132/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/10/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 30/6/1999 αγωγή των υπό στοιχεία 1-2 ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ορεστιάδας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 47/1179/86/835/57/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 400/2001 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ως άνω αναιρεσείων και νομικό πρόσωπο που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, με την από 7/1/2002 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1590/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 400/2001 απόφαση του Εφετείου Θράκης και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Legislator headnote
AI generated132/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, εάν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το αρθ. 300 ΑΚ, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 132 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 132/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραλή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ψ1 συζύγου Ψ2, , 2) Ψ2, κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3) Ανώνυμης Εταιρίας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/10/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 30/6/1999 αγωγή των υπό στοιχεία 1-2 ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ορεστιάδας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 47/1179/86/835/57/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 400/2001 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ως άνω αναιρεσείων και νομικό πρόσωπο που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, με την από 7/1/2002 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1590/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 400/2001 απόφαση του Εφετείου Θράκης και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 34/2006 απόφαση του Εφετείου Θράκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/11/2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 25/11/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος (κατά το σκέλος αυτού από το άρθρο 559, αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ.), δεύτερος (κατά το πρώτο και το τρίτο σκέλος αυτού) και ο τελευταίος (και κατά τα δύο σκέλη αυτού) λόγοι και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της αίτησης, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 34/2006 απόφασης του Εφετείου Θράκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ.... εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ορεστιάδας ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας (αρχική) δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του αναιρεσείοντα στους δύο πρώτους των αναιρεσιβλήτων (Ψ1 και Ψ2). Επομένως, εφ' όσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ..
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, εάν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το αρθ. 300 ΑΚ, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν, ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Περαιτέρω, ο από το αρθρ. 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ιδρύεται όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. (Ολ.ΑΠ 36/1988). Επίσης, ο από το άρθ. 559 αριθμ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογής της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλειπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση-στάθμιση-αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος (ΑΠ 516/2005).
Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής πραγματικά περιστατικά, σχετικά με το ζήτημα των συνθηκών του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας (συνυπαιτιότητας) των οδηγών των δύο εμπλακέντων στο ατύχημα αυτοκινήτων, δηλαδή του νυν αναιρεσείοντα και της πρώτης των νυν αναιρεσιβλήτων: "Στις 24-2-1998 και ώρα 07.50' περίπου, ο εκκαλών-εφεσίβλητος, Χ, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ....
αυτοκίνητο του, το οποίο κατά το χρόνο αυτό ήταν ασφαλισμένο για τις προκαλούμενες σε τρίτους υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες στη δεύτερη από αυτούς ασφαλιστική εταιρία, ακολουθούσε την επαρχιακή ..., με κατεύθυνση προς .... Όταν έφθασε στο ύψος του χωριού ... και ειδικότερα στην έξοδο αυτού, από έλλειψη της απαιτούμενης κατά την οδήγηση επιμέλειας και προσοχής μέσου συνετού οδηγού, δεν οδηγούσε το αυτοκίνητο του με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και επί πλέον δεν μείωσε την ανεπτυγμένη για τις συνθήκες της οδού ταχύτητα, παρότι εκινείτο σε κατοικημένη περιοχή και σε οδό με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, λόγω πυκνής ομίχλης, το οδόστρωμα της οδού ήταν ολισθηρό και πλησίαζε σε απότομη γι' αυτόν δεξιά στροφή.
Αποτέλεσμα των παραλείψεων του αυτών ήταν να κινηθεί με το αυτοκίνητο του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να συγκρουσθεί μετωπικά με το με αριθμό κυκλοφορίας .... αυτοκίνητο του πρώτου εκκαλούντος-εφεσιβλήτου,Ψ2, το οποίο οδηγούσε η δευτέρα εκκαλούσα, Ψ1 κοντά στη διαχωριστική γραμμή και η οποία δεν μείωσε την υπερβολική για τις επικρατούσες συνθήκες της οδού ταχύτητα (περιορισμένη για τις επικρατούσες συνθήκες της οδού ταχύτητα (περιορισμένη ορατότητα λόγω πυκνής ομίχλης, οδόστρωμα ολισθηρό), καίτοι πλησίαζε σε απότομη γι' αυτή αριστερή στροφή και να τραυματιστούν οι οδηγοί, εκ των οποίων, ο πρώτος σοβαρά.
Με βάση τα παραπάνω περιστατικά, τα οποία προκύπτουν από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και των δύο πλευρών και από τα έγγραφα της Τροχαίας (έκθεση αυτοψίας και πρόχειρο σχεδιάγραμμα, που προσκομίζονται νόμιμα), η σύγκρουση των αυτοκινήτων και κατά συνέπεια ο τραυματισμός των οδηγών οφείλεται σε αμέλεια και των δύο οδηγών.
Συγκεκριμένα, ο πρώτος δεν επέδειξε κατά την οδήγηση την απαιτούμενη αμέλεια μέσου συνετού οδηγού, γιατί όφειλε, εφόσον εκινείτο σε κατοικημένη περιοχή και σε οδό με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, λόγω της πυκνής ομίχλης, να οδηγεί το αυτοκίνητο του με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του παραβίαση του άρθρου 12 παρ.1 Κ.Ο.Κ.).
Όφειλε, επίσης, να ρυθμίσει ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες (πυκνή ομίχλη, οδόστρωμα ολισθηρό, απότομη στροφή ενόψει) την ταχύτητα του οχήματος του (παραβίαση άρθρου 19 παρ. 2 και 3 Κ.Ο.Κ.). Τέλος, όφειλε να μην κινηθεί με το αυτοκίνητο του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (παραβίαση άρθρου 16 παρ. 5 του Κ.Ο.Κ.).
Η δεύτερη οδηγός δεν επέδειξε κι αυτή κατά την οδήγηση την απαιτούμενη επιμέλεια μέσου συνετού οδηγού, γιατί όφειλε, εφόσον εκινείτο σε κατοικημένη περιοχή και σε οδό με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, λόγω της πυκνής ομίχλης, να οδηγεί το αυτοκίνητο της με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή της (παραβίαση άρθρου 12 παρ.1 Κ.Ο.Κ.).
Όφειλε επίσης, να μειώσει την υπερβολική για τις επικρατούσες συνθήκες της οδού (πυκνή ομίχλη, οδόστρωμα ολισθηρό, απότομη στροφή ενόψει) ταχύτητα του οχήματος της (παραβίαση άρθρου 19 παρ. 2 και 3 Κ. Ο. Κ.). Πρέπει να σημειωθεί ότι, το αυτοκίνητο που οδηγούσε η δευτέρα οδηγός μετά τη σύγκρουση εξετράπη της πορείας του και προσέκρουσε στα ευρισκόμενα κιγκλιδώματα, όπου και ακινητοποιήθηκε, το δε αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος οδηγός μετά τη σύγκρουση, ακολούθησε πορεία προς τα πίσω, ως προς την αρχική του κατεύθυνση.
Απ' όλα αυτά συνάγεται ότι, η ταχύτητα του αυτοκινήτου που οδηγούσε η δευτέρα οδηγός ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη από εκείνη του άλλου αυτοκινήτου, εφόσον η ορμή του ανέκοψε την πορεία του τελευταίου βαρύτερου και ισχυρότερου σε ιπποδύναμη οχήματος. Κατ' ακολουθία των παραπάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι οδηγοί των ως άνω οχημάτων είναι συνυπαίτιοι για την πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος και μάλιστα, ο οδηγός του πρώτου Χ κατά ποσοστό 80%, η δε οδηγός του δευτέρου, κατά ποσοστό 20%.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε όμοια, όσον αφορά τη συνυπαιτιότητα των παραπάνω οδηγών στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος, ορθά εκτίμησε κατά τούτο το αποδεικτικό υλικό και οι περί του αντιθέτου λόγοι των εφέσεων πρέπει ν' απορριφθούν, ως ουσία αβάσιμοι. Σημειωτέον ότι, με την 133/2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ορεστιάδας η κατηγορουμένη τότε, Ψ1, κρίθηκε ένοχη για σωματική βλάβη από αμέλεια, με το αιτιολογικό ότι, "εισήλθε στην στροφή με την ίδια μεγάλη ταχύτητα, γεγονός το οποίο λόγω της φυγοκεντρικής δύναμης την ώθησε προς τα δεξιά έξω από την πορεία της, οπότε για να επανέλθει έκανε ελιγμό προς τα αριστερά και εισήλθε έτσι στο ρεύμα πορείας του παθόντος, ο οποίος εκείνη τη στιγμή έβαινε αντιθέτως, οδηγώντας το με αριθμό ....
αυτοκίνητο, με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με το πιο πάνω αυτοκίνητο και να προκαλέσει τον τραυματισμό του πιο πάνω παθόντος". Το παραπάνω αιτιολογικό δεν δικαιολογείται, δεδομένου ότι, τα ίχνη της παράνομης εισόδου του οχήματος του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Χ στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας παρέμειναν εμφανή μετά τη σύγκρουση (θραύσματα υαλικών και πλαστικών και κηλίδα χώματος στο ενάμισυ περίπου μέτρο από τη διπλή διαχωριστική λωρίδα και στο ρεύμα κυκλοφορίας του οχήματος του Χ (βλ.
την από 2-4-21998 έκθεση αυτοψίας και το υπό ίδια ημερομηνία πρόχειρο σχεδιάγραμμα της τροχαίας ...). Επίσης, η αιτιολογία του Δικαστηρίου ότι, η κατηγορουμένη (τότε), Ψ1, ανέπτυξε υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα με συνέπεια να χάσει τον έλεγχο του οχήματος της και εξ αυτού του λόγου να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας και να προσκρούσει στο αριστερό μέρος του οχήματος του πολιτικώς ενάγοντος, κρίνεται, επίσης, αυθαίρετο, διότι, από τον συνδυασμό των μαρτυρικών καταθέσεων και από τα αποδεικτικά στοιχεία της τροχαίας, που συνάγονται αβίαστα, η κλίση του οδοστρώματος κατευθύνεται προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του οχήματος της κατηγορουμένης και επομένως, εάν η κατηγορουμένη, λόγω της αυξημένης ταχύτητας έχανε τον έλεγχο του οχήματός της, τότε αυτό ανεξέλεγκτο πλέον θα κινούνταν προς την αντίθετη κατεύθυνση σε σχέση με την κατεύθυνση της καμπύλης του οδοστρώματος, δηλαδή με τους Νόμους της Φυσικής , θα ακολουθούσε πορεία προς τα δεξιά, λόγω της φυγοκεντρικής δύναμης και του φαινομένου της υποστροφής, που εμφανίζεται στα οχήματα των οποίων το σύστημα μετάδοσης της κίνησης βρίσκεται στο εμπρόσθιο μέρος, όπως εν προκειμένω με το αυτοκίνητο της κατηγορουμένης.
Εξάλλου, η αιτιολογία αυτή έρχεται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του Χ, ότι, το σημείο σύγκρουσης των οχημάτων δεν είναι αυτό που περιγράφεται στο σχεδιάγραμμα που συνοδεύει την έκθεση αυτοψίας και συγκεκριμένα δεν εντοπίζεται στο σημείο όπου αρχίζει η κορύφωση της καμπύλης του οδοστρώματος σε σχέση με την πορεία του οχήματος του Χ, αλλά αμέσως μετά το σημείο αυτό.
Ακόμη, η αιτιολογία της ανωτέρω αποφάσεως ότι, η κατηγορουμένη, για να αποφύγει την έξοδο της από το ρεύμα κυκλοφορίας της προς τα δεξιά του οδοστρώματος έστριψε απότομα το τιμόνι του οχήματος της προς τ' αριστερά, δεν είναι πειστικό, αφού, εάν η κατηγορουμένη προσέκρουε στο όχημα του Χ με το όχημα της, στο σημείο μετά την κορύφωση της καμπύλης του οδοστρώματος τότε ο κύριος όγκος των ζημιών του οχήματος του Χ θα εντοπίζονταν στο πλάγιο αριστερό τμήμα του, ενώ στην προκειμένη περίπτωση εντοπίζονται στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του οχήματος.
Άλλωστε, και η τελική θέση των αυτοκινήτων μετά τη σύγκρουση, δεν ενισχύει την παραπάνω αιτιολογία ". Και υπό τις, ως άνω, παραδοχές, το δικάσαν Εφετείο έκρινε ως βάσιμες κατ' ουσία τις ασκηθείσες αντίθετες αγωγές και, αφού έκανε δεκτή την έφεση του ενάγοντα νυν-αναιρεσείοντα και απέρριψε την έφεση των εναγόντων-νυν αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά το μέρος της που αφορούσε την αγωγή του νυν αναιρεσείοντα και έκανε δεκτή αυτή εν μέρει, μειώνοντας την επιδικαστέα αποζημίωση κατά το ποσοστό της συνυπατιότητας αυτού (80%).
Με το να κρίνει έτσι το δικάσαν Εφετείο δεν παρεβίασε μεν ευθέως τις ως άνω διατάξεις και τις διατάξεις των αρθ. 12§1 και 16§5 ΚΟΚ και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ο περί του αντιθέτου, πρώτος, κατά το ένα σκέλος αυτού, από το αρθ. 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης. Παρεβίασε, όμως αυτές, εκ πλαγίου, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές και ασαφείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή και συγκεκριμένα στο ζήτημα της υπαιτιότητας του ενάγοντα-εναγομένου νυν αναιρεσείοντα.
Ειδικώτερα, ενώ, σε πλείονα σημεία των αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης (1 και 2η σελίδα του 4ου φύλλου) αναφέρεται σαφώς ότι ο νυν αναιρεσείων Χ εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα, στη συνέχεια (2η σελ. του 5ου φύλλου) αναφέρεται, κατά τρόπο αντιφατικό προς τις ως άνω προηγηθείσες αιτιολογίες, ότι " τα ίχνη της παράνομης εισόδου του οχήματος του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Χ, στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας παρέμειναν εμφανή μετά τη σύγκρουση (θραύσματα υαλικών και πλαστικών και κηλίδα χώματος στο ενάμισυ περίπου μέτρο από τη διπλή διαχωριστική λωρίδα και στο ρεύμα κυκλοφορίας του οχήματος του Χ (βλ.
την από 2-4-21998 έκθεση αυτοψίας και το υπό ίδια ημερομηνία πρόχειρο σχεδιάγραμμα της τροχαίας ...)". Οι, ως άνω, αντιφατικές και ασαφείς αιτιολογίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις ως άνω διατάξεις, σχετικά με το ασκούν ουσιώδη επιρροή ζήτημα της υπαιτιότητας του νυν αναιρεσείοντα-οδηγού.
Επομένως, ο ίδιος (πρώτος), κατά τα λοιπά μέρη αυτού λόγος, με τα οποία αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις, για έλλειψη νόμιμης βάσης, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, παρελκούσης, μετά ταύτα, της έρευνας του αναφερομένου στο ίδιο ζήτημα (της υπαιτιότητας) δευτέρου λόγου, ο οποίος καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του προκείμενου λόγου.
Ο τρίτος, από το αρθ. 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., κατά το πρώτο σκέλος αυτού, λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται η πλημμέλεια της παραβίασης των διατάξεων των αρθ. 914, 297, 298 Α.Κ., εκ του ότι το δικάσαν Εφετείο απέρριψε το αιτούμενο από τον ενάγοντα -αναιρεσείοντα- κονδύλιο για την καταβολή των τελών κυκλοφορίας του αγορασθέντος καινουργούς αυτοκινήτου του, σε αντικατάσταση του καταστραφέντος ολοσχερώς εκ του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος αυτοκινήτου του, με την αιτιολογία ότι "το ποσό των 45.000 δρχ.
που δαπάνησε για πληρωμή των τελών κυκλοφορίας του καινούργιου αυτοκινήτου που αγόρασε δεν βρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα" είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το δικάσαν Εφετείο ορθώς έκρινε ως προς το ζήτημα αυτό, δεδομένου ότι το, ως άνω, κονδύλιο δεν τελεί σε άμεση αιτιώδη συνάφεια με το ένδικο τροχαίο ατύχημα.
Ο ίδιος, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, λόγος, με τον οποίον αποδίδεται η πλημμέλεια της παραβίασης των ίδιων, ως άνω, διατάξεων, εκ του ότι το δικάσαν Εφετείο απέρριψε, ως αβάσιμο (ως αναπόδεικτο) το κονδύλιο της αιτούμενης δαπάνης, για τη μίσθωση ταξί, προς μεταφορά του τραυματισθέντος ενάγοντος και της συζύγου του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, υπό την προσχηματική επίκλησή της, από το αρθ. 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλειας, πλήττεται η ανέλεγκτος περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και η εκ μέρους του εκτίμηση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, ως προς το ζήτημα της πραγματοποίησης ή μη της ως άνω δαπάνης.
Στην περίπτωση που, εξ αιτίας του είδους και της σοβαρότητας του τραυματισμού του παθόντος, αυτός αδυνατεί να αυτοεξυπηρετηθεί και έχει ανάγκη πρόσληψης αποκλειστικής νοσοκόμου-οικιακής βοηθού, για τη φροντίδα και την εξυπηρέτησή του, έργο το οποίο αναλαμβάνει, με εντατικοποίηση των δυνάμεών του, συγγενικό του πρόσωπο, το οποίο, με τις προς τον παθόντα υπηρεσίες του, καλύπτει την ως άνω ανάγκη πρόσληψης οικιακής βοηθού, θεμελιώνεται αξίωση αποζημίωσης του παθόντα κατά του υποχρέου, διότι, όπως προκύπτει από τη διάταξη του αρθ. 930 παρ. 3 Α.Κ., η μη καταβολή ανταλλάγματος, στην περίπτωση αυτή, δεν μπορεί να αποβεί προς όφελος του ζημιώσαντος. Τέτοιο συγγενικό πρόσωπο, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, μπορεί να είναι και η σύζυγος.
Συνεπώς, ο τραυματισθείς από αδικοπραξία τρίτου, ο οποίος δέχεται τις αυξημένες περιποιήσεις και φροντίδες της συζύγου του, προς αποκατάσταση της υγείας του, δικαιούται να απαιτήσει από τον υπόχρεο προς αποζημίωση, τουλάχιστον το ποσό που θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει σε τρίτο πρόσωπο, που θα το προσλάβανε για το σκοπό αυτό, έστω και εάν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν καταβάλει κανένα τέτοιο ποσό στη σύζυγό το, η οποία, με υπερένταση ενίοτε των δυνάμεών της και σε βάρος άλλων ενασχολήσεών της, ασχολείται με τη φροντίδα για την αποκατάσταση της υγείας του τραυματισθέντος συζύγου της.
Επομένως, το δικάσαν Εφετείο, το οποίο απέρριψε το κονδύλιο της αιτούμενης δαπάνης (ποσού 1.580.000 δρχ) για την αμοιβή της συζύγου του ενάγοντος, η οποία παρείχε προς αυτόν τις υπηρεσίες αποκλειστική νοσοκόμου-οικιακής βοηθού, με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε η υπ' αυτού (ενάγοντος) καταβολή προς τη σύζυγό του των αιτουμένων ποσών, παρεβίασε τις, ως άνω, διατάξεις, κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή τους, αφού, όπως προαναφέρθηκε, δεν αποτελεί στοιχείο της νομιμότητας και της βασιμότητας του αιτήματος αυτού, η καταβολή του ποσού προς το συγγενικό πρόσωπο, το οποίο εκάλυψε, με τις υπηρεσίες του, την ανάγκη πρόσληψής αποκλειστικής νοσοκόμου-οικιακής βοηθού.
Κατά συνέπεια, ο ίδιος λόγος, κατά το από το αρθ. 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., σκέλος αυτού, που αφορά το ως άνω ζήτημα, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, παρελκούσης, μετά ταύτα, της έρευνας του ίδιου κατά το σκέλος αυτού, από το άρθ. 559 αριθμ.11 Κ.Πολ.Δ., λόγου, που αναφέρεται στο ίδιο ζήτημα, αφού αυτός καλύπτεται από την αναιρετική εμβ'λεια του προκείμενου λόγου.
Τέλος, ο ίδιος, κατά το, από το αρθ. 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ., σκέλος αυτού, λόγος αναίρεσης περί μη λήψης υπόψη, από το δικάσαν Εφετείο, των αναφερομένων στο αναιρετήριο αποδεικτικών μέσων (εγγράφων), τα οποία ο ενάγων-νυν αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιον του και τα οποία ήταν χρήσιμα, για την απόδειξη των περιστατικών, που συγκροτούσαν τα ως άνω αιτήματα, δηλ. την αποκατάσταση της δαπάνης για τα τέλη κυκλοφορίας του αγορασθέντος καινουργούς αυτοκινήτου και της δαπάνης για τη μίσθωση ταξί είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι από τα διαλαμβανόμενα στο αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, ότι το Δικαστήριο εστήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα και στα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα, ως άνω, στα οποία αναφέρεται ο λόγος αυτός, έγγραφα, έστω και εάν δεν μνημονεύει ειδικώς αυτά.
Με τον τελευταίο, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, κατ' ορθή εκτίμηση, από το αρθ. 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., και κατά το άλλο σκέλος αυτού, από το αρθ. 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση ότι, το δικάσαν Εφετείο, με το να απορρίψει ως αβάσιμο (ως αναπόδεικτο) το, εκ του αρθ. 931 Α.Κ., αίτημα του ενάγοντος, υπέπεσε στην πλημμέλεια α) της έλλειψης νόμιμης βάσης, ένεκα παντελούς έλλειψης αιτιολογίας, άλλως ανεπαρκούς αιτιολογίας, ως προς το ως άνω ζήτημα και β) της μη λήψης υπόψη των αναφερομένων στο αναιρετήριο αποδεικτικών μέσων (εγγράφων), τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο ενάγων, προς απόδειξη της βασιμότητας του ιδίου ως άνω αιτήματος. Το δικάσαν Εφετείο, ως προς το ζήτημα αυτό, δέχθηκε τα εξής: "Δεν αποδείχθηκαν ιδιάζοντα περιστατικά, εκτός και πέραν εκείνων που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση αξιώσεων με βάση τα άρθρα 929 και 932 του ΑΚ, τα οποία θα συνθέτουν την επίδραση στο μέλλον του, ως άνω, εκκαλούντος της αναπηρίας τούτου και από τα οποία ειδικά περιστατικά να προκύπτουν ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι, εξαιτίας των οποίων να γεννώνται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής του ζωής.
Συνεπώς, το σχετικό κονδύλιο της αγωγής (εκ του αρθ. 931 Α.Κ.) είναι απορριπτέο ως αβάσιμο". Από τις ως άνω αιτιολογίες, όμως, της προσβαλλομένης απόφασης, ως προς το, ως άνω, ζήτημα, δεν προκύπτει σαφώς, εάν συνέτρεχαν ή μη τα περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία, για την κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της μη συνδρομής των όρων, που αποκλείουν την εφαρμογή της διάταξης του αρθ. 931 Α.Κ. Επίσης, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, ουδόλως γίνεται μνεία των εγγράφων, τα οποία ο ενάγων-νυν αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί ως προσκομιζόμενα, για την απόδειξη της βασιμότητας του ιδίου ως άνω αιτήματός του, με τις ενώπιον του Εφετείου κατατεθείσες προτάσεις του, το δικόγραφο των οποίων παραδεκτώς, κατ' αρθ. 561§2 Κ.Πολ.Δ., ελέγχεται, ώστε να μην καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το δικάσαν Εφετείο έλαβε υπόψη του τα έγγραφα αυτά, ήτοι, τις ιατρικές βεβαιώσεις και ένορκες βεβαιώσεις, τις βεβαιώσεις-επιστολές των Τραπεζών "ΠΙΣΤΕΩΣ" και "ΓΕΝΙΚΗΣ", τις καταστάσεις του Δικηγορικού Συλλόγου ..., περί "εκτύπωσης των παραστάσεων" του ενάγοντος, ως δικηγόρου-μέλους του ως άνω Συλλόγου. Επομένως, ο τελευταίος λόγος αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος και κατά τα δύο σκέλη αυτού.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μέρος της που αφορά Α) το κεφάλαιο της υπαιτιότητας των οδηγών των εμπλακέντων στο ένδικο τροχαίο ατύχημα αυτοκινήτων και Β) ως προς το κεφάλαιο των αιτούμενων με την αγωγή του ενάγοντ - νυν αναιρεσείοντα Χ κονδυλίων α) για την "πλασματική" αμοιβή της συζύγου του, ως αποκλειστικής νοσοκόμου - οικιακής βοηθού και β) ως προς επί πλέον αποζημίωση, εκ του άρθ. 931 ΑΚ. Να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (αρθ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. και να καταδικασθούν οι ηττηθέντες αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα, (άρθ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 34/2006 απόφαση του Εφετείου Θράκης, όπως στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ