ενάγοντος επί του επίδικου εδαφικού τμήματος τυγχάνει απορριπτέα, αφού κατά τα προεκτεθέντα ο ενάγων δεν απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου τούτου με κληρονομική διαδοχή, όπως ισχυρίζεται, μετά ταύτα δε παρέλκει η εξέταση της περί ίδιας κυριότητος ενστάσεως που πρότειναν οι εναγόμενοι προς κατάλυση της αγωγής καθώς και η έρευνα του σχετικού λογού εφέσεως". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης που απέρριψε ως αβάσιμη κατ'ουσία την ένδικη διεκδικητική εδαφικού τμήματος, εμβαδού 44 τ.μ., αγωγή του αναιρεσείοντος. 'Ετσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ'αυτή σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα του περιεχομένου της προαναφερόμενης διαθήκης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 173 ΑΚ, την οποία δεν εφάρμοσε. Ειδικότερα, στις προεκτεθείσες παραδοχές του Εφετείου, όχι μόνον δεν περιέχεται έμμεση-ούτε κατά μείζονα λόγο ρητή- διαπίστωσή του περί υπάρξεως κενού ή ασάφειας ως προς την πραγματική βούληση της διαθέτιδος για το καταλιπόμενο στον αναιρεσείοντα ακίνητο, αλλά αντίθετα, υπάρχει ρητή διαπίστωση ότι η βούληση της διαθέτιδος ήταν σαφής και προκύπτει ευθέως από το κείμενο της διαθήκης χωρίς να απαιτείται προσφυγή στον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 173 ΑΚ. Η δε παραπομπή και σε στοιχεία ευρισκόμενα εκτός του περιεχομένου της διαθήκης δεν υποδηλώνει ερμηνεία, αφού δεν έγινε προς αποσαφήνιση της πραγματικής βουλήσεως της διαθέτιδος, αλλά πλεοναστικώς προς επιβεβαίωση της, αναμφίβολα από το περιεχόμενο της διαθήκης, απορρέουσας ως άνω παραδοχής του Εφετείου. Επομένως, ο πρώτος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, εφόσον δεν υπήρχε ανάγκη προσφυγής στο θεσπιζόμενο με το άρθρο 173 ΑΚ ερμηνευτικό κανόνα των δικαιοπραξιών, προκειμένου να αποσαφηνιστεί η πραγματική βούληση της διαθέτιδος, το Εφετείο, παραλείποντας να εφαρμόσει την εν λόγω διάταξη, καθώς και αυτές των άρθρων 1781 και 1716 επ. του ΑΚ, δεν τις παραβίασε και απορριπτέος, ως αβάσιμος, τυγχάνει και ο δεύτερος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14/5/2008 αίτηση του Π. Γ. για αναίρεση της 113/2008 αποφάσεως του Εφετείου Λαρίσης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων εκ δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, συμμέτρως επιμεριζομένων μεταξύ των.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουλίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ