132/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/7/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 687/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5077/2005 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/10/2005 αίτησή της και τους από 7/7/2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδωνας Ζιάκας, ανέγνωσε την από 3/11/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή αμφοτέρων των λόγων του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως καθώς και του πρόσθετου λόγου αυτής. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated132/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αποφασιστικό, όμως, στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μιας επιχείρησης ως κοινής ωφελείας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της που πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου.
Full text
Απόφαση 132 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 132/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Θεοδώρα Ευσταθοπούλου και Ανδρέα Πετρόπουλο.
Των αναιρεσίβλητων: 1)....., 2)....., οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/7/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 687/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5077/2005 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/10/2005 αίτησή της και τους από 7/7/2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδωνας Ζιάκας, ανέγνωσε την από 3/11/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή αμφοτέρων των λόγων του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως καθώς και του πρόσθετου λόγου αυτής. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. Γ 274 και 2745/30-11-2005 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ....., ακριβές αντίγραφο της από 24-10-2005 αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη του αρμοδίου Αντιπροέδρου με την οποία ορίζεται δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και κλήση προς εμφάνιση κατ' αυτήν, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις αναιρεσίβλητες.
Αυτές, όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του δικαστηρίου, δεν εμφανίστηκαν κατά την παραπάνω δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση κατά τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρ. 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).
Με την αναίρεση δε πρέπει να συνεκδικαστούν και οι παραδεκτώς ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν 173/1967 "εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιον ή Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζαι ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί κοινής ωφελείας ( ΔΕΗ, ΟΤΕ, Εταιρεία Υδάτων κ.λ.π.) ή Επιχειρήσεις επιχορηγούμεναι υπό του Κράτους, η υπό του Νόμου 2112/1920, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, οφειλομένη αποζημίωσις, δεν δύναται να υπερβαίνει εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 240.000 δραχμών, καταργουμένης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου".
Το με την άνω διάταξη καθοριζόμενο ποσό αυξήθηκε μεταγενέστερα σε 1.500.000 δρχ. με το άρθρο 33 του ν.1876/1990. Εξάλλου κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν.Δ/τος 618/1970 "τα υπό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του ΑΝ 173/1967 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του ΑΝ 99/1967 περί ελέγχου ομαδικών απολύσεων κ.λ.π.", τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν δια πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντας, απομακρυνομένους ή απολυομένους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Τραπεζών, Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ΄ οιαδήποτε σχέση εργασίας μετ΄ αυτών συνδεομένων, καταργουμένης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής και εθίμου".
Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του σκοπού θεσπίσεώς τους που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικοτέρου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των άνω μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των άλλων οργανισμών και επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων των επιχειρήσεων κοινής ωφελείας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τους φορολογούμενους και στις περιπτώσεις των μη επιχορηγουμένων από το Κράτος επιχειρήσεων κοινής ωφελείας το κόστος των παρεχομένων στους πολίτες υπηρεσιών τους (Ολ.ΑΠ 10/1998, 33-34/1997), αποτελούν κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ. 3 του ν.1876/1990 διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών.
Ως τέτοιες υπερισχύουν κατά την τελευταία διάταξη των κανονιστικών όρων των ΣΣΕ που καθορίζουν ευνοϊκότερο όριο αποζημιώσεως για τις συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων, ως προς τους οποίους οι εν λόγω ΣΣΕ τυγχάνουν ανίσχυρες. Εξάλλου οι επιχειρήσεις κοινής ωφελείας έχοντας εξ ορισμού ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το Κράτος αποτελούν κατά κανόνα κατηγορία δημοσίων επιχειρήσεων που ελέγχονται από το Δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς δημοσίου χαρακτήρα.
Αποφασιστικό, όμως, στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μιας επιχείρησης ως κοινής ωφελείας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της που πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου.
Υπό την έννοια αυτή η Ολυμπιακή Αεροπορία που συνεστήθη σε εκτέλεση της με το Ν.Δ/γμα 3560/1956 κυρωθείσας από 30.7.1956 συμβάσεως με την οποία παραχωρήθηκε από το Δημόσιο στον ανάδοχο Αριστοτέλη Ωνάση μεταξύ άλλων το προνόμιο αποκλειστικής εκμεταλλεύσεως των αεροπορικών μεταφορών εσωτερικού και εξωτερικού για τους επιβάτες, τα εμπορεύματα και το ταχυδρομείο, υπήρξε από τη σύστασή της, ενόψει των παρεχομένων στο κοινωνικό σύνολο υπηρεσιών της και ανεξαρτήτως του φορέα αυτής, επιχείρηση κοινής ωφελείας.
Ο χαρακτήρας αυτός της εν λόγω επιχειρήσεως διατυπώθηκε ακολούθως και ρητά στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 96/1975 " περί εξαγοράς των μετοχών της Ολυμπιακής παρά του Ελληνικού Δημοσίου και παραλαβής αυτής" και εξακολούθησε να υπάρχει και μετά την έξοδο αυτής από το δημόσιο τομέα (πδ 362/91 και ν.2271/94) και την κατάργηση του προνομιακού δικαιώματός της για αποκλειστική εκμετάλλευση των αεροπορικών μεταφορών ( πδ 359/96), αφού δε μεταβλήθηκε η μορφή των παρεχομένων από αυτήν υπηρεσιών ως εξυπηρετικών ζωτικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 1759/1988, τεχνικοί και υπόλοιπο προσωπικό εδάφους της "Ολυμπιακής Αεροπορίας ΑΕ" και της "Ολυμπιακής Αεροπλοϊας ΑΕ" αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία με την έκδοση απλής διαπιστωτικής πράξεως και καταβολής της προβλεπόμενης από τις οικείες ΣΣΕ και τα πρακτικά αποζημιώσεως.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4γ του ν. 2602/1998 "για την ολοκλήρωση της εξυγίανσης και την ανάπτυξη της "Ολυμπιακής Αεροπορίας ΑΕ", όσοι συμπληρώνουν τις καθοριζόμενες από το νόμο προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως λαμβάνουν την προβλεπόμενη από το ν. 1759/1988 και τις μέχρι τούδε ισχύουσες Επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας ( ΟΑ -ΟΣΠΑ) αποζημίωση.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 4 της από 29-1-1997 Ειδικής ΣΣΕ μεταξύ της Ολυμπιακής Αεροπορίας και της Ομοσπονδίας Σωματείων ΟΑ (ΟΣΠΑ), η αποζημίωση του ν. 2112/1920 ορίζεται, από την ισχύ της παρούσας και εφεξής, σε 100% για όσους αποχωρούν προαιρετικά με βάση τις διατάξεις του ν. 1759/1988, εφόσον υποβάλουν σχετική αίτηση εντός του έτους που θεμελιώνουν το σχετικό δικαίωμα.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι, εφόσον η "Ολυμπιακή Αεροπορία ΑΕ" εξακολουθεί να αποτελεί επιχείρηση κοινής ωφελείας, οι δε παραπάνω διατάξεις των ν. 1759/1988 και 2602/1998 παραπέμπουν για τον καθορισμό της αποζημιώσεως των αποχωρούντων λόγω συνταξιοδοτήσεως εργαζομένων της στις οικείες ΣΣΕ, χωρίς να αποκλείουν ως προς το ύψος αυτής τις διατάξεις του α.ν 173/1967 και του ν.δ 618/1970, όπως αντίθετα προνοήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν.2271/1994, για τους αναφερόμενους σ' αυτήν αποχωρούντες εργαζόμενους της πιο πάνω εταιρείας, οι διατάξεις αυτές έχουν εφαρμογή επί της οφειλόμενης στους αποχωρούντες μετά την παύση ισχύος του ν. 2271/1994 (δηλ.
μετά τις 31-12-1997) λόγω συνταξιοδοτήσεως εργαζόμενους της αναιρεσείουσας, αποζημιώσεως, το ύψος της οποίας δεν μπορεί να υπερβεί το καθοριζόμενο με αυτές όριο, η δε ανωτέρω ΣΣΕ είναι ανίσχυρη κατά το μέρος που ως προς το όριο αυτό της αποζημιώσεως ορίζει διαφορετικά (ολ.ΑΠ 20/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε, μεταξύ άλλων, ότι η πρώτη από τις αναιρεσίβλητες προσλήφθηκε από την εταιρεία " Ολυμπιακή Τουριστική ΑΕ" στις 18-3-85 με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως διοικητική υπάλληλος και στις 4-7-01 εντάχθηκε στο προσωπικό της αναιρεσείουσας-εναγομένης λόγω συγχωνεύσεως από αυτήν της εν λόγω εταιρείας , δυνάμει της υπ' αριθμ. 41863/685/4-7-01 αποφάσεως του Υπουργού Μεταφορών και η δεύτερη προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα στις 17-4-76 με σύμβαση, επίσης, εργασίας αορίστου χρόνου ως διοικητική υπάλληλος.
Ότι αυτές, που ήταν έγγαμες και μητέρες ανηλίκων και ενηλίκων τέκνων ηλικίας μέχρι 25 ετών αγάμων που σπούδαζαν, αποχώρησαν προαιρετικά από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδοτήσεως την 1-3-02 και στις 27-3-02 αντίστοιχα. Ότι η αναιρεσείουσα με τις από 13-3-02 και 25-2-02 διαπιστωτικές πράξεις του αρμοδίου οργάνου της περί συνδρομής των προϋποθέσεων του νόμου για προαιρετική αποχώρηση των αναιρεσιβλήτων από την εργασία τους, αποδέχθηκε τις υποβληθείσες από αυτές αιτήσεις και τους κατέβαλε αποζημίωση ίση με το 100ο/ο της αποζημιώσεως του ν. 2112/1920 και συγκεκριμένα 19.348,12 ευρώ στην πρώτη και 34.053,83 ευρώ στη δεύτερη και ότι στην αποζημίωση αυτή έπρεπε να συνυπολογισθεί και το δικαιούμενο από αυτές επίδομα τέκνων καθόσον η ανωτέρω αποζημίωση δεν υπόκειται στον από τις διατάξεις του α.ν 173/1967 και του ν.δ 618/1970 περιορισμό του ανωτάτου ορίου αποζημιώσεως λόγω απολύσεως ή αποχωρήσεως από την εργασία συνεπεία συνταξιοδοτήσεως των υπαλλήλων του δημοσίου, των ν.π.δ.δ και των προαναφερομένων επιχειρήσεων, διότι δε φέρει χαρακτήρα αποζημιώσεως του ν.2112/1920, αλλά χαρακτήρα "πρόσθετου οικονομικού ανταλλάγματος" για την πρόωρη οικειοθελή αποχώρησή τους από την εργασία.
Βάσει δε των σκέψεων αυτών απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Με αυτά, όμως, που δέχτηκε το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, περιλαμβανομένων σ' αυτές και εκείνων της από 29-1-1997 ΕΣΣΕ. Επομένως, ο πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου καθώς και ο μοναδικός των προσθέτων λόγων, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει τη μεταγενέστερη άσκηση τούτου καταχρηστική, αλλ΄ απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις άνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.ΑΠ 8/2001).
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, προέκυψαν τ΄ ακόλουθα: Με την ένδική αγωγή τους οι αναιρεσίβλητοι, που εργάζονται στην αναιρεσείουσα με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ζήτησαν να τους καταβληθεί οικογενειακό επίδομα (τέκνων) του χρονικού διαστήματος από 1.1.1995 μέχρι 31.12.2000 το οποίο η αναιρεσείουσα δεν τους κατέβαλε, καθόσον εδίδετο στους συζύγους τους.
Η αναιρεσείουσα αποκρούοντας την αγωγή προέβαλε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από τους αναιρεσίβλητους, την οποία απέρριψε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε την αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση με την οποία επανέφερε την ανωτέρω ένσταση και ισχυρίσθηκε ειδικότερα α) ότι οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν σ΄ αυτή τ΄ απαραίτητα δικαιολογητικά (πιστοποιητικά) γέννησης των τέκνων τους για τη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος τέκνων, ούτε κάποιο άλλο έγγραφο, από το οποίο να προκύπτει ότι έχουν την επιμέλειά τους, β) ότι οι ενάγοντες επί σειρά ετών δεν διατύπωσαν διαφωνίες σχετικά με την εκκαθάριση των μηνιαίων αποδοχών τους και έτσι της δημιούργησαν την πεποίθηση ότι δεν διατηρούν αξιώσεις από την επίδικη αιτία και γ) ότι μέχρι 31.12.1998 υφίστατο συσσωρευμένο έλλειμμα (παθητικό) αυτής ύψους 65.154.675.048 δραχμών, η δε ετήσια επιβάρυνσή της από την τυχόν αμετάκλητη επιδίκαση του επιδόματος τέκνων για το προσωπικό της ανέρχεται σε 161.000.000 δραχμές και για τα επτά (7) συνολικά έτη που εκκρεμούν σχετικές αγωγές ανέρχεται σε 1.127.000.000 δραχμές, πλέον τόκων.
Ότι έτσι θα υποστεί ανεπανόρθωτη οικονομική ζημία, που θα οδηγήσει σε πλήρη αδυναμία επιχειρησιακής και οικονομικής επιβίωσής της ώστε να ανατραπεί το πρόγραμμα εξυγίανσής της με βέβαιη την χρεωκοπία της. Το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε την ένσταση αυτή, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, διότι η μη καταβολή του επιδόματος οφείλεται στην πεποίθηση της εναγομένης, η οποία διαθέτει έμπειρη νομική υπηρεσία, ότι δε συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις καταβολής του επιδόματος τέκνων, ενώ στο παρελθόν είχαν εγερθεί κατ' αυτής αγωγές υπαλλήλων της για την επιδίκασή του, όπως και αγωγές των ήδη εναγουσών για προηγούμενο χρονικό διάστημα και επιπλέον διότι το γεγονός ότι τελεί υπό καθεστώς εξυγιάνσεως δε δικαιολογεί την αποστέρηση από τις ενάγουσες του άνω επιδόματος, η καταβολή του οποίου δεν είναι αυτό που θα προκαλέσει την οικονομική καταστροφή της εναγομένης.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που με όμοια κρίση είχε απορρίψει την προαναφερθείσα ένσταση. Με την κρίση του αυτή το εν λόγω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παραβίασε, σύμφωνα με τα παραπάνω, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ δεύτερος λόγος αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5077/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και,
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια (1.300).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ