Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling no legal error affected the defense rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court of Corinth's decision. The appellant argued the lower court ignored evidence and failed to properly weigh testimony, but the court found these claims inadmissible as they attacked the substantive judgment. The court held that procedural errors do not constitute grounds for cassation if they did not impair the defense or the exercise of legal remedies.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; A cassation ground alleging procedural error is inadmissible if it attacks the substantive judgment or if the error did not affect the defense rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1329 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1329/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου και Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Γ. του Χ., κατοίκου ... και ήδη κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τζινιέρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. - Ρ. Μ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Τάση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-09-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 457/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-10-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της 457/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, που απέρριψε κατ' ουσία την από 7.8.2017 έφεση του αναιρεσείοντα κατά της 30/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η οποία δέχτηκε εν μέρει την από 23.9.2016 αγωγή της αναιρεσίβλητης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Επί παράλειψης κήρυξης προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζήτησης, ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξης, που προηγήθηκε όπως είναι η ακυρότητα της κλήτευσης, ή (και) προς εξασφάλιση της άσκησης δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι πρωτίστως το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπεράσπισης (βλ.
άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ). Θεωρείται πάντως, ότι δεν υπάρχει δικονομική βλάβη στην περίπτωση, κατά την οποία παραβιάστηκαν διατάξεις, που ρυθμίζουν τη διαδικασία, όταν από την σημειωθείσα παράβαση δεν επηρεάζεται, ούτε ήταν δυνατό να επηρεαστεί η δυνατότητα και η προϋπόθεση της άμυνας του διαδίκου ή της άσκησης του ενδίκου μέσου κατά της απόφασης που εκδόθηκε.
Επίσης, δεν υπάρχει δικονομική βλάβη από τη μη επίδοση ή μη προσήκουσα επίδοση τού δικογράφου στο διάδικο, όταν αυτός παρέστη στη συζήτηση. Εξάλλου, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι δεν προκλήθηκε στο διάδικο, που πρότεινε τη βλάβη από την παράβαση των δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία, και ιδίως τον τύπο διαδικαστικής πράξης, τη μη επίδοση ή τη μη προσήκουσα επίδοση του δικογράφου στο διάδικο, δεν ελέγχεται αναιρετικώς, ως αναγόμενη, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, σε εκτίμηση πραγμάτων (ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 1293/2018, ΑΠ 824/2012, ΑΠ 1219/2007).
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται από τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο και όχι από τους αριθ. 8 και 19 του ίδιου ως άνω άρθρου, που ο αναιρεσείων επικαλείται, προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο έκρινε απορριπτέο τον περί απαραδέκτου της συζήτησης της αγωγής της αναιρεσιβαλλόμενης ισχυρισμό, που πρότεινε παραδεκτά ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου και επανέφερε με λόγο έφεσης ενώπιον του Εφετείου, για το λόγο ότι κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 2-11-2016, δεν κλητεύθηκε εμπρόθεσμα, ως διαμένων στο εξωτερικό (...) ήτοι, κατ' άρθρο 591 παρ.1 ΚΠολΔ, εξήντα ημέρες πριν τη συζήτηση της αγωγής, με αποτέλεσμα να υποστεί δικονομική βλάβη, αφού αδυνατούσε αντικειμενικά να προετοιμάσει την άμυνά του.
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, είναι αβάσιμος, καθόσον ο αναιρεσείων παρέστη στη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και αντέταξε πλήρη υπεράσπισης γι' αυτήν και, συνεπώς δεν υπέστη δικονομική βλάβη από τη μη προσήκουσα επίδοση του δικογράφου, επιπλέον δε η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι δεν προκλήθηκε βλάβη στον προτείνοντα αυτή αναιρεσείοντα δεν ελέγχεται αναιρετικώς, ως αναγόμενη κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, σε εκτίμηση πραγμάτων.
Κατά τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 368 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εκτιμά ελεύθερα την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.
Συνεπώς, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούνται για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η απόρριψη, ρητά ή σιωπηρά, αιτήματος του διαδίκου για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ούτε υπό την επίκληση των πλημμελειών του άρθρου 559 αριθ.8 και 9 του ΚΠολΔ, αφού η σχετική αίτηση, που μπορεί να απορριφθεί και σιωπηρά, δεν αποτελεί "πράγμα" ή "αίτηση" κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων του άρθ. 559 αριθ. 8 και 9 έστω και αν αποτέλεσε περιεχόμενο λόγου έφεσης (ΑΠ 1334/2018, ΑΠ 119/2016, ΑΠ 552/2009, ΑΠ 1189/2008). Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8, διότι απέρριψε το αίτημά του για διενέργεια γενετικής δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί η πατρότητα του ανήλικου τέκνου, χωρίς, ωστόσο, να προκύπτει, από την επισκόπηση του αναιρετηρίου, αλλά και της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας ότι πρόκειται για ζήτημα που για να γίνει αντιληπτό απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, πρέπει ν` απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις, στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. (ΑΠ 78/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ` άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: " Οι διάδικοι κατόπιν αρχικής γνωριμίας μεταξύ τους ήδη από την εφηβική ηλικία, λόγω αμοιβαίας έλξης, συνήψαν από τον Ιούνιο του έτους 2014 πλήρεις ερωτικές σχέσεις και έρχονταν σε σαρκική συνάφεια με πρόθεση να προχωρήσουν σε γάμο και να αποκτήσουν τέκνο, με την προοπτική δε αυτή η ενάγουσα, η οποία εργάζεται ως πολιτικός μηχανικός στην υπηρεσία Τεχνικών Έργων του Δήμου Λουτρακιού - Περαχώρας - Αγίων Θεοδώρων μετέβη στη ...
τον Οκτώβριο του 2014, όπου ο εναγόμενος εργαζόταν τότε ως ηλεκτρονικός μηχανικός για να βρίσκονται μαζί για διάστημα λίγων ημερών. Επίσης, από το Δεκέμβριο του έτους 2014 μέχρι και μέρος του Ιανουάριου του έτους 2015, οπότε και ο εναγόμενος βρισκόταν στην Ελλάδα, οι διάδικοι διέμεναν και συζούσαν στην οικία της ενάγουσας στο ...
στο πλαίσιο αδείας από την εργασία του εναγομένου στο εξωτερικό. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατόπιν των ανωτέρω σχέσεων των διαδίκων, η ενάγουσα κατέστη έγκυος, γέννησε δε στις 6.9.2015 στο μαιευτήριο "ΙΑΣΩ" στο Μαρούσι Αττικής ένα θήλυ τέκνο, το οποίο είναι αβάπτιστο και δεν έχει αναγνωρισθεί από τον εναγόμενο ως τέκνο του.
Πλέον συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος μετά την πάροδο μικρού χρονικού διαστήματος από την αναγγελία της ενάγουσας της εγκυμοσύνης της, όταν αυτή διάνυε τους πρώτους μήνες της κύησης, αρχικά την εγκατέλειψε, κατά τα ειδικότερα κάτωθι αναφερόμενα, ακολούθως δε και σε σύντομο χρονικό διάστημα αμφισβήτησε την πατρότητα της ανωτέρω ανήλικης θυγατέρας της ενάγουσας.
Εξαιτίας της αμφισβήτησης αυτής, μετά τη γέννηση του ανηλίκου τέκνου της, η ενάγουσα δέχθηκε να προχωρήσει την 12.1.2016 σε εξέταση με τη μέθοδο DNA, σε εργαστήριο, το οποίο επιλέχθηκε από τον εναγόμενο προκειμένου κατά την κρίση του να υπάρχει αξιοπιστία ως προς το αποτέλεσμα αυτής. Συγκεκριμένα, η εν λόγω εξέταση έγινε σε δημόσιο φορέα και δη στο Τμήμα Μοριακής Ιατροδικαστικής (DNA) του εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Τομέα Ανατομικής και Παθολογικής Ανατομικής της Ιατρικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, στο οποίο υπεύθυνη είναι η επίκουρη καθηγήτρια ιατρός- ιατροδικαστής Λ.
Κ., η οποία και υπογράφει την από 26.1.2016 με κωδικό υπόθεσης ….- 2016 "έκθεση αποτελεσμάτων" της εν λόγω εξέτασης. Όσον αφορά τη διαδικασία, που ακολουθήθηκε, βάσει των λεπτομερώς εκτιθεμένων στην εν λόγω έκθεση, ο τόπος δειγματοληψίας ήταν το ιατρείο του ιατροδικαστή Δρ. Γ. Λ., επί της ... στην …., με χρόνο δειγματοληψίας την 12.1.2016 και μέθοδο- κατόπιν της εξακρίβωσης της ταυτότητας-, τη λήψη επιχρίσματος παρειάς από κάθε συμμετέχοντα, ενώ κάθε συμμετέχων υπέγραψε δήλωση συγκατάθεσης για τη λήψη του δείγματος και βεβαίωση σύμφωνα με την οποία η δειγματοληψία και η κωδικοποίηση των δειγμάτων έγιναν σωστά.
Η ημερομηνία παραλαβής των δειγμάτων από το Τμήμα Μοριακής Ιατροδικαστικής ήταν την επομένη ημέρα, χρόνος εκτέλεσης των αναλύσεων από 13.1.2016 έως 26.1.2016, ο δε σκοπός της εξέτασης σύμφωνα με την ίδια έκθεση ήταν να διαπιστωθεί εάν ο εναγόμενος είναι ο βιολογικός πατέρας της "... (αβάπτιστο θήλυ)", με το αποτέλεσμα να εκδίδεται για δικαστική χρήση.
Περαιτέρω και όσον αφορά την επιστημονική μέθοδο ανάλυσης των δειγμάτων, πλην άλλων, αυτή (ανάλυση) επαναλήφθηκε δύο ανεξάρτητες φορές από το πρώτο στάδιο μέχρι το τελευταίο, σε δύο διαφορετικές ημέρες, ο δε δείκτης πατρότητας (ΡΙ) εκφράζει τη σχετική πιθανότητα παρατήρησης των γενετικών προφίλ των εξεταζόμενων ατόμων κάτω από 2 διαφορετικές υποθέσεις, αυτή στην οποία ο εναγόμενος είναι ο βιολογικός πατέρας και αυτή στην οποία βιολογικός πατέρας είναι άλλος άνδρας, που δεν συνδέεται συγγενικά με αυτόν και η τελική πιθανότητα πατρότητας (posterior probability W/) υπολογίστηκε με την παραδοχή ότι η πατρότητα και η μη πατρότητα είναι εξίσου πιθανές.
Σύμφωνα με το συμπέρασμα της εν λόγω έκθεσης: "Ο κ. Γ. Θ. δεν μπορεί να αποκλειστεί ως πατέρας της ... (αβάπτιστο θήλυ). Ο κ. Γ. Θ. είναι κατά 99,999999% (W) πατέρας της ... (αβάπτιστο θήλυ). Είναι 201.905.002 (ΡΙ) φορές πιο πιθανή η παρατήρηση των συγκεκριμένων γενετικών προφίλ αν ο κ. Γ. Θ. είναι ο βιολογικός πατέρας, παρά αν ένας άλλος άνδρας (που δεν συνδέεται συγγενικά με τον κ.
Γ. Θ.) είναι ο βιολογικός πατέρας. Η πατρότητα έχει πρακτικά αποδειχθεί". Ενόψει των ανωτέρω και σε συνδυασμό με την συνομολόγηση από την πλευρά του εναγομένου της ύπαρξης σαρκικών επαφών με την ενάγουσα κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της σύλληψης, χωρίς τον αντίστοιχο ισχυρισμό περί του ότι εκείνη είχε σαρκική επαφή με κάποιον ή κάποιους άλλους άνδρες, αποδείχθηκε πλήρως ότι κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης από την ενάγουσα, που περιλαμβάνεται μεταξύ της τριακοσιοστής και της εκατοστής ογδοηκοστής ημέρας πριν από τον τοκετό, ο εναγόμενος είχε πλήρεις σεξουαλικές σχέσεις με αυτήν και ότι το ανήλικο θήλυ τέκνο που γεννήθηκε από αυτήν (ενάγουσα) κατά τα ανωτέρω στις 6.9.2015 στο μαιευτήριο "ΙΑΣΩ" στο Μαρούσι Αττικής, είναι γνήσιο τέκνο του, χωρίς να μεσολαβήσει μεταξύ τους γάμος..........
Επιπροσθέτως αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, από το χρόνο που του γνωστοποιήθηκε κατά τα ανωτέρω από την ενάγουσα η εγκυμοσύνη της, μόλις αυτή επιβεβαίωσε τούτο και ενώ αρχικά ήλθε σε επικοινωνία τόσο με την ίδια όσο και με τον θεράποντα γυναικολόγο ιατρό της, ακολούθως απέσχε πλήρως από την οποιαδήποτε συνδρομή είτε στον ψυχολογικό, είτε στο υλικό τομέα, οι οποίοι είναι εξίσου αναγκαίοι κατά το συγκεκριμένο στάδιο της κύησης και δη κατά τους πρώτους μήνες αυτής, αδιαφορώντας πλήρως για την κατάσταση της υγείας τόσο της ίδιας, όσο και του εμβρύου και δεν προσέφερε οικονομική βοήθεια ούτε επέδειξε ηθική συμπαράσταση σε αυτήν, που είχε καταφανώς ανάγκη η ενάγουσα, αφήνοντάς την αβοήθητη, κατά την έννοια του άρθρου 359 ΠΚ, στην οποία περιλαμβάνεται όχι μόνο η οικονομική αλλά και η ηθική εγκατάλειψη της εγκύου, για την οποία είναι ακόμη περισσότερο αναγκαία η ψυχική ενίσχυση, με τη συμπαράσταση από τον υπαίτιο της εγκυμοσύνης της, ώστε να αντιμετωπίσει έτι περαιτέρω την κοινωνικά δυσχερή κατάσταση εξαιτίας της εξώγαμης εγκυμοσύνης της (ΑΠ 1432/1987 Π.Χρ.
ΛΗ' 134). Αντίθετα, ενώ γνώριζε (ο εναγόμενος) ότι η τότε σύντροφός του είχε καταστεί έγκυος από εκείνον και είχε την ανάγκη ηθικής συμπαράστασης προς αντιμετώπιση των ανωτέρω ηθικών και κοινωνικών προβλημάτων, την εγκατέλειψε αβοήθητη, χωρίς να της παράσχει, αν και ήταν σε θέση να το κάνει, οποιαδήποτε ηθική, συναισθηματική ή ψυχική συνδρομή, περαιτέρω δε αμφισβήτησε άμεσα και με διαρκή τρόπο την ηθική, την τιμή και την υπόληψή της, διατυπώνοντας αμφιβολίες για την πατρότητα του τέκνου, όπως σαφώς τούτο προκύπτει και από την από 2.11.2015 εξώδικη δήλωση και διαμαρτυρία του προς την ενάγουσα, στο οποίο εκθέτει πλην άλλων ότι η πατρότητα του τέκνου τον έχει προβληματίσει και πρέπει να διαπιστωθεί αυτή με απόλυτη βεβαιότητα επιστημονικά και δη το εάν εκείνος είναι ο πατέρας αυτού.
Η εν λόγω δε συμπεριφορά του εναγόμενου προκάλεσε δυσμενή σχόλια για την ενάγουσα στον ευρύτερο κοινωνικό της κύκλο, όπως τούτο αποδεικνύεται ιδίως από την ως άνω ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας. Τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον εναγόμενο στο σχετικό λόγο έφεσής του, ήτοι ότι η ενάγουσα και ενώ υπήρχε αρχικά η σαφής βούληση αμφοτέρων των διαδίκων σε περίπτωση επίτευξης της εν λόγω εγκυμοσύνης να λάβει αυτή (ενάγουσα) άδεια από την εργασία της λόγω επαπειλούμενης κύησης, ώστε να μεταβεί στη ...
τουλάχιστον μέχρι τη γέννηση του τέκνου της, χωρίς να έχει θέσει ποτέ θέμα τέλεσης γάμου ή χωρίς να υφίσταται συμφωνία προηγούμενης τέλεσης γάμου σε περίπτωση έλευσης της στη Ν. Κ. προκειμένου να συμβιώσει μαζί του, καθώς και ότι η εγκυμοσύνη ήταν ιδέα της ενάγουσας για να εξασφαλίσει τη σχετική άδεια, εκείνη με την εν γένει αντιφατική συμπεριφορά της και την άρνησή της, μετέστρεψε τη στάση της μετά την πάροδο δύο εβδομάδων από την αναγγελία προς τον ίδιο της εγκυμοσύνης της, αρνούμενη να προβεί είτε τότε είτε σε μεταγενέστερο χρόνο στο ανωτέρω ταξίδι και ότι ακολούθως του γνωστοποίησε ότι δεν επιθυμεί να έχει σχέση μαζί του, κρίνονται παντελώς αβάσιμα ως προς το ζήτημα της μεταστροφής της στάσης της ενάγουσας με την ύπαρξη αντιφατικής συμπεριφοράς ως προς τη μετάβασή της στον τόπο εργασίας του εναγομένου, μη συνεπικουρούμενα από κανένα προσκομιζόμενο από αυτόν αποδεικτικό στοιχείο.
Αντίθετα δε από το ίδιο υλικό προέκυψε σαφώς, πέραν του ότι αυτό ευχερώς συνάγεται και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι η μη μετάβαση της ενάγουσας στον τόπο εργασίας του εναγομένου, έγινε για το μόνο λόγο ότι υπήρξε σαφής σύσταση του θεράποντος ιατρού της Ι. Χ. περί της μη πραγματοποίησης του εν λόγω ταξιδιού για ιατρικούς λόγους, η οποία σύσταση, εξάλλου, επαναλήφθηκε με κατηγορηματικό τρόπο προς τον εναγόμενο από τον ως άνω ιατρό.
Ο εναγόμενος, όμως, για προσωπικούς του λόγους, έθεσε εσφαλμένα ως ζήτημα πρώτης προτεραιότητας για τον ίδιο τη μετάβαση της ενάγουσας στην Ν. Κ. και σε δεύτερη προτεραιότητα τη σαφή διακινδύνευση από το εν λόγω πολύωρο αεροπορικό ταξίδι, της υγείας της τότε συντρόφου του και τη βιωσιμότητα και τη σε κάθε περίπτωση πιθανότητα πρόκλησης σωματικών βλαβών του κυοφορούμενου κατά το χρονικό εκείνο διάστημα, τέκνου του.
Εξάλλου και στην περίπτωση ακόμη που τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα από τον εναγόμενο θεωρούντο βάσιμα, κάτι το οποίο βεβαίως δεν αποδείχθηκε, αυτός ως σύντροφος της ενάγουσας και βιολογικός πατέρας του κυοφορούμενου, όφειλε σαφώς να σεβαστεί και να συμπλεύσει με την βούληση της ενάγουσας, έστω και αν θεωρούσε αντιφατική τη στάση της να μην επιθυμεί να μεταβεί στη Ν.
Κ., λόγω της υφιστάμενης - επιστημονικώς αποδεδειγμένης - ορμονικής μεταβολής και ευαίσθητης ψυχοσωματικής κατάστασης εξ αυτής (της μεταβολής) στον οργανισμό της εγκύου ενάγουσας και να συνδράμει ψυχικά στις όποιες αποφάσεις της, μη ερχόμενος ενάντιος σε πιθανή τέτοια βούληση της να μην πραγματοποιήσει το εν λόγω ταξίδι.
Αποτέλεσμα της ανωτέρω συμπεριφοράς του εναγομένου, ο οποίος παρέλειψε να προβεί σε οποιαδήποτε συνδρομή της ενάγουσας στις διάφορες φάσεις της τότε υφιστάμενης εγκυμοσύνης και καθόλο το υπόλοιπο χρονικό διάστημα αυτής μετά την αναγγελία αυτής από την ενάγουσα, ενεργώντας με σαφή πρόθεση εξαιτίας των παραπάνω κρίσεων του για το πρόσωπό της και ενώ είχε σαφή και απολύτως ευχερή δυνατότητα προς τούτο, ήταν να καταστεί αβοήθητη η ενάγουσα, μη δυνάμενη να φροντίσει για τον εαυτό της με ίδια μέσα και να υπάρξουν στο πρόσωπό της δυσμενείς ψυχικές συνθήκες με την εμφάνιση έντονης στενοχώριας και θλίψης, ενώ ταυτόχρονα προσβλήθηκε στην προσωπικότητά της λόγω της δυσμενούς αντιμετώπισής της από τον εναγόμενο, αλλά και του γεγονότος ότι μειώθηκε η εκτίμηση την οποία έχαιρε στο οικογενειακό και κοινωνικό της περιβάλλον από το ότι κατέστη έγκυος από εξώγαμη ερωτική σχέση και γέννησε τέκνο εκτός γάμου.
Από την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας, λαμβανομένων υπόψη της βαρύτητας του πταίσματος του εναγομένου, του είδους, της έντασης και της έκτασης της προσβολής, των επιπτώσεων στην ψυχική υγεία της ενάγουσας, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών και των εν γένει συνθηκών τελέσεως του αδικήματος, κρίνεται ως εύλογο και πρέπει να επιδικαστεί στην ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 12.000 ευρώ μετά την στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων (932 Α.Κ.), αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας κατ' αρθρ. 25 Σ, μη συμπεριλαμβανομένου του ποσού των 45 ευρώ, κατά το οποίο επιφυλάχθηκε η ενάγουσα προκειμένου να παραστεί ως πολιτικώς ενάγουσα ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, για την ίδια αιτία..".
Με βάση της παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντα κατά της 30/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η οποία δέχτηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης και αναγνώρισε ότι ο αναιρεσείων είναι πατέρας του ανήλικου τέκνου της αναιρεσίβλητης, καθώς επίσης υποχρέωσε αυτόν να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 12.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 11γ και επικουρικά από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίες συνίστανται στο ότι το Εφετείο 1) παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 2) δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και επικουρικά 3) έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, ο αναιρεσείων με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης εκθέτει ότι εσφαλμένα η αναιρεσιβαλλόμενη, κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων και των εν γένει ισχυρισμών, δέχτηκε ότι από τη στιγμή που αυτός (αναιρεσείων) πληροφορήθηκε την κύηση της αναιρεσίβλητης εξαφανίστηκε και αδιαφόρησε πλήρως και δεν προσέφερε οικονομική βοήθεια ούτε επέδειξε ηθική συμπαράσταση σε αυτήν, αφήνοντάς την αβοήθητη κατά την έννοια του άρθρου 359 ΠΚ, αμφισβητώντας ευθέως και με διαρκή τρόπο την ηθική, την τιμή και την υπόληψη της, με αποτέλεσμα να νοιώσει η αναιρεσίβλητη στενοχώρια και θλίψη σε μία περίοδο που αδυνατούσε να μεριμνήσει για τον εαυτό της και να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα τη δημιουργηθείσα κατάσταση, ενώ ταυτόχρονα προσβλήθηκε στην προσωπικότητά της, λόγω της δυσμενούς αντιμετώπισής της αλλά και του γεγονότος ότι μειώθηκε η εκτίμηση της οποίας έχαιρε στο οικογενειακό και κοινωνικό της περιβάλλον από το γεγονός ότι κατέστη έγκυος, ενώ το αληθές είναι ότι η ίδια η αναιρεσίβλητη με την αντιφατική συμπεριφορά και τις συνεχείς αρνήσεις και παλινωδίες της τον απομάκρυνε σκόπιμα και τον εμπόδισε να έχει οποιαδήποτε συμμετοχή στην εξέλιξη των γεγονότων και να της συμπαρασταθεί στην εγκυμοσύνη της όπως είχε σκοπό, ουδέποτε τον ενημέρωσε για την πορεία της εγκυμοσύνης της και για την κατάσταση της υγείας του κυοφορούμενου, αλλά δημιουργούσε προβλήματα στον ίδιο και στους γονείς του, γεγονότα που προκύπτουν από τα προσκομισθέντα από τον ίδιο αποδεικτικά μέσα όπως ένορκες βεβαιώσεις, αντίγραφα μηνυμάτων mail και sms που είχαν ανταλλαγεί μεταξύ τους και τα οποία η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη.
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος που αποδίδεται πλημμέλεια στην αναιρεσιβαλλόμενη από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι, προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίφαση της παραπάνω πλημμέλειας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ανωτέρω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και τους απέρριψε για ουσιαστικούς λόγους, με την παραδοχή γεγονότων αντίθετων ως προς αυτά που συγκροτούν τους ισχυρισμούς αυτούς (ΑΠ 23/2020, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 250/2014).
Περαιτέρω, ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος που αποδίδονται πλημμέλειες στην αναιρεσιβαλλόμενη από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους, δεν προσδιορίζεται το περιεχόμενο αυτών και δεν καθορίζεται ο ουσιώδης ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 15/2021, ΑΠ 393/2018).
Σε κάθε περίπτωση, προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία με επίκληση προσκομίστηκαν, με γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη ( ΑΠ 15/2021).
Ακολούθως, με βάση τις ανωτέρω αναφερόμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον η απόφαση περιέχει σαφείς, πλήρεις και μη αντιφατικές αιτιολογίες με την παράθεση των περιστατικών που ήταν κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν στην ένδικη περίπτωση (ΑΚ 1468, 1481, 1482 και 57, 59, 914, 932).
Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, όπως ανωτέρω εκτίθενται, αναφέρονται σε ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών της απόφασης, αφού το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Ως εκ τούτου, και το επικουρικό σκέλος του τρίτου λόγου της αναίρεσης, κατά το οποίο αποδίδεται στην απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο (ΚΠολΔ 495) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που έχει υποβάλει προτάσεις, λόγω της ήττας του (ΚΠολΔ 176,183, 191 παρ. 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.10.2018 αίτηση του Θ. Γ. για αναίρεση της 457/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ